ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ (Ποιν) 237/2026 Επικίνδυνη σωματική βλάβη - Μη προσδιορισμός είδους διακινδύνευσης και παράλειψη απάντησης σε ισχυρισμούς περί μεταβολής κατηγορίας

Αριθμός:
237
Έτος:
2026
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
25/02/2026
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
3840
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Καταδίκη για βία κατά υπαλλήλων (αντίσταση) και επικίνδυνη σωματική βλάβη. Ως προς το αδίκημα της βίας κατά υπαλλήλων του άρθρου 167 ΠΚ, η απόφαση υπενθυμίζει ότι απαιτείται χρήση βίας ή απειλής βίας με σκοπό τον εξαναγκασμό υπαλλήλου να ενεργήσει ή να παραλείψει νόμιμη υπηρεσιακή πράξη. Η πράξη του υπαλλήλου πρέπει να είναι νόμιμη και να εντάσσεται στην αρμοδιότητά του. Ως προς την επικίνδυνη σωματική βλάβη ο Άρειος Πάγος τονίζει ότι η καταδικαστική απόφαση πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια ποια διακινδύνευση συνέτρεξε: είτε κίνδυνος ζωής είτε κίνδυνος βαριάς σωματικής βλάβης. Η διαζευκτική και αόριστη αναφορά και στα δύο ενδεχόμενα δεν επαρκεί, διότι εμποδίζει τον αναιρετικό έλεγχο. Το δικαστήριο της ουσίας είχε δεχθεί ότι ο κατηγορούμενος, οδηγώντας Ι.Χ. με μεγάλη ταχύτητα, παρέσυρε αστυνομικό που επιχειρούσε να τον ελέγξει και να τον ακινητοποιήσει, προκαλώντας του διάστρεμμα αριστερής ποδοκνημικής. Ωστόσο, το σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης κρίθηκε ανεπαρκές, διότι ουσιαστικά αντέγραφε το διατακτικό και το κατηγορητήριο χωρίς αυτοτελή και συγκεκριμένη αιτιολογία. Το Εφετείο δεν εξήγησε επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς που θεμελίωναν την επικίνδυνη σωματική βλάβη. Επιπλέον, δεν απάντησε στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας από αντίσταση σε απείθεια, ούτε στον συναφή ισχυρισμό περί παύσης της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής βάσει του άρθρου 63 ν. 4689/2020. Κατόπιν αυτών, ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτούς τους λόγους αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης / έλλειψη νόμιμης βάσης.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 237/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Γ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόδουλο Δερδεμέζη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5427/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Π. Χ. του Β. , κάτοικο ... , που δεν εμφανίσθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 2-8-2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 2-8-2023 δήλωση του Κ. Κ. του Γ. και της Ε. , κατοίκου ... (οδός ...) ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αρ. 5427/9-12-2022 απόφασης του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α του ΠΚ και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18β, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 51, 53, 94 παρ.1, 98, 167 παρ.1, 309-308 παρ.1 και 358 ΠΚ του άρθρου 20 παρ.1 Ν.Δ.683/1948, που τελέσθηκαν την 19-5-2016, με επικαλούμενους λόγους την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 142 παρ.2 ΚΠΔ την 12-07-2024. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 εδ. α` του νέου ΠΚ (έναρξη ισχύος από 1-7-2019), υπό τον τίτλο "βία κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων», "1. Όποιος με βία ή απειλή βίας επιχειρεί να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσει πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή να παραλείψει νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί εναντίον του ή κατά προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει κατά τη διάρκεια της νόμιμης ενέργειάς του (αντίσταση), τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή». H διάταξη αυτή, παρά τις λεκτικές διαφοροποιήσεις της, έχει την ίδια αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση με την ταυτάριθμη ρύθμιση του προγενέστερου ΠΚ, που είχε τον τίτλο "αντίσταση». Διαφοροποιείται μόνο ως προς την ποινική της κύρωση, καθόσον η πράξη αυτή τιμωρείται πλέον ηπιότερα, ήτοι με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, ενώ, υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ, η απειλούμενη ποινή ήταν φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, γι` αυτό, στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε η νεότερη διάταξη, ως ευμενέστερη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της βίας κατά υπαλλήλων (αντίστασης), στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της κατά νόμο αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδες τύποι που τάσσονται γι` αυτήν. Επίσης, απαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου, στην έννοια δε της βίας περιλαμβάνεται τόσο η σωματική όσο και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που να μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης (ΑΠ 304/2024, ΑΠ 29/2021).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 169 ΠΚ, με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, ύστερα από νόμιμη πρόσκληση, αρνείται σε κάποιον από τους υπαλλήλους του άρθρου 13 α` χωρίς αντίσταση την υπηρεσία ή συνδρομή που οφείλεται κατά το νόμο ή την είσοδο σε οποιοδήποτε μέρος για να επιχειρηθεί κάποια νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια. Για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της απείθειας απαιτείται: α] ύπαρξη υποχρέωσης σε παροχή υπηρεσίας, ως υπηρεσίας νοουμένης θετικής ενέργειας του προσκαλούμενου σε θετική πράξη του υπαλλήλου, β] νόμιμη πρόσκληση υπαλλήλου, ως τοιούτου νοουμένου εκείνου του άρθρου 13 α`, γ] άρνηση του προσκληθέντος χωρίς αντίσταση, η οποία [άρνηση] μπορεί να είναι είτε παθητική, είτε ενεργός λ.χ. με χειρονομίες και δ] δόλος, αρκεί και ενδεχόμενος που περιλαμβάνει την γνώση της ιδιότητος του προσώπου που απευθύνει την πρόσκληση και προς το οποίο απευθύνεται η άρνηση, καθώς και τη θέληση μη συμμόρφωσης [ΑΠ 518/2010]. Ειδικότερα, το τυποποιούμενο στην ως άνω διάταξη αδίκημα είναι γνήσιο, δια παραλείψεως τελούμενο, με το οποίο προστατεύεται το κύρος της δημόσιας αρχής. Υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που εξατομικεύει σε συγκεκριμένη περίπτωση το έννομο αγαθό της πολιτειακής εξουσίας [το νομικό αντικείμενο προσβολής] και, αντίστοιχα, προστασίας του ποινικού νομοθέτη, είναι υπάλληλος κατ` άρθρο 13 α` ΠΚ, επομένως και τα αστυνομικά όργανα, ως εκ της άσκησης εκ μέρους τους δημόσιας υπηρεσίας. Η πρόσκληση πρέπει να φέρει το νόμιμο τύπο της υπηρεσιακής πρόσκλησης και να υπάγεται στα καθήκοντα του υπαλλήλου που προσκαλεί, να έχει δηλαδή τούτος υλική και τοπική αρμοδιότητα να απευθύνει την πρόσκληση. Αν η πρόσκληση δεν φέρει το νόμιμο τύπο της υπηρεσιακής πρόσκλησης, δεν πρόκειται για υπαλληλική [κρατική] ενέργεια και δεν εξατομικεύεται το έννομο αγαθό της πολιτειακής εξουσίας, το οποίο προστατεύεται με τη διάταξη του άρθρου 169 ΠΚ Ακόμη, η υπηρεσία ή η συνδρομή στις οποίες καλεί η πρόσκληση πρέπει να οφείλονται κατά νόμο, με την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει νομική διάταξη που να υποχρεώνει τον πολίτη σε παροχή υπηρεσίας ή συνδρομής προς τον υπάλληλο ή κάποια υπηρεσία, χωρίς να αρκεί η γενική υποχρέωση των πολιτών να συμμορφώνονται προς τους νόμους και τις αστυνομικές διατάξεις. Αν δεν υπάρχει τέτοια διάταξη νόμου, ο καλούμενος δεν οφείλει να υπακούσει στην πρόσκληση. Τέτοια διάταξη είναι εκείνη του άρθρου 209 παρ. 1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία, αν κάποιος καλείται νόμιμα για μαρτυρία, δεν μπορεί να αρνηθεί εκτός από τις εξαιρέσεις που ρητά αναγράφονται στον κώδικα (ΑΠ 699/2025).
4. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α` του ΠΚ: "όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 65 του Ν.4855/12.11.2021 "αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή». Ενόψει της διαζευκτικής διατύπωσης του άρθρου 309 Π.Κ. , είναι απαραίτητο στην καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Η διάκριση αυτή δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης διακινδύνευσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια στερητικής της ελευθερίας ποινής [φυλάκιση έως τριών (3) ετών], ή χρηματική ποινή, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται υπέρτερο σε σχέση με τη σωματική υγεία και ακεραιότητα έννομο αγαθό, ήτοι αυτό του κινδύνου ζωής και η ποινή του υπαιτίου θα καθορισθεί βάσει των κατ` άρθρο 79 ΠΚ κριτηρίων.
5. Εξάλλου, απαιτούμενα στοιχεία για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι: α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 ΠΚ β) η πράξη να τελέστηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ.2 ΚΠΔ) και γ) δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση πρόκλησης της σωματικής κάκωσης και των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παράβασης της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 309 του ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π. 1601/2023, ΑΠ 1485/2022, Α.Π. 366/2021, Α.Π. 322/2020).
6. Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 63 του ν. 4689/2020 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των πλημμελημάτων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και την 30η.04.2020, κατά των οποίων ο νόμος, ως κύρια ποινή, απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή σωρευτικά κάποιες από τις παραπάνω ποινές. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε πλημμελήματα για τα οποία η χρηματική ποινή ή η παροχή κοινωφελούς εργασίας προβλέπονται διαζευκτικά με ποινή φυλάκισης άνω του ενός (1) έτους. 2. Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παρ. 1, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ` αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. 3. Οι δικογραφίες που αφορούν στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνεται, με διάταξή του, ο αρμόδιος εισαγγελέας. 4. Οι αστικές αξιώσεις που απορρέουν από τις πράξεις που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 3, δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. 5. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τα πλημμελήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις εξής διατάξεις: α) των άρθρων 82Α, 142, 155, 158 παρ. 2, 160, 163, 166 παρ. 1, 168 παρ. 3, 169Α, 173 παρ. 1 , 175 , 178, 183, 184 παρ.1, 221 παρ. 2 εδάφιο πρώτο, 230, 285 παρ.4 περ. α, 304Α` παρ. 1 εδάφιο δεύτερο, 337 παρ. 1, 358 και 377 ΠΚ για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, β) του άρθρου πέμπτου του Ν. 2803/2000 (Α 48), γ) του άρθρου 6 παρ. 4 του ν.3213/2003 (Α 309), δ) του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν. 690/1945 (Α 292), ε) του άρθρου 29 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ν. 703/1977 (Α 278) και του άρθρου 44 παρ. 1 εδάφια πρώτο και δεύτερο και 2 του ν. 3959/2011 (Α 93), στ) του άρθρου 6 παρ. 2 και 3 του ν. 456/1976 (Α 277), ζ) του άρθρου 41 ΣΤ του ν. 2725/1999 (Α 121), η) του άρθρου 10 του Ν. 4637/2019 (Α 180). 6. Η θέση στο αρχείο, σύμφωνα με την παρ. 3, δικογραφίας, η οποία αφορά σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε για γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, δεν αποτελεί το τέλος της ποινικής δίωξης κατά την διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Στην περίπτωση αυτή το τέλος της ποινικής δίωξης επέρχεται μετά τη συνέχιση της παυθείσας ποινικής δίωξης, σύμφωνα με την παρ. 2, και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου βουλεύματος». Με τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται για άλλη μια φορά η παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, με την υποχρεωτική αρχειοθέτηση της σχετικής δικογραφίας ή της καταδικαστικής απόφασης και η πρόβλεψη για συνέχιση της παυθείσας ποινικής δίωξης, μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του σχετικού όρου, υποδηλώνεται ως αυτονόητη έννομη συνέπεια ο αποκλεισμός οποιασδήποτε δικαστικής ενασχόλησης, με υπόθεση που αφορά πράξη, που εμπίπτει στην υπό όρο παραγραφή του αξιοποίνου ή με ένδικο μέσο κατά απόφασης, που εκδόθηκε σε τέτοια υπόθεση (ως προς το παραδεκτό, τη νομιμότητα ή τη βασιμότητά του) για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η νομική κατάσταση της υπό όρο παύσης της ποινικής δίωξης, η οποία (νομική κατάσταση) αίρεται μόνο με τη σύννομη αναβίωση και συνέχιση αυτής μετά την πλήρωση του όρου (ΑΠ 960/2024, ΑΠ 42/2022, ΑΠ 631/2020).
7. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ` άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
8. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).
9. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης προμνημονευόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε, κατά λέξη, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "αποδείχθηκε ότι Β) Στις 19-5-2018, μεταχειρίστηκε βία για να εξαναγκάσει υπάλληλο σε παράλειψη νόμιμης ενέργειας που ανάγεται στα καθήκοντά του και συγκεκριμένα μετά την διάπραξη της αναφερόμενης στο στοιχείο (Α) πράξης, ευρισκόμενος εντός του σταθμευμένου στην οδό ... με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, όταν ο εγκαλών αστυνομικός Χ. Π. που υπηρετεί στο ΤΑ … και εκτελούσε με τον συνάδελφο του Τ. Δ. εποχούμενη περιπολία στην ευρύτερη περιοχή επιχείρησε να ελέγξει τα στοιχεία της ταυτότητάς του και στη συνέχεια ύστερα από άρνησή του να συμμορφωθεί να τον συλλάβει, ανοίγοντας προς τούτο την πόρτα του αυτοκινήτου προκειμένου να αποτρέψει την φυγή του και επιπλέον πιάνοντας με το δεξί το χέρι το τιμόνι του οδηγού, τοποθετώντας άμα το δεξί του πόδι εσωτερικά του αυτοκινήτου δίπλα από την θέση του οδηγού και έχοντας το αριστερό στον αέρα, αυτός (κατηγορούμενος) κινήθηκε με μεγάλη ταχύτητα ανάμεσα από σταθευμένα οχήματα με τον ως άνω αστυνομικό κρεμασμένο από την πόρτα παρασύροντας όντως αυτόν για (170) μέτρα μέχρι τη συμβολή της οδού ... με την οδό ... τραυματίζοντάς τον στην αριστερή ποδοκνημική, ακινητοποιημένος ακολούθως στο ως άνω σημείο οπού και δεσμεύτηκε, γιατί ούτως είχε σκοπό να τον εξαναγκάσει να παραλείψει την παραπάνω νόμιμη ενέργειά του, δηλαδή την εξακρίβωση των στοιχείων της ταυτότητάς του, την δέσμευσή του και την προσαγωγή του στο αστυνομικό τμήμα, και πρέπει ο κατηγορούμενος, για την πράξη αυτή να κηρυχθεί ένοχος. Γ.] Στις 19/5/2018, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβης της υγεία αυτού, με τρόπο, που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού. Συγκεκριμένα, ευρισκόμενος στην οδό ... αναπτύσσοντας ταχύτητα, με το με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, παρέσυρε τον εγκαλούντα αστυνομικό Χ. Π. , που επιχείρησε να τον ακινητοποιήσει, κρατώντας ανοιχτή την πόρτα, του ως άνω και τον τραυμάτισε, προκαλώντας του Διάστρεμμα [ΑΡ] ποδοκνημικής. Η πράξη του αυτή, από τον τρόπο τελέσεώς της, δηλαδή, της σφορδότητας των κτυπημάτων και το σημείο καταφοράς των πληγμάτων, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του τραυματισμού, δηλαδή, εν κινήσει το όχημα με υπερβολική ταχύτητα και ανάμεσα σταθμευμένα οχήματα και πρέπει ο κατηγορούμενος, για την πράξη αυτή να κηρυχθεί ένοχος, σύμφωνα με το διατακτικό».
10. Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της αντίστασης ήδη βίας κατά υπαλλήλου και δικαστικών προσώπων και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό "
Κηρύσσει τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: 2] Στις 19-5-2018, μεταχειρίστηκε βία για να εξαναγκάσει υπάλληλο σε παράλειψη νόμιμης ενέργειας που ανάγεται στα καθήκοντά του και συγκεκριμένα μετά την διάπραξη της αναφερόμενης στο στοιχείο (Α) πράξης, ευρισκόμενος εντός του σταθμευμένου στην οδό ... με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, όταν ο εγκαλών αστυνομικός Χ. Π. που υπηρετεί στο ΤΑ … και εκτελούσε με τον συνάδελφό του Τ. Δ. εποχούμενη περιπολία στην ευρύτερη περιοχή επιχείρησε να ελέγξει τα στοιχεία της ταυτότητάς του και στη συνέχεια ύστερα από άρνησή του να συμμορφωθεί να τον συλλάβει, ανοίγοντας προς τούτο την πόρτα του αυτοκινήτου προκειμένου να αποτρέψει την φυγή του και επιπλέον πιάνοντας με το δεξί το χέρι το τιμόνι του οδηγού, τοποθετώντας άμα το δεξί του πόδι εσωτερικά του αυτοκινήτου δίπλα από την θέση του οδηγού και έχοντας το αριστερό στον αέρα, αυτός (κατηγορούμενος) κινήθηκε με μεγάλη ταχύτητα ανάμεσα από σταθμευμένα οχήματα με τον ως άνω αστυνομικό κρεμασμένο από την πόρτα παρασύροντας ούτως αυτόν για (170) μέτρα μέχρι τη συμβολή της οδού ... με την οδό ... , τραυματίζοντας τον στην αριστερή ποδοκνημική, ακινητοποιούμενος ακολούθως στο ως άνω σημείο όπου και δεσμεύτηκε, γιατί ούτως είχε σκοπό να τον εξαναγκάσει να παραλείψει την παραπάνω νόμιμη ενέργειά του, δηλαδή την εξακρίβωση των στοιχείων της ταυτότητάς του, την δέσμευσή του και την προσαγωγή του στο αστυνομικό τμήμα. Β) Στις 19-5-2018, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας αυτού με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού. Συγκεκριμένα, ευρισκόμενος στην οδό ... αναπτύσσοντας ταχύτητα με το με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, παρέσυρε τον εγκαλούντα αστυνομικό Χ. Π. που επιχείρησε να τον ακινητοποιήσει κρατώντας ανοιχτή την πόρτα του ως άνω οχήματος και τον τραυμάτισε προκαλώντας, του "Διάστρεμμα (ΑΡ) ποδοκνημικής». Η πράξη του αυτή, από τον τρόπο τελέσεως της, της σφοδρότητας των κτυπημάτων και το σημείο καταφοράς των πληγμάτων, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο της ζωής του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του τραυματισμού του (κίνηση του οχήματος με υπερβολική ταχύτητα ανάμεσα σε σταθμευμένα οχήματα).
11. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, καθόσον δεν καθορίζει ποια από τις δύο διακινδυνεύσεις, κίνδυνος ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση, ούτε οι σκέψεις, που οδήγησαν το Δικαστήριο στην κρίση του για την ενοχή του για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, αλλά ούτε και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, οι δε πιο πάνω ελλείψεις δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, του οποίου αποτελεί αντιγραφή το σκεπτικό. Συγκεκριμένα, η προπαρατεθείσα αιτιολογία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν είναι επαρκής, διότι είναι εντελώς τυπική και δεν πρόκειται περί αλληλοσυμπληρώσεως του αιτιολογικού με το διατακτικό, που προϋποθέτει παράθεση περιστατικών της πράξεως στο σκεπτικό, αλλά περιέχει ολική αναφορά και παραπομπή του αιτιολογικού στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο, μάλιστα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου, με το οποίο διατυπώθηκε η σχετική κατηγορία σε βάρος του αναιρεσείοντος. Επιπλέον το Δικαστήριο της ουσίας δεν εξέτασε και δεν απάντησε στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ούτε αιτιολόγησε την απόρριψη του περί μεταβολής της κατηγορίας από το αδίκημα της αντίστασης στο αδίκημα της απείθειας (άρθρο 1769 ΠΚ) και ακολούθως την παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής του αξιόποινου σύμφωνα με το άρθρο 63 ν. 4689/2020 και επιπλέον της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε αυτή της όλως ελαφράς.
12. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ. , με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε, κατά παραδοχή των αναιρετικών τούτων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός απ' εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό υπ' αρ. 5427/9-12-2022 απόφασης του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα