Περίληψη

Κρίθηκε ότι η υπόθεση υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, επειδή η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε στο πλαίσιο της αρχαιολογικής νομοθεσίας και της διαδικασίας προστασίας μνημείων. Αναγνωρίστηκε το έννομο συμφέρον του επικαρπωτή και των ψιλών συγκυρίων, καθώς και το παραδεκτό της ομοδικίας τους λόγω κοινής πραγματικής και νομικής βάσης των λόγων ακύρωσης. Ερμηνεύθηκαν οι διατάξεις περί υπαγωγής αυθαίρετων κατασκευών στον ν. 4495/2017 και οι ειδικές διαδικασίες για ακίνητα σε αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικούς τόπους, μνημεία και Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Τα τμήματα κτιρίου που χρονολογούνται έως το 1830 αποτελούν αρχαία μνημεία και προστατεύονται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται προηγούμενος διοικητικός χαρακτηρισμός. Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί πλάνης ως προς τον μνημειακό χαρακτήρα των προ του 1830 τμημάτων. Η απαγόρευση τακτοποίησης καταλαμβάνει μόνο τα τμήματα που αποτελούν αρχαίο μνημείο και δεν επεκτείνεται αυτομάτως στα μεταγενέστερα τμήματα του ίδιου κτιρίου. Η ένταξη ακινήτου σε αρχαιολογικό χώρο ή Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς δεν αποτελεί αυτοτελή και απόλυτο λόγο αποκλεισμού της τακτοποίησης· απαιτείται εξατομικευμένη κρίση για την ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης βλάβης στα προστατευόμενα στοιχεία. Η αίτηση έγινε δεκτή, η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση ακυρώθηκε, η υπόθεση αναπέμφθηκε για νέα κρίση κατά τη νόμιμη διαδικασία, διατάχθηκε η κατάπτωση του παραβόλου και επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη 920 ευρώ σε βάρος του Δημοσίου.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων