Υπό το πρίσμα της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919
Ποιο είναι το κανονιστικό περιεχόμενο του δικαιώματος υπεράσπισης όταν η πρόσβαση σε συνήγορο δεν διασφαλίζεται κατά τρόπο ουσιαστικό;
Η νομική βοήθεια αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση της δίκαιης δίκης και καθοριστική προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η απλή τυπική παρουσία συνηγόρου δεν επαρκεί. Απαιτείται έγκαιρη και ποιοτική συνδρομή, ικανή να εξασφαλίσει την ισότητα των όπλων και την ουσιαστική συμμετοχή του κατηγορουμένου στην ποινική διαδικασία.
Το έργο προσεγγίζει συστηματικά το δικαίωμα πρόσβασης σε συνήγορο και νομική βοήθεια υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ, του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης -όπως αυτό ερμηνεύεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- καθώς και του ελληνικού ποινικού δικονομικού δικαίου, αναδεικνύοντας τις κανονιστικές αλληλεπιδράσεις και τις εντάσεις μεταξύ των επιπέδων προστασίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη συγκριτική ανάλυση των εθνικών συστημάτων, στις προϋποθέσεις ενεργοποίησης του δικαιώματος, στη λειτουργία του κριτηρίου του «συμφέροντος της δικαιοσύνης» και στις θετικές υποχρεώσεις των κρατικών αρχών για τη διασφάλιση ουσιαστικής υπεράσπισης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.
Η μελέτη αναδεικνύει ότι το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι η τυπική συμμόρφωση προς τα κανονιστικά πρότυπα, αλλά η πρακτική αποτελεσματικότητα της νομικής βοήθειας ως εγγύησης της δίκαιης δίκης και της αρχής του κράτους δικαίου.