Κείμενο
Εισαγωγή
Οι μέτοχοι μιας Α.Ε. δεν είναι συμβαλλόμενοι ενοχικού δικαίου, όπου τα έννομα συμφέροντα των μερών βρίσκονται κατά κανόνα σε ανταλλακτική σχέση, αλλά νομικά υποκείμενα σε μια πολυμερή σχέση που διέπεται και ρυθμίζεται από το αυστηρό καταστατικό της εταιρίας, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από τον νόμο. Τι συμβαίνει, όμως, όταν μερικοί ή όλοι οι μέτοχοι συνάπτουν μεταξύ τους εσωτερικές συμφωνίες, με τις οποίες αποκλίνουν από τον αυστηρό καταστατικό χάρτη; Π.χ. όταν μέτοχος συμφωνεί με υποψήφιο μέτοχο ότι θα του πουλήσει μέρος των μετοχών του υπό την προϋπόθεση ότι αυτός θα ψηφίζει στις γενικές συνελεύσεις προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Μια τέτοια συμφωνία, η οποία είναι πρόδηλο πως δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος του καταστατικού, το περιεχόμενο και το τυπικό πνεύμα του οποίου καθορίζονται αυστηρά στο άρθρο 5 του νόμου 4548/2018, είναι αδιάφορη για την έννομη μας τάξη ή μήπως παράγει έννομες συνέπειες; Αυτό το ερώτημα θα επιχειρήσουμε βήμα-βήμα να προσεγγίσουμε κατά την πορεία της διερεύνησής μας.
Από το πρώιμο αυτό στάδιο, ωστόσο, μπορούμε να παραδεχτούμε πως ανεξάρτητα από τη νομική μεταχείριση αυτών των συμφωνιών, η εμφάνισή τους στο εταιρικό δίκαιο αποδεικνύει ότι η εμπορική δραστηριότητα δύσκολα περιορίζεται σε αυστηρά πλαίσια κανόνων αναγκαστικού δικαίου, ενώ η ανθρώπινη φαντασία θα βρίσκει πάντοτε τρόπους να επαναφέρει την αποκλεισμένη ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου των ιδιωτικών συμβάσεων, με καινοτόμες νομικές κατασκευές. Ρόλος του δικαστή, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι μια συνολική απόρριψη των ενδιαφερουσών αυτών κατασκευών, αλλά η προσήκουσα αξιολόγησή τους, ώστε κατά περίπτωση να ελέγχεται κατά πόσο αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως σύννομες και επιδοκιμαστέες από την έννομή μας τάξη.
1. Έννοια και περιεχόμενο εξωεταιρικών συμφωνιών (ΕΣ)
1.1. Ορισμός και παραδείγματα εξωεταιρικών συμβάσεων
Ως εξωεταιρικές συμφωνίες (ΕΣ ή αλλιώς παραεταιρικές συμφωνίες ή αγγλιστί shareholders agreements) ορίζονται στη θεωρία οι αυτοτελείς ενοχικές συμφωνίες μεταξύ των μετόχων μιας εταιρίας ή μεταξύ μετόχων και τρίτων με τις οποίες επιδιώκεται η οργάνωση και η τήρηση ορισμένης θετικής ή αποθετικής μονομερούς ή πολυμερούς συμπεριφοράς των συμβαλλομένων παράλληλα ή κατά απόκλιση από τα οριζόμενα στο καταστατικό της Α.Ε. Πρόκειται για συμφωνίες που αφορούν τη νομική θέση του μετόχου, την οποία διαπλάθουν κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στις επιδιώξεις και τα συμφέροντα των συμβαλλομένων στην εξωεταιρική συμφωνία μερών. Η διάπλαση αυτή συνήθως είναι παράλληλη προς το καταστατικό, καθώς επιβάλλονται πρόσθετες υποχρεώσεις στους μετόχους (π.χ. επιβολή υποχρέωση πίστης), ή δίνονται κατευθύνσεις σχετικά με την άσκηση των μετοχικών τους δικαιωμάτων (π.χ. μέτοχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να ψηφίζει για την εκλογή του ΔΣ με συγκεκριμένα κριτήρια). Άλλοτε πάλι το περιεχόμενο των συμβάσεων μπορεί να αντιτίθεται και ευθέως στο καταστατικό και να επιδιώκει την αναμόρφωση της δομής και της οργάνωσης της εταιρίας με τρόπο που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω του καταστατικού (π.χ. συμφωνία ότι μόνο ένας μέτοχος θα διορίζει τον διευθύνοντα σύμβουλο). Ο ευρύς ορισμός των εξωεταιρικών συμβάσεων, όπως διατυπώθηκε, είναι σε θέση να περιλάβει κάθε είδους συμφωνία μεταξύ μετόχων. Οι συνηθέστερες, ωστόσο, στη συναλλακτική πρακτική συμφωνίες έχουν το εξής συγκεκριμένο περιεχόμενο:
Ι. Δέσμευση ψήφου (voting agreements): Πρόκειται για συμβάσεις με τις οποίες ο μέτοχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να ψηφίζει στις γενικές συνελεύσεις προς ορισμένη κατεύθυνση ή ακολουθώντας τις υποδείξεις κάποιου άλλου μετόχου ή κάποιου τρίτου (άσκηση του δικαιώματος ψήφου με προκαθορισμένο τρόπο) ή ακόμα και να απέχει από τη ψηφοφορία της ΓΣ. Η δέσμευση ψήφου συνιστά το συνηθέστερο περιεχόμενο οποιασδήποτε ΕΣ, διότι ακόμη και αν δεν αποτελεί την κύρια παροχή, συχνά αποτελεί προϋπόθεση για την υλοποίηση άλλης κύριας παροχής, η
οποία μπορεί να έγκειται στην επίτευξη ενός στρατηγικού αποτελέσματος μια ομάδας μετόχων, οπότε και θα συνιστά παρεπόμενη παροχή της σύμβασης. Συχνά για τη διασφάλιση του δανειστή σε αυτήν την σύμβαση συμφωνείται η παροχή πληρεξουσιότητας σε τρίτον για να ψηφίζει στη θέση του μετόχου ή σπανιότερα και η καταπιστευτική μεταβίβαση πακέτου μετοχών. II. Δέσμευση μετοχών (stand still agreements ή lock-up agreements): Πρόκειται για συμβάσεις με τις οποίες ο μέτοχος παραιτείται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου από το δικαίωμά του να διαθέτει ελεύθερα τη μετοχή του. Η ελευθερία μεταβίβασης της μετοχής συνιστά κεφαλαιώδες χαρακτηριστικό για τη λειτουργία της ΑΕ, καθώς εφόσον ο μέτοχος έχει τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει άμεσα την αξία της μετοχής του, προτίθεται και να επενδύσει σε αγορά μετοχών. Για αυτόν τον λόγο δεν θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στο καταστατικό διάταξη που απαγορεύει τη μεταβίβαση των μετοχών ως αντιτιθέμενη στο άρθρο 41 του Ν. 4548/2021 που διακηρύσσει την αρχή της ελεύθερης μεταβίβασης. Βέβαια, συγκεκριμένοι περιορισμοί στην ελεύθερη μεταβίβαση που αφορούν κυρίως το πρόσωπο του ειδικού διαδόχου σύμφωνα με το άρθρο 43 μπορούν σήμερα έγκυρα να συμπεριληφθούν και στο καταστατικό. Οι παραπάνω περιορισμοί μπορούν να συμφωνηθούν και στο πλαίσιο εξωεταιρικών συμφωνιών, εφόσον οι μέτοχοι δεν δύνανται να τροποποιήσουν το καταστατικό ή θέλουν να διατηρήσουν τη συμφωνία τους μυστική. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση, ωστόσο, η μεταβίβαση της μετοχής σε άλλο πρόσωπο θα είναι έγκυρη, αφού οι ΕΣ σε αντίθεση με το καταστατικό αναπτύσσουν, όπως θα αναφερθεί και παρακάτω, σχετική και όχι απόλυτη ενέργεια.
Εξωεταιρικές συμφωνίες μπορούν να προβλέπουν (με όρια πάντοτε τις γενικές ρήτρες - υπό 3.1) επίσης δραστικότερες δεσμεύσεις στην ελεύθερη διάθεση των μετοχών που δεν μπορούν να περιληφθούν στο καταστατικό (π.χ. απαγόρευση σύστασης επικαρπίας σε μετοχή, απαγόρευση διάθεσης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παροχή συναίνεσης ή δικαίωμα αρνησικυρίας τρίτου πριν τη διάθεση). Βασική εξωεταιρική συμφωνία δέσμευσης μετοχών παραμένει στη συναλλακτική πρακτική αυτή με την οποία ο μέτοχος υποχρεούται σε πρώτη προσφορά σε συγκεκριμένο άτομο, ο δανειστής της οποίας αποκτά δικαίωμα προτίμησης ή ακόμη και η συμφωνία που απαγορεύει εξολοκλήρου τη μεταβίβαση. Ιδίως στις μικρές οικογενειακές ΑΕ, τέτοιες συμφωνίες είναι συνήθεις, καθώς οι μέτοχοι θέλουν να διασφαλίσουν τη μετοχική σύνθεση προσομοιάζοντας με αυτόν τον τρόπο στο μοντέλο των προσωπικών εταιριών. ΙΙΙ. Προγραμματικές εξωεταιρικές συμβάσεις: Πρόκειται για συμβάσεις με τις οποίες επιχειρείται η χάραξη και ο προγραμματισμός των στόχων της εταιρικής επιχειρηματικής πολιτικής και υλοποιείται ο μακροπρόθεσμος εταιρικός σχεδιασμός. Ουσιαστικά με τις συμβάσεις αυτές, οι οποίες έχουν συνήθως τη μορφή αστικής εταιρίας οι συμβαλλόμενοι επιδιώκουν να οργανώσουν την εταιρία με τρόπο που να προωθεί συγκεκριμένα επιχειρηματικά και οικονομικά συμφέροντα. Γι΄αυτό σύνηθες περιεχόμενο των συμφωνιών αυτών είναι η ανάθεση εκλογής του ΔΣ σε συγκεκριμένο μέτοχο, η ανακατανομή αρμοδιοτήτων, η ρύθμιση ζητημάτων διαχείρισης υπό ευρεία έννοια, η διαφορετική ρύθμιση της κατανομής των κερδών, ή και η συμμετοχή σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Οι συμφωνίες αυτές «οριοθετούν κύκλους συμφερόντων» και για αυτό μπορούν να χαρακτηριστούν και ως συμφωνίες- «συνδικάτα». Σημαντική προγραμματική εξωεταιρική συμφωνία συνιστά αναμφίβολα η συμφωνία για την ίδρυση κοινής θυγατρικής εταιρίας (joint venture), στην οποία συνήθως θα συμμετέχουν όλοι οι μέτοχοι.
1.2. Δικαιολογητική βάση σύναψης εξωεταιρικών συμβάσεων
Α. Αρχή της αυστηρότητας του καταστατικού της ΑΕ
Σε αντίθεση με το καθεστώς που επικρατεί στις προσωπικές εταιρίες όπου τα μέρη μπορούν να διαμορφώσουν σε μεγάλο βαθμό κατά τη θέληση τους το καταστατικό, στην ανώνυμη εταιρία ισχύει η αρχή της αυστηρότητας του καταστατικού ως απόρροια της ανάγκης διασφάλισης των μετόχων της μειοψηφίας και των τρίτων δανειστών που συναλλάσσονται με αυτήν. Το καταστατικό της ΑΕ περιέχει, υποχρεωτικά τα στοιχεία του άρθρου 5 του Ν. 4548/2018, ενώ η ρύθμιση των επιμέρους ζητημάτων απαγορεύεται να αποκλίνει από τα υπόλοιπα άρθρα του νόμου, τα οποία εισάγουν σχεδόν πάντοτε αναγκαστικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, αφήνονται ελάχιστα περιθώρια στην ιδιωτική αυτονομία των μετόχων να ρυθμίσουν ζητήματα τρόπου λήψεως αποφάσεων, κατανομής αρμοδιοτήτων και ευθύνης.
Η αρχή της αυστηρότητας του καταστατικού στην απόλυτη της μορφή έχει υποστεί κριτική στη θεωρία, εγείροντας προβληματισμούς για το κατά πόσο ανταποκρίνεται το άκαμπτο αυτό ρυθμιστικό πλαίσιο στις ανάγκες των συναλλαγών και ιδίως όταν πρόκειται για την οργάνωση και
τη λειτουργία των μικρών οικογενειακών ΑΕ. Άλλωστε, η αρχή αυτή δεν είναι διόλου αυτονόητη σε άλλες έννομες τάξεις, ιδίως στη Βρετανία και την Αμερική όπου η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων βρίσκει έδαφος και στο πεδίο των ανώνυμων εταιριών. Πάντως, αξίζει να επισημανθεί ότι ενώ με τον Ν. 4548/2018 η αρχή της αυστηρότητας του καταστατικού διατηρείται, εντούτοις παρέχεται η δυνατότητα στους μετόχους με καταστατική πρόβλεψη να συμπεριλάβουν ή να αποκλείσουν επιμέρους ρυθμίσεις του ίδιου νόμου (οι λεγόμενες ρήτρες opt in – opt out), μια εξέλιξη σημαντική σε σχέση με τον προϊσχύσαντα Ν. 2190/1920. Επίσης σύμφωνα με τα άρθρα 43-44 του Ν. 4548/2018 με καταστατική ρήτρα μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην ελεύθερη μεταβίβαση των μετοχών, περιορισμοί που υπό το προϊσχύσαν δίκαιο μπορούσαν να συνομολογηθούν μόνο στο πλαίσιο εξωεταιρικών συμφωνιών.
Οι παραπάνω δυνατότητες παρότι σημαντικές δεν ανατρέπουν, ωστόσο, την αρχή της αυστηρότητας του καταστατικού στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και έτσι να αποκλείει τη συμβατική ελευθερία των μετόχων στο πλαίσιο της διαμόρφωσης του καταστατικού της Α.Ε. Ως συνέπεια αυτού, εύλογα οι μέτοχοι θα προσπαθήσουν να την επαναφέρουν μέσω της σύναψης συμφωνιών εκτός καταστατικού, αποδεχόμενοι ότι η ισχύς των συμφωνιών αυτών δεν θα είναι τόσο δραστική όσο αυτή των καταστατικών ρυθμίσεων. Αντίθετα, το πρόβλημα δεν τίθεται με την ίδια ένταση ούτε στις προσωπικές εταιρίες - όπου το καταστατικό μπορεί να διαμορφωθεί κατά την ελευθερία των συμβάσεων - ούτε στις υπόλοιπες κεφαλαιουχικές, - π.χ. στο άρθρο 50 παράγραφος 2 του Ν. 4072/2012 ο νομοθέτης αναγνωρίζει στις ΙΚΕ την ελευθερία διαμόρφωσης των ενδοεταιρικών σχέσεων στο πλαίσιο του καταστατικού.
B. Η ελευθερία των συμβάσεων ως νομοθετικό έρεισμα των ΕΣ
Ο Ν. 4548/2018 δεν προβλέπει την δυνατότητα σύναψης τέτοιων συμφωνιών χωρίς όμως αυτό να πρέπει να ερμηνευτεί ως πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει τελείως αυτές τις συμφωνίες. Η σύναψη αυτών των συμφωνιών είναι εκτός από συναλλακτικά, κατά τα προαναφερόμενα, επιβεβλημένη και νομικά θεμελιωμένη. Ειδικότερα, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι συμφωνίες αυτές μπορούν να βασιστούν στην ελευθερία των συμβάσεων, αρχή που κατοχυρώνεται στο άρθρο 361 ΑΚ και επιτρέπει τη συνομολόγηση συμφωνιών ενοχικής φύσεως μεταξύ των ιδιωτών με μόνη την σύμπτωση της βούλησης τους, εφόσον αυτή δεν αντίκειται σε νομοθετική διάταξη (ΑΚ 174) ή στα χρηστά ήθη (ΑΚ 178-179), ακόμη και αν η εν λόγω σύμβαση δεν προβλέπεται ρητώς από τον νόμο. Εφόσον, λοιπόν, ενδεικτικά ένας μέτοχος επιθυμεί να συμφωνήσει με έναν άλλον να ψηφίζουν προς συγκεκριμένη κατεύθυνση στις ΓΣ ή να τον προτιμήσει σε περίπτωση που θέλει να πουλήσει τις μετοχές του, οι συμφωνίες αυτές, ακόμη και αν δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στο καταστατικό, πρέπει να θεωρηθούν καθόλα έγκυρες ως έκφραση της ελευθερίας των συμβάσεων. Περαιτέρω, η μη συμπερίληψη των συμφωνιών αυτών στον Ν. 4548/2018, καίτοι γνωστές στη συναλλακτική πρακτική κατά τη θέση του νόμου σε ισχύ, δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει ολοκληρωτικά τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών, αλλά θα πρέπει να εκληφθεί υπό το πρίσμα της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων ως πρόθεση του να αποκλείσει τις συμφωνίες αυτές από τη δραστική ισχύ που χαρακτηρίζει τις διατάξεις του καταστατικού. Ο νομοθέτης, δηλαδή, με την επιλογή της μη ρύθμισης ζητημάτων ΕΣ στον Ν. 4548/2018 σιωπηρά επιτάσσει την ταξινόμηση των ΕΣ αποκλειστικά στο πεδίο του ενοχικού δικαίου, όπου επαρκές νομικό έρεισμα για τη σύναψή τους υπάρχει ήδη με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και αποκλείει απλώς την επέκταση τους και στο πεδίο και τους μηχανισμούς του εταιρικού δικαίου. Άλλωστε, αν το επιθυμούσε να τις αποκλείσει ολοκληρωτικά, θα τις απαγόρευε ρητώς με σχετική διάταξη. Η νομοθετική αυτή επιλογή είναι, άλλωστε, και σκόπιμη, καθώς, αν οι εν λόγω συμφωνίες αποκτούσαν απόλυτη ενέργεια και μπορούσαν να αντιταχθούν απέναντι στους ειδικούς διαδόχους των μετόχων ή τρίτους δανειστές, θα διακυβευόταν η ασφάλεια των συναλλαγών και οι σχέσεις των μετόχων. Έτσι, είναι προτιμότερο τέτοιες συμφωνίες να αναπτύσσουν έννομες συνέπειες μεταξύ των συμβαλλομένων και οι διαφορές που προκύπτουν να επιλύονται από τους ηπιότερους μηχανισμούς εξαναγκασμού του αστικού δικαίου (κυρίως τον θεσμό της αποζημίωσης) και όχι τους δραστικότερους μηχανισμούς του δικαίου της ΑΕ (ακυρότητες κλπ.).
1.3. Διακρίσεις εξωεταιρικών συμβάσεων
Α. Με κριτήριο τα συμβαλλόμενα μέρη
Οι ΕΣ με κριτήριο τα μέρη τα οποία συμβάλλονται διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: Αυτές που συνάπτονται 1) μεταξύ όλων των μετόχων, 2) μεταξύ μόνο μερικών μετόχων, 3) μεταξύ ενός ή περισσότερων μετόχων και ενός τρίτου.
Οι πρώτες ονομάζονται «καθολικές ή γενικές κοινοπρακτικές μετοχικές συμφωνίες» και αποσκοπούν ουσιαστικά στη δημιουργία ενός δεύτερου άτυπου καταστατικού, το οποίο θα ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των μετόχων και την οργάνωση της εταιρίας με τρόπο που πιθανότατα θα αποκλίνει από το επίσημο καταστατικό. Σύνηθες περιεχόμενο τέ
τοιας συμφωνίας είναι η ίδρυση κοινής θυγατρικής εταιρίας (joint venture). Πάντως, παρότι η συμφωνία αυτή συνιστά ένα οιονεί καταστατικό με μεγαλύτερη σημασία για τους μετόχους, δεν μπορεί να εξισωθεί με το επίσημο καταστατικό από πλευράς έννομων συνεπειών, αφού οι έννομες συνέπειες του αναπτύσσονται μόνο στο πεδίο του ενοχικού δικαίου με μοναδική εξαίρεση στη μικρή οικογενειακή Α.Ε. (βλ. υπό 2.2), όπου παράβαση καθολικής ΕΣ μπορεί κατ΄ εξαίρεση να οδηγήσει σε ακύρωση απόφασης της ΓΣ. Οι συμφωνίες αυτές στις οποίες συμμετέχει το σύνολο των μετόχων δεν είναι τόσο συχνές στην πράξη, ιδίως σε μεγαλύτερες Α.Ε. όπου οι μέτοχοι δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους. Εκεί συναντάται συχνότερα η δεύτερη κατηγορία συμφωνιών, δηλαδή, μεταξύ μερικών μόνο μετόχων, οι οποίες διασφαλίζουν συγκεκριμένα μετοχικά συμφέροντα.
Τέλος, εξωεταιρική συμφωνία μπορεί να συνάψει ένας μέτοχος και με τρίτο-μη μέτοχο. Συνήθως ο τρίτος θα είναι δανειστής ή χρηματοδότης της εταιρίας, μέλος του ΔΣ ή πρώην ή μελλοντικός μέτοχος. Η συμφωνία αυτή μπορεί να επιβάλλει υποχρεώσεις χρηματοδότησης ή παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού στον τρίτο ή αντίθετα να επιβαρύνει τον μέτοχο, ώστε αυτός να ασκεί τα μετοχικά του δικαιώματα με τρόπο που να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα του τρίτου συμβαλλόμενου. Αντίθετα, κατά την κρατούσα στη θεωρία άποψη, η εταιρία δεν μπορεί να είναι συμβαλλόμενη σε εξωεταιρική συμφωνία, διότι κάτι τέτοιο θα έδινε τη δυνατότητα στο ΔΣ να δεσμεύει την ψήφο των μετόχων, καταστρατηγώντας το πρότυπο της κατανομής αρμοδιοτήτων στην Α.Ε. και τον ρόλο της ΓΣ ως ανώτατου οργάνου. Β. Με κριτήριο το καταστατικό: Συμφωνίες εντός και εκτός του καταστατικού
Μια δεύτερη διάκριση είναι αυτή που γίνεται με βάση την χωροθέτηση αυτών, εντός και εκτός του καταστατικού. Οι εξωκαταστατικές συμφωνίες που δεν περιλαμβάνονται στο καταστατικό αλλά συνάπτονται μεταξύ των μετόχων, κατά πάσα πιθανότητα μυστικά, αναπτύσσουν πάντοτε περιορισμένη ενέργεια και δεσμεύουν μόνο τους συμβαλλομένους, ακόμη και αν οι εν λόγω συμφωνίες θα μπορούσαν εγκύρως να συμπεριληφθούν στο καταστατικό. Αντίθετα, όταν η εξωεταιρική συμφωνία περιλαμβάνεται στο καταστατικό και απολαύει δημοσιότητας στο Γ.Ε.ΜΗ. πρέπει να διακρίνουμε τις κάτωθι περιπτώσεις: α) αν αποτελεί συμφωνία που εγκύρως θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στο καταστατικό με ρήτρα (opt in ή opt out) τότε αποκτά ισχύ καταστατικής διάταξης, με απόλυτη, δηλαδή, ενέργεια έναντι όλων των μετόχων και των διαδόχων αυτών και β) όταν το περιεχόμενο της αντιτίθεται στο αυστηρό δίκαιο του Ν. 4548/2018, τότε είναι άκυρη ως καταστατική διάταξη και μπορεί να ισχύσει μόνο κατά μετατροπή (ΑΚ 182) ως εξωεταιρική συμφωνία με ενοχική ενέργεια.
Γ. Με κριτήριο το περιεχόμενο. Βλ. συνηθέστερες μορφές ΕΣ υπό κεφάλαιο 1.1.
1.4. Η Νομική Φύση
Οι ΕΣ είναι συμβάσεις ενοχικές, δημιουργούν, δηλαδή, ενοχικό δικαίωμα στον δανειστή να απαιτήσει την παροχή και ενοχική υποχρέωση στον οφειλέτη να την καταβάλει. Επίσης, είναι συμφωνίες αυτοτελείς, με την έννοια ότι δεν παρακολουθούν την έννομη σχέση της μετοχής. Με τη συμφωνία δεν επηρεάζεται η θέση του συμβαλλομένου ως μετόχου ούτε συστήνεται κάποιο «εμπράγματο βάρος» πάνω στη μετοχή, αφού η συμφωνία ως ενοχική συνάπτεται με τον συγκεκριμένο μέτοχο και όχι με τον εκάστοτε κύριο της μετοχής (πραγματοπαγής ενοχή). Τέλος, σχετικά με το αν έχουν ανταλλακτικό χαρακτήρα ή όχι σημειώνουμε ότι υπάρχουν συμφωνίες, με τις οποίες επιδιώκονται αντιτιθέμενα συμφέροντα (π.χ. δέσμευση μετοχών έναντι καταβολής ανταλλάγματος.), και συμφωνίες, στις οποίες το επιδιωκόμενο συμφέρον είναι κοινό (π.χ. χάραξη συγκεκριμένης στρατηγικής). Οι πρώτες πρέπει να χαρακτηριστούν ως αμφοτεροβαρείς ενοχικές συμβάσεις που διέπονται από τις ΑΚ 382επ. και παρότι παρουσιάζουν αξιολογικές ομοιότητες με τη σύμβαση έμμισθης εντολής ή τη σύμβαση έργου ή τη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, κατά ορθότερη γνώμη αντιμετωπίζονται ως ανώνυμες συμβάσεις και η αναλογική εφαρμογή κανόνων του ειδικού ενοχικού για τις παραπάνω επώνυμες συμβάσεις γίνεται με διστακτικότητα. Οι δεύτερες, αντίθετα, πρέπει να χαρακτηριστούν νομικά ως αστικές εταιρίες που διέπονται από τα άρθρα 741επ. ΑΚ και στις οποίες για την εξασφάλιση των εταίρων συμφωνείται συνήθως η εισφορά να είναι η ίδια η μετοχή.
2. Σχέση εξωεταιρικών συμφωνιών με το καταστατικό
2.1. Διαφορές ΕΣ με καταστατικές ρυθμίσεις
Το καταστατικό αποτελεί το σημείο αναφοράς κάθε εταιρίας, καθώς περιλαμβάνει τον κοινό σκοπό της εταιρίας και οργανώνει κατά τρόπο σφαιρικότερο τη δράση των οργάνων της, και παρέχει τα εχέγγυα αποτελεσματικής λειτουργίας της. Για τον λόγο αυτό, δεν ταιριάζει στο καταστατικό το χαλαρό, άτυπο πλαίσιο του ενοχικού δικαίου, αλλά ορθώς η καταστατική σύμβαση αντιμετωπίζεται από τη θε
ωρία ως μια ιδιόρρυθμη οργανωτική σύμβαση που αποκτά ένα είδος κανονιστικής ισχύος και αναπτύσσει τριτενέργεια. Τα μέρη εφόσον συμβληθούν σε εταιρική σύμβαση Α.Ε. δεσμεύονται με βάση το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και εσωτερικά ως προς τον τρόπο που θα δρουν και θα αποφασίζουν απέναντι στους άλλους μετόχους, καθώς και εξωτερικά απέναντι σε κάθε τρίτο αναφορικά με τον τρόπο που εκπροσωπούνται και συνάπτουν δικαιοπραξίες. Το ρυθμιζόμενο, λοιπόν, εύρος του καταστατικού και η τριτενέργεια των ρυθμίσεων του αναδεικνύουν τον διφυή χαρακτήρα του καταστατικού ως σύμβαση τόσο ενοχική όσο και οργανωτική, ενώ δικαιολογεί και την αυστηρότητα του ως προς το περιεχόμενο και τον τύπο του (δημοσίευση στο Γ.Ε.ΜΗ.).
Αντίθετα με το καταστατικό, οι ΕΣ καίτοι ρυθμίζουν και αυτές ζητήματα εταιρικού δικαίου έχουν μόνο ενοχική φύση ως προς τη δραστικότητα των έννομων συνεπειών τους. Όπως εύστοχα διατυπώνει ο Schmidt, στην προσπάθειά του να συνοψίσει τη διαφορά καταστατικού και ΕΣ, που καταρχήν ρυθμίζουν τα ίδια ζητήματα: «το καταστατικό χορηγεί στην εταιρία την οργάνωσή της, ενώ οι ενοχικές συμφωνίες των μετόχων (που έρχονται να την εμπλουτίσουν ή να την τροποποιήσουν) δεσμεύουν μόνο τους συμβαλλόμενους μεταξύ τους». Άρα, η βασική διαφορά καταστατικού και ΕΣ συνιστάται στη νομική ισχύ των δύο συμβάσεων: Η πρώτη δρα οργανωτικά, με την έννοια ότι με τη δημοσίευσή της ρυθμίζει ζητήματα οργάνωσης με τρόπο απόλυτο για την έννομή μας τάξη, ενώ οι δεύτερες δρουν ενοχικά και ρυθμίζουν τον τρόπο συμμετοχής των συμβαλλομένων μερών στην οργάνωση αυτή.
Από την εννοιολογική αυτή διαφορά απορρέουν και οι υπόλοιπες διαφορές ανάμεσα σε καταστατικό και ΕΣ αναφορικά με: α) τον τύπο και τις διατυπώσεις δημοσιότητας: το καταστατικό συντάσσεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ., ενώ οι ΕΣ συνάπτονται άτυπα και δεν δημοσιεύονται, συνήθως δε μένουν μυστικές, β) την αναδρομική ισχύ της ακυρότητας: η ακυρότητα του καταστατικού ενεργεί για το μέλλον, ενώ η ακυρότητα των συμφωνιών καταρχήν ενεργεί αναδρομικά, γ) την τροποποίηση: το καταστατικό τροποποιείται υπό αυστηρές διατυπώσεις του Ν. 4548/2018, ενώ οι ΕΣ με συμφωνία ή αν προβλέπεται και μονομερώς, δ) την εγκυρότητα: το καταστατικό για να είναι έγκυρο θα πρέπει να μην αντιβαίνει στους κανόνες αναγκαστικού δικαίου του Ν. 4548/2018, ενώ οι ΕΣ διαμορφώνονται με βάση την ελευθερία των συμβάσεων και η εγκυρότητα τους ελέγχεται με τις γενικές ρήτρες του ενοχικού δικαίου και των γενικών αρχών των άρθρων 174, 178-179 και 281 ΑΚ, ε) την καταγγελία: Το καταστατικό της ΑΕ δεν μπορεί να καταγγελθεί, ενώ οι ΕΣ μπορούν να καταγγελθούν για σπουδαίο λόγο οποτεδήποτε και για μη σπουδαίο αν είναι αορίστου χρόνου, στ) την ερμηνεία: το καταστατικό ερμηνεύεται μόνο με αντικειμενικά κριτήρια, ενώ οι ΕΣ ερμηνεύονται και με βάση υποκειμενικά κριτήρια της ΑΚ 173, ζ) την αυτοτέλεια σε σχέση με το μετοχικό δικαίωμα: το καταστατικό εφαρμόζεται σε οποιονδήποτε έχει στην κυριότητά του τη μετοχή «παρακολουθεί» δηλαδή τη μετοχή, οι ΕΣ δεν μεταβιβάζονται με τη μεταβίβαση της μετοχής, καθώς αναπτύσσουν σχετική ενέργεια.
2.2. Ιεραρχία ΕΣ προς το καταστατικό
Παρά τις διαφορές τους, και οι δύο αυτές συμβάσεις έχουν ως αντικείμενο τη ρύθμιση οργανωτικών ζητημάτων της εταιρίας. Το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις δύο συμφωνίες, και ιδίως για την ιεραρχική τους σχέση, αφού ενδέχεται να ρυθμίζουν ένα ζήτημα με διαφορετικό τρόπο.
α) Κατά τη θεωρία του χωρισμού, που είναι και η απολύτως κρατούσα άποψη στη νομολογία, διακρίνονται δύο οργανωτικά επίπεδα: το εταιρικό επίπεδο και το ενοχικό επίπεδο. Η εν λόγω θεωρία ερείδεται στην αρχή του χωρισμού που ισχύει απόλυτα στις κεφαλαιουχικές εταιρίες. O διαχωρισμός του νομικού προσώπου από τα μέλη του επιτυγχάνεται στην πράξη με τη δημοσίευση του καταστατικού, το οποίο ρυθμίζει τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του με διατάξεις που έχουν κανονιστική ισχύ και αντιτάσσονται σε μετόχους και τρίτους. Το οργανωτικό πλαίσιο του καταστατικού είναι αυτόνομο και συμφωνίες μετόχων που δεν ανήκουν στο καταστατικό και έχουν συναφθεί μεταξύ των μετόχων, δεν μπορούν να το ανατρέπουν. Γι’ αυτό θεωρείται πως μοναδικό πεδίο που μπορούν οι συμφωνίες αυτές να παράγουν έννομες συνέπειες, είναι εκτός του εταιρικού μορφώματος στο επίπεδο του ενοχικού δικαίου μεταξύ των μετόχων που προέβησαν στη σύναψη της συμφωνίας. Έτσι, για παράδειγμα, ΕΣ δέσμευσης ψήφου δεν αλλοιώνει την καταστατική οργάνωση της εταιρίας, όπου μια μετοχή ισοδυναμεί με μια ψήφο και αν δεν τηρηθεί η συμφωνία δεν θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη η ψήφος, επιφέροντας ελαττωματικότητα της απόφασης, αλλά η αθέτηση της ΕΣ θα αναπτύξει έννομες συνέπειες μόνο στο επίπεδο του ενοχικού δικαίου (π.χ. ο οφειλέτης μέτοχος θα οφείλει να καταβάλλει αποζημίωση στον δανειστή της συμφωνίας).
β) Κατά τη θεωρία της ενότητας, αντίθετα, η διάκριση αυτή δεν πρέπει να επιφέρει διάσπαση του οργανωτικού πεδίου της εταιρίας σε δύο επίπεδα, αλλά οι εξωκαταστατικές συμφωνίες των μετόχων πρέπει να προσεγγίζονται ως συμπλήρωμα του καταστατικού. Η άποψη αυτή, θεωρεί ότι οι εξωεταιρικές συμφωνίες και το καταστατικό ισότιμα συνα
ποτελούν ένα ενιαίο οργανωτικό πλαίσιο για την ανώνυμη εταιρεία, αναγνωρίζοντας στις ΕΣ ισχύ καταστατικών διατάξεων, τουλάχιστον όσον αφορά την ενέργεια που αυτές αναπτύσσουν στις εσωτερικές σχέσεις των μετόχων. Το σκεπτικό της θεωρίας της ενότητας βασίζεται στην παρατήρηση ότι η επίκληση από μέτοχο καταστατικής διάταξης (π.χ. ελευθερία της ψήφου), που αντιβαίνει σε ΕΣ δεν μπορεί παρά να είναι καταχρηστική, γεγονός που συμπαρασύρει την απόφαση της ΓΣ σε ελαττωματικότητα λόγω καταχρηστικότητας. Με αυτήν τη νομική κατασκευή, οι ΕΣ αναβαθμίζονται πρακτικά σε καταστατικές ή ορθότερα, όπως έχει διατυπωθεί, συγκροτούν ένα οιονεί καταστατικό ισότιμο με το επίσημο καταστατικό.
Η θεωρία της ενότητας στην απόλυτή της μορφή δύσκολα μπορεί να αναπτυχθεί στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, όπου η τυπικότητα και η αυστηρότητα του δικαίου της Α.Ε. ευνοούν την στενή οριοθέτηση καταστατικού και ΕΣ. Αυτό προκύπτει και από τη πάγια θέση της νομολογίας, η οποία απορρίπτει την θεωρία της ενότητας, ενώ μοναδική φορά που έγινε αυτή δεκτή σε πρώτο βαθμό με την ΠολΠρωτΑθηνών 5723/2006, η απόφαση αυτή εν τέλει αναιρέθηκε με την ΑΠ 1121/2006 Τμήμα Α, η οποία επανέρχεται στον κανόνα και χαρακτηρίζει την εν λόγω εξωεταιρική συμφωνία των μετόχων «ως μη έχουσα συνέπεια εταιρικού δικαίου και μη δεσμεύουσα τη συμβληθείσα σε αυτή ανώνυμη εταιρεία». Μάλιστα, στην ελληνική έννομη τάξη δεν γίνεται δεκτή η αξιοποίηση των ΕΣ ούτε για την ερμηνεία του καταστατικού, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρατούσα άποψη αντικειμενικά. Κατ΄ εξαίρεση, όμως η θεωρία της ενότητας γίνεται δεκτό -πλέον και από τη νομολογία- ότι μπορεί να εφαρμοστεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις στην εξαιρετική περίπτωση των μικρών προσωποπαγών ΑΕ, στις οποίες, άλλωστε η αρχή της αυστηρότητας του καταστατικού δεν θεωρείται ιδιαίτερα σκόπιμη. Και τότε, όμως απαιτείται να πληρούνται οι εξής δύο προϋποθέσεις: α) η εξωεταιρική συμφωνία να έχει συναφθεί από το σύνολο των μετόχων («καθολική ΕΣ») και β) με την αναγνώριση στη συμφωνία «οιονεί» καταστατικής ισχύος να μην θίγονται τα συμφέροντα των δανειστών. Αυτή είναι και η μοναδική διάσπαση της αρχής της χωρισμού στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, όπου η προτεραιότητα στο επίπεδο του εταιρικού δίκαιο αποδίδεται κατά αποκλειστικότητα στο καταστατικό, με τις ΕΣ να παραμένουν ακόμη στο παρασκήνιο αναπτύσσοντας μόνο ενοχικού δικαίου συνέπειες.
3. Η εγκυρότητα των συμφωνιών
3.1. Έγκυρη σύναψη της εξωεταιρικής σύμβασης
Οι εξωεταιρικές συμφωνίες, όπως είδαμε, στο προηγούμενο κεφάλαιο είναι συμφωνίες ενοχικές που αναπτύσσουν σχετική ενέργεια και δεν μπορούν να επηρεάσουν την εταιρική πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώνεται από το καταστατικό. Κατά συνέπεια, η έγκυρη σύναψη των συμφωνιών αυτών δεν διέπεται από τους ιδιαίτερους κανόνες για τη συνομολόγηση του καταστατικού (π.χ. τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου, δημοσίευση, κλπ.), αλλά επαρκεί η πλήρωση των βασικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για κάθε ενοχική συμφωνία: δικαιοπρακτική ικανότητα των συμβαλλομένων (ΑΚ 130) και έγκυρη δήλωση βουλήσεως, δήλωση , δηλαδή, που να μην είναι εικονική (ΑΚ 138) ή προϊόν πλάνης (ΑΚ 140), απάτης (ΑΚ 147), απειλής (ΑΚ 151). Αντίθετα, τύπος δεν απαιτείται, οπότε η ΕΣ μπορεί να συναφθεί ακόμη και σιωπηρά, αν και τα συμβαλλόμενα μέρη συχνά θα επιλέγουν την τήρηση έγγραφου τύπου για αποδεικτικούς λόγους. Η εγκυρότητα, τέλος, προϋποθέτει και την αρνητική προϋπόθεση ότι η συμφωνία δεν προσκρούει στις ρήτρες των άρθρων 174 ΑΚ και 178-179 ΑΚ, δηλαδή δεν αντιτίθεται στον νόμο και τα χρηστά ήθη αντίστοιχα. Βέβαια, οι εξωεταιρικές συμβάσεις ως ανήκουσες στο ενοχικό δίκαιο ανάγονται στην ελευθερία των συμβάσεων και κατά συνέπεια έχουν a priori το τεκμήριο της νομιμότητας, ενώ οι περιπτώσεις των ΑΚ 174 και ΑΚ 178-179 συνιστούν την εξαίρεση. Επιστρατεύονται κυρίως για να αποτρέψουν την έμμεση καταστρατήγηση των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου του Ν. 4548/2018 ή την καταχρηστικότητα που στρέφεται ιδίως κατά μετόχων της μειοψηφίας, γεγονός που καθιστά τις ΕΣ απολύτως άκυρες (ΑΚ 180). Οι παραπάνω ρήτρες και τα όριά τους στο πεδίο της εταιρικής οργάνωσης, όπως θα αναδειχθεί και παρακάτω, χρήζουν προσεκτικότερης μελέτης και εξειδίκευσης.
3.2. Η αντίθεση ΕΣ σε διάταξη νόμου (ΑΚ 174)
Η ρήτρα του άρθρου 174 ΑΚ διέπει ολόκληρο το φάσμα του ιδιωτικού δικαίου και ορίζει ως απώτατα όρια μιας συμφωνίας τη συμμόρφωση του περιεχομένου της με τους κανόνες-θεμέλια της έννομής μας τάξης (ΑΚ 3). H ΑΚ 174 πρόκειται για λευκό κανόνα δικαίου, καθώς προσδιορίζει την κύρωση, δηλαδή την ακυρότητα της συμφωνίας, ενώ το πραγματικό της δηλαδή η αντίθεση σε απαγορευτική διάταξη νόμου μέλλει να οριοθετηθεί από το σύνολο των κανόνων αναγκαστικού δικαίου της έννομης μας τάξης. Ωστόσο, η εύρεση των κανόνων αναγκαστικού δικαίου δεν επαρκεί για να εφαρμόσουμε την ΑΚ 174. Αντίθετα, επιπροσθέτως απαιτείται να διερευνήσουμε και in concreto κάθε φορά αν η συμφωνία αντιτίθεται στο νόημα και τον σκοπό της απαγορευτικής διάταξης. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι άκυρη κάθε συμφωνία που τυπικά προσκρούει σε κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ενώ αντίθετα άκυρη θα πρέπει να θεωρηθεί μια συμφωνία που κατασκευάστηκε, ώστε τυπικά να μην προσκρούει σε κάποιον κανόνα δικαίου, αλλά στην πράξη παραβιάζει τον σκοπό για τον οποίο τέθηκε ο κανόνας δικαίου.
Τα παραπάνω πρέπει να δούμε πώς εφαρμόζονται στο πλαίσιο του εταιρικού δικαίου και των εξωεταιρικών συμφωνιών. Καταρχήν πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου στο δίκαιο της Α.Ε., αποσκοπούν κατά κύριο λόγο στην προστασία των δανειστών και ως εκ τούτου αποσκοπούν στον αποκλεισμό έννομων καταστάσεων από το πεδίο του εταιρικού δικαίου. Έτσι, συμφωνίες που αντίκεινται στον Ν. 4548/2018 εφόσον ανήκουν στο πεδίο του ενοχικού δικαίου (και όχι του καταστατικού) δεν πρέπει να κηρύσσονται κατά λογική αναγκαιότητα άκυρες με βάση τα προαναφερθέντα, αλλά θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων του νομοθέτη με την έννοια ότι παράγουν έννομες συνέπειες τις οποίες η διάταξη αποδοκιμάζει και σε επίπεδο ενοχικού δικαίου (ΑΚ 174). Η παραπάνω σκέψη μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι στο πλαίσιο του δικαίου της Α.Ε. υπάρχουν δύο κατηγορίες εταιρικών κανόνων (αναγκαστικού δικαίου): α) οι κανόνες που ενώ δεσμεύουν τους μετόχους κατά την κατάρτιση του καταστατικού, δεν «απαγορεύουν» τη διαφορετική ρύθμιση στις ενοχικές σχέσεις των μετόχων, διότι κάτι τέτοιο δεν εμπίπτει στον προστατευτικό τους σκοπό και β) οι κανόνες που αφορούν έντονα τη δημόσια τάξη, η απόκλιση από τους οποίους θα επιφέρει αυτοδικαίως την ακυρότητα και στο πεδίο του ενοχικού δικαίου. Οι κανόνες της δεύτερης κατηγορίας έχουν προσεγγιστεί από τη θεωρία ποικιλοτρόπως.
Κάποιοι παραπέμπουν σε αυτούς με την έννοια του εταιρικού συμφέροντος, ισχυριζόμενοι ότι ο σκληρός πυρήνας των απαγορευτικών διατάξεων που μπορούν να επιφέρουν την ακυρότητα των εξωεταιρικών συμφωνιών κατά την ΑΚ 174 πρέπει να καθοριστεί από το εταιρικό συμφέρον. Ωστόσο, η εν λόγω άποψη έχει δεχθεί κριτική, καθώς η έννοια του εταιρικού συμφέροντος είναι αόριστη και μπορεί έτσι να προκαλέσει ανασφάλεια δικαίου γύρω από το θέμα των εξωεταιρικών συμφωνιών. Συγχρόνως, αν εφαρμοστεί το εν λόγω κριτήριο ο δικαστής στο πλαίσιο του ελέγχου του κύρους εξωεταιρικών συμφωνιών θα κληθεί να αποφασίσει με κριτήρια όχι νομικά αλλά επιχειρηματικά, δηλαδή, θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα αν η συμφωνία είναι σκόπιμη για το οικονομικό συμφέρον της εταιρίας. Ένας τέτοιος, όμως έλεγχος σκοπιμότητας είναι παντελώς άγνωστος στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου και της ελευθερίας των συμβάσεων.
Η θεωρία του μηχανισμού ή τύπου της Α.Ε. από την άλλη πλευρά, θεωρεί πως όσοι κανόνες του Ν. 4548/2018 είναι αναγκαστικού δικαίου είναι κανόνες που διαμορφώνουν τον εταιρικό τύπο της ανώνυμης εταιρίας, και για αυτό πρέπει να δεσμεύουν τους συμβαλλομένους και στο πλαίσιο του ενοχικού δικαίου. Κατά συνέπεια, οι εξωεταιρικές συμφωνίες μπορούν να αποκλίνουν μόνο από τους ενδοτικού δικαίου εταιρικούς κανόνες του Ν. 4548/2018. Όπως, εύστοχα, όμως, παρατηρείται «ό,τι δίνει με το ένα χέρι η αποδοχή της νομιμότητας των εξωεταιρικών συμφωνιών, το παίρνει με το άλλο πίσω η η εφαρμογή της θεωρίας αυτής». Και αυτό, γιατί αν τα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας είναι τα ίδια με αυτά που επιφυλάσσει ο νόμος κατά τη συνομολόγηση του καταστατικού, η πρακτική σημασία της σύναψης των συμφωνιών αυτών περιορίζεται δραστικότατα .
Ορθότερη πρέπει να θεωρήσουμε μια τρίτη άποψη, η οποία δεν παραγνωρίζει τα παραπάνω κριτήρια, ωστόσο έρχεται να αντιμετωπίσει το ζήτημα με μια ελαστικότερη προσέγγιση που εξασφαλίζει την ισορροπία ανάμεσα στην λειτουργικότητα των εξωεταιρικών συμβάσεων και τους κανόνες του εταιρικού δικαίου. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, ο έλεγχος του κύρους των εξωεταιρικών συμβάσεων δεν μπορεί να γίνει a priori στη βάση μιας in abstracto διάκρισης ανάμεσα σε κανόνες «περισσότερο» και «λιγότερο» αναγκαστικού δικαίου. Αντίθετα, προκρίνεται η in concreto στάθμιση κάθε φορά των διακυβευόμενων συμφερόντων, ώστε να καταλήξουμε στο αν η εξωεταιρική συμφωνία καταλήγει να παράγει έννομες συνέπειες που αντίκεινται στον απώτερο σκοπό της διάταξης. Άρα, ορθότερη κατά την άποψη αυτή είναι η ανεύρεση γενικών αρχών του δικαίου της Α.Ε., μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται: η προστασία της μειοψηφίας, η ισότητα των μετοχών, το αδιάσπαστο των εταιρικών δικαιωμάτων, η αυτο
νομία της εταιρίας, η προστασία των δανειστών, ώστε στη συνέχεια να εξετάσουμε τις διατάξεις του Ν. 4548/2018 και την πιθανή αντίθεσή τους στο περιεχόμενο μιας εξωεταιρικής συμφωνίας υπό το πρίσμα των γενικών αυτών αρχών.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η άποψη αυτή, είναι ότι μια ΕΣ δεν πρέπει να θεωρηθεί ως άκυρη επειδή απλώς αντίκειται σε διάταξη του δικαίου της Α.Ε., αλλά απαιτείται επιπλέον να διακυβεύεται συμφέρον που ανάγεται σε απώτερο σκοπό-αρχή του αναγκαστικού δικαίου της Α.Ε. (π.χ. διακινδυνεύεται η ικανοποίηση τρίτου δανειστή, ή ματαιώνεται η προστασία της μειοψηφίας ή καταργείται η πλειοψηφική αρχή). Για να καταλήξουμε σε αυτήν την κρίση αυτή θα λάβουμε υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες της κάθε περίπτωσης, και ιδίως το αν πρόκειται για μικρή ή μεγάλη Α.Ε., γεγονός που διαφοροποιεί ουσιωδώς τις ισορροπίες συμφερόντων.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα όρια που έχουν διατυπωθεί ως εκφραστές των γενικών αρχών του εταιρικού δικαίου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις συμβάσεων. Έτσι, υποστηρίζεται ότι σε συμφωνία που έχει ως περιεχόμενο τη δέσμευση ψήφου από τρίτο μη μέτοχο, η αρχή της αυτονομίας της εταιρίας τίθεται σε κίνδυνο και ως εκ τούτου η συμφωνία πρέπει να θεωρηθεί άκυρη κατά ΑΚ 174, όταν ο τρίτος δεσμεύει ψήφο για ζητήματα τροποποίησης του καταστατικού. Ενώ, σε συμφωνία δέσμευσης ψήφου μεταξύ των μετόχων ως όριο θα πρέπει να τεθεί ο υποτυπώδης προσδιορισμός του περιεχομένου της δέσμευσης, διότι αλλιώς ματαιώνεται η αρχή του αδιάσπαστου της εταιρικής συμμετοχής. Αντίθετα, σε συμφωνίες των μετόχων για διάθεση της μετοχής δύσκολά θα μπορούν να αποκλειστούν με την εφαρμογή της ρήτρας ΑΚ 174, διότι οι περιορισμοί στη μεταβίβαση αναπτύσσουν σχετική ενέργεια και δεν «τριτενεργούν» ούτε εμμέσως. Περαιτέρω, ρευστά είναι τα όρια όταν η σύμβαση αναφέρεται σε ζητήματα οργάνωσης και ιδίως αναμόρφωσης των κανόνων για τον διορισμό του ΔΣ και τις πλειοψηφίες που απαιτούνται για τη λήψη των αποφάσεων.
Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε ότι άκυρες προφανώς είναι οι εξωεταιρικές συμφωνίες που προσκρούουν σε απαγορευτικές διατάξεις εκτός του Ν. 4548/2018 και μάλιστα χωρίς την επίκληση της αντίθεσης σε γενική αρχή του δικαίου της Α.Ε., αφού πλέον οι απαγορεύσεις δεν αφορούν εταιρικά ζητήματα, αλλά τίθεται για εξυπηρέτηση σκοπών άλλων κλάδου του δικαίου, όπως του ανταγωνισμού ή της κεφαλαιαγοράς. Κατά συνέπεια, άκυρη είναι η εξωεταιρική συμφωνία που συνιστά αξιόποινη εμπορία ψήφου κατά το άρθρο 59 του Ν. 2190/1920 ή αθέμιτο ανταγωνισμό κατά τον Ν. 703/1977 ή αποσκοπεί στην καταστρατήγηση διάταξης του φορολογικού δικαίου ή ακόμη και όταν υπάγεται στο απαγορευμένο πεδίο των κληρονομικών συμβάσεων της ΑΚ 368.
3.3. Η αντίθεση ΕΣ στο καταστατικό
Κατά την κρατούσα θεωρία του χωρισμού, ΕΣ και καταστατικό δεν βρίσκονται σε ιεραρχική σχέση, αλλά λειτουργούν σε δύο αυτοτελή πεδία. Η αντίθεση, λοιπόν, των ΕΣ στο καταστατικό δεν τις καθιστά άκυρες όπως συχνά υποστηρίζεται, με το σκεπτικό ότι δογματικά το καταστατικό υπερτερεί στην ιεραρχία, αλλά το ζήτημα θα πρέπει να προσεγγιστεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αναλύθηκε η μεθοδολογία ελέγχου της εγκυρότητας του περιεχομένου των ΕΣ σε σχέση με τις διατάξεις του Ν. 4548/2018. Οι καταστατικές διατάξεις θα πρέπει να ληφθούν υπόψη όπως ακριβώς και οι διατάξεις του Ν. 4548/2018, ως δηλαδή ότι θεσπίζουν έναν πυρήνα κανόνων και αρχών, τους οποίους η εξωεταιρική συμφωνία δεν μπορεί να καθιστά κενό γράμμα. Άρα, πέρα από το ελάχιστο νόμιμο περιεχόμενο του καταστατικού (Άρθρο 5) και τις αποτυπωμένες στις διατάξεις αυτού βασικές αρχές του δικαίου της ΑΕ, η αντίθεση ΕΣ στο καταστατικό, δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος τους. Άλλωστε η αντίθετη γνώμη της επέλευσης ακυρότητας ΕΣ που αντιβαίνει στο καταστατικό θα μας οδηγούσε και στον εξής φαύλο κύκλο: Οι μέτοχοι να καταρτίζουν εξωεταιρικές συμφωνίες που αποκλίνουν από το καταστατικό, για να ενισχύσουν τη θέση τους και την παραγωγικότητα της εταιρείας, οι οποίες θα ήταν εν τέλει άκυρες ακριβώς γιατί αποκλίνουν από το καταστατικό.
3.4. Η αντίθεση ΕΣ στα χρηστά ήθη (ΑΚ 178-179)
Με τη ρήτρα των χρηστών ηθών (ΑΚ 178-179) ελέγχεται κατά πόσο οι εξωεταιρικές συμβάσεις συμμορφώνονται με βασικούς αξιολογικούς στόχους του εταιρικού δικαίου εν γένει (π.χ. προστασία της μειοψηφίας), σε περιπτώσεις που απουσιάζουν διατάξεις, οι οποίες να απαγορεύουν ρητώς αποδοκιμαστέες (καταχρηστικές) συμπεριφορές στις σχέσεις των μετόχων. Έτσι ως άκυρες με βάση τις ΑΚ 178-179 πρέπει να θεωρηθούν συμφωνίες με τις οποίες ο μέτοχος παραιτείται από το σύνολο των δικαιωμάτων του ή δεσμεύει κάποια δικαιώματά του για απεριόριστο χρόνο (π.χ. δέσμευση ψήφου για απεριόριστο χρόνο), καθώς συνεπάγονται υπέρμετρη δέσμευση του μετόχου, ώστε ουσια
στικά να πρόκειται για απαλλοτρίωση του μετοχικού δικαιώματος. Ενώ, αντίθετα όταν η παραίτηση από συγκεκριμένο δικαίωμα γίνεται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, πρέπει να θεωρηθεί έγκυρη. Επίσης, οι συμφωνίες των μετόχων στο πλαίσιο της λήψης αποφάσεων δεν μπορούν να βλάπτουν ανεπανόρθωτα το σύνολο της εταιρίας ή να αδικούν κάποιους μετόχους χωρίς εύλογη αιτία. Έτσι, πρέπει να κριθεί άκυρη ως αντιτιθέμενη στα χρηστά ήθη συμφωνία με την οποία απαιτείται ομοφωνία του ΔΣ ή της ΓΣ στη λήψη όλων των αποφάσεων, υπό τον φόβο ότι κάτι τέτοιο θα οδηγήσει στη ακυβερνησία, ενώ άκυρη πρέπει να θεωρηθεί και η σύμβαση με την οποία όλες οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από την πλειοψηφία, υπό τον φόβο της «κατάπνιξης» της μειοψηφίας. Τέλος, η ακυρότητα μπορεί να ανάγεται και στα κίνητρα των συμβαλλομένων, κυρίως όταν συνασπίζονται εταιρικά μέλη με σκοπό να βλάψουν την εταιρία ή τη μειοψηφία ή έναν συγκεκριμένο μέτοχο. Ζητήματα ακυρότητας με βάση τις ΑΚ 178-179 τίθενται ιδίως σε περιπτώσεις συμφωνιών ψήφου, οι οποίες, άλλωστε, δεν ρυθμίζονται καθόλου από τον νόμο. Οι ρήτρες σε αυτές τις συμφωνίες έρχονται να ελέγξουν μεταξύ άλλων αν πληρούται η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή αν ο περιορισμός στο δικαίωμα ψήφου που επιβάλλουν οι ΕΣ γίνεται προς εκπλήρωση συγκεκριμένου σκοπού και με τον λιγότερο επαχθή τρόπο. Η ανηθικότητα των συμφωνιών ψήφου συναντάται ιδίως στις εξής τρεις περιπτώσεις: α) όταν η δέσμευση ψήφου γίνεται για απεριόριστο χρονικό διάστημα ή για εκπλήρωση σκοπού, ο οποίος μπορεί να εκπληρωθεί και με λιγότερο επαχθή περιορισμό, β) όταν συνιστά παρεπόμενη υποχρέωση για εκπλήρωση κύριας παροχής που είναι ανήθικη, γ) όταν η σύναψή της έγινε κατά εκμετάλλευση δυσαρέσκειας του δεσμευμένου μετόχου ή με πρόθεση να βλαφθεί η εταιρία. Η ρήτρα των χρηστών ηθών γενικότερα επιστρατεύεται για να αποτρέψει ΕΣ που δεν εξυπηρετούν υγιείς επιχειρηματικούς σκοπούς και να προστατεύσει ιδίως τον πιο αδύναμο συμβαλλόμενο.
4. Τα έννομα αποτελέσματα των ΕΣ
4.1. Δεσμευτική ισχύ συμφωνιών
Όπως εξετάσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, η εγκυρότητα των εξωεταιρικών συμφωνιών προϋποθέτει τη συμμόρφωσή τους με ένα ελάχιστο επίπεδο νομιμότητας (ΑΚ 174) και καλής πίστης (ΑΚ 178-179). Αν αυτό δεν διασφαλίζεται, τότε η συμφωνία είναι άκυρη και εφαρμόζεται ο κανόνας της ΑΚ 180 σε συνδυασμό με ΑΚ 181 ή και ΑΚ 182. Οι συμβαλλόμενοι δεν μπορούν τότε να αξιώσουν εκπλήρωση της παροχής, ενώ ό,τι κατέβαλαν το αναζητούν με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Διεξοδικότερης διερεύνησης χρήζει η δεσμευτικότητα των έγκυρων ΕΣ, οι οποίες όπως ήδη εξηγήσαμε, βρίσκονται στο μεταίχμιο εταιρικού και ενοχικού δικαίου. Το ζήτημα έχει ουσιαστικά ήδη προσεγγιστεί υπό 2.2., όταν έγινε αναφορά στη θεωρία του χωρισμού, η οποία κατατάσσει τις συμφωνίες των μετόχων πλήρως στο πεδίο του ενοχικού δικαίου από πλευράς έννομων αποτελεσμάτων. Το καταστατικό, όπως είδαμε, παραμένει ο μοναδικός ρυθμιστικός παράγοντας στο πεδίο του εταιρικού δικαίου, ώστε μόνο η παράβαση του καταστατικού να επιφέρει συνέπειες εταιρικού δικαίου (π.χ. ακύρωση της απόφασης του ΓΣ), ενώ οι ΕΣ περιορίζονται σε ενοχικού δικαίου συνέπειες μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων. Αυτό για τη διερεύνησή μας συνεπάγεται τρία πράγματα.
Καταρχάς, η δεσμευτική ισχύ των συμφωνιών αυτών είναι σχετική, αφορά και επηρεάζει μόνο τα μέρη που συμβλήθηκαν στη συμφωνία και μάλιστα όχι ως μετόχους (δεν τους επιβάλλει δηλαδή νέες εταιρικές υποχρεώσεις), αλλά ως συμβαλλομένους που υποσχέθηκαν μια παροχή που αφορά την άσκηση του μετοχικού τους δικαιώματος. Η διαπίστωση αυτή έχει μεγάλη σημασία, διότι οι καταστατικές ρυθμίσεις, αντίθετα, όπως γνωρίζουμε, «τριτενεργούν» και δεσμεύουν το σύνολο των συμμετεχόντων στην εταιρική πραγματικότητα, μεταξύ των οποίων, την ίδια την Α.Ε. τους μετόχους, το ΔΣ και τους τρίτους-δανειστές. Έτσι, στην περίπτωση που συντελεστεί μεταβίβαση μετοχών που αντιβαίνει σε περιορισμό του καταστατικό αυτή θα είναι άκυρη εξαιτίας του οιονεί εμπράγματου χαρακτήρα της καταστατικής διάταξης, ενώ αν ο περιορισμός είχε τεθεί από ΕΣ η μεταβίβαση δεν θίγεται, διότι η ενοχική συμφωνία δεν μπορεί να δεσμεύει τρίτους μη συμβαλλομένους σε αυτήν. Κατά δεύτερον, η σχετική ενέργεια της ΕΣ σημαίνει πως αυτή δεν επιβάλλει νέες εταιρικές υποχρεώσεις στον μέτοχο και άρα δεν επιβαρύνει την εταιρική του συμμετοχή, συ
στήνοντας ένα είδους «εμπράγματου βάρους» στην μετοχή του. Η πρακτική σημασία του ζητήματος αυτού αναδεικνύεται σε ζητήματα ειδικής διαδοχής, οπότε ο καταστατικός χάρτης δεσμεύει οπωσδήποτε τον νέο μέτοχο, ενώ οι ΕΣ δεν τον δεσμεύουν ακόμη και αν γνώριζε το περιεχόμενο. Η τρίτη και ίσως η σημαντικότερη συνέπεια της ενοχικής ενέργειας των ΕΣ αναλύεται αμέσως παρακάτω (υπό 4.2.)
4.2. Αθέτηση υποχρεώσεων από εξωεταιρική σύμβαση
Ο ενοχικός και ο σχετικός χαρακτήρας των εξωεταιρικών συμφωνιών δεν τις καθιστά «λιγότερο» συμφωνίες, καθώς και εδώ ισχύει κανονικά ο κανόνας «pacta sunt servanda». Η σύναψη της συμφωνίας παράγει καταρχήν υποχρέωση προς καλόπιστη εκπλήρωση της παροχής μέχρι και την απόσβεση της ενοχής. Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο συμβαλλόμενος σε ΕΣ δεν εκπληρώνει την παροχή του; Η ανώμαλη εξέλιξη των ΕΣ παρουσιάζει ιδιαιτερότητες καθώς, όπως είπαμε, αυτές δεν είναι εξοπλισμένες με την τριτενέργεια των καταστατικών διατάξεων και δεν δύνανται να επηρεάσουν την εταιρική πραγματικότητα, οπότε καταρχάς αποκλείονται όλοι οι μηχανισμοί του εταιρικού δικαίου, οι οποίοι έχουν ως αποτέλεσμα την ακυρότητα διαδικασιών, αποφάσεων και διαθέσεων και επιστρατεύονται όταν παραβιάζεται το καταστατικό. Οι συνέπειες από την αθέτηση εξωεταιρικής συμφωνίας θα πρέπει να αφορούν μόνο τους συμβαλλομένους.
Άρα, αν ο συμβαλλόμενος δεν εκπληρώσει την παροχή του τότε θα συμβεί ό,τι συμβαίνει σε κάθε σύμβαση ενοχικού δικαίου: Η πρωτογενής υποχρέωση για εκπλήρωση παροχής θα τραπεί σε δευτερογενή υποχρέωση χρηματικής αποζημίωσης. In natura αποζημίωση μάλλον πρέπει να αποκλειστεί, διότι οι συνέπειες της μη εκπλήρωσης σε επίπεδο εταιρικού δικαίου είναι μη αναστρέψιμες. Τέλος, αν η συμφωνία έχει τη μορφή αστικής εταιρίας προβλέπεται δυνατότητα καταγγελίας και αποζημίωσης (ΑΚ 766, ΑΚ 770).
Σχετικά με το επιτρεπτό της αναγκαστικής εκτέλεσης υποστηρίζεται ότι η αναγκαστική εκτέλεση με την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως ΚΠολΔ 949 ή τους άλλους τρόπους που προβλέπονται στα άρθρα ΚΠολΔ 945-947 πρέπει να αποκρουστεί, διότι δογματικά έχει ως συνέπεια η ενοχική συμφωνία να επηρεάζει ανεπίτρεπτα την εταιρική πραγματικότητα και πρακτικά η καταδίκη απαιτεί χρόνο, γεγονός το οποίο δεν συνάδει με την ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων που πρέπει να χαρακτηρίζει μια Α.Ε.. Την άποψη αυτή ασπάζεται και η νομολογία αποδίδοντας προβάδισμα στο εταιρικό δικαίωμα της ελευθερίας της ψήφου σε σχέση με την ενοχική δέσμευση του. Αντίθετα, κατά νεότερες απόψεις ο αποκλεισμός της αναγκαστικής εκτέλεσης απηχεί παρωχημένους ενδοιασμούς σχετικά με τη νομιμότητα των εξωεταιρικών συμφωνιών, που εμποδίζουν την πλήρη ενσωμάτωσή τους στην εταιρική πραγματικότητα. Έτσι, κατά τη μειοψηφούσα αυτή άποψη πρέπει να γίνεται αποδεκτή η χρήση μέσων αναγκαστικής εκτέλεσης όταν η αναληφθείσα υποχρέωση έγκειται σε παράλειψη ή ανοχή, ενώ δεν πρέπει να αποκλείεται a priori και σε άλλες περιπτώσεις. Αντίστοιχα και σε επίπεδο προσωρινής δικαστικής προστασίας υποστηρίζεται πως η λήψη ασφαλιστικών μέτρων θα πρέπει οπωσδήποτε να αποκλειστεί όταν αίτημα είναι η αναβολή ΓΣ ή η μη εφαρμογή απόφασης του ΔΣ ή ΓΣ ως αντίθετης σε ΕΣ, εφόσον με την εξωεταιρική συμφωνία ο δανειστής δεν αποκτά δικαίωμα κατά της αε (αρχή της αυτονομίας - θεωρία του χωρισμού). Αντίθετα, όταν ζητείται η δικαστική απαγόρευση διάθεσης μετοχών θα μπορούσε να χωρήσει προσωρινή δικαστική προστασία, αφού τότε τα ασφαλιστικά μέτρα στρέφονται κατά του συμβαλλόμενου και όχι της εταιρίας.
Γενικότερα, η αμφισβήτηση σχετικά με το αγώγιμο ή μη των εν λόγω αξιώσεων ανακυκλώνει τη συζήτηση γύρω από τα όρια εγκυρότητας και έννομων αποτελεσμάτων των συμφωνιών αυτών, στην οποία η νομολογία ασπάζεται ακόμη την παραδοσιακή θεωρία του χωρισμού. Γι’ αυτό, άλλωστε, και οι δανειστές γνωρίζοντας ότι η εκπλήρωση της πρωτογενούς παροχής τους μπορεί τελικά να εναπόκειται στην καλή πίστη του οφειλέτη τους επιδιώκουν να ενισχύσουν την ενοχή και με άλλους τρόπους, όπως η συνομολόγηση ποινικής ρήτρας (βλέπε όμως και ΑΚ 409), η σύναψη εγγύησης, ή ακόμη και η καταπιστευτική μεταβίβαση των μετοχών.
Συμπεράσματα - Πορίσματα
Ανακεφαλαιώνοντας, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως η διερεύνηση ζητημάτων εξωεταιρικών συμβάσεων δεν μπορεί παρά να είναι γοητευτική, καθώς πρόκειται για μια συναρπαστική επινόηση της ανθρώπινης διάνοιας στην προσπάθεια εναρμόνισης της δυσκαμψίας του δικαίου της Α.Ε. με την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα που απαιτούν οι ανάγκες των συναλλαγών και της αγοράς. Η ένταξη των ΕΣ στο ενοχικό δίκαιο συνιστά με βάση τα τρέχοντα νομοθετικά δεδομένα μια συνεπή πρακτική της θεωρίας και της νομολογίας, ώστε οι εν λόγω συμφωνίες να μπορέσουν να βρουν τον δικό τους χώρο στην οργάνωση της εταιρικής ζωής, χωρίς, συγχρόνως, να προκαλέσουν σοβαρή αναστάτωση στο ισχύον καθεστώς λειτουργίας της Α.Ε. Ωστόσο, εφόσον οι ΕΣ είναι ένα φαινόμενο τόσο σύνηθες στη συναλλακτική πρακτική, ευκταίο θα ήταν να υπάρξει νομοθετική παρέμβαση που θα τυποποιεί τις συμφωνίες αυτές και θα καθορίζει με σαφήνεια τα όρια εγκυρότητάς τους και το πεδίο της δεσμευτικότητάς τους, πρωτίστως για λόγους ασφάλειας δικαίου. Η ακολουθητέα νομοθετική πολιτική, τέλος, θα πρέπει να επιδιώξει την ενίσχυση της θέσης των δανειστών τέτοιων συμφωνιών (ιδίως σε μικρές οικογενει
ακές Α.Ε.), λαμβάνοντας, όμως, πρόνοια, ώστε να μην θίγονται τα συμφέροντα της ίδιας της εταιρίας, της μειοψηφίας και των δανειστών της, τα οποία σήμερα διασφαλίζονται ακριβώς λόγω της αυστηρότητας και της τυπικότητας που διέπουν το καταστατικό.
Βιβλιογραφία
Αλεξανδρίδου Ελ,, Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών, 2η εκδ., Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2016
Αντωνόπουλος Β., Δίκαιο Α.Ε. και Ε.Π.Ε., Εκδόσεις Σάκκουλα, 4η εκδ., Αθήνα, 2012
Αντωνόπουλος Β./ Γρηγοριάδης Α., Δίκαιο Κεφαλαιουχικών Εταιριών τόμος 1, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα, 2022
Γεωργιάδης Απ., Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2η εκδ., Π.Ν Σάκκουλας, Αθήνα, 2015
Γεωργιάδης Απ., Γενικές Αρχές Αστικού Δίκαιου, 5η εκδ., Π.Ν Σάκκουλας, Αθήνα, 2015
Καραμανάκου Ε., Υποχρέωση πίστης των μετόχων, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013
Μάρκου Ι., Θεμελιώδεις θεσμοί, αρχές και έννοιες του δικαίου της ΑΕ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα, 2022
Μαρίνος Μιχ-Θεοδ., Οι εξωεταιρικές συμφωνίες των μετόχων, Μελέτες Εμπορικού και Οικονομικού Δικαίου, Δίκαιο και Οικονομία, τ. 6, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2011
Μαστρομανώλης Ε., Η ρύθμιση των συμφωνιών μετόχων ναυτικής εταιρείας του νόμου 959/1979: Πρότυπο για το ελληνικό εταιρικό δίκαιο σε, Ναυτική εταιρία - Σύγχρονα ζητήματα, 2004, σ. 205-245, Τμ.Ναυτιλίας-Επιχ/κών Υπηρ. Σχολή Επιστημών & Διοίκ.- Παν. Αιγαίου
Μιχαλόπουλος Γ., Από την καταστατική αυστηρότητα στην ώσμωση με τις εξωεταιρικές συμφωνίες, Κεφάλαιο σε «Οι τάσεις και προοπτικές του Δικαίου της Ανώνυμης Εταιρίας» - 18ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικολόγων, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2009, σελ. 145 επ.
Μπασογιάννης Ν., Περιεχόμενο εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων, Νομική βιβλιοθήκη, 2009
Παναγιώτου Π., Η μικρή και κλειστή οικογενειακή ανώνυμη εταιρία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα, 2023
Περάκης Ε., Ενοχικές δεσμεύσεις του δικαιώματος ψήφου των μετόχων, Αθήνα 1976
Ρόκας Ν., Εμπορικές εταιρίες, 9η έκδοση. Αθήνα, Εκδόσεις Σάκκουλα 2019
Σταματάκη Η., Η καταστατική ελευθερία στην ανώνυμη εταιρία, Τόμος 33 Σειράς Μελετών δικαίου επιχειρήσεων και εταιριών του Ευ. Περ., Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2014.
Σταυρακίδης, Ελαττωματικές αποφάσεις Δ.Σ. της Α.Ε, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014
Σωτηρόπουλος Γ., Δίκαιο Ανώνυμης εταιρίας: Ερμηνεία κατ΄άρθρον του Ν. 4548/2018, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2020
Ψυχομάνης Σ., Δίκαιο Εμπορικών εταιριών, 4η εκδ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα, 2020
Αρθρογραφία
Αθανασίου Λ., Η σύμβαση διαχείρισης εταιρίας και εξωεταιρικές συμφωνίες, ΕλλΔνη 2004, σελ. 973 επ.
Αθηναίος-Πιέρρος Ι., σχόλιο υπό ΤρΕφΑθ 2805/2021 ΕΕμπΔ 1/2022. 88-115
Βερβεσός Ν., Εξωεταιρική συµφωνία ανάµεσα σε όλους τους µετόχους της εταιρίας και ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης των µετόχων. Συγχρόνως παρατηρήσεις στην απόφαση 1121/2006 του Αρείου Πάγου, ΕΕµπΔ 2007.928επ.
Μαρίνος Μιχ-Θεόδ., Οι συµφωνίες µεταξύ µετόχων ως µέσο οργάνωσης και προγραµµατισµού, ΧρΙΔ 2004. 97 επ.
Μιχαλόπουλος Γ., Ζητήματα εξωεταιρικών συμφωνιών, ΕΕµπΔ 1992.345 επ.
Μούζουλας Σπ., Η εφαρμογή της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης στο δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας, ΕλλΔνη 1995.267 επ.