ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΕΔΔΑ προσφ. 12549/23, 71/24, 2023/24, απόφ. της 26.5.2026, υπό. Μ. κλπ κατά Τουρκίας - Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι - Διαγραφή ορθόδοξων ιερέων από τους καταλόγους των διοικητικών συμβουλίων τριών ιδρυμάτων που ανήκουν σε θρησκευτικές μειονότητες, λόγω της ιδιότητάς τους ως κληρικών [κείμενο προσωρινά διαθέσιμο μόνο στη γαλλική]
Ανάρτηση: 29/05/2026
Η υπόθεση αφορά δύο Έλληνες ορθόδοξους ιερείς στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι είχαν εκλεγεί στα διοικητικά συμβούλια τριών ιδρυμάτων της ελληνικής ορθόδοξης μειονότητας. Η Γενική Διεύθυνση Ιδρυμάτων της Τουρκίας διέγραψε τα ονόματά τους από τις σχετικές λίστες, με την αιτιολογία ότι ήταν κληρικοί. Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι η απομάκρυνσή τους παραβίαζε την ελευθερία θρησκείας και την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το ζήτημα αφορούσε πρωτίστως τη διαχείριση ιδρυμάτων θρησκευτικών μειονοτήτων και, συνεπώς, εξέτασε την υπόθεση υπό το πρίσμα του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, δηλαδή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, ερμηνευόμενου υπό το φως του άρθρου 9 για τη θρησκευτική ελευθερία. Τόνισε ότι η δυνατότητα συμμετοχής στα όργανα διοίκησης τέτοιων ιδρυμάτων συνδέεται άμεσα με την αυτονομία της θρησκευτικής κοινότητας και την προστασία της μειονοτικής ταυτότητας.
Κρίσιμο στοιχείο για το Δικαστήριο ήταν ότι η τουρκική νομοθεσία δεν προέβλεπε απαγόρευση συμμετοχής κληρικών στα διοικητικά συμβούλια των κοινοτικών ιδρυμάτων. Οι σχετικές προϋποθέσεις εκλογιμότητας αφορούσαν την ιθαγένεια, την ηλικία, την κατοικία, το μορφωτικό επίπεδο και την έλλειψη συγκεκριμένων ποινικών καταδικών, χωρίς να τίθεται περιορισμός λόγω ιδιότητας κληρικού.
Παράλληλα, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η Διεύθυνση Ιδρυμάτων δεν είχε αρμοδιότητα να ακυρώνει ή να τροποποιεί τα αποτελέσματα των εκλογών των κοινοτικών ιδρυμάτων. Ακόμη και τα εθνικά δικαστήρια είχαν αναγνωρίσει ότι η αρμοδιότητά της περιοριζόταν στον έλεγχο της τυπικής νομιμότητας και ότι, σε περίπτωση παρατυπίας, όφειλε να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια και όχι να αποκλείει μονομερώς τους εκλεγμένους.
Το Δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις της τουρκικής κυβέρνησης περί έλλειψης ιδιότητας θύματος, εκπρόθεσμης προσφυγής και μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Ιδίως έκρινε ότι η προηγούμενη απόφαση του τουρκικού Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν είχε εξετάσει την ουσία του παραπόνου, δηλαδή την ίδια τη διαγραφή των προσφευγόντων από τα διοικητικά συμβούλια, αλλά μόνο την υπερβολική διάρκεια και την αβεβαιότητα της εσωτερικής διαδικασίας.
Καταλήγοντας, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων δεν ήταν «προβλεπόμενη από τον νόμο». Για τον λόγο αυτό διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, ερμηνευόμενου υπό το φως του άρθρου 9, χωρίς να χρειαστεί να εξετάσει αν η επέμβαση επιδίωκε νόμιμο σκοπό ή αν ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Δεν εξέτασε χωριστά τις αιτιάσεις περί παραβίασης των άρθρων 6, 13 και 14 της Σύμβασης.