ΣτΕ Ολ 1220/2025 Απαίτηση από δημόσια σύμβαση προμήθειας με το ΙΚΑ - Έναρξη και διακοπή παραγραφής - Εφαρμοστέες διατάξεις - Παραπομπή στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ενόψει αντίθεσης με απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου
Ανάρτηση: 16/05/2026
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλήφθηκε, κατόπιν παραπομπής, αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε απορριφθεί αγωγή εταιρείας, με την οποία ζητούσε την καταβολή τιμήματος για ιατρικά είδη που είχε προμηθεύσει στο 1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. Αθηνών, σε εκτέλεση διοικητικών συμβάσεων προμήθειας.
Η διαφορά ανέκυψε από τρεις διοικητικές συμβάσεις προμήθειας, που είχαν συναφθεί μεταξύ της εταιρείας και του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. για την προμήθεια ιατρικών υλικών, μεταξύ άλλων αναλώσιμων υλικών, μεταλλικών ενδοαρτηριακών προσθέσεων και υλικών καθετηριασμού καρδιάς. Τα είδη παραδόθηκαν και, κατά τους ισχυρισμούς της εταιρείας, παρελήφθησαν ανεπιφύλακτα. Ωστόσο, μέρος των τιμολογίων παρέμεινε ανεξόφλητο, με το τελικώς διεκδικούμενο ποσό να ανέρχεται σε 299.959,99 ευρώ.
Το Διοικητικό Εφετείο είχε απορρίψει την αγωγή ως παραγεγραμμένη. Έκρινε ότι οι απαιτήσεις της εταιρείας κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες μετά την πάροδο τριμήνου από την κατάθεση των τιμολογίων, όπως προέβλεπαν οι συμβάσεις. Κατά την κρίση του, η πενταετής παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951 άρχισε από το χρονικό αυτό σημείο. Η παραγραφή διακόπηκε με την αίτηση πληρωμής που υπέβαλε η εταιρεία στις 7.4.2011, αλλά άρχισε εκ νέου από την επομένη, δηλαδή από 8.4.2011. Επομένως, κατά το Εφετείο, έως την επίδοση της αγωγής στις 27.12.2016 είχε ήδη παρέλθει η πενταετία.
Η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι οι αξιώσεις της, ως αξιώσεις εμπόρου για εμπορεύματα που προμήθευσε, υπάγονται στο άρθρο 250 περ. 1 ΑΚ και ότι, κατά το άρθρο 253 ΑΚ, η παραγραφή τους έπρεπε να αρχίσει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες. Κατά την ίδια άποψη, μετά τη διακοπή της παραγραφής με την αίτηση πληρωμής, η νέα παραγραφή έπρεπε να αρχίσει από το τέλος του έτους κατά το οποίο συντελέστηκε το διακοπτικό γεγονός, σύμφωνα με το άρθρο 270 εδ. β΄ ΑΚ. Υποστήριξε επίσης ότι η αντίθετη ερμηνεία οδηγεί σε αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση του Ι.Κ.Α. έναντι των ιδιωτών αντισυμβαλλομένων του.
Η Ολομέλεια έκρινε ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι διοικητικές, διότι αντισυμβαλλόμενο μέρος ήταν ν.π.δ.δ., οι συμβάσεις εξυπηρετούσαν δημόσιο σκοπό, δηλαδή την κάλυψη αναγκών ιατρικής περίθαλψης, και διέπονταν από το καθεστώς των δημοσίων προμηθειών. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι η αίτηση αναιρέσεως ήταν παραδεκτή ως προς το ποσό της διαφοράς, καθώς το αντικείμενο υπερέβαινε το όριο των 200.000 ευρώ που απαιτείται για διαφορές από διοικητικές συμβάσεις.
Ως προς το ουσιαστικό νομικό ζήτημα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α. δεν διέπονται από τις διατάξεις του ν.δ. 496/1974 περί λογιστικού των ν.π.δ.δ., αλλά από την ειδική διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, κάθε άλλη απαίτηση κατά του Ι.Κ.Α. παραγράφεται μετά πενταετία. Επειδή, όμως, ο α.ν. 1846/1951 δεν ρυθμίζει ειδικά τον χρόνο έναρξης και διακοπής της πενταετούς παραγραφής, εφαρμόζεται συμπληρωματικά το άρθρο 251 ΑΚ, κατά το οποίο η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Κατά την κρίση της Ολομέλειας, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 253 ΑΚ, το οποίο μεταθέτει την έναρξη της παραγραφής στο τέλος του έτους για τις αξιώσεις του άρθρου 250 ΑΚ. Και τούτο διότι οι επίδικες απαιτήσεις, μολονότι έχουν εμπορικό χαρακτήρα, υπάγονται πρωτίστως στην ειδική παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951. Η σύμπτωση της διάρκειας της παραγραφής, δηλαδή η πενταετία, δεν αρκεί για να καταστήσει εφαρμοστέο το άρθρο 250 ΑΚ και τις συναφείς διατάξεις περί έναρξης από το τέλος του έτους.
Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικής ή αντίθετης στην ΕΣΔΑ προνομιακής μεταχείρισης του Ι.Κ.Α. Έκρινε ότι το Ι.Κ.Α. διέπεται από ιδιαίτερο νομικό καθεστώς και τελεί υπό διαφορετικές συνθήκες σε σχέση με το Δημόσιο και τα λοιπά ν.π.δ.δ. Επομένως, η διαφοροποίηση του καθεστώτος παραγραφής δεν συνιστά, κατά την κρίση του, αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση.
Ωστόσο, η Ολομέλεια διαπίστωσε ότι η ερμηνεία αυτή έρχεται σε αντίθεση με νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Συγκεκριμένα, το Ελεγκτικό Συνέδριο, με αποφάσεις όπως η 513/2009 της Ολομέλειάς του, είχε δεχθεί ότι αξιώσεις συνταξιούχων κατά του Ι.Κ.Α., υπαγόμενες επίσης στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 α.ν. 1846/1951, αρχίζουν να παραγράφονται από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες, με εφαρμογή των άρθρων 250, 251 και 253 ΑΚ.
Η αντίθεση αυτή κρίθηκε ουσιώδης, διότι αφορά την ερμηνεία των ίδιων διατάξεων τυπικού νόμου και ειδικότερα το ζήτημα αν, για αξιώσεις κατά του Ι.Κ.Α. που εμπίπτουν κατ’ αρχήν σε κατηγορίες του άρθρου 250 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει κατά το άρθρο 251 ΑΚ ή από το τέλος του έτους κατά το άρθρο 253 ΑΚ. Το γεγονός ότι η νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορούσε συνταξιοδοτικές παροχές, ενώ η παρούσα υπόθεση αφορά εμπορικές αξιώσεις από διοικητικές συμβάσεις, δεν θεωρήθηκε κρίσιμο, αφού το κοινό νομικό ζήτημα ήταν η έναρξη της παραγραφής απαιτήσεων κατά του Ι.Κ.Α. που υπάγονται στο άρθρο 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951.
Κατόπιν αυτών, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να παραπέμψει το ζήτημα στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, προκειμένου να αρθεί η αμφισβήτηση μεταξύ των ανωτάτων δικαστηρίων ως προς την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων.