ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΣτΕ 1413/2025 Φορολογία εισοδήματος - Προσαύξηση περιουσίας - Εμβάσματα σε τραπεζικό λογαριασμό ημεδαπής από τραπεζικό ίδρυμα αλλοδαπής - Αίτημα διοικητικής συνδρομής μετά την πάροδο πενταετίας - Τα στοιχεία που περιέρχονται στη φορολογική αρχή δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία δικαιολογούντα επιμήκυνση της παραγραφής
Ανάρτηση: 17/03/2026
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ζητήθηκε η αναίρεση απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί προσφυγή του φορολογούμενου κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης ενδικοφανούς προσφυγής από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ. Η προσφυγή στρεφόταν κατά πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος που εξέδωσε το ΚΕΦΟΜΕΠ για τα έτη 2013 και 2014, με τις οποίες καταλογίστηκαν σημαντικά ποσά φόρου, πρόσθετου φόρου ανακρίβειας, προστίμων και εισφοράς αλληλεγγύης.
Κεντρικό νομικό ζήτημα της υπόθεσης ήταν η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει φόρο. Σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, το δικαίωμα αυτό παραγράφεται καταρχήν μετά από πέντε έτη από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο έληξε η προθεσμία υποβολής της δήλωσης. Κατ’ εξαίρεση, η παραγραφή επεκτείνεται σε δέκα έτη όταν η διαπίστωση μη δηλωθέντος εισοδήματος στηρίζεται σε «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν στη φορολογική αρχή μετά την πενταετία και τα οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει νωρίτερα με τη δέουσα επιμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση ο φορολογικός έλεγχος διαπίστωσε μεγάλης αξίας εμβάσματα που είχαν εισέλθει σε λογαριασμό του φορολογούμενου στην Ελλάδα από λογαριασμούς του σε τράπεζα του εξωτερικού. Η φορολογική διοίκηση ζήτησε, μέσω διαδικασίας διεθνούς διοικητικής συνεργασίας, στοιχεία για τους αλλοδαπούς λογαριασμούς, τα οποία περιήλθαν στη διάθεσή της μετά την πάροδο της πενταετούς προθεσμίας. Το διοικητικό εφετείο είχε κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούσαν «συμπληρωματικά στοιχεία», γεγονός που επέτρεπε την επιμήκυνση της παραγραφής σε δεκαετία και συνεπώς καθιστούσε νόμιμο τον μεταγενέστερο καταλογισμό φόρου.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή ήταν εσφαλμένη. Υπενθύμισε τη νομολογία του σύμφωνα με την οποία, όταν εντός της πενταετούς προθεσμίας η φορολογική αρχή διαπιστώνει σημαντικά εμβάσματα σε λογαριασμό ημεδαπής, οφείλει να ενεργήσει με τη δέουσα επιμέλεια: να ζητήσει από τις τράπεζες στοιχεία για τον πληρωτή και, εφόσον προκύπτει σύνδεση με λογαριασμό στο εξωτερικό, να κινήσει εγκαίρως τη διαδικασία διοικητικής συνδρομής προς τις αλλοδαπές αρχές. Εάν η φορολογική αρχή παραλείψει να υποβάλει τέτοιο αίτημα εντός της πενταετίας, τα στοιχεία που λαμβάνει μεταγενέστερα από την αλλοδαπή δεν μπορούν να θεωρηθούν «συμπληρωματικά» ώστε να παρατείνουν την παραγραφή.
Επομένως, στην επίμαχη υπόθεση, δεδομένου ότι το αίτημα διοικητικής συνδρομής προς τις αλλοδαπές αρχές υποβλήθηκε μετά τη λήξη της πενταετίας, τα στοιχεία για τους λογαριασμούς στο εξωτερικό δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν δεκαετή παραγραφή. Το δικαίωμα του Δημοσίου είχε ήδη παραγραφεί και η έκδοση της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ήταν μη νόμιμη.
Για τον λόγο αυτό το Συμβούλιο της Επικρατείας έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση αναιρέσεως, αναίρεσε την απόφαση του διοικητικού εφετείου κατά το σχετικό μέρος και, κρατώντας την υπόθεση προς εκδίκαση, δέχθηκε την προσφυγή του φορολογούμενου. Ακύρωσε την πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για το οικονομικό έτος 2014, καθώς και τη σιωπηρή απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής, και διέταξε την επιστροφή των ποσών που είχαν καταβληθεί βάσει της ακυρωθείσας πράξης, με νόμιμο τόκο από την κατάθεση της ενδικοφανούς προσφυγής.