ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η αξιακή αρχή του κράτους δικαίου ως δικλείδα ασφαλείας του προϋπολογισμού της Ένωσης
Ανάρτηση: 20/03/2026
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αιρεσιμότητα αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο επιβολής κυρώσεων στα χέρια των ευρωπαϊκών οργάνων, όταν διαπιστώνονται παραβιάσεις της αρχής του κράτους δικαίου που αναφέρονται ιδίως σε προβλήματα δικαστικής ανεξαρτησίας και αποτελεσματικότητας καθώς και καταπολέμησης της διαφθοράς, τα οποία επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης. Η εφαρμογή αυτού αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη διότι πρέπει να αποδεικνύεται επαρκώς ο άμεσος δεσμός μεταξύ των ως άνω παραβιάσεων και του οικονομικού συμφέροντος της Ε.Ε., ενώ η αναστολή της χρηματοδότησης στον κράτος μέλος (παραβάτη) αποτελεί συχνά πρόσκομμα στην επίτευξη των στόχων της πολιτικής της Ένωσης. Ο ρόλος του ΔΕΕ , παρά την διακηρυχθείσα ήδη από αυτό ουδέτερη πολιτική του στάση, είναι καίριος, διότι στόχος των αποφάσεων του είναι εξάλειψη κάθε δυνητικής προσβολής της ανεξαρτησίας των εθνικών δικαστών από την εθνική νομοθεσία. Η σύνδεση που έχει θεσμοθετηθεί ανάμεσα στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο καθώς και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας με την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα του εθνικού δικαστικού συστήματος είναι η πιο εύγλωττη απόδειξη της νέας ευρωπαϊκής αντίληψης του κράτους δικαίου η οποία είναι ευνοϊκή για την οικονομική ανάπτυξη. Στην «οικονομική διάσταση» του κράτους δικαίου πρέπει να συμβάλλουν όχι μόνο τα ευρωπαϊκά αλλά και τα εθνικά όργανα, στα οποία περιλαμβάνονται τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα. Οι πίνακες αποτελεσμάτων του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για τη δικαιοσύνη, οι δράσεις που χρηματοδοτούνται από το Τ.Α.Α. για την καλύτερη οργάνωση του δικαστικού συστήματος, οι ετήσιες εκθέσεις της Επιτροπής για το κράτος δικαίου , οι αποφάσεις του ΔΕΕ πρέπει να αξιοποιηθούν από κάθε κράτος μέλος για την κατάκτηση της λεγόμενης « αξιακής βαθμίδας» η οποία είναι δύσκολο να επιβληθεί «έξωθεν», αλλά αποτελεί τελικά αποκλειστικό καθήκον κάθε κράτους μέλους.