ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΣτΕ 169/2026 Δικονομία ΣτΕ - Προθεσμία χορήγησης δικαστικής πληρεξουσιότητας - Διαχρονικό δίκαιο - Συμβατότητα των νέων αυστηρότερων ρυθμίσεων με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας
Ανάρτηση: 02/05/2026
Η υπό κρίση αίτηση ακύρωσης στρεφόταν κατά σειράς διοικητικών πράξεων και παραλείψεων του Υπουργείου Υγείας, και ιδίως κατά πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την επιλογή φορέων λειτουργίας μονάδων ψυχικής υγείας, καθώς και κατά συναφών κανονιστικών ρυθμίσεων και διαδικαστικών ενεργειών της διοίκησης.
Κρίσιμο νομικό ζήτημα αποτέλεσε η τήρηση των προϋποθέσεων παραδεκτού της αίτησης, ιδίως ως προς τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου, σύμφωνα με το άρθρο 27 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 5119/2024. Κατά το νέο καθεστώς, η παροχή πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος απαιτεί συμβολαιογραφική πράξη, η οποία πρέπει να προσκομίζεται το αργότερο δεκαπέντε πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο, επί ποινή απαραδέκτου.
Εν προκειμένω, η αίτηση κατατέθηκε μετά την έναρξη ισχύος των νέων διατάξεων, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής. Η αρχική δικάσιμος ορίστηκε για τις 18.11.2025 και η σχετική προθεσμία για την προσκόμιση πληρεξουσιότητας έληξε την 31.10.2025. Ωστόσο, η αιτούσα δεν προσκόμισε εντός της προθεσμίας το απαιτούμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, αλλά το υπέβαλε εκπροθέσμως, την παραμονή της συζήτησης (9.2.2026), γεγονός που δεν θεραπεύει την πλημμέλεια.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι νέες ρυθμίσεις περί πληρεξουσιότητας συγκροτούν συνεκτικό και αυστηρότερο σύστημα, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και στην αποτροπή καταχρηστικής άσκησης ενδίκων βοηθημάτων. Οι διατάξεις αυτές κρίνονται συμβατές τόσο με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος όσο και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον θέτουν σαφείς και αντικειμενικές προϋποθέσεις παραδεκτού.
Δεδομένου ότι δεν υποβλήθηκε εγκαίρως η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα ούτε ασκήθηκε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση λόγω ανωτέρας βίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση στερείται νόμιμης νομιμοποίησης.
Κατόπιν τούτων, η αίτηση ακυρώσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.