ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΤρΔΠρΘεσ 2256/2026 Μη στοιχειοθέτηση ευθύνης του Δημοσίου για την εφαρμογή αντισυνταγματικών διατάξεων του ΝΟΚ - Περιορισμός των αναδρομικών αποτελεσμάτων της διαγνωσθείσας αντισυνταγματικότητας με τις υπ' αριθ. 146 - 149/2025 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ
Ανάρτηση: 04/09/2026
Aξίωση αποζημίωσης, κατ' άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, για φερόμενη μείωση της αξίας ακινήτου και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία περιορισμού της θέας από την ανέγερση πέντε οικοδομών με εφαρμογή κινήτρων του ΝΟΚ. Η ζημία αποδόθηκε στην έκδοση οικοδομικών αδειών και γνωμοδοτήσεων κατ' εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων. Εξετάστηκε η καταβολή του δικαστικού ενσήμου, το οποίο κρίθηκε ότι είχε καταβληθεί προσηκόντως. Το ποσό του δικαστικού ενσήμου ανερχόταν σε 1.609,98 ευρώ. Εξετάστηκε η νομιμοποίηση των προσθέτως παρεμβαινόντων. Η παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή δεν αποδείχθηκε επαρκώς η εξουσία του αρμόδιου εταιρικού οργάνου να εγκρίνει την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και την παροχή πληρεξουσιότητας σε δικηγόρους. Δεν προσκομίστηκαν το καταστατικό ή οι απαιτούμενες ανακοινώσεις στο ΓΕΜΗ. Η παρέμβαση των λοιπών τεσσάρων παρεμβαινόντων κρίθηκε παραδεκτή, λόγω εννόμου συμφέροντος που θεμελιωνόταν σε ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί ενός από τα επίμαχα ακίνητα, καθώς και λόγω νόμιμης επίδοσης της παρέμβασης. Το Δικαστήριο απέρριψε την αμφισβήτηση του εννόμου συμφέροντός τους. Απορρίφθηκε η ένσταση αοριστίας της αγωγής. Κρίθηκε ότι το δικόγραφο περιείχε τα απαιτούμενα στοιχεία του άρθρου 73 παρ. 1 ΚΔΔ και ότι οι αιτιάσεις σχετικά με το ακριβές ύψος του ακινήτου και τη μέθοδο αποτίμησης αφορούσαν την ουσιαστική βασιμότητα και όχι το παραδεκτό. Η αγωγή θεωρήθηκε επαρκώς ορισμένη. Αναγνωρίστηκε το ενεργητικό έννομο συμφέρον και η ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, βάσει του τίτλου κτήσης και της κτηματολογικής καταχώρισης. Κρίθηκε ότι το έννομο συμφέρον που στηρίζεται σε ισχύουσα διοικητική πράξη είναι καταρχήν έννομο, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του διοικουμένου. Αναγνωρίστηκε η παθητική νομιμοποίηση αμφότερων των εναγομένων. Το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής θεωρήθηκε όργανο ενταγμένο στην κρατική διοικητική οργάνωση, ενώ ο μη εκτελεστός χαρακτήρας των γνωμοδοτήσεών του δεν απέκλειε την ευθύνη του Δημοσίου. Η αποζημιωτική ευθύνη μπορεί να γεννηθεί και από μη εκτελεστή πράξη οργάνου. Η Υπηρεσία Δόμησης θεωρήθηκε εκδούσα αρχή των οικοδομικών αδειών, ακόμη και στο πλαίσιο της αυτοματοποιημένης έκδοσής τους, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται η παθητική νομιμοποίηση του οικείου δήμου. Η αντίθετη ένσταση απορρίφθηκε. Ως προς την ουσιαστική ευθύνη, κρίθηκε ότι απαιτείται σωρευτική συνδρομή παράνομης πράξης ή παράλειψης, ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου, ενώ η θετική ζημία πρέπει να προσδιορίζεται ειδικά και να αποκαθίσταται στο ύψος που θα υπήρχε χωρίς την παρανομία. Το Δικαστήριο υπενθύμισε το κανονιστικό πλαίσιο των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ και του άρθρου 932 ΑΚ. Εξετάστηκε η συνταγματικότητα του συστήματος κινήτρων του ΝΟΚ ως προς την προσαύξηση του συντελεστή δόμησης και του ύψους, τις κατασκευές στο δώμα, τους εσωτερικούς εξώστες και την προσμέτρηση πισινών στη φυτεμένη επιφάνεια. Κρίθηκε ότι το σύστημα δεν είναι συλλήβδην αντισυνταγματικό λόγω του περιεχομένου του, αλλά ορισμένες ρυθμίσεις προσκρούουν στο άρθρο 24 του Συντάγματος επειδή επιτρέπουν ουσιώδεις αποκλίσεις χωρίς προηγούμενο πολεοδομικό σχεδιασμό και ειδική επιστημονική στάθμιση. Εξετάστηκε ο περιορισμός των αναδρομικών αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας. Κρίσιμο θεωρήθηκε το χρονικό σημείο της 11ης Δεκεμβρίου 2024, πριν από το οποίο έπρεπε να έχει αποδεδειγμένα αρχίσει η υλοποίηση της οικοδομικής άδειας, ιδίως με εργασίες εκσκαφής. Ο περιορισμός στηρίχθηκε στη στάθμιση της πολεοδομικής νομιμότητας με την ασφάλεια δικαίου, την προβλεψιμότητα και την προστατευόμενη εμπιστοσύνη. Εξετάστηκαν οι μεταβατικές ρυθμίσεις για την αναστολή έκδοσης νέων αδειών, τη μη ανάκληση αδειών κατά το μεταβατικό διάστημα και την υποχρέωση αναθεώρησης αδειών των οποίων οι εργασίες δεν είχαν αρχίσει έως την κρίσιμη ημερομηνία. Προβλέφθηκαν επίσης διοικητικός έλεγχος της έναρξης των εργασιών και διακοπή εργασιών σε περίπτωση πολεοδομικών παραβάσεων. Κρίθηκε ότι και τα πέντε κτίρια είχαν υλοποιηθεί, ως προς την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, πριν από την 11η Δεκεμβρίου 2024, βάσει των πορισμάτων των Ελεγκτών Δόμησης. Η ενάγουσα δεν μπορούσε, συνεπώς, να επικαλεστεί την αντισυνταγματικότητα των κινήτρων του ΝΟΚ για τη θεμελίωση της αποζημιωτικής αξίωσης. Το παρεμπίπτον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας των ζημιογόνων πράξεων στο πλαίσιο αποζημιωτικής αγωγής κρίθηκε ότι διέπεται από τα ίδια όρια με τον ευθύ ακυρωτικό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένου του χρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της αντισυνταγματικότητας. Η αποζημιωτική φύση της αγωγής δεν εξαιρούσε την υπόθεση από τον περιορισμό αυτό. Κατά την πλειοψηφία, δεν στοιχειοθετήθηκε παρανομία, διότι η αγωγή στηριζόταν αποκλειστικά στην αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του ΝΟΚ και δεν προέβαλλε αυτοτελείς πολεοδομικές ή άλλες πλημμέλειες των αδειών και γνωμοδοτήσεων. Ελλείψει της αναγκαίας προϋπόθεσης της παρανομίας, δεν συντρέχει ευθύνη κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ και παρέλκυε η εξέταση ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου. Μειοψηφία: το άρθρο 50 παρ. 3δ του π.δ. 18/1989 διασώζει τις αποζημιωτικές αξιώσεις. Ο χρονικός περιορισμός που αφορούσε αιτήσεις ακυρώσεως δεν έπρεπε να επεκταθεί αυτομάτως στις αποζημιωτικές αγωγές. Η γνώμη αυτή δεν κράτησε. Τελική κρίση: η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως αβάσιμη, η παρέμβαση απορρίφθηκε ως προς την εταιρεία και έγινε δεκτή ως προς τους λοιπούς τέσσερις παρεμβαίνοντες. Διατάχθηκε η επιστροφή του δικαστικού ενσήμου και απαλλάχθηκαν από τα δικαστικά έξοδα η ενάγουσα και η εταιρεία.