ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΜΔΠρΠειρ 771/2026 Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας - Ζήτημα συνταγματικότητας της διατήρησής της - Αξίωση από μη νόμιμη επιβολή της ειδικής εισφοράς - Προσήκον ένδικο βοήθημα - Προσβλητέα πράξη - Υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΣτΕ
Ανάρτηση: 21/05/2026
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο Συμβούλιο της Επικρατείας σχετικά με τη νομιμότητα και τη δικονομική μεταχείριση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης 2% υπέρ καταπολέμησης της ανεργίας, που επιβάλλεται στους μισθοδοτούμενους του δημόσιου τομέα βάσει του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 3986/2011.
Η υπόθεση αφορούσε δικαστικό λειτουργό, ο οποίος προσέβαλε τη μισθολογική του κατάσταση και το εκκαθαριστικό μισθοδοσίας Ιουνίου 2025, κατά το μέρος που παρακρατήθηκαν ποσά λόγω της επίμαχης εισφοράς. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η συνέχιση της επιβολής της εισφοράς είναι πλέον αντισυνταγματική και αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι οι λόγοι δημοσιονομικής κρίσης και υψηλής ανεργίας που δικαιολόγησαν αρχικά το μέτρο έχουν εκλείψει.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η εισφορά αυτή έχει τα χαρακτηριστικά φόρου, καθώς αποτελεί υποχρεωτική χρηματική παροχή υπέρ του κράτους χωρίς ειδικό αντάλλαγμα και επιβάλλεται για σκοπούς γενικού δημοσίου συμφέροντος.
Κεντρικό ζήτημα της απόφασης αποτέλεσε η αβεβαιότητα ως προς το κατάλληλο ένδικο βοήθημα για τη δικαστική αμφισβήτηση της εισφοράς. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι στη νομολογία έχουν διαμορφωθεί διαφορετικές προσεγγίσεις:
είτε με προσφυγή κατά της μισθολογικής κατάστασης ή του εκκαθαριστικού σημειώματος,
είτε μέσω της φορολογικής διαδικασίας (τροποποιητική δήλωση, ενδικοφανής προσφυγή και φορολογική προσφυγή),
είτε ακόμη με αγωγή αποζημίωσης.
Το Δικαστήριο τόνισε ότι η συγκεκριμένη εισφορά δεν υπάγεται ρητώς στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ούτε εκκαθαρίζεται από τις φορολογικές αρχές, αλλά παρακρατείται απευθείας μέσω της μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων. Για τον λόγο αυτό έκρινε αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων προς το ΣτΕ ώστε να αποσαφηνιστεί:
ποιο είναι το νόμιμο ένδικο βοήθημα,
ποια πράξη θεωρείται εκτελεστή και προσβλητή,
και ποιες δικονομικές οδοί πρέπει να ακολουθούνται.
Πέραν των δικονομικών ζητημάτων, το Δικαστήριο έθεσε και ουσιαστικό συνταγματικό ερώτημα σχετικά με τη συμβατότητα της διατήρησης της εισφοράς το 2025 με:
το άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος (ισότητα και ισότητα στα δημόσια βάρη),
το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος (αρχή αναλογικότητας),
και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί προστασίας της περιουσίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι η χώρα έχει εξέλθει από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, τα ποσοστά ανεργίας έχουν μειωθεί δραστικά, η οικονομία παρουσιάζει ανάπτυξη και πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ σε ορισμένους τομείς παρατηρείται πλέον έλλειψη εργατικού δυναμικού και ανάγκη εισαγωγής εργαζομένων από τρίτες χώρες.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η συνέχιση της επιβάρυνσης αποκλειστικά στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα ενδέχεται να υπερβαίνει τα όρια της φορολογικής αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, ιδίως αφού η εισφορά θεσπίστηκε ως έκτακτο μέτρο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης και της ανεργίας.
Με την απόφαση αναβλήθηκε η οριστική κρίση της υπόθεσης και υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας τρία βασικά προδικαστικά ερωτήματα:
ποιο είναι το κατάλληλο ένδικο βοήθημα,
ποια είναι η ορθή δικονομική διαδικασία αμφισβήτησης της εισφοράς,
και αν η διατήρηση της εισφοράς το 2025 είναι συνταγματικά ανεκτή.