ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΑΠ (Ποιν) 300/2026 Καταδίκη συμβολαιογράφου για ψευδή βεβαίωση - Διευκόλυνση αλλοδαπών να αποκτήσουν νόμιμο έρεισμα διαμονής - Αιτιολογία - Υπέρβαση εξουσίας
Ανάρτηση: 08/11/2026
Καταδίκη συμβολαιογράφου για ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση σε συμβολαιογραφικές πράξεις. Η καταδίκη αφορούσε κυρίως πράξεις εκούσιας αναγνώρισης τέκνων και μία πράξη συμφώνου συμβίωσης, με σκοπό, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, τη διευκόλυνση αλλοδαπών χωρίς άδεια διαμονής να αποκτήσουν νομιμοποιητικό έρεισμα παραμονής στην Ελλάδα. Κατά τις διατάξεις περί ψευδούς βεβαίωσης: απαιτείται υπάλληλος αρμόδιος για τη σύνταξη δημόσιου εγγράφου, βεβαίωση ψευδούς περιστατικού ικανού να επιφέρει έννομες συνέπειες και δόλος. Ειδικά για συμβολαιογράφο, κρίσιμο είναι ότι λειτουργεί ως δημόσιος λειτουργός και οφείλει να απέχει από πράξεις που αντίκεινται στον νόμο ή στα χρηστά ήθη.
Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η κατηγορουμένη συνέταξε σειρά πανομοιότυπων πράξεων, στις οποίες αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών εμφανίζονταν ως βιολογικοί πατέρες ανηλίκων τέκνων Ελληνίδων μητέρων, κυρίως Ρομά, χωρίς να υπάρχει πραγματική συγγενική σχέση. Οι πράξεις μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, διότι χρησιμοποιούνταν για τη χορήγηση άδειας διαμονής σε γονείς ημεδαπών ανηλίκων. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου είχε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Το Εφετείο αιτιολόγησε τη γνώση της συμβολαιογράφου από τον μεγάλο αριθμό και την ομοιομορφία των πράξεων, τη συμμετοχή αλλοδαπών χωρίς άδεια διαμονής, τη μεσολάβηση τρίτου προσώπου, την απουσία ουσιαστικής σχέσης με τις μητέρες, καθώς και τη διαδικασία σύνταξης των πράξεων. Απορρίφθηκε ο βασικός υπερασπιστικός ισχυρισμός ότι η συμβολαιογράφος δεν είχε υποχρέωση ή δικαίωμα να ελέγξει την αλήθεια των δηλώσεων των συμβαλλομένων. Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι η καταδίκη δεν στηρίχθηκε σε γενική υποχρέωση ελέγχου, αλλά στην κρίση ότι η ίδια γνώριζε την αναλήθεια των δηλώσεων και παρ’ όλα αυτά προχώρησε στη σύνταξη των πράξεων. Ωστόσο, η αίτηση αναίρεσης έγινε εν μέρει δεκτή λόγω υπέρβασης εξουσίας. Ο Άρειος Πάγος διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη είχε καταδικαστεί δύο φορές για την ίδια μερικότερη πράξη, δηλαδή για πράξη, η οποία ταυτιζόταν με άλλη ήδη περιληφθείσα πράξη. Για τον λόγο αυτό αναιρέθηκε η απόφαση κατά το μέρος αυτό και η συγκεκριμένη μερικότερη πράξη απαλείφθηκε από το σκεπτικό και το διατακτικό.
Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε εν μέρει την απόφαση ως προς τη μερικότερη πράξη και ως προς την επιμέτρηση της ποινής, απάλειψε τη σχετική περικοπή και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριo.