ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΑΠ 491/2026 Διάρρηξη καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης - Θετική γνώση του τρίτου της πρόθεσης του οφειλέτη να καταστήσει την περιουσία ανεπαρκή για την ικανοποίηση των δανειστών - Δεν αρκεί η συγγενική σχέση χωρίς επαγγελματικό ή άλλο ειδικό σύνδεσμο
Ανάρτηση: 28/09/2026
Aγωγή διάρρηξης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, κατ’ άρθρο 939 ΑΚ. Η αγωγή αφορούσε Mεταβίβαση από οφειλέτιδα προς τον αδελφό της ποσοστού εξ αδιαιρέτου ακινήτου, την οποία η δανείστρια υποστήριζε ως καταδολιευτική.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε αρχικά ότι, λόγω της αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ οφειλέτη και τρίτου αποκτώντος σε δίκη διάρρηξης καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, η διαδικασία μπορούσε να προχωρήσει νόμιμα και ως προς τους απόντες διαδίκους, εφόσον αυτοί είχαν κλητευθεί νομότυπα και θεωρούνταν αντιπροσωπευόμενοι από τους αναγκαίους ομοδίκους τους.
Ως προς την ουσία της διαφοράς, ο Άρειος Πάγος υπενθύμισε ότι για τη διάρρηξη απαλλοτρίωσης λόγω καταδολίευσης δανειστών απαιτούνται σωρευτικά: ύπαρξη απαίτησης του δανειστή, απαλλοτρίωση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη, δόλος του οφειλέτη, βλάβη των δανειστών και γνώση του τρίτου αποκτώντος ότι η απαλλοτρίωση γίνεται προς βλάβη τους. Ειδικά η γνώση του τρίτου πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί απλή αμέλεια ή υπαίτια άγνοια.
Το Εφετείο είχε δεχθεί ότι, μολονότι οι απαιτήσεις της δανείστριας είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου, δεν αποδείχθηκε ότι ο αδελφός της οφειλέτιδας γνώριζε πως η μεταβίβαση αποσκοπούσε στη ματαίωση της ικανοποίησης της δανείστριας. Συνεκτίμησε ότι η μεταβίβαση έγινε στο πλαίσιο οικογενειακής σχέσης και διαδικασίας τακτοποίησης κοινού ακινήτου, καθώς και ότι ο αποκτών δεν είχε επαγγελματική σχέση με την οφειλέτιδα από την οποία θα μπορούσε να γνωρίζει την οικονομική της κατάσταση.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι οι παραδοχές αυτές επαρκούσαν για τη μη εφαρμογή των άρθρων 939, 941 και 942 ΑΚ, καθώς το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές προϋποθέσεις της διάρρηξης και διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες. Απέρριψε έτσι τους λόγους αναίρεσης περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικού δικαίου, καθώς και περί ανεπαρκούς αιτιολογίας.
Οι αναιρετικοί λόγοι που αμφισβητούσαν την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ήταν απαράδεκτες, διότι επιχειρούσαν ανεπίτρεπτα επανεκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.