Αριθμός Γνωμοδότησης 46/2025
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Τμήμα Β΄
Συνεδρίαση της 27.5.2025
Σύνθεση:
Πρόεδρος: Αθηνά Αλεφάντη, Αντιπρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.).
Μέλη: Χρήστος Μητκίδης, Αντιπρόεδρος του Ν.Σ.Κ., Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Αγγελική Καστανά, Αναστασία Ζαφειριάδου, Παναγιώτης Δημόπουλος, Θεόδωρος Στριλάκος, Μαρία Γεωργιάδη, Διονύσιος Ζαχαρόπουλος και Αλέξανδρος Σταυράκης, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.
Εισηγήτρια: Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ. (γνώμη χωρίς ψήφο).
Αριθμός Ερωτήματος:
Το έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου (0)6841_25/16.1.2025 του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων/Διεύθυνση Χρηματικών Παρακαταθηκών (Δ3), που υπογράφεται από τον Πρόεδρό του.
Περίληψη ερωτήματος:
Ερωτάται, εάν το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) δύναται να αποδώσει ακινδύνως γραμμάτιο σύστασης χρηματικής παρακαταθήκης που αφορά ποινική εγγυοδοσία, ενόψει επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας του, ως τρίτου, δυνάμει εκτελεστού τίτλου - τελεσίδικης απόφασης, που στη συνέχεια αναιρέθηκε, και κατόπιν κοινοποίησης στο ΤΠΔ σύμβασης εκχώρησης.
Στο πιο πάνω ερώτημα το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Β΄ Τμήμα) γνωμοδότησε ως εξής:
Ιστορικό.
Από το παραπάνω έγγραφο του ερωτήματος και τα στοιχεία του φακέλου που το συνοδεύουν, προκύπτει το ακόλουθο πραγματικό:
1. Στην Κεντρική Υπηρεσία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων έχει συσταθεί, στις 12.7.2013, η με αριθμό 676968/12.7.2013 χρηματική παρακαταθήκη, ποσού 30.000 ευρώ, με την αιτιολογία «Εγγυοδοσία – Διάταξη : Εγγυοδοσία που διατάχτηκε με τη διάταξη του 4ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημ/κείου Αθηνών με αριθμό 450/2013 ως περιοριστικός όρος κατά Μ.Σ., αποδοτέα με δικαστική απόφαση ή βούλευμα και με έγγραφη εντολή αρμόδιας δικαστικής Αρχής», με καταθέτη τον Γ. Ι., δικηγόρο Αθηνών, έως και σήμερα ανεξόφλητο.
2. Στις 9.11.2018, στην Κ.Υ. του Ταμείου επιδόθηκε το από 7.11.2018 κατασχετήριο της I.Μ. κατά του Γ.Ι., με το οποίο επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση και επιτάσσεται το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ως τρίτος, να κρατήσει στα χέρια του και να αποδώσει στην Ι.Μ. τo συνολικό κατασχεθέν χρηματικό ποσό, ύψους 60.327,43 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων έως τις 9.11.2017, εξόδων κ.λπ., για απαιτήσεις της κατά του οφειλέτη της Γ.Ι., οι οποίες επιδικάσθηκαν σε βάρος του τελευταίου με την με αριθμό 3719/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ύψους 42.600 ευρώ. Το ποσό αυτό αναλύεται στο από 7.11.2018 κατασχετήριο, το οποίο επιδόθηκε στον οφειλέτη.
3. Επί του ανωτέρω κατασχετηρίου, το Ταμείο προέβη, στις 6.12.2018 στην με αριθμό Λ-10978/2018 δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με το - μεταξύ άλλων - ακόλουθο περιεχόμενο: «Επί της κατασχέσεως ταύτης, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Κεντρική Υπηρεσία - Ακαδημίας 40), διά του νομίμου αυτού αντιπροσώπου, δηλώνει περαιτέρω ότι: Ουδέν ποσόν υφίσταται ελεύθερο προς απόδοση. Τα γραμμάτια που αναφέρονται υπ΄ αρ. 1 έως 24 στην απάντηση της διεύθυνσης Δ3 χρηματικών παρακαταθηκών είναι αποδοτέα με δικαστική απόφαση ή βούλευμα και με έγγραφη εντολή αρμόδιας δικαστικής αρχής. Δεσμεύθηκαν λόγω της παρούσας κατάσχεσης και εφόσον περιέλθει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων δικαστική απόφαση ή βούλευμα που θα διατάσσει την απόδοση του ποσού του γραμματίου στον καταθέτη - καθού η κατάσχεση, τότε το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων θα το παρακρατήσει και θα το αποδώσει νομίμως στην κατασχούσα». Κατά της ανωτέρω δήλωσης τρίτου δεν ασκήθηκε ανακοπή.
4. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο, η κατάσχεση, κατά της οποίας δεν έχει ασκηθεί μέχρι σήμερα ανακοπή, βασίζεται στο πρώτο απόγραφο εκτελεστό της με αριθμό 3719/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της σχετικής επιταγής προς πληρωμή.
5. Κατά της ως άνω 3719/2017 απόφασης και της Ι.Μ. ασκήθηκε αναίρεση από τον Γ.Ι. επί της οποίας εκδόθηκε η 1219/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της αναιρετικής απόφασης (που αφορούσε την άτυπη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής με αντιμισθία) και παρέπεμψε την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών).
6. Στις 2.10.2024, οι Γ.Ι. και Β.Σ. επέδωσαν από κοινού στο Ταμείο την από 1.10.2024 σύμβαση εκχώρησης απαίτησης, συναφθείσα μεταξύ των ιδίων, με την οποία ο Γ.Ι. εκχώρησε και μεταβίβασε την απορρέουσα από το ως άνω γραμμάτιο παρακαταθήκης, χρηματική απαίτηση και το δικαίωμα είσπραξής της στον Β.Σ., σύζυγο της, εν τω μεταξύ αποβιωσάσης, Μ.Σ., στο οποίο αναφέρεται ότι η κατάθεση της εν λόγω παρακαταθήκης στο Ταμείο είχε λάβει χώρα από τον ίδιο τον Γ.Ι. στο πλαίσιο της σχέσης εντολής που τον συνέδεε με την εντολέα του, Μ.Σ., ως περιοριστικός όρος (εγγυοδοσία) της Μ.Σ. που είχε διαταχθεί με την 450/2013 Ανακριτική Διάταξη, ώστε να αντικατασταθεί η προσωρινή κράτηση αυτής. Στην παραπάνω σύμβαση εκχώρησης, ο εκχωρητής Γ.Ι «αναγνωρίζει – βεβαιώνει» ότι είχε ενεργήσει και υπογράψει ως καταθέτης των χρημάτων στο Ταμείο, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, καθώς και ότι τα χρήματα της εγγύησης προέρχονταν εξ ολοκλήρου από κεφάλαια του εκδοχέα Β.Σ., συζύγου της Μ.Σ.
7. Στις 10.10.2024 περιήλθε στο Ταμείο (με αριθ. πρωτ. (0)124477-24/10.10.2024) το από 1.10.2024 έγγραφο του Πρωτοδικείου Αθηνών – Τμήμα Εγγυοδοσιών. Με το έγγραφο αυτό απεστάλησαν συνημμένα στο ΤΠΔ, το εν λόγω Γραμμάτιο Σύστασης Παρακαταθήκης Νο 676968/12.7.2013, απόσπασμα της με αριθμό 1553/2020 αμετάκλητης απόφασης του Α΄ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάσσεται να αποδοθεί οριστικά στον καταθέτη Ι.Γ. η χρηματική εγγύηση των 30.000 ευρώ για την οποία συστάθηκε το ως άνω γραμμάτιο, καθώς και η με αριθμό πρωτ. 16296/26.9.2024 εισαγγελική εντολή του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με την οποία καλείται αυτό να αποδώσει το χρηματικό ποσό των ευρώ 30.000 στον παραπάνω καταθέτη Γ.Ι.
8. Σε αυτοπρόσωπο αίτημά του ενώπιον του Ταμείου, ο Β.Σ. ζήτησε την απόδοση στον ίδιο του χρηματικού ποσού για το οποίο συστάθηκε το με αριθμό 676968/12.7.2013 γραμμάτιο χρηματικής παρακαταθήκης, ως εκδοχέας της εν λόγω απαίτησης, δυνάμει της ως άνω σύμβασης εκχώρησης. Ακολούθως, ενημερώθηκε από το ΤΠΔ για την αδυναμία ικανοποίησης του αιτήματός του εξαιτίας της επιβληθείσας, στις 9.11.2018, αναγκαστικής κατάσχεσης της εν λόγω απαίτησης. Ο Β.Σ. υπέβαλε στη συνέχεια προς το Ταμείο την με αριθμό πρωτοκόλλου (0)132032/24.10.2024 αίτησή του για την απόδοση του εν λόγω γραμματίου παρακαταθήκης, (με κατάθεση του ποσού των 30.000 ευρώ στον τραπεζικό του λογαριασμό), προσκομίζοντας συνημμένα, φωτοαντίγραφο της ως άνω 1219/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου (Β1 Πολιτικού Τμήματος), καθώς και της 3719/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δυνάμει της οποίας έλαβε χώρα η από 9.11.2018 αναγκαστική κατάσχεση, ισχυριζόμενος ότι στις 12.7.2013 ανέθεσε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Γ.Ι., τη σύσταση του ως άνω γραμματίου στο ΤΠΔ λόγω της ποινικής εγγυοδοσίας που είχε διαταχθεί με την 450/2013 διάταξη της 4ης Τακτικής Ανακρίτριας ως περιοριστικός όρος σε βάρος της συζύγου του, Μ.Σ., καταθέτοντας χρήματα που προέρχονταν εξ ολοκλήρου από δικά του κεφάλαια, καθώς και ότι, αφού η Εφετειακή απόφαση έχει αναιρεθεί κατά ένα μέρος της, η κατασχούσα θα έπρεπε να έχει επιδώσει νέο κατασχετήριο σύμφωνα με τη νέα Εφετειακή απόφαση.
9. Στις 8.11.2024 η Ι.Μ. υπέβαλε αίτηση προς το ΤΠΔ να της αποδοθεί το εν λόγω γραμμάτιο παρακαταθήκης, μαζί με συνημμένα δικαιολογητικά (βεβαίωση περί μη άσκησης ανακοπής κατά της δήλωσης του ΤΠΔ, κατασχετήριο και εκθέσεις επίδοσής του, κ.λπ.).
10. Σημειώνεται, ότι όπως βεβαιώνεται στο έγγραφο του ερωτήματος, πριν την υποβολή της αίτησής της η Ι.Μ. είχε ενημερωθεί αναλυτικά από το ΤΠΔ για τα απαιτούμενα εκ του νόμου δικαιολογητικά που θα έπρεπε να προσκομίσει και ειδικότερα ενημερώθηκε ότι η ανωτέρω καταβολή θα γίνει εφόσον προσκομιστούν τα προβλεπόμενα, από το άρθρο 20 της με αριθμό 780/444/28.1.1986 (ΦΕΚ Β' 841) κοινής υπουργικής απόφασης, δικαιολογητικά, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 983 παρ. 2 ΚπολΔ και 53 του Ν.Δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ» (Α' 204) και ειδικότερα απαιτείτο η προσκόμιση: α) Απογράφου και έκθεσης επίδοσής του στον οφειλέτη, β) εκθέσεις επίδοσης αναγκαστικής κατάσχεσης προς τον τρίτο ΤΠΔ, προς τον οφειλέτη- καθ΄ου και προς τη Δ.Ο.Υ. του οφειλέτη καθ΄ου και γ) πιστοποιητικό περί μη άσκησης ανακοπής κατά της Δήλωσης του ΤΠΔ (τρίτου).
11. Στα δικαιολογητικά που προσκόμισε η Ι.Μ. με την με αριθμό πρωτοκόλλου (0)142630/8.11.2024 αίτησή της, περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων, το με αριθμό 573/8.11.2024 δεύτερο απόγραφο εκτελεστό της 3719/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, όπως βεβαιώνεται στο σώμα του, εκδόθηκε λόγω απωλείας του πρώτου απογράφου, σύμφωνα με την από 1.11.2024 αίτηση και την υπεύθυνη δήλωση της Ι.Μ. οι οποίες έγιναν δεκτές, ενώ δεν προσκομίστηκε το πρώτο απόγραφο εκτελεστό και η έκθεση επίδοσής του στον οφειλέτη Γ.Ι., δυνάμει του οποίου ξεκίνησε η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του.
12. Στη συνέχεια, ζητήθηκε εκ μέρους της Υπηρεσίας και προσκόμιση από την αιτούσα υπεύθυνης δήλωσης, στην οποία να βεβαιώνει ότι το πρώτο απόγραφο εκ της με αριθμό 3719/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεν έχει εκτελεστεί. Ακολούθησε η υποβολή της από 20.12.2024 ηλεκτρονικής υπεύθυνης δήλωσης της Ι.Μ., στην οποία δήλωσε ότι: «Το πρώτο απόγραφο εκ της υπ΄ αριθ. 3719/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει εκτελεστεί με είσπραξη του ποσού των χιλίων εκατόν ογδόντα πέντε ευρώ και 50 λεπτών (1185,50) από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στις 7.12.2018 και του ποσού των χιλίων είκοσι έξι ευρώ και 21 λεπτών (1026,21) στις 6.11.2018 από την Τράπεζα Πειραιώς, ήτοι συνολικά εισέπραξα το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων ένδεκα ευρώ και 71 λεπτών (2211, 71). Ποσά τα οποία ουδέποτε σημειώθηκαν (αναφέρθηκαν) πάνω στο σώμα του απολεσθέντα [-ος] απογράφου». Ακολούθως, υπέβαλε και τις με αριθμό πρωτοκόλλου (0)142856 και (0)152821/2024 διαδοχικές συμπληρωματικές αιτήσεις της με αίτημα την απόδοση σε αυτήν του ποσού του με αριθμό 676968/12.7.2013 γραμματίου χρηματικής παρακαταθήκης, σε ικανοποίηση της απαίτησής της προερχομένης από το από 7.11.2018 κατασχετήριο.
13. Τέλος, στις 9.5.2025, περιήλθε στο Γραφείο μας, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε η Ι.Μ. προς την Υπηρεσία, κατόπιν αιτήματός μας, το με αριθμό πρωτ. εισερχομένου (0)59709-25/9.5.2025 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της με αριθμό 5149/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί μετ΄ αναίρεση της 3719/2017 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου και η οποία υποχρέωνε τον Γ.Ι. να της καταβάλλει νομιμοτόκως το ποσό των 18.000 ευρώ. Η τελευταία αυτή τελεσίδικη απόφαση, περιάφθηκε εκτελεστήριο τύπο συνιστάμενο στην, στο όνομα του ελληνικού λαού, έκδοση του με αριθμού 171/2022 πρώτου απογράφου εκτελεστού και στην διαταγή, σε κάθε αρμόδιο όργανο, για την εκτέλεσή του.
Ενόψει του ιστορικού αυτού, υποβλήθηκε το υπό κρίση ερώτημα.
Νομοθετικό πλαίσιο.
14. Στα άρθρα 2 και 3 του ν.δ. της 12ης Νοεμβρίου 1927 «Περί κυρώσεως και τροποποιήσεως του από 21 Μαρτίου 1926 Ν.Δ. “περί οργανισμού του Ταμείου Παρακαταθηκών και δανείων"» (Α΄ 291), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3646/1928 (Α΄ 154), ορίζονται τα εξής:
΄Αρθρον 2.
«Σκοπός του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων είναι. Α`) Η φύλαξις και διαχείρισις. 1) Των δικαστικών παρακαταθηκών, των υπό των Δικαστηρίων και των δικαστικών ή διοικητικών αρχών διατασσομένων τοιούτων και γενικώς των εκ των εκάστοτε κειμένων διατάξεων οριζομένων παρακαταθηκών. 2) … 3)… 4)… 5)… 6)…. 70… Β΄)…. Γ`)….».
΄Αρθρον 3.
«Η κατάθεσις των κατά το προηγούμενον άρθρον υπό στοιχείον α) και αριθ. 1-5 κεφαλαίων εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων είναι υποχρεωτική».
15. Στην ειδική νομοθεσία που διέπει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η οποία εξακολουθεί και σήμερα να ισχύει, κατ` εξαίρεση των οικείων διατάξεων του Αστικού Κώδικα ή συμπληρωματικώς προς αυτές, και δη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 7, 9, 16, 18, 23 και 25 του Προεδρικού Διατάγματος της 30.12.1926/3.1.1927 «Περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών και καταθέσεων παρά τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων» (Α` 1/1927) ορίζονται τα ακόλουθα:
Άρθρον 1.
«Σκοπός του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων είνε η φύλαξις καί διαχείρισις των παντός είδους παρακαταθηκών, τών είτε υπό του νόμου είτε υπό δικαστικής ή Διοικητικής Αρχής διατασσομένων ή εκουσίων καταθέσεων ...».
Άρθρον 2.
«Κατά ταύτα αι παρά τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων πραγματοποιούμενοι καταθέσεις διακρίνονται εις υποχρεωτικάς παρακαταθήκας και εκουσίας ...».
Άρθρον 3.
«Αί υποχρεωτικαί παρακαταθήκαι διακρίνονται είς α') Δικαστικάς, β') Εγγυοδοτικάς και γ') Διοικητικάς. …».
Άρθρον 4.
«Β΄. Εγγυοδοτικαί.
Αί εγγυοδοτικαί παρακαταθήκαι, δυνάμεναι νά συσταθώσιν εκ μετρητών ή τίτλων…, ενεργούνται εκ διατάξεως νόμου ή διοικητικών Αρχών πρός εξυπηρέτησιν Δημοσίου συμφέροντος και είνε ειδικώτερον αι εξής, ενδεικτικώς αναφερόμεναι.
1)…2)…3)…. 4) Αί είς μετρητά ή χρηματικούς τίτλους παρακαταθέσεις, δυνάμει του Νόμου.
α΄) Λόγω εγγυήσεως υπέρ του Δημοσίου διά πάσαν άλλην αιτίαν εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων καί της έκ δικαστικής αιτίας….».
Άρθρον 7.
«Ο προτιθέμενος νά συστήση παρακαταθήκην οιασδήποτε κατηγορίας συμπληρώνει έντυπον δελτίον....».
Άρθρον 9.
«Επί τη βάσει του κατά τό άρθρον 7 δελτίου ή του δελτίου καί … επί τή είς τόν Ταμίαν παραδόσει των είς παρακαταθήκην διδομένων μετρητών, … ο παραλαβών Ταμίας εκδίδει είς χρέωσιν του ανάλογον γραμμάτιον παρακαταθήκης….
Έκαστον γραμμάτιον περιέχει τάς λεπτομερείας του διά τήν σύστασιν της παρακαταθήκης δελτίου, ώς καί πάσαν πληροφορίαν περί του καταθέτου, του κατατεθέντος ποσού, της αξίας της καταθέσεως καί του δικαιούχου, υπέρ ού ή κατάθεσις».
΄Αρθρον 16.
«Αποφάσεις Δικαστικής ή Διοικητικής Αρχής διατάσσουσαι τήν κατάθεσιν εγγυήσεως είτε … πρός αποφυλάκισιν τινός … επισυνάπτονται απαραιτήτως είς τό δελτίον τό περιέχον τάς περί συστάσεως της παρακαταθήκης πληροφορίας».
Άρθρον 18.
«Η απόδοσις των παρακαταθηκών ενεργείται παρά των Ταμείων … είς τόν δικαιούχον ή τόν νόμιμον αύτου αντιπρόσωπον επί τή προσκομίσει του γραμματίου της αποδοτέας παρακαταθήκης καί των απαιτουμένων δικαιολογητικών εγγράφων. … δυνάμει χρηματικού εντάλματος πληρωμής …».
΄Αρθρον 23.
«Εφ΄ εκάστης αποδόσεως παρακαταθήκης ό ενεργών τήν απόδοσιν Ταμίας υποχρεούται νά βεβαιούται περί της υπάρξεως όλων των σημειουμένων έν τω εντάλματι δικαιολογητικών εγγράφων …».
΄Αρθρον 25.
«Αί επί των παρακαταθηκών ή τήν πληρωμήν των τόκων τούτων κατασχέσεις ενεργούνται, συμφώνως πρός τά έν τή πολιτική δικονομία οριζόμενα...
Η κοινοποίησις της κατασχέσεως έχει ώς αποτέλεσμα τήν άμεσον αναστολήν της αποδόσεως παρακαταθήκης ή της πληρωμής των τόκων αύτης.».
16. Στο άρθρο 2 του α.ν. 1144/1938 «Περί εκποιήσεως αυτουσίων παρακαταθηκών κηρυσσομένων ως αζητήτων και τροποποιήσεως ενίων διατάξεων του Οργανισμού του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων» (Α’ 119) ορίζεται ότι:
«Αι υποχρεωτικαί παρακαταθήκαι, των οποίων η απόδοσις δεν εξηρτήθη εκ δικαστικής αποφάσεως ή εντολής δικαστικής ή διοικητικής αρχής δύνανται να επιστραφώσι τω καταθέτη επί τη αιτήσει του και τη προσκομίσει του γραμματίου παρακαταθήκης, αν μέχρι της αποδόσεως ο υπέρ ού αι παρακαταθήκαι ουδεμίαν εξεδήλωσε οπωσδήποτε και πάντοτε εγγράφως προς το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων πρόθεσιν περί αποδοχής».
17. Στο άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του ν. 2074/1992 (Α΄ 128) ορίζεται ότι:
«1. Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων καθίσταται αυτόνομος πιστωτικός οργανισμός περιφερειακής ανάπτυξης, φύλαξης και διαχείρισης παρακαταθηκών και στήριξης της στεγαστικής πολιτικής, είναι νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, διοικείται από διοικητικό συμβούλιο τριετούς θητείας, η σύνθεση και η συγκρότηση του οποίου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος και εποπτεύει τον Οργανισμό αυτόν.
2. Με προεδρικά διατάγματα εκδιδόμενα με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών: α) Εγκρίνεται το καταστατικό του Οργανισμού, που θα συνταχθεί από το διοικητικό του συμβούλιο σε προθεσμία δώδεκα μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Η ίδια διαδικασία ορίζεται και για τις μελλοντικές τροποποιήσεις του….».
18. Στο άρθρο 1 του προεδρικού διατάγματος 95/1996 «Οργανισμός του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων» ( Α' 76), που εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 2074/1992, ορίζεται ότι:
«…Μορφή
Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που θα αναφέρεται στα επόμενα ‘’Τ.Π. & Δ.’’, αποτελεί αυτόνομο χρηματοπιστωτικό, διαχειριστικό οργανισμό περιφερειακής ανάπτυξης, αποκλειστικής φύλαξης και διαχείρισης των κάθε μορφής παρακαταθηκών, στήριξης της στεγαστικής πολιτικής για την απόκτηση πρώτης κατοικίας και εξυπηρέτησης του δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος, είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού των Οικονομικών.»
19. Στο άρθρο 53 του ν.δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (Α' 204), ορίζεται ότι:
«1. Δια πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π. ως τρίτου, το κατασχετήριον ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π. κοινοποιούνται εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το αρμόδιον δια την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις το Δημόσιον Ταμείον εις ο υπάγεται φορολογικώς ο καθ` ου η κατάσχεσις και εις την αρμοδίαν δια την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης, Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν Υπηρεσίαν.
2. Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, δια την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατυπώσεις, είναι άκυρος».
20. Κατά το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 4337/2015, (Α΄ 129):
«Για τα Ν.Π.Δ.Δ. που ανήκουν στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του ν.δ. 496/1974, πλην του άρθρου 1 παρ. 3, του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 3 παράγραφοι 2 και 3, του άρθρου 4 παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 9 παράγραφοι 1, του άρθρου 12 παράγραφοι 1, 3 και 6, του άρθρου 13 παρ. 6α και του άρθρου 14. Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 του ν.δ. 496/1974 (Α` 204) καταργείται».
21. Στο άρθρο 20 της απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών με αριθμό 0780/444/1986 «Δικαιολογητικά που απαιτούνται από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών προς διεκπεραίωση υποθέσεων των πολιτών» (Β'841), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του ν. 1599/1986 (Α'75), ορίζεται ότι:
«Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων
Παρ. 2. Απόδοση Παρακαταθηκών
Α. Για απόδοση οποιασδήποτε παρακαταθήκης: Πρωτότυπο γραμματίου παρακαταθήκης..Β. …
Για απόδοση απαίτησης, που έχει κατασχεθεί στα χέρια του Ταμεία σαν τρίτου: α) Τίτλος εκτελεστός, β) Εκθέσεις επίδοσης προς: βα) τον τρίτο, ββ) τον οφειλέτη και βγ) το Δημόσιο Ταμείο της φορολογίας του οφειλέτη. …
Γ. Για την απόδοση Δικαστικών Παρακαταθηκών
α) Έγγραφη εντολή του αρμόδιου Δικαστικού Γραμματέα ή του αρμοδίου Εισαγγελέα, β) Απόσπασμα απόφασης ή βουλεύματος, όταν η απόδοση διατάσσεται με απόφαση ή βούλευμα, Ποινικού Δικαστηρίου, ...».
22. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ. – π.δ. 258/1986, Α΄ 121), όπως ίσχυε (κατά τον χρόνο σύστασης του υπό εξέταση γραμματίου χρηματικής παρακαταθήκης) πριν την κατάργησή του από 1.7.2019, δυνάμει των άρθρων 585 και 586 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4620/2019 (Α΄ 96/11.06.2019), όριζε ότι:
Άρθρο 282 παρ. 1 και 2
«1. Όσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 σκοπών.
2. Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως η παροχή εγγύησης, η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή, […]».
Άρθρο 297 παρ. 1 και 2:
«1. Αν ως περιοριστικός όρος τεθεί η καταβολή εγγύησης, το ύψος καθώς και το είδος και το αξιόχρεο της εγγύησης, ορίζονται με ελεύθερη κρίση, αφού ληφθεί υπόψη η ποινή που επιβάλλεται στην πράξη, καθώς και η οικονομική και η ηθική κατάσταση του κατηγορουμένου.
2. Η εγγύηση δίνεται από τον κατηγορούμενο ή από κάθε άλλον τρίτο. Η ποσότητα που ορίστηκε καταβάλλεται σε χρήματα ή με ενέχυρο πραγμάτων ή με αξιόχρεη υποθήκη ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας. Η εγγύηση δίνεται στο γραμματέα του δικαστηρίου, και συντάσσεται σχετική έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που παρέχει την εγγύηση, τον κατηγορούμενο, τον εισαγγελέα και το γραμματέα».
23. Στο άρθρο 299 παρ. 1 του ισχύοντος Κ.Π.Δ. ορίζονται τα εξής:
«1. Αν ο κατηγορούμενος αθωωθεί …, η εγγύηση επιστρέφεται άμεσα … .Την απόδοση διατάσσει το δικαστήριο με την ίδια απόφαση. […].».
24. Στα άρθρα 158, 175, 455, 713, 719, 822 και 830 του ΑΚ ορίζεται ότι:
Άρθρο 158 – «Τύπος δικαιοπραξίας.
Η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος».
Άρθρο 175 – «Απαγόρευση διάθεσης.
Η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Αν η απαγόρευση έχει οριστεί για το συμφέρον ορισμένων προσώπων, την ακυρότητα μπορούν να προτείνουν μόνο αυτά».
Άρθρο 455 – «Έννοια
Ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση)».
Άρθρο 713 - «Έννοια
Με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας».
Άρθρο 719
«Ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της».
Άρθρο 822 – «Έννοια
Με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί. …».
Άρθρο 830 – «Ανώμαλη παρακαταθήκη
Η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί. Σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη».
25. Στις διατάξεις των άρθρων 904, 918, 982, 983, 984, 985, 987 και 988 του Κ.Πολ.Δ. (π.δ. 503/1985, Α΄ 182), όπως αυτές ίσχυαν κατά τον χρόνο επιβολής της εξεταζόμενης κατάσχεσης, ορίζεται ότι:
Άρθρο 904
«1. Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου. 2. Εκτελεστοί
τίτλοι είναι α) οι τελεσίδικες αποφάσεις καθώς και οι αποφάσεις κάθε ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές … .».
Άρθρο 918
«1. Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου που έχει τον εκτελεστήριο τύπο (απόγραφο). Ο εκτελεστήριος τύπος συνίσταται στην έκδοσή του στο όνομα του Ελληνικού Λαού και στη διαταγή προς όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο. 2. Ο εκτελεστήριος τύπος δίνεται: α) … αν πρόκειται για απόφαση πολυμελούς δικαστηρίου, από τον πρόεδρο … .».
Άρθρο 982 - Κατάσχεση στα χέρια τρίτου.
«1. Μπορούν να κατασχεθούν α) χρηματικές απαιτήσεις …».
Άρθρο 983
«1. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο … εγγράφου...».
Άρθρο 984.
«1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο. Η ευθύνη του τρίτου ρυθμίζεται σύμφωνα με την παρ. 3.
2. Απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεμένης απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεμένου, αφότου του επιδοθεί το έγγραφο του άρθρου 983, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμα σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση. Όταν πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις, η απαγόρευση αφορά μόνο το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.
3. Αφότου του κοινοποιηθεί η κατάσχεση, ο τρίτος γίνεται μεσεγγυούχος.
4. Η κατάσχεση που έχει επιβληθεί δεν εμποδίζει εκείνον κατά του οποίου έγινε να στραφεί κατά του τρίτου δικαστικώς ή με αναγκαστική εκτέλεση. Σ` αυτή την περίπτωση, μετά την ενέργεια της εκτέλεσης, και αν πρόκειται για πράγμα που μπορεί να κατατεθεί, κατατίθεται δημόσια, αλλιώς ο δικαστικός επιμελητής ορίζει μεσεγγυούχο για να το φυλάει. …».
Άρθρο 985
«1. Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό. …».
Άρθρο 987.-
«Ο τρίτος δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης παρά μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση».
Άρθρο 988.
«1. Αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ ημέρες αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθένα από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. ...».
Ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ερμηνευόμενες αυτοτελώς, αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ενόψει και όλου του νομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται και του σκοπού που εξυπηρετούν και των πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν από το φάκελο του ερωτήματος, συνάγονται τα ακόλουθα:
26. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι τo Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αποτελεί αυτόνομο χρηματοπιστωτικό οργανισμό ως θεσμοθετημένη Αρχή, που δέχεται δημόσιες παρακαταθέσεις, χωρίς να υποκαθίσταται ή να αναλαμβάνει ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των προσώπων που συμμετέχουν στη σχέση που συνδέει τον δανειστή, τον οφειλέτη ή και τον τυχόν τρίτο και με την παρακατάθεση αναλαμβάνει ρόλο απλού θεματοφύλακα, δεσμευόμενο από τους όρους της παρακαταθήκης (ΑΠ 870/2013, Γν. ΝΣΚ 10/2021), σύμφωνα και με το άρθρο 2 του οργανικού νόμου του κατά το οποίο σκοπός του μεταξύ άλλων είναι και η αποκλειστική φύλαξη και διαχείριση των κάθε μορφής παρακαταθηκών (χρηματικών και αυτούσιων).
27. Οι υποχρεωτικές παρακαταθήκες (άρθρα 2 και 3 του ν.δ. της 12.11.1927, άρθρο 2 του α.ν. 1144/1938, άρθρα 2, 3 και 4 του προεδρικού διατάγματος της 30.12.1926/3.1.1927) διακρίνονται: α) σε εκείνες που συνιστώνται σε εκτέλεση νόμου, δικαστικής ή διοικητικής απόφασης ή εντολής και β) σε εκείνες που συνιστώνται χωρίς προηγούμενη υποχρέωση από το νόμο κ.λπ.
Η έννοια του όρου της υποχρεωτικής παρακαταθήκης προκύπτει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του ν.δ. της 12.11.1927 και των άρθρων 2, 3 και 4 του π.δ. της 30.12.26/3.1.27 περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών, που αναφέρθηκαν ανωτέρω στο νομικό πλαίσιο.
28. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.) προβλέπεται η επιβολή των ενδεικτικώς αναφερομένων στο άρθρο 282 παρ. 2 αυτού περιοριστικών όρων στον κατηγορούμενο, μεταξύ των οποίων είναι και η παροχή εγγύησης, που δίδεται στον γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου υπό τις καθοριζόμενες στο άρθρο 297 παρ. 2 διατυπώσεις. Οι περιοριστικοί αυτοί όροι αποσκοπούν, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και της υποβολής του στην εκτέλεση της απόφασης, ήτοι αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση της ποινικής διαδικασίας στην οποία εντάσσονται αποκλειστικά, και στην εκπλήρωση της αποστολής της ποινικής δίκης. Ειδικότερα, κατά την παρ. 1 του άρθρου 303 στην περίπτωση αθώωσης του κατηγορουμένου, όπως επίσης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στις περιπτώσεις οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης ή κήρυξής της ως απαράδεκτης, διατάσσει την απόδοση της εγγύησης το δικάζον δικαστήριο αμέσως μετά την αθώωση κ.λπ. διαφορετικά, ήτοι σε περίπτωση παράλειψης, το συμβούλιο πλημμελειοδικών.
29. Εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται ότι από της καταβολής της ποινικής εγγύησης ως περιοριστικού όρου, (δυνάμει σχετικής ανακριτικής διάταξης), ιδρύεται μεταξύ του κράτους και του καταβαλόντος την εγγύηση κατηγορουμένου ή τρίτου έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, διεπομένη αποκλειστικώς από τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες αποβλέπουν στην απρόσκοπτη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας και στην εξασφάλιση της εκτέλεσης της τυχόν καταδικαστικής απόφασης, και δι` αυτής στην ικανοποίηση της ποινικής αξίωσης της Πολιτείας χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 1418/2002). Ενόψει της τέτοιας φύσης της ποινικής εγγυοδοσίας συνάγεται περαιτέρω ότι οι έννομες σχέσεις που ενδεχομένως συνδέουν τον καταβαλόντα την εγγύηση με τους δανειστές του δεν μπορούν να επηρεάσουν την λειτουργία της δημοσίου δικαίου σχέσης της εγγυοδοσίας. Ούτε είναι ανεκτή η αφαίρεση της επί της τύχης της τέτοιας εγγύησης εξουσίας από τα ποινικώς δικαιοδοτούντα όργανα της Πολιτείας δια της ιδιωτικής βούλησης. Ενόσω δε, βρίσκεται σε ισχύ η αντίστοιχη ανακριτική διάταξη, τούτη λειτουργεί άμεσα και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος εξαιρώντας τα χρήματα που παρακατέθηκαν από τη δυνατότητα να αποτελέσουν αυτά αντικείμενο ελεύθερης συναλλαγής ιδιωτών. Έτσι είναι φανερό ότι τα συγκεκριμένα χρήματα που παρακατατέθηκαν λόγω ποινικής εγγυοδοσίας τίθενται προσωρινά (όσο δηλαδή βρίσκεται σε ισχύ η διάταξη του ανακριτή) ως στοιχεία που εξυπηρετούν ειδικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, «εκτός συναλλαγής» και ούτε το Ταμείο ούτε ο καταθέτης έχουν την εξουσία να τα αναλάβουν και να διαθέσουν.
30. Μετά δε, την αθώωση του κατηγορουμένου η απόδοση της εγγύησης που κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους, γίνεται προς τον καταθέσαντα αυτήν και όχι προς τον κατηγορούμενο ή προς τρίτο, αν δεν είναι και ο καταθέσας (45/2013 Εφ Δωδεκανήσου Ποιν).
31. Περαιτέρω, από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σε σχέση με τον σκοπό της ποινικής εγγυοδοσίας της οποίας έγινε παρακατάθεση στο ΤΠΔ και την απόδοση αυτής, συνάγεται ότι μετά την πλήρωση των σχετικών διαδικαστικών προϋποθέσεων και την διαταγή από το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο περί απόδοσης αυτής στον καταθέτη, περατώνονται οι σκοποί δημοσίου δικαίου τους οποίους εξυπηρετούσε η εγγυοδοσία αυτή, η οποία και αποτέλεσε την αιτία της παρακατάθεσης στο ΤΠΔ και τα παρακατατεθέντα χρήματα είναι ελεύθερα προς απόδοση.
32. Η επίμαχη χρηματική παρακαταθήκη που έχει συσταθεί ως περιοριστικός όρος για την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης της Μ.Σ., υπάγεται στην κατηγορία των υποχρεωτικών εγγυοδοτικών παρακαταθηκών και όχι των δικαστικών, διότι η εγγύηση αποσκοπεί στην εξασφάλιση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ήτοι ότι ο αποφυλακισθείς θα παρασταθεί στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της τυχόν καταδικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί και όχι ιδιωτικής διαφοράς, όπως είναι οι δικαστικές εγγυήσεις. Η μη επίτευξη οιουδήποτε εκ των ανωτέρω σκοπών συνεπάγεται την κατάπτωση της εγγύησης υπέρ του Δημοσίου (Ι. Καστριώτης, Η σύσταση παρακαταθήκης εξ επόψεως Τ.Π. & Δανείων, Τεύχος Α΄, σελ.134 επ.). Στο συσταθέν δε, υπό εξέταση, γραμμάτιο παρακαταθήκης, ως «ΚΑΤΑΘΕΤΗΣ» αναφέρεται ο Γ.Ι. και ως αιτιολογία αναγράφεται αυτή που αναφέρεται στο Ιστορικό της παρούσας, ενώ ως όρος για την απόδοσή του, έχει τεθεί η έκδοση δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος και η έγγραφη εντολή της αρμόδιας δικαστικής αρχής.
33. Ως προς τον καθορισμό της έννοιας του όρου «καταθέτης» πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός θεωρείται πως είναι αυτός στον οποίο ανήκουν τα κατατεθέντα. Παρατηρείται όμως συχνά, κατά κανόνα στις εγγυοδοτικές παρακαταθήκες, να ενεργεί την κατάθεση άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του οφειλέτη, οπότε στην περίπτωση αυτή είναι απαραίτητο το Ταμείο να γνωρίζει ποιος θα είναι ο δικαιούχος αυτών σε περίπτωση επιστροφής τους. Έτσι αν ο καταθέτης δήλωσε ότι ενεργεί κατ΄ εντολή και για λογαριασμό τρίτου, ή ότι παρακαταθέτει χρήματα ανήκοντα σε τρίτο, τότε καταθέτης δικαιούμενος να αναλάβει τα κατατεθέντα, αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, είναι ο τρίτος (Ι. Καστριώτης, Η σύσταση παρακαταθήκης εξ επόψεως Τ.Π. & Δανείων, Τεύχος Α΄, σελ. 65). Ομοίως, τη σύσταση της παρακαταθήκης μπορεί να ζητήσει αντί του υποχρέου προς κατάθεση και τρίτο πρόσωπο, ενεργούν εν προκειμένω ως αντιπρόσωπος ή πληρεξούσιος αυτού, χωρίς να τυγχάνει απαραίτητη και η προσαγωγή εξουσιοδότησης (Ι. Καστριώτης, Η σύσταση παρακαταθήκης εξ επόψεως Τ.Π. & Δανείων, Τεύχος Α΄, σελ. 87). Έχει όμως μεγάλη σημασία ο ρητός προσδιορισμός της σχέσης εντολής, πληρεξουσιότητας, αντιπροσώπευσης κ.λπ. που υφίσταται μεταξύ καταθέτη και εντολέα, αντιπροσώπου, κ.λπ., η παράλειψη αναγραφής της οποίας, όχι απλώς αλλοιώνει την έννοια της παρακαταθήκης, αλλά και ανατρέπει την υφισταμένη σχέση μεταξύ του εντολέα και του Ταμείου, με την έννοια ότι από τη μη αναγραφή της εν λόγω σχέσης, το Ταμείο δεσμεύεται να αποδώσει τα χρήματα εις τον καταθέτη (Ι. Καστριώτης, Η σύσταση παρακαταθήκης εξ επόψεως Τ.Π. & Δανείων, Τεύχος Α΄, σελ. 73). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία ο ενεργών τη σύσταση εμφανίζεται ως πληρεξούσιος, επίτροπος κ.λπ. και γενικά ως εκπρόσωπος του υποχρέου προς κατάθεση (Ι. Καστριώτης, Η σύσταση παρακαταθήκης εξ επόψεως Τ.Π. & Δανείων, Τεύχος Α΄, σελ. 71). Και σ΄ αυτήν την περίπτωση όμως, θα πρέπει να προσδιορίζεται ρητά η σχέση εντολής μεταξύ του υποχρέου προς κατάθεση – εντολέα, προς τον πληρεξούσιο και να προκύπτει είτε από το ίδιο το γραμμάτιο, είτε από συνοδεύον αυτό Δελτίο Σύστασης Χρηματικής Παρακαταθήκης.
34. Εξάλλου, από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), που έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι η φερόμενη εντολή προς τον Ι.Γ. και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών (κατάρτιση της υπό εξέταση εγγυοδοτικής παρακαταθήκης), έλαβαν χώρα πριν την κατάργησή τους με τον νέο Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013, ΦΕΚ Α΄ 208/27.9.2013) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 713 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή (Βλ. ΑΠ 321/2017, ΕφΑθ 473/2020 κ.ά.). Από τις διατάξεις των άρθρων 713 και 719 ΑΚ συνάγεται ότι εντολή είναι η σύμβαση, η οποία μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς, κατά το άρθρο 158 ΑΚ (ΑΠ 1755/2022, ΑΠ 404/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 2212/2014). Ομοίως, για τη σύμβαση της εντολής, η οποία αναφέρεται στην εσωτερική σχέση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, ισχύει ο κανόνας του άτυπου της κατάρτισής της κατά την Α.Κ. 158 και ως τέτοια μπορεί να καταρτισθεί είτε εγγράφως (με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο) είτε προφορικώς (ρητώς ή σιωπηρώς) και αποδεικνύεται κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις (Βλ. ΑΠ 1614/2006, ΕΑ 602/2008). Άλλωστε, στις περιπτώσεις στις οποίες ο νομοθέτης θέλησε την επιβολή τύπου για την απόδειξη της πληρεξουσιότητας του δικηγόρου εκ μέρους εντολέα του το όρισε ρητά και για το λόγο αυτό, εφόσον οι οικείες διατάξεις δεν επιβάλλουν τύπο για την παροχή πληρεξουσιότητας από τους εντολείς των δικηγόρων, ισχύει ο γενικός κανόνας περί του ατύπου της παροχής πληρεξουσιότητας από τους εντολείς τους (Ολ ΝΣΚ 21/2018). Επίσης, ούτε στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999) υφίσταται διάταξη ορίζουσα τύπο για την παροχή πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο από τον εντολέα του για την εκπροσώπηση του τελευταίου στις συναλλαγές του με τη διοίκηση.
35. Οι κατασχέσεις επί των παρακαταθηκών ενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ως άνω από 30.12.1926/3.1.1927 προεδρικού διατάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974 και η κοινοποίηση της κατάσχεσης έχει ως αποτέλεσμα την άμεση αναστολή της απόδοσης παρακαταθήκης.
36. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 982 επ. του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν αναγκαστικώς και χρηματικές απαιτήσεις του καθ` ου η εκτέλεση κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή. Αντικείμενο κατάσχεσης εις χείρας τρίτου μπορεί να είναι και μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, απαιτήσεις οι οποίες τελούν υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή είναι μελλοντικές της ημερομηνίας κατάσχεσης. Απαιτείται, ωστόσο, κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση. Η μελλοντική απαίτηση μπορεί κατά τον χρόνο της κατάσχεσης να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της (βλ. αντί άλλων, ΑΠ 1120/2022, 414/2022, 624/2021, 259/2020, 972/2019, 919/2019, 825/2018, 1081/2015, ΟλΝΣΚ 54/2021, 220/2019, ΝΣΚ 80/2021, κ.ά. πρβλ. σε σχέση με το ΚΠολΔ, Π. Γεσίου Φαλτση, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, ΙΙ, Ειδικό Μέρος, Εκδ. Σακκούλα 2001, παρ. 64 σ. 707 επ., Σ.-Σ. Πανταζόπουλος, Αναγκαστική Εκτέλεση, Σάκκουλας 2η Εκδ 2022, σ. 720 επ.). Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος υποχρεούται σε καταβολή, μετά τη γέννηση της απαίτησης και όχι απλώς μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 § 1 Κ.Πολ.Δ. (βλ. ΕφΑθ 279/2020, ΕφΑθ 5740/2011 ΔΕΕ 2012. 131, ΕφΑθ 5526/2006 ΝοΒ 2007. 1363 και ΕφΑθ 8540/1999 ΔΕΕ 2000. 287). Σε περίπτωση κατάσχεσης μέλλουσας απαίτησης, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση, και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης, αφού είναι δυνατόν η δήλωσή του να είναι αρνητική ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ` ου η κατάσχεση, από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής. `Οταν, συνεπώς, η κατάσχεση αφορά ρητά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ` ου η κατάσχεση, τότε αναμφίβολα η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να ανταποκρίνεται και σε μεταγενέστερα της ημερομηνίας επίδοσης δεδομένα και να περιλαμβάνονται σε αυτή απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά από την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης, εφ` όσον η έννομη σχέση ήταν ήδη γεννημένη κατά τον χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 972/2019 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Αν, κατά την εκπνοή της προθεσμίας του 988 παρ. 1, η απαίτηση συνεχίζει να τελεί υπό αίρεση ή να είναι μέλλουσα, οπότε και δεν είναι δυνατή η καταβολή από τον τρίτο, διά της παρόδου της ο κατασχών υπεισέρχεται απλώς στη θέση του καθ΄ ου η κατάσχεση και καθίσταται δικαιούχος του οποιουδήποτε κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιώματός του. Την πλήρη απαίτηση την αποκτά όμως από τη γένεσή της, οπότε και ο οφειλέτης - τρίτος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον κατασχόντα (Μπρίνιας, παρ. 463, 1391-1393, Κρητικός, Κατ` άρθρο ΕρμΑΚ, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, υπό άρθρο 455 αρ. 50). Επίσης, κατά το άρθρο 984 παρ. 1 εδάφ. α` του ίδιου Κώδικα, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο. Η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, που είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 354/2010), έχει ως έννομη συνέπεια, αν πρόκειται για κατασχεμένες χρηματικές απαιτήσεις, την αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταβολής, στην οποία ενδεχομένως θα προχωρούσε ο τρίτος έναντι του δικού του δανειστή και ήδη καθ` ου η εκτέλεση, ενώ, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, η επίδοση αντιγράφου του κατασχετήριου εγγράφου από τον κατασχόντα στον καθ` ου η εκτέλεση έχει ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεμένης απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε. Τυχόν διάθεση απ` αυτόν του κατασχεμένου απαγορεύεται και είναι αυτοδίκαια άκυρη (άρθρ. 175 ΑΚ) για τον κατασχόντα. Είναι ευνόητο ότι, όταν αντικείμενο της κατάσχεσης (που συνεπάγεται την πιο πάνω νομική δέσμευση) είναι απαιτήσεις (άρθρο 982 παρ. 1 εδάφ. α` ΚΠολΔ), η διάταξη καλύπτει κυρίως την απαγόρευση της εκχώρησης (άρθρο 455 επ. ΑΚ) και της ενεχυρίασης της απαίτησης (άρθρο 1248 ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 444/2024). 37. Σύμφωνα δε, με τη διάταξη του άρθρου 987 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 § 2 Κ.Πολ.Δ. και έχει εφαρμογή και επί κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση, δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, όπως για ελαττώματα της απαίτησης του κατασχόντος, του εκτελεστού τίτλου (π.χ. κατά του κύρους της απαίτησης του κατασχόντος, κατά του οφειλέτη του, την εξόφληση αυτής, την εικονικότητα αυτής ή την εικονικότητα της εκχώρησης αυτής) παρά μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εκτός εάν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε και προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος.
38. Στην προκειμένη περίπτωση, στο εν λόγω γραμμάτιο παρακαταθήκης αναφέρεται ότι «ΚΑΤΑΘΕΤΗΣ» είναι ο Γ.Ι. και η προαναφερόμενη αιτία για την οποία συστάθηκε (εγγυοδοσία – διάταξη Ανακριτού ως περιοριστικός όρος κατά Μ.Σ.), δεν αναφέρεται όμως ούτε η ιδιότητά του ως δικηγόρου, ούτε ότι προέβη στην ως άνω κατάθεση ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εντολέων του, Μ.Σ. και του συζύγου της Β.Σ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, για τη σύσταση της παρακαταθήκης απαιτείται η συμπλήρωση και υποβολή από τον ενδιαφερόμενο - καταθέτη ειδικού έντυπου Δελτίου Σύστασης Χρηματικής Παρακαταθήκης, που περιέχει μεταξύ άλλων και την αιτία της κατάθεσης. Πλην όμως, ούτε στο από 12.7.2013 Δελτίο Σύστασης Χρηματικής Παρακαταθήκης που συνοδεύει το εν λόγω γραμμάτιο, στο οποίο αναφέρεται ως καταθέτης ο Γ.Ι., αναφέρεται η ιδιότητά του ως δικηγόρου, ούτε στο σημείο που αναγράφεται το όνομά του, ούτε στο τέλος του Δελτίου που έχει θέσει την υπογραφή του, ούτε και έχει θέσει τη δικηγορική του σφραγίδα σε κάποιο άλλο σημείο επ΄ αυτού, αλλά ούτε και αναγράφεται ότι προέβη στην εν λόγω κατάθεση ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εντολέων του Μ.Σ. και Β.Σ. ή γενικά ως εκπρόσωπος αυτών. Επίσης, συνημμένη στο ως άνω Δελτίο υπάρχει απλή φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητας του καταθέτη Γ.Ι. και όχι φωτοτυπία της δικηγορικής του ταυτότητας. Εξάλλου, ούτε από το απόσπασμα της αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο Γ.Ι. εκπροσώπησε την Μ.Σ. ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της. Σημειώνεται επίσης, ότι αν και ζητήθηκε από τον Β.Σ. να προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει σε ποιον ανήκει ο τραπεζικός λογαριασμός της ALPHA BANK από τον οποίο εκδόθηκε η από 12.7.2013 τραπεζική επιταγή με την οποία κατατέθηκε το ποσό της παρακαταθήκης, αυτός ουδέν προσκόμισε. Από κανένα συνεπώς έγγραφο ή στοιχείο, αλλά ούτε από το ίδιο το σώμα του γραμματίου παρακαταθήκης και του Δελτίου που το συνοδεύει, δεν αποδεικνύεται ότι ο καταθέτης Γ.Ι. προέβη στη σύσταση αυτού, ενεργώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος και εντολοδόχος του Β.Σ. ή της συζύγου του Μ.Σ. καταβάλλοντας χρήματα που δεν ανήκαν στον ίδιο, αλλά ανήκαν στον Β.Σ., όπως αναγνωρίζει και δηλώνει το πρώτον, στην από 1.10.2024 σύμβαση εκχώρησης απαίτησης.
39. Περαιτέρω, κατά τον χρόνο επιβολής της εξεταζόμενης κατάσχεσης της εν λόγω εγγυητικής παρακαταθήκης εις χείρας του ΤΠΔ, που έλαβε χώρα το έτος 2018, με την οποία κατασχέθηκε από την Ι.Μ. κάθε παρούσα ή μέλλουσα χρηματική αξίωση του καθ΄ου η αναγκαστική εκτέλεση, βρισκόταν σε ισχύ η προαναφερθείσα ανακριτική διάταξη, και τα χρήματα που παρακατέθηκαν δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ελεύθερης συναλλαγής, καθόσον είχαν τεθεί - για όσο χρόνο βρισκόταν σε ισχύ η διάταξη του ανακριτή - ως στοιχεία που εξυπηρετούν ειδικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, και ούτε το Ταμείο ούτε ο καταθέτης είχαν την εξουσία να τα αναλάβουν και να διαθέσουν. Για τον λόγο αυτό το ΤΠΔ προέβη στην ως άνω δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών η οποία ήταν αρνητική ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση ότι εφόσον περιέλθει στο ΤΠΔ δικαστική απόφαση ή βούλευμα που διατάσσει την απόδοση του ποσού του γραμματίου στον καταθέτη, καθ΄ου η κατάσχεση, θα το παρακρατήσει και θα το αποδώσει νομίμως στην κατασχούσα.
40. Μετά τη διαταγή της απόδοσης της ποινικής εγγυοδοσίας στον καταθέτη Γ.Ι. από το αρμόδιο δικαστήριο, το έτος 2024, περατώθηκαν οι σκοποί δημοσίου συμφέροντος τους οποίους εξυπηρετούσε η εγγυοδοσία αυτή, η οποία και αποτέλεσε την αίτια της παρακατάθεσης στο ΤΠΔ και τα παρακατατεθέντα χρήματα είναι πλέον ελεύθερα προς απόδοση. Από τότε συνεπώς γεννήθηκε και η εν λόγω απαίτηση του καταθέτη Γ.Ι. προς απόδοση των χρημάτων της παρακαταθήκης από το ΤΠΔ, οπότε και το ΤΠΔ ως οφειλέτης – τρίτος, θα μπορούσε να καταβάλει στην κατασχούσα.
41. Αντιθέτως, λόγω της Κ.Πολ.Δ. 984 παρ. 1 που απαγορεύει στον οφειλέτη – εν προκειμένω και καταθέτη Γ.Ι., τη διάθεση της απαίτησης που κατασχέθηκε, μετά την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου, και δεδομένου ότι δεν απεδείχθη ότι αυτός προέβη στη σύσταση του εν λόγω γραμματίου, ενεργώντας ως εντολοδόχος και πληρεξούσιος δικηγόρος των Β.Σ. και Μ.Σ., ο Γ.Ι. δεν είχε τη δυνατότητα εκχώρησης της απαίτησης αυτής, αφού αυτός (ο οφειλέτης) στερείται της εξουσίας διάθεσης της οφειλής του και η εν λόγω εκχώρηση που έλαβε χώρα την 1η.10.2024, ήτοι μετά την ως άνω κατάσχεση, απαγορεύεται και είναι αυτοδίκαια άκυρη για την κατασχούσα.
42. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η υπ΄ αριθ. 3719/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτέλεσε τον εκτελεστό τίτλο δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε η εν λόγω κατάσχεση εις χείρας του ΤΠΔ, αναιρέθηκε στη συνέχεια με την με αριθμό 1219/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά το σκεπτικό της, και κατόπιν παραπομπής στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), εκδόθηκε η 5149/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο Γ.Ι. να καταβάλει στην κατασχούσα το ποσό των 18.000 ευρώ. Η τελευταία αυτή τελεσίδικη απόφαση, επίσης περιάφθηκε εκτελεστήριο τύπο συνιστάμενο στην, στο όνομα του ελληνικού λαού, έκδοση του με αριθμού 171/2022 πρώτου απογράφου εκτελεστού και στην διαταγή, σε κάθε αρμόδιο όργανο, για την εκτέλεσή του.
43. Επί του ως άνω ερωτήματος, κατά τη συζήτηση στο Τμήμα, διαμορφώθηκαν δύο (2) γνώμες:
Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, που απαρτίστηκε από τους: Αθηνά Αλεφάντη, Αντιπρόεδρο του Ν.Σ.Κ., Χρήστο Μητκίδη, Αντιπρόεδρο του Ν.Σ.Κ., Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Αγγελική Καστανά, Αναστασία Ζαφειριάδου, Παναγιώτη Δημόπουλο, Θεόδωρο Στριλάκο, Μαρία Γεωργιάδη, Νομικούς Συμβούλους του Κράτους (ψήφοι οκτώ), με την οποία συντάχθηκε και η εισηγήτρια της υπόθεσης, Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ. (απλή γνώμη άνευ ψήφου), στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει αποκλειστικά του ως άνω διδόμενου ιστορικού και μόνον, το ΤΠΔ ως τρίτος δεν μπορεί να προβεί με ασφάλεια σε καταβολή του κατασχεθέντος ποσού, που ενσωματώνεται στο συσταθέν γραμμάτιο παρακαταθήκης, στην κατασχούσα, δεδομένου ότι έχει περιέλθει εις γνώση του ότι: α) η με αριθμό 3719/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αποτέλεσε τον εκτελεστό τίτλο βάσει του οποίου επισπεύσθηκε η αναγκαστική εκτέλεση από την κατασχούσα έχει αναιρεθεί εν μέρει με την 1219/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου κατά το σκεπτικό της τελευταίας και έχει εκδοθεί η με αριθμό 5149/2021 μετ΄ αναίρεση απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με βάση την οποία περιορίζεται το ποσό της απαίτησης της κατασχούσας και β) ο Γ.Ι. αναγνωρίζει ρητά και βεβαιώνει στην από 1.10.2024 σύμβαση εκχώρησης απαίτησης, που επιδόθηκε στο ΤΠΔ, ότι προέβη στην σύσταση του εν λόγω γραμματίου παρακαταθήκης ενεργώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος και εντολοδόχος των Β.Σ. και Μ.Σ., καθώς και ότι τα χρήματα που παρακατέθεσε (30.000 ευρώ) είχαν αποδοθεί εξ ολοκλήρου από κεφάλαια του εντολέα του Β.Σ. στον οποίο ανήκαν. Για τους λόγους αυτούς, το ΤΠΔ διατηρεί εύλογες αμφιβολίες ως προς το πρόσωπο του αληθινού δικαιούχου είσπραξης του ως άνω ποσού και ως προς το ακριβές ποσό της απαίτησης της κατασχούσας, και ενόψει του ότι αφενός μεν, η Ι.Μ. δεν περιόρισε το αρχικό αίτημά της με βάση την ως άνω 5149/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφετέρου δε, σύμφωνα με την από 20.12.2024 ηλεκτρονική υπεύθυνη δήλωση της ιδίας, το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της 3719/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει ήδη εκτελεστεί εν μέρει με την είσπραξη του συνολικού ποσού των 2.211,71 ευρώ, από δύο άλλα πιστωτικά ιδρύματα.
Κατόπιν των ανωτέρω, η εκ μέρους του ΤΠΔ απόδοση του ποσού της εν λόγω παρακαταθήκης και ενόψει, αποκλειστικά, του διδόμενου ιστορικού, είναι δυνατή μόνο υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει η γνώμη της πλειοψηφίας στην απάντησή της.
44. Μειοψήφησαν οι Διονύσιος Ζαχαρόπουλος και Αλέξανδρος Σταυράκης, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους (ψήφοι δύο), οι οποίοι διατύπωσαν την εξής γνώμη: Από το συνδυασμό των άρθρων 983 παρ. 3, 988 παρ. 1 και 990 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη υποβολή ανεπιφύλακτης καταφατικής δήλωσης από τον τρίτο και η πάροδος της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ - υπό την προϋπόθεση της επάρκειας της κατασχεθείσας χρηματικής απαίτησης για τον κατασχόντα - επιφέρει αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης (ΟλΑΠ 3/1993 ΝοΒ 1995.223, ΑΠ 602/2018 ΕλΔ2019.1375, 360/2017 ΕφΑΔ 2017.836). Δημιουργείται, τότε, νόμιμο δικαίωμα του κατασχόντα να ζητήσει, ως εκδοχέας της κατασχεθείσας απαίτησης, την καταβολή του ποσού για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, αντίστοιχα, δε, και νόμιμη υποχρέωση του τρίτου να καταβάλει το εν λόγω ποσό. Περαιτέρω, κατά την πάγια ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 987 ΚπολΔ, όπως ανωτέρω αναπτύσσεται, ο τρίτος δεν έχει δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης για λόγους που αφορούν την απαίτηση του κατασχόντος. Εξαίρεση από την παραπάνω απαγόρευση γίνεται δεκτή από την νομολογία μόνο στην περίπτωση που ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο (ΑΠ 41/2003, 1948/2014) ή η ακυρότητα τέθηκε για το δικό του συμφέρον, όπως λ.χ. είναι το ακατάσχετο της απαιτήσεως (ΑΠ 221/1976) ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 125/23, 2062/2022). Μάλιστα ο τρίτος δεν μπορεί να προβάλλει ούτε και δικονομικές ενστάσεις που αφορούν ακυρότητες της αναγκαστικής εκτελέσεως που έχουν τεθεί για το συμφέρον του καθ΄ ου η εκτέλεση (ΑΠ 687/21). Εξάλλου οι διατάξεις που ρυθμίζουν την αναγκαστική εκτέλεση, μορφή της οποίας είναι η κατάσχεση εις χείρας τρίτου, κατισχύουν αυτών της σύμβασης παρακαταθήκης για τον λόγο ότι οι πρώτες εντάσσονται στην έννοια του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας. Η μορφή αυτή έννομης προστασίας του κατασχόντα θα απέβαινε ανέφικτη και δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό, αν εμποδίζεται από την έννομη σχέση του τρίτου με τον οφειλέτη (εν προκειμένω την παρακαταθήκη) που ρυθμίζεται από τον κοινό νόμο (πρβλ ΑΠ 1241/2008).
Εν προκειμένω, ενόψει: α) του παραπάνω πλέγματος ρυθμίσεων που όλες έχουν τεθεί προς όφελος του κατασχόντα, και δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης, β) η επιβληθείσα κατάσχεση παραμένει ισχυρή (μόνη η ακύρωση – κατά ένα μέρος – του εκτελεστού τίτλου δεν επιφέρει αυτοδίκαιη ακύρωση και της κατάσχεσης), γ) ο σκοπός δημοσίου δικαίου τον οποίο εξυπηρετούσε η παρακαταθήκη (εγγυοδοσία) εξέλιπε και τα παρακατατεθέντα χρήματα είναι ελεύθερα προς απόδοση και δ) η γενόμενη εκχώρηση (μετά την κατάσχεση) είναι άνευ εννόμων συνεπειών, δεν συντρέχει νόμιμος λόγος άρνησης του ΤΠΔ για την καταβολή της κατασχεθείσας απαίτησης στην κατασχούσα. Επομένως, το ΤΠΔ σε γνώση του οποίου έχει περιέλθει ότι η απαίτηση της κατασχούσας για την οποία επεβλήθη η εν λόγω κατάσχεση, έχει περιοριστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ενώ, περαιτέρω, ένα μέρος αυτής (της απαίτησης) έχει ικανοποιηθεί με άλλες κατασχέσεις, οφείλει να αποδώσει το υπόλοιπο της προκύπτουσας από τον περιορισμό και την μερική εξόφληση απαίτησης.
Απάντηση
45. Ενόψει όλων των προεκτεθέντων και με βάση το υποβληθέν από την ερωτώσα Υπηρεσία νομικό και πραγματικό, στο ερώτημα που υποβλήθηκε το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Β΄ Τμήμα) γνωμοδοτεί κατά πλειοψηφία ότι: Ενόψει, αποκλειστικά, του διδόμενου ιστορικού και για λόγους ασφαλείας του δικαίου των συναλλαγών του ΤΠΔ, που αποτελεί αυτόνομο χρηματοπιστωτικό οργανισμό εξυπηρέτησης του δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος, το Ταμείο δύναται να αποδώσει το ποσό της παρακαταθήκης του ερωτήματος μόνο μετά από την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, που θα αναγνωρίζει τον πραγματικό δικαιούχο της απαίτησης, που ενσωματώνεται στο αντίστοιχο γραμμάτιο, και θα προσδιορίζει το ακριβές ποσό της απαίτησης, και υπό τον αυτονόητο όρο της, εκ μέρους του αναγνωρισθησόμενου δικαιούχου, προηγούμενης προσκόμισης όλων των αναγκαίων δικαιολογητικών και της εκ μέρους του ΤΠΔ επαλήθευσης της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την απόδοση του ποσού που ενσωματώνεται στο επίμαχο γραμμάτιο.
ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ
Αθήνα, 12.5.2025
Η Πρόεδρος Η Εισηγήτρια
Αθηνά Αλεφάντη Διονυσία Νταϊφώτη
Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ. Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.