Απόφαση

Αριθμός 3/2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Παπαδημητρίου, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο Εφετών Αιγαίου και από το Γραμματέα Κωνσταντίνο Πετρίδη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Μονοπρόσωπης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «... Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ..Π.», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «...», που εδρεύει στο …, νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίες απαιτήσεις έχουν μεταβιβαστεί στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων συμφώνως με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Αγγέλη κατά
Του εφεσίβλητου: ... του ..., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νίκο Τσιάντο.
Ο ανακόπτων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου την από 11-3-2020 (αρ.εκθ.κατ. 94/2020) ανακοπή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 57/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η καθ’ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την από 22-10-2020 έφεσή της, που έχει κατατεθεί με αριθμό …/2020, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, ο μεν πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας δεν παραστάθηκε, αλλά προκατέθεσε προτάσεις και με σχετική δήλωση, δήλωσε, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνεί να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθεί, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου αναφέρθηκε στις προτάσεις του και ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 22-10-2020 έφεση, που έχει κατατεθεί με αριθμό 55/202, κατά της με αριθμό 57/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 937 αρ. 3 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ’ όσον η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε στις 21-10-2020 και η έφεση ασκήθηκε στις 23-10-2020 (άρθρα 495 επ., 511, 513, παρ.1 εδ.β΄, 516, 517, 518 παρ. 1 και 2 και 520 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία (άρθρ. 533 παρ.1 του ίδιου κώδικα), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το παράβολο που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
O ανακόπτων-εφεσίβλητος, με την ανακοπή του, και για τους λόγους που περιέχονται σε αυτήν, ζήτησε να ακυρωθεί η από 24-1-2020 επιταγή προς εκτέλεση που έχει τεθεί παρά πόδας αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της 11.297/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και της ...΄/7-2-2020 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αιγαίου .... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την ανακοπή. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εκκαλούσα-καθ’ ης η ανακοπή, με την υπό κρίση έφεσή της, για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτήν, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί η ανακοπή.
Ι.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 919 παρ. 1 και 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι όταν ο επισπεύδων δεν είναι ο αρχικός φορέας της αξίωσης, της οποίας η ικανοποίηση επιχειρείται με την αναγκαστική εκτέλεση, η επιταγή προς πληρωμή πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία στηρίζουν τη νομιμοποίησή του (Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκ. Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, εκδ. 1998, σελ. 435). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 925 παρ. 2 ΚΠολΔ, "ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν”. Επομένως, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ’ ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Ως έγγραφα που νομιμοποιούν το διάδοχο νοούνται εκείνα, δημόσια είτε ιδιωτικά, που αποδεικνύουν τη διαδοχή. Απαιτείται δε, η επίδοση ολόκληρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων, τα οποία πρέπει να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα ή επίσημα αντίγραφα και δεν αρκεί η απλή μνεία τους στην επιταγή. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξαμένης εκτελέσεως, είναι δε, ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής (Π. Μάζη, Ερμ. ΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, έκδοση 2021, άρθρο 925, σελ. 163-165). Για το λόγο αυτό, στην περίπτωση της εκχώρησης, ο εκδοχέας της απαιτήσεως πρέπει να κοινοποιήσει την αναγγελία της εκχωρήσεως στο οφειλέτη και μάλιστα ολόκληρο το εκχωρητήριο. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας (ΑΠ 345/2006 Τρ.ΝομΠλ.ΔΣΑ, Εφ.Πειρ. 736/2019, Φαλτσή, «Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης”, 2017, Ι, σελ. 450 Ι. Μπρίνια, «Αναγκαστική Εκτέλεσις» 1983, αρθρο 925). Η ratio legis της θεσπισθείσας ειδικής πρόσθετης διατύπωσης του άρθρου 925 ΚΠολΔ εντοπίζεται στην αποφυγή αιφνιδιασμού του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ως προς τη διαδοχή στο πρόσωπο του επισπεύδοντος δανειστή και εφαρμόζεται και επί μετάθεσης της νομιμοποίησης προς δικαστική επιδίωξη της απαίτησης από το πρόσωπο του δικαιούχου της απαίτησης σε τρίτο – μη δικαιούχο διάδικο (Εφ.Θεσ. 1557/2021, Α. Πλεύρη, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, σελ. 380).
ΙΙ.Από τις διατάξεις του Ν.4354/2015 προβλέπεται η δυνατότητα διαχείρισης ή απόκτησης απαιτήσεων, από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, από εταιρείες ειδικού σκοπού. Για το λόγο αυτό, εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι «εταιρείες αποκτήσεως» (ΕΑΑΔΠ) και οι «εταιρείες διαχειρίσεως» απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τραπέζης της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενο τους (1 § 1 στ. α7, β', 1 § 1 στ. γ', 2 § 1 Ν. 4354/2015 κ.α.). Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 στ. β΄ του Ν. 4354/2015, συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πώλησης μπορούν να είναι μόνον πιστωτικά ιδρύματα ως πωλητές και μόνον ΕΑΑΔΠ ως αγοραστές. Αντίστοιχα στη σύμβαση διαχείρισης δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ και αφετέρου ΕΔΑΔΠ. Ειδικότερα, οι ΕΔΑΔΠ είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα και οφείλουν να λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ (παρ. 1α). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (άρθρο 1 παρ. 1α), οι οποίες μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Το άρθρο 2 §§ 1-3 Ν.4354/2015 προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (2 § 1 Ν. 4354/2015 και 2 § 5 στ. δ' Ν. 4261/2014 σε συνδυασμό). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της. Αφ’ ενός εξουσιοδοτών μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ, ενώ διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον αδειοδοτημένη ΕΔΑΔΠ (1 § 1 στ. α' Ν. 4354/2015). Αντίστοιχα, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστωτικές συμβάσεις που ρυθμίζεται στο άρθρο 3 Ν.4354/2015, μπορεί να γίνεται μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (ή αλλοδαπή ανάλογη εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 § 1 β στ' ββ και γγ' Ν.4354/2015). Η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο (2 § 2 εδ. α' Ν.4354/2015) και περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο περιεχόμενο τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871-872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ' αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4224/2013- (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Σημειώνεται δε, ότι όταν μεταβιβάζονται οι απαιτήσεις των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων στις ΕΑΑΔΠ, οι τελευταίες καθίστανται εκδοχείς των εκχωρουμένων αιτία πωλήσεως χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων, χωρίς εν τούτοις να νομιμοποιούνται προς έγερση αγωγών και διεξαγωγή των σχετικών δικών ως δικαιούχοι διάδικοι (Τσολακίδης Ζ., Μεταβίβαση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ΧρΙΔ 2016, 649 επ.). Ως προς τις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, στις οποίες ως προελέχθη, ανατίθενται -υποχρεωτικώς μεν από τις ΕΑΑΔΠ, η διαχείριση των αποκτηθέντων δανειακών και πιστωτικών απαιτήσεων (άρθρ. 1 παρ. 1γ'), δυνητικώς δε υπό των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (άρθρ. 2 παρ. 1), δεν αποκτούν αυτές κατά κυριότητα και, συνεπώς, δεν καθίστανται ειδικοί κατά το ουσιαστικό δίκαιον διάδοχοι των εν λόγω ιδρυμάτων και συνεπώς νομιμοποιούνται όχι ως δικαιούχοι αλλά ως μη δικαιούχοι διάδικοι διεξαχθείσες περί των διαχειριζομένων απαιτήσεων δίκες (άρθρ. 2 παρ.4) (Κολοτούρος Π., Δικονομική αρμοδιότης των εταιρειών διαχειρίσεως απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων, ΧρΙΔ 2019.464 επ., Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Δίκαιο και Οικονομία, σελ. 412). Εν τούτοις, μόνη η σύναψη της σύμβασης εκχώρησης δεν αρκεί για να επιφέρει τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή-πιστωτικό ίδρυμα στον εκδοχέα Ε.Α.Α.Δ.Π. Απαιτείται επιπλέον και καταχώριση τόσο της υποσχετικής σύμβασης πώλησης όσο και της εκποιητικής σύμβασης εκχώρησης στο δημόσιο βιβλίο του Άρθρου 3 του ν. 2844/2000, ήτοι στο βιβλίο του ενεχυροφυλακείου. Όπως, άλλωστε, διακηρύσσεται ρητά στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του Άρθρου 3: «Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των πωλούμενων απαιτήσεων του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος”. Η καταχώριση συνιστά, δηλαδή, στοιχείο του πραγματικού της εκχώρησης με την έννοια ότι η απαίτηση μεταβιβάζεται στην Ε.Α.Α.Δ.Π. μόνο αν τη σύναψη των δύο συμβάσεων ακολουθήσει η καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο. Βέβαια, η σχετική καταχώριση δεν υποκαθιστά κατά τις προβλέψεις του νόμου την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη. Αντιθέτως, καθιερώνεται σύστημα διπλής δημοσιότητας, καθώς, βάσει του ίδιου άρθρου, της ως άνω καταχωρίσεως έπεται η αναγγελία αυτής προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές που πρέπει να γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο (Απόστολος Δ. Τασίκας, Μεταβίβαση απαιτήσεων από πώληση δανείων μετά τον ν. 4354/2015, Αναμνηστικός Τόμος ... Γεωργακόπουλου II, Κέντρο Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης, http://www.bankofgreece.gr/ BogEkdoseis/Georgakopoulos_vol_II.pdf, σελ. 1006 επ., Ζαφείριος Ν. Τσολακίδης, Μεταβίβαση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ΧρΙΔ ΙΣΤ/2016, σελ. 647). Ως εκ τούτου, μέχρι την αναγγελία της καταχώρισης, η μεταβίβαση είναι σχετική και δεν υφίσταται έναντι του οφειλέτη και των τρίτων (. (ΑΠ 368/2019, Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Δίκαιο & Οικονομία, Π.Ν. Σάκκουλας, σελ. 416).
Ο ανακόπτων, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι πρέπει να ακυρωθούν οι προαναφερθείσες πράξεις εκτέλεσης, διότι δεν του κοινοποιήθηκαν τα απαιτούμενα έγγραφα από τα οποία να προκύπτει η νομιμοποίηση της επισπεύδουσας την εκτέλεση, καθ’ ης, δεδομένου ότι αυτή επισπεύδει την εκτέλεση χωρίς να είναι η αρχική δικαιούχος της απαίτησης, αλλά ειδική διάδοχος αυτής και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι δεν του επιδόθηκε ολόκληρη η σύμβαση μεταβίβασης, με συνέπεια να μην προκύπτει ότι είναι ειδική διάδοχος και την ένδικης απαίτησης του ιδίου (ανακόπτοντος).
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της καθ’ ης που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, καθώς και των ... και .../8-7-2020 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., που λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση (βλ. την .../3-7-2020 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου Δικαστικού Επιμελητή), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 28-1-2020 η καθ’ ης επέδωσε στον ανακόπτοντα αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της 11297/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά των α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία», β) ... του ... και γ) ... του ..., με την οποία επιτασσόταν ο ανακόπτων να καταβάλει για επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 4.700.000 ευρώ, νομιμοτόκως από 21-3-2014, όπως τα ποσά εξειδικεύονται στην ένδικη επιταγή, πλέον δικαστικών εξόδων. Μαζί με την επιταγή η καθ’ ης συγκοινοποίησε στον ανακόπτοντα α) ακριβές αντίγραφο καταχώρησης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από 31-10-2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων από την Τράπεζα … ΑΕ στην εταιρεία με την επωνυμία «...”, ακριβές αντίγραφο της καταχώρησης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από 31-10-2018 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων με την οποία η ... διόρισε διαχειριστή των απαιτήσεών της την καθ’ ης, 3) ακριβή αντίγραφα των καταχωρηθέντων αποσπασμάτων του παραρτήματος της από 31-1-2018 σύμβασης, που έχει καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο από τα οποία κατά τα αναφερόμενα στην επιταγή προκύπτει ότι οι απαιτήσεις για τις οποίες επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση απ΄τη με αριθμό …/1994 σύμβασης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό για τις οποίες έχει εκδοθεί η ανωτέρω διαταγή πληρωμής περιλαμβάνονται στις εκχωρηθείσες απαιτήσεις, 4) ακριβές αντίγραφο του .../16-11-2018 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ... και 5) ανακοίνωση καταχώρησης της καθ’ ης στο ΓΕΜΗ. Δυνάμει της ως άνω επιταγής, η καθ’ ης, στις 7-2-2020, δυνάμει της ...΄/7-2-2020 έκθεσης κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή Θήρας ..., με ημερομηνία πλειστηριασμού την 23η Σεπτεμβρίου 2020, η οποία επιδόθηκε στον ανακόπτοντα στις 11-2-2020, επεβλήθη κατάσχεση στα ακίνητα αυτού, όπως αυτά περιγράφονται στην ως άνω έκθεση, τα οποία βρίσκονται στη θέση «Φοινικιά» Δ.Δ. Οίας του Δήμου Θήρας. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η επισπεύδουσα την αναγκαστική εκτέλεση καθ’ ης δεν είναι η αρχική δικαιούχος της απαίτησης κατά του ανακόπτοντος, αλλά ενεργεί ως ειδική διάδοχος αυτής. Ειδικότερα, η καθ’ ης η ανακοπή επιχειρεί να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον της για την επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως στο γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...”, ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», η οποία ήταν και η αρχική δικαιούχος των ένδικων απαιτήσεων κατά του ανακόπτοντος, οι οποίες (απαιτήσεις) προέκυψαν από την 953/1994 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή μη της μεταβίβασης των απαιτήσεων της Τράπεζας … στην εταιρεία ... και ακολούθως, τη νομιμότητα της ανάθεσης της διαχείρισης των αντιστοίχων απαιτήσεων στην καθ’ ης, η τελευταία όφειλε να κοινοποιήσει στον ανακόπτοντα όλα τα αναγκαία έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι αφ’ ενός έχει μεταβιβαστεί, συγκεκριμένα, η ένδικη απαίτηση και, ακολούθως, ότι η καθ’ ης είναι διαχειρίστρια αυτής. Πλην όμως, δεν προέκυψε ότι επιδόθηκε στον ανακόπτοντα ολόκληρο το κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων από την Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ στην εταιρεία «...», καθώς και της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων με την οποία η προαναφερθείσα εταιρεία διόρισε διαχειρίστρια επιχειρηματικών απαιτήσεών της στην καθ’ ης, παρά μόνο ακριβή αντίγραφα καταχώρισης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Από τα προαναφερθέντα έγγραφα όμως που συγκοινοποιήθηκαν στον ανακόπτοντα με την επιταγή δεν προκύπτει ότι η καθ’ ης νομιμοποιείται για την ένδικη απαίτηση, ως ειδική διάδοχος για την διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφ’ όσον δεν αποδεικνύεται ότι αφ’ ενός έχει μεταβιβαστεί η συγκεκριμένη απαίτηση στην εταιρεία με «...» και αφ’ ετέρου ότι έχει ανατεθεί στην καθ’ ης η διαχείριση της συγκεκριμένης απαίτησης. Επομένως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 925 ΚΠολΔ., ο σκοπός της οποίας είναι η αποφυγή αιφνιδιασμού του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ως προς τη διαδοχή στο πρόσωπο του επισπεύδοντος δανειστή. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στα κοινοποιηθέντα έγγραφα τα στοιχεία της επίδικης σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι εν προκειμένω η διαδικασία πάσχει από ακυρότητα, διότι δεν αποδεικνύει τη νομιμοποίησή της και όχι διότι δεν προκύπτει η ύπαρξη της απαίτησης. Πρέπει να επισημανθεί ότι η εκκαλούσα δεν ισχυρίζεται ότι επιδόθηκαν στον ανακόπτοντα και άλλα έγγραφα νομιμοποιητικά, πλην αυτών που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, και ανεξαρτήτως βλάβης του ανακόπτοντος, εφ’ όσον δεν αποδεικνύεται η νομιμοποίηση της καθ’ ης, η ένδικη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης πάσχει ακυρότητας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια δεν έσφαλε. Ακολούθως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς διερεύνηση η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν εν προκειμένω ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ). Τέλος, εφόσον η έφεση απορρίπτεται πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει προκαταβληθεί από την εκκαλούσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στη Σύρο, στις 12 Ιανουαρίου 2022, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ