Αριθμός Απόφασης 83/2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ
(Μεταβατική Έδρα Σάμου)
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Παπαδημητρίου, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο Εφετών Αιγαίου και από τη Γραμματέα Αγγελική Καζόγλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2022, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος - εκκαλούντος : ... του …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάνο Μαλαγάρη, με δήλωση, κατά το άρθρο 242 ΚΠολΔ.
Των καθ’ ων η κλήση – εφεσιβλήτων : α) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», και τον διακριτικό τίτλο «… ΑΒΕΕ», η οποία εδρεύει στο … Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, ως καθολικής διαδόχου της συγχωνευθείσας, δι’ απορροφήσεως ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «… ΑΒΕΕ», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Καρακατσάνη, β) Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «...», που εδρεύει στο Δήμο … Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Πελέκη, με δήλωση, κατά το άρθρο 242 ΚΠολΠ και γ) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... Ανώνυμη Εταιρεία Προσωρινής Απασχόλησης», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Ράικο, με δήλωση, κατά το άρθρο 242 ΚΠολΠ.
Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου την από 26-12-2016 (αρ.εκθ.κατ. …/2016) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 177/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 30-7-2020 έφεσή τoυ, που έχει κατατεθεί με αριθμό …/2020, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε στις 26 Μαΐου 2021, οπότε και ματαιώθηκε.
Ήδη, με την από 8-6-2021 κλήση (αρ.εκθ.κατ. …/8-6-2021), η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επαναφέρεται προς συζήτηση η έφεση.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης εφεσίβλητης κατέθεσε προτάσεις και ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτές, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των λοιπών διαδίκων δεν παραστάθηκαν, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις και, με σχετική δήλωση, δήλωσαν, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνούν να συζητηθεί η έφεση, χωρίς να παρασταθούν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Με την από 8-6-2021 κλήση (αρ. εκθ. κατ. …/8-6-2021), παραδεκτά επαναφέρεται προς συζήτηση η από 30-7-2020 έφεση, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε στις 26 Μαΐου 2021.
Η υπό κρίση έφεση, κατά της με αριθμό 177/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφ’ όσον δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης και από τη δημοσίευσή της (16-6-2020) έως την άσκηση της έφεσης (30-7-2020) δεν παρήλθε η νόμιμη προθεσμία (άρθρα 495 επ., 511,513, παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 518 παρ. 1 και 2 και 520 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρ. 533 παρ.1 του ίδιου κώδικα).
Α.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 εδ. 4 και 216 § 1 KΠολΔ , συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του νόμω βάσιμου αυτής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε, την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία αυτή δε, δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. α΄ και β΄ KΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 KΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών στον ενάγοντα μισθωτό μεταξύ οφειλομένων κατά νόμο (δεδουλευμένων ή μη) και καταβληθέντων κατά την αγωγή σε αυτόν μικρότερων αποδοχών, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις ή κατά τις ειδικές ρυθμίσεις του νόμου οφειλόμενος μισθός του μισθωτού, με αναφορά στο βασικό μισθό και τα επί μέρους επιδόματα, που ανάγονται στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, κατά το οποίο δεν υπήρξε από το νόμο ή τα πράγματα λόγος διαφοροποίησής τους, ως και η αιτία που κατά νόμο δικαιολογεί την καταβολή των συγκεκριμένων επιδομάτων στον ενάγοντα, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές και οι αξιούμενες από την αιτία αυτή διαφορές των αποδοχών (ΑΠ 104/2020, ΑΠ 121/2019, ΑΠ 1366/2018).
Β.Με το κεφάλαιο Α του ν. 2956/2001 (άρθρα 20-26) είχε ρυθμιστεί η παροχή εργασίας μέσω των εταιριών προσωρινής απασχόλησης (Ε.Π.Α.). Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20, οι Ε.Π.Α. έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο δραστηριότητας τη διάθεση προσωπικού, που προσλαμβάνουν οι ίδιες, σε άλλους (έμμεσους) εργοδότες, για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Εν συνεχεία, μετά την ψήφιση του ν. 4052/2012, με τα άρθρα 113 επ. αυτού (κεφάλαιο ΙΣΤ «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2008/104/Ε.Κ./19.11.2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 περί της εργασίας μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης και άλλες διατάξεις), ο θεσμός της προσωρινής απασχόλησης διαμορφώθηκε ως κάτωθι: Η παράγραφος 1 του άρθρου 113 του ν. 4052/2012 ορίζει ότι: «Σκοπός του παρόντος τμήματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 208/104/Ε.Κ. του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 περί της εργασίας μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης (L 327/5.12.2008)». Το άρθρο 115 του ν. 4052/2012 ορίζει ότι: «Για την εφαρμογή του παρόντος νοείται ως: α) "εργαζόμενος”: κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημέν0ης εργασίας, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, β) "επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνάπτει συμβάσεις εργασίας ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας με προσωρινά απασχολούμενους, με σκοπό να τους τοποθετεί σε έμμεσους εργοδότες για να εργασθούν προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή τους, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις οικείες διατάξεις, γ) "προσωρινά απασχολούμενος”: ο εργαζόμενος ο οποίος έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης, προκειμένου να τοποθετηθεί σε έμμεσο εργοδότη για να εργασθεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του, δ) "έμμεσος εργοδότης”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο και υπό την επίβλεψη του οποίου εργάζεται ο προσωρινά απασχολούμενος, ε) "τοποθέτηση”: η περίοδος κατά την οποία ο προσωρινά απασχολούμενος τίθεται στη διάθεση του έμμεσου εργοδότη για να εργασθεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του, στ) "βασικοί όροι εργασίας και απασχόλησης”: οι όροι εργασίας και απασχόλησης που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον έμμεσο εργοδότη για να καταλάβουν την ίδια θέση και αφορούν ιδίως: ι) στη διάρκεια του χρόνου εργασίας, στις υπερωρίες, στα διαλείμματα, στις περιόδους ανάπαυσης, στη νυκτερινή εργασία, στις άδειες και στις αργίες, ιι) στις αποδοχές». Περαιτέρω, οι εταιρείες προσωρινής απασχόλησης αποτελούν εταιρείες παροχής υπηρεσιών. Η σύσταση και η λειτουργία τους ρυθμίζονται λεπτομερειακώς από τις διατάξεις του άρθρου 123 του Ν. 4052/2012 και 1-6 της Υ.Α. 1517/34/2013. Στόχος του νομοθέτη είναι να αποφευχθεί η δραστηριοποίηση στο συγκεκριμένο αντικείμενο παντελώς αφερέγγυων εργοδοτών, που δεν θα διαθέτουν τα αναγκαία κεφάλαια για την εκπλήρωση των εργατικών και των ασφαλιστικών τους υποχρεώσεων (Ληξουριώτης ΔΕπΕτ 2002, σελ. 47, Ζερδελής, «Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις» σελ. 52, 53, σημ. 88, Παπαδημητρίου «Η προσωρινή απασχόληση”). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 3 του Ν. 4052/2012 ορίζεται: α) Η διάρκεια της τοποθέτησης του μισθωτού στον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τους τριάντα έξι (36) μήνες, β) Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων, που τίθενται από την παρούσα παράγραφο επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη, ενώ στην παρ. 4α (όπως αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΙΑ.8 εδάφιο 4 του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012) ορίζεται «Αν συνεχίζεται η απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής τοποθέτησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεών της ακόμα και με νέα τοποθέτηση, χωρίς να μεσολαβεί διάστημα είκοσι τριών (23) ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη». Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η διάρκεια του χρόνου τοποθέτησης εργαζομένου από την Ε.Π.Α. στον έμμεσο εργοδότη μπορεί να οριστεί συνεχόμενη - από την αρχή ή με μεταγενέστερες, αλλεπάλληλες ανανεώσεις - έως τριάντα έξι (36) μήνες, υπάρχει δε, η δυνατότητα απεριόριστων νέων τοποθετήσεων του εργαζομένου στον ίδιο έμμεσο εργοδότη, αρκεί η λήξη της μιας τοποθέτησης να απέχει από την έναρξη της άλλης τουλάχιστον 23 ημέρες (Εφ.Αθ.3943/2007, ΕΕργΔ 2007.1484, Παπαδημητρίου, «Η προσωρινή απασχόλησης» σελ. 149). Τέλος, στο άρθρο 124 «Κατοχύρωση Εργασιακών Δικαιωμάτων των Προσωρινά Απασχολούμενων» προβλέπονται τα εξής: «1. Για την παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται η προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η σύμβαση καταρτίζεται μεταξύ της Ε.Π.Α. (άμεσος εργοδότης) και του μισθωτού και σε αυτήν πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι όροι εργασίας και η διάρκειά της, οι όροι παροχής της εργασίας στον ή στους έμμεσους εργοδότες, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του μισθωτού, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο, το οποίο, κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις, πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτός αναφορικά με την παροχή της εργασίας του. Οι αποδοχές του μισθωτού που δεν παρέχει εργασία σε έμμεσο εργοδότη δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προβλεπόμενες στον εκάστοτε νομοθετικώς καθορισμένο νόμιμο κατώτατο μισθό και κατώτατο ημερομίσθιο για τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας. Εάν, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής, δεν είναι δυνατή η μνεία του συγκεκριμένου έμμεσου εργοδότη ή ο προσδιορισμός του χρόνου, που θα προσφέρει σε αυτόν την εργασία του, θα πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση το πλαίσιο των όρων και των συνθηκών για την παροχή εργασίας σε έμμεσο εργοδότη (η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο πρώτο υποπαρ. ΙΑ.4 ν. 4254/2014). 2. Απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο μετά την κατάρτιση της σύμβασης με τον άμεσο εργοδότη, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. 3. Με σύμβαση, που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ της Ε.Π.Α. και του έμμεσου εργοδότη, ορίζονται, ειδικότερα, τα του τρόπου αμοιβής και ασφάλισης του εργαζομένου για τον χρόνο που ο μισθωτός προσφέρει τις υπηρεσίες του στον έμμεσο εργοδότη. Ο έμμεσος εργοδότης πρέπει να προσδιορίζει, πριν τεθεί στη διάθεσή του ο εργαζόμενος με τη σύμβαση, τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα ή ικανότητες, την ειδική ιατρική παρακολούθηση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό της προς κάλυψη θέσης εργασίας. Οφείλει επίσης να επισημαίνει τους μεγαλύτερους ή ιδιαίτερους κινδύνους που έχουν σχέση με τη συγκεκριμένη εργασία. Η Ε.Π.Α. υποχρεούται να γνωστοποιήσει τα στοιχεία αυτά στους μισθωτούς (η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο πρώτο υποπαρ. ΙΑ.4 περ. 5 ν. 4254/2014). 4. α) Η Ε.Π.Α. και ο έμμεσος εργοδότης είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, έκαστος, υπεύθυνοι έναντι του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού με σύμβαση ή σχέση εργασίας για την ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων του και για την καταβολή των ασφαλιστικών του εισφορών. Η ευθύνη αυτή του έμμεσου εργοδότη αναστέλλεται, εφ’ όσον με τη σύμβαση προβλέπεται ότι υπόχρεος για την καταβολή των αποδοχών και των ασφαλιστικών εισφορών είναι ο άμεσος εργοδότης και τα μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού μπορούν να ικανοποιηθούν από την κατάπτωση των κατά το άρθρο 126 εγγυητικών επιστολών (επικουρική ευθύνη έμμεσου εργοδότη), β) Οι αποδοχές του προσωρινά απασχολούμενου καταβάλλονται σε τραπεζικό λογαριασμό που αυτός έχει υποδείξει (Μον.Εφ.Αθ. 43/2020).
Με την αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι εργάσθηκε στην πρώτη εναγομένη, αφ’ ενός ως άμεση εργοδότρια, καταρτίζοντας σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αφ’ ετέρου ως έμμεση εργοδότρια, μετά από σύμβαση που είχε συνάψει με την δεύτερη και τρίτη εναγόμενες, οι οποίες είναι εταιρείες προσωρινής απασχόλησης, κατά τα προσδιοριζόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, με τον αναφερόμενο μισθό, για κάθε διάστημα, προκειμένου να εργαστεί με πενθήμερη εργασία και οκτώ ώρες ημερησίως. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι α) εργάσθηκε πέραν του πενθημέρου Σάββατα και Κυριακές, β) εργάσθηκε πέραν του ωραρίου του και πραγματοποίησε υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση και γ) εργάσθηκε σε νυκτερινό ωράριο και για την ως άνω επί πλέον εργασία του δεν έλαβε τις αντίστοιχες αποδοχές του. Επίσης ισχυρίζεται ότι ι) δεν έλαβε ως Δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα ολόκληρο το ποσό που εδικαιούτο και ιι) δεν έλαβε την ετήσια άδεια αναψυχής ούτε του καταβλήθηκε αποζημίωση για αυτήν, καθώς και το επίδομα άδειας. Υπό την επίκληση των ανωτέρω, ζητά να του καταβληθούν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, για τις ως άνω αιτίες, ποσά από τα οποία προσδιορίζει ποια του οφείλει η πρώτη εναγομένη, ως άμεση εργοδότρια και ποια του οφείλουν εις ολόκληρον, είτε η πρώτη και η δεύτερη, είτε η πρώτη και η τρίτη εναγόμενες (η δεύτερη και η τρίτη ως άμεσες και η πρώτη ως άμεσες εργοδότριες), για τα αντίστοιχα διαστήματα που έφεραν, ταυτόχρονα, την ιδιότητα του άμεσου και του έμμεσου εργοδότη, νομιμοτόκως, όπως προσδιορίζει στην αγωγή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, εκτιμώντας ότι η, κατά την αγωγή, επικαλούμενη σχέση εργασίας από τον ενάγοντα είχε ως περιεχόμενο την ετοιμότητα εργασίας και όχι τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι έπρεπε να προσδιορίζονται στην αγωγή τα συγκεκριμένα διαστήματα που εργάστηκε ο ενάγων και τις ακριβείς εργασίες που εκτέλεσε. Κρίνοντας δε, τα ανωτέρω, δεν διερεύνησε την αγωγή, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της. Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων αναφέρει σε αυτήν α) την, σε συγκεκριμένο χρόνο, κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, β) το είδος της εργασίας που θα παρείχε, γ) την, πραγματική, εκ μέρους του, παροχή εργασίας, το συμβατικό οφειλόμενο μισθό του, που ανάγεται στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της απασχόλησής του, το ωράριο εργασίας του, όπως και τα χρονικά διαστήματα, στα οποία αφορούν οι επίδικες αξιώσεις. Επίσης, αναφέρει, με συγκεκριμένο τρόπο, ποιο ήταν το διάστημα, κατά το οποίο η πρώτη εναγομένη ήταν άμεση εργοδότρια και ποιό έμμεση και ότι, για την δεύτερη περίπτωση, είχε καταρτίσει συμβάσεις, αντίστοιχες με τις δεύτερη και τρίτη εναγομένη, οι οποίες είναι εταιρείες προσωρινής απασχόλησης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη, με το σκεπτικό ότι ο ενάγων δεν αναφέρει σε αυτήν ότι είχε καταρτίσει με τις εναγόμενες σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση με την οποία υποχρεούτο να είναι σε ετοιμότητα εργασίας, έσφαλε και πρέπει να εξαφανισθεί. Ακολούθως, πρέπει, αφού η υπόθεση κρατηθεί και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, να ερευνηθεί η ένδικη αγωγή, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 435/1976, συνάγεται ότι, η απασχόληση του μισθωτού, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη, κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ν.δ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.2 του ως άνω ν. 435/1976. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11770/20-2-1984 (ΦΕΚ Β’ 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε, πέραν από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 Απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας, υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας. Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν.δ.515/1970, αμείβεται με αποζημίωση, βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Ειδικά για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως. Για τους ίδιους εργαζομένους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως (ΑΠ 684/2017, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 534/2014 NΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 1-10-2005) και 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15-7-2010), ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση και πέραν των 48 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε εξαήμερη βάση. Ο νόμιμος χρόνος ημερήσιας απασχόλησης και μετά τη νέα ρύθμιση, παραμένει η κύρια βάση του υπολογισμού των υπερωριών, αφού στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο (8ωρο για εξαήμερη και 9ωρο για πενθήμερη απασχόληση) διατηρούνται σε ισχύ. Συνεπώς, η απασχόληση πέραν των 9 ή 8 ωρών ημερησίως (υπό το σύστημα του πενθημέρου ή εξαημέρου, αντίστοιχα) είναι πάντα υπερωρία, είτε νόμιμη είτε παράνομη, διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας του νομίμου ημερήσιου ωραρίου. Το ύψος της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση προσδιορίστηκε, αρχικά, με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 2874/2000, στο 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου και, στη συνέχεια, καθορίστηκε η αποζημίωση για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (άρθρο 1 ν. 3385/2005) και από 15-7-2010 κατά 80% (άρθρο 74 παρ. 10 ν. 3863/2010). Με τις τελευταίες αυτές διατάξεις, για το μετά την 1-10-2005 χρονικό διάστημα, καθορίζεται και η αμοιβή που δικαιούται ο εργαζόμενος για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας, η οποία είναι ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, με προσαύξηση που κλιμακώνεται, ανάλογα με τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, σε ετήσια βάση, κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ.1α΄ ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής, μεταξύ των άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η δε έλλειψη ή ανεπαρκής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση (ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, νόμιμη και παράνομη υπερωριακή εργασία), θα πρέπει ν’ αναφέρεται, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, υπερωριακή εργασία κ.λπ., ενόψει και του ως άνω διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης (ΑΠ 1412/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1002/2018, ΑΠ 732/2018, ΑΠ 684/2017, ΑΠ 414/2017, ΑΠ 498/2016, ΑΠ 1317/2015 , Α.Π. 53/2015, Εφ.Πειρ. 713/2020).
ΙΙ.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 7 και 10 παρ. 1 του Β.Δ 748/1966 «περί κωδικοποιήσεως της κειμένης νομοθεσίας περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας» και 2 παρ. 1 του Ν. 435/1976 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων εργατικών τινών νόμων”, καθώς και των διατάξεων των 8900/1946 και 25825/1951 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας προκύπτει, ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, την Κυριακή πέραν των 5 ωρών, δικαιούται προσαύξηση 75% επί του νόμιμου (δηλαδή αυτού που καθορίζεται από το νόμο ή από ΣΣΕ ή ΔΑ) ωρομισθίου για όσες ώρες απασχολήθηκε, η οποία στηρίζεται στο νόμο (άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 435/1976), καθώς και αναπληρωματική ανάπαυση, διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Σε περίπτωση μη χορήγησης αναπληρωματικής ανάπαυσης από τον εργοδότη, αλλά απασχόλησης του εργαζομένου όλες τις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, ο τελευταίος δικαιούται επιπλέον και αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για την παράνομη αυτή απασχόληση, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλον μισθωτό, με τις ίδιες ικανότητες και για την ίδια εργασία και υπό έγκυρη σύμβαση (κατά το οποίο καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος) και υπολογίζεται με βάση το νόμιμο μισθό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες (προσωπικές) περιστάσεις του εργαζομένου και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, καθόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν κατ’ ανάγκην στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 506/2017, ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 1208/2013, ΑΠ 930/2013, ΑΠ 175/2013, ΑΠ 32/2013 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», Ζερδελή, ό.π, παρ. 1620, 1621).
ΙΙΙ.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 και 5 παρ. 1 εδ. β΄ του α.ν 539/1945 (όπως το εδ. αυτό προστέθηκε με το άρθρο 3 ν.δ 3755/1957), με τα οποία ορίζεται, αντίστοιχα, ότι «1. Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήση την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.... Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις διά την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν διά την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν µετ’ αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν, έστω και εάν δεν εζητήθη αύτη υπό του μισθωτού» και ότι «επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ’ έτος αδείας του, υποχρεούται όπως, άμα τη λήξει του έτους, καθ’ ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%», συνάγεται ότι, για την θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής), για την θεμελίωση, όμως, της αξίωσής του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης, που έχει το χαρακτήρα αστικής ποινής, ισχύει χωρίς εξαίρεση για όλους τους εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους μισθωτούς, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθµό ελαφριάς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν την χορήγησε. Δηλαδή, στην αγωγή πρέπει να αναφέρονται, εκτός από τα στοιχεία που θεμελιώνουν το δικαίωμα της άδειας (ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας, συνεχής ή εκ περιτροπής ή διαλείπουσα εργασία, χρόνος πρόσληψης, συνολικό ποσό καταβαλλόμενων αποδοχών) και τα στοιχεία από τα οποία θα προκύπτει η υπερημερία του εργοδότη, δηλαδή ότι ο ενάγων ζήτησε, γραπτά η προφορικά, εγκαίρως την άδειά του αυτούσια για συγκεκριμένο έτος και ότι ο εργοδότης αρνήθηκε να του χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια, εξαναγκάζοντάς τον στην παροχή της εργασίας του, κατά το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει την άδεια και όχι να γίνεται μόνο χρήση της νομικής αξιολογικής συμπερασματικής έννοιας της «υπαιτιότητας» του εργοδότη, χωρίς δηλαδή να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αληθή υποτιθέμενα, οδηγούν στην δικανική κρίση περί πραγμάτωσης της εν λόγω αξιολογικής νομικής έννοιας η συμφωνία ή προγραμματισμός για το χρόνο έναρξης της άδειας ή ο χρόνος της υποβολής της σχετικής αίτησης (ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 1130/2015, ΑΠ 1240/2014 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», βλ. Λ. Ντάσιος, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, παρ. 277, σελ. 371). ΙV. Κατά την διάταξη του άρθρου 8 § 4 του ν.δ. 4020/1959 (η οποία § 4 διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το ν. 435/1976) είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για υπερωρίες θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές. Σαφώς, από την παραπάνω διάταξη, προκύπτει ότι είναι άκυρη η συμφωνία περί καταλογισμού πάσης λόγω μισθού παροχής στις οφειλές του εργοδότη από νόμιμες ή παράνομες υπερωρίες, ενώ είναι έγκυρη η συμφωνία ότι θα προκαταβάλλεται στο μισθωτό ορισμένο ποσό, επί πλέον του μισθού του, προς εξόφληση των αξιώσεών του για παρασχεθησομένη (στο μέλλον) συγκεκριμένη, νόμιμη ή παράνομη, υπερωριακή εργασία του (ΑΠ 1112/2011, ΑΠ 645/2010). Από την ίδια διάταξη, εξ αντιδιαστολής, συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση συμφωνίας καταλογισμού στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές, όσων προσαυξήσεων δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας ή ιδιόρρυθμης υπερωρίας (ΑΠ 180/2015, ΑΠ 1254/2013). Εξ άλλου, στα άρθρα 1 § 2 και 2 § 2 της κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 εκδοθείσας 25825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας με την οποία αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν οι 8900/1946 και 18310/1946 Υπουργικές αποφάσεις, που προβλέπουν την προσαύ-ξηση των αποδοχών των κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες και κατά τις νύκτες εργαζόμενων μισθωτών, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται μόνον ο εκ μέρους του εργοδότη, μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών, προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες. Αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ, κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Μια τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παρανόμων/κατ' εξαίρεση υπερωριών η οποία κατά τα άνω είναι άκυρη), δεν αντίκειται στην εκ των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, συναγόμενη αρχή, κατά την οποία, είναι άκυρη κάθε σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου υποκρύπτουσα παραίτηση του τελευταίου από νόμιμες αξιώσεις του (ΑΠ 754/2014), εφ’ όσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις, ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (ΟλομΑΠ 930/1990, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 1645/2018, ΑΠ 180/2015). Ομοίως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή, ο εργοδότης που καταβάλλει συμβατικές αμοιβές ανώτερες από τις νόμιμες με βάση συμφωνία αναλογισμού της επί πλέον διαφοράς με μελλοντικές απαιτήσεις κατά τα Σάββατα επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ), διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να εφαρμόσει την έγκυρη αυτή σύμβαση, δεσμευόμενος μόνο να μη περιορίσει μονομερώς το συμβατικό μισθό (ΑΠ 361/2020, ΑΠ 1534/2004).
Με το προαναφερθέν ιστορικό της, η αγωγή, η οποία πρέπει να δικαστεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και δη των εργατικών διαφορών [ άρθρα 591, 614 αρ.3 στοιχ. α, 621 ΚΠολΔ] είναι αόριστη, ως προς τις αξιώσεις του ενάγοντος για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, διότι ο ενάγων δεν αναφέρει τη διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησής του, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τη νομική σκέψη Ι της παρούσας, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νόμιμου ωραρίου συντρέχει (υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, νόμιμη και παράνομη υπερωριακή εργασία κ.λπ.), εν όψει και του ως άνω διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης. Αντιθέτως, ο ενάγων προσδιορίζει την πέραν του νόμιμου ωραρίου εργασία του σε ετήσια βάση, αναφέροντας, συνολικά, ανά έτος, τις ώρες που ισχυρίζεται ότι εργάστηκε πέραν του νομίμου και συμβατικού ωραρίου του, με συνέπεια α) να καθίσταται αδύνατον να διακριβωθεί από το Δικαστήριο πόσες ώρες ο ενάγων εργάστηκε πέραν του ωραρίου του, ημερησίως και εβδομαδιαίως, ώστε να είναι εφικτός ο επιμερισμός των ωρών σε υπερεργασία και υπερωρία και εν συνεχεία ο υπολογισμός των ποσών που, ενδεχομένως, ο ενάγων θα δικαιούτο (με δεδομένο μάλιστα ότι, εν προκειμένω υπόχρεοι εργοδότες είναι διαφορετικοί εναγόμενοι, ανάλογα με τα χρονικά διαστήματα) και β) να είναι δυσχερής η άμυνα των εναγομένων. Το γεγονός δε, ότι επισυνάπτει στην αγωγή πίνακα, όπου αναφέρει συνολικά για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα τις ώρες που εργάστηκε δεν καλύπτει την ως άνω αοριστία, διότι από αυτόν (πίνακα) δεν προκύπτει με ακρίβεια η απασχόληση του ενάγοντα ανά ημέρα και ανά εβδομάδα. Επίσης, εν προκειμένω, η αγωγή, κατά το μέρος που ζητείται και αποζημίωση για την εργασία του εφεσιβλήτου - ενάγοντος κατά τις αναφερόμενες στο δικόγραφο ημέρες Κυριακές, λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, κρίνεται αόριστη (όχι όμως για το 75%), καθ’ όσον δεν γίνεται μνεία των στοιχείων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως αυτά εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στις διατάξεις του οποίου και μόνο στηρίζεται η εν λόγω αξίωση. Επίσης, η αγωγή, όσον αφορά στο κονδύλιο των αποδοχών αδειών παρελθόντων ετών στο διπλάσιο, κρίνεται απορριπτέο ως αόριστο, διότι ο ενάγων δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ζήτησε, γραπτά ή προφορικά, εγκαίρως, την άδειά του, αυτούσια, για τα συγκεκριμένα έτη και ότι οι εναγόμενες αρνήθηκαν, από υπαιτιότητά τους να του την χορηγήσουν, εξαναγκάζοντάς τον στην παροχή της εργασίας του, αλλά αρκείται στην εντελώς αόριστη αναφορά ότι οι εναγόμενες αρνήθηκαν να του χορηγήσουν τις άδειες των ετών απασχόλησής του, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη IΙΙ της παρούσας. Πρέπει να επισημανθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, θα διπλασιαζόταν το ποσό που θα δικαιούτο ο ενάγων για μη ληφθείσα άδεια αναψυχής και όχι το επίδομα άδειας. Απορριπτέο, ως αόριστο, επίσης, είναι το κονδύλιο που αφορά σε νυχτερινή απασχόληση, διότι ο ενάγων δεν αναφέρει με συγκεκριμένο τρόπο τις ακριβείς ώρες και ημέρες που εργάστηκε σε ώρες που συνιστούν νυκτερινή εργασία, περιοριζόμενος μόνο στην παραπομπή στον επισυναπτόμενο πίνακα στην αγωγή, όπου αναφέρονται συνολικά, για όλα τα έτη, οι ημέρες και οι ώρες εργασίας του, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Περαιτέρω, το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, λόγω μη καταβολής στον ενάγοντα των ποσών που ισχυρίζεται ότι δικαιούται, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, δεδομένου ότι δεν συνιστά αδικοπραξία η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του εργοδότη προς καταβολή των οφειλομένων στον εργαζόμενο αποδοχών, τις οποίες ενοχικώς οφείλει, και η παρακράτησή τους από τον εργοδότη, ακόμη και εάν συντρέχουν οι όροι του εγκλήματος του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, εφ’ όσον, με την παράλειψη της πληρωμής (εν όλω ή εν μέρει), ο εργαζόμενος δεν χάνει τις αποδοχές του, τις οποίες ο εργοδότης εξακολουθεί να οφείλει από τη σύμβαση, και, συνεπώς, δεν υπάρχει ζημία που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράλειψη αυτή και, συνεπώς, ο εργαζόμενος δεν δύναται να διεκδικήσει από την καθυστέρηση αυτή χρηματική ικανοποίηση για προκληθείσα εξ αυτής ηθική βλάβη (ΑΠ 359/2020, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 1114/2013, ΑΠ 1842/ 2008, ΑΠ 547/2007, ΑΠ 1436/2002, ΑΠ 1346/2002). Κατά τα λοιπά, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ.1, 4 παρ.1 και 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ.16 του Ν. 4504/1966 και η παρ.1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ΝΔ/τος 3755/1957, των άρθρων 2 παρ.1 και 6 και 3 παρ.1 και 8 του ΑΝ 539/1945, όπως η παρ.8 προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.3 του Ν.4547/1966, 1, 2, 7 και 10 παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966, 2 παρ. 1 του Ν. 435/1976, καθώς και τις διατάξεις των ΚΥΑ 8900/1946 και 25825/1951 και αυτής του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, άρθρο 8 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α΄ 66/11-5-2010) 174, 180, 281, 345,346 εδ.α, 361, 648,649,653,655,656, 669 παρ.2, 914,932 ΑΚ, 1 και 3 Ν.2112/1920, 1,3 παρ.1,5 β.δ. από 16.7.1920, 5 Ν.3198/1955, 15 Ν.1483/1984, 10 π.δ. 176/1997, 70, 218, 106, 176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 1 παρ. 2 και 3, 3, 4 και 10 παρ. 1 της Αποφάσεως 19040/1981 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου», 3 παρ. 8 και 5 παρ. 1 Α.Ν. 539/1945 και όσες διατάξεις αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, ως προς την παθητική νομιμοποίηση των εναγομένων. Το αίτημα που υποβάλλει ο ενάγων, στο τέλος του αιτητικού της αγωγής του, με το οποίο ζητά, επακριβώς, «επικουρικά δε και στην περίπτωση που το Δικαστήριό σας ήθελε κρίνει ότι η σύμβαση εργασίας μου ήταν άκυρη λόγω έλλειψης αδείας άσκησης επαγγέλματος ή για οποιοδήποτε λόγο και αιτία και υπό την αίρεση της απόρριψης των πιο πάνω αξιώσεών μου από την σύμβαση εργασίας μου, να μου καταβάλουν τα πιο πάνω ποσά με βάση τις αρχές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό…», δεν μπορεί να εκτιμηθεί καν ως επικουρική βάση της αγωγής, εφ’ όσον δεν αναφέρει στο ιστορικό της αγωγής πραγματικά περιστατικά από τα οποία, σε περίπτωση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, να μπορεί να θεμελιωθεί, νομικά, βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, καθώς και της …/2018 ένορκης εξέτασης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση, η οποία έλαβε χώρα με σχετική δήλωση του συνηγόρου της πρώτης εναγομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, δυνάμει της από 1-4-2011 έγγραφης σύμβασης ορισμένου χρόνου, προσελήφθη από την εταιρεία με την επωνυμία «… ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η πρώτη εφεσίβλητη, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί σε αυτήν με την ειδικότητα του οδηγού ανεφοδιαστή αεροσκαφών, έως 31-10-2011, με μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.077,96 ευρώ. Στον όρο 9 της ως άνω συμβάσεως με τίτλο «Συμψηφισμός-ανάκληση παροχών» αναφέρεται «Κάθε είδους αξίωση του εργαζόμενου από την πιο πάνω απασχόλησή του, συμψηφίζεται στις ανώτερες από τις νόμιμες κάθε είδους αποδοχές που θα του καταβάλει η εργοδότρια, εφ’ όσον επιτρέπεται από το νόμο ο συμψηφισμός…». Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω διάδικοι υπέγραψαν την από 1-6-2012 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για το διάστημα από 1-6-2012 έως 31-10-2012, με τους ίδιους όρους και μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, ύψους 2.111,22 ευρώ. Στις ανωτέρω συμβάσεις αναφέρεται ότι ο ενάγων θα εργάζεται πενθήμερο και οκτώ ώρες ημερησίως. Στη δεύτερη δε, σύμβαση επαναλαμβάνεται ο ίδιος όρος συμψηφισμού (στ. 9) που προαναφέρθηκε. Οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες, είναι εταιρείες προσωρινής απασχόλησης, που έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε άλλον εργοδότη (έμμεσο εργοδότη) με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης και έχουν συσταθεί νόμιμα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς τους αυτής συνήψαν με την πρώτη εναγομένη α) η δεύτερη εναγομένη, τις από ι) 1-11-2010 και με διάρκεια έως 31-10-2011 και ιι) από 1-9-2012 και με διάρκεια έως 31-9-2014, συμβάσεις διάθεσης προσωπικού και β) η τρίτη εναγομένη την από 16-4-2015 σύμβαση διάθεσης προσωπικού, με διάρκεια έως 31-12-2015. Ακολούθως, δυνάμει των συμβάσεων αυτών καταρτίσθηκαν με τον ενάγοντα και την εταιρεία «...», η από 2-4-2012 σύμβαση εργασίας, με διάρκεια έως 31-5-2012 και με αποδοχές ύψους 2.111,22 ευρώ, η από 1-4-2013 έως 31-5-2013 σύμβαση, με τις ίδιες αποδοχές και η από 1-4-2-14 και έως 31-10-2014 σύμβαση, με αποδοχές ύψους 2.300 ευρώ και περαιτέρω, με τον ενάγοντα και την εταιρεία με την επωνυμία «...» καταρτίσθηκαν η από 26-3-2015 έως 31-10-2015 σύμβαση, με μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ύψους 2.300 ευρώ και η από 2-11-2015 έως 31-12-2015 σύμβαση, με την οποία η αμοιβή του ενάγοντος ορίσθηκε στο ποσό των 92 ευρώ, ημερησίως. Στις από 26-3-2015 και από 2-11-2015 συμβάσεις, εμπεριέχεται, επίσης, όρος συμψηφισμού (άρθρο 8 της σύμβασης) των, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών του ενάγοντος με αξιώσεις του από άλλες αιτίες. Δυνάμει όλων των ως άνω συμβάσεων, ο ενάγων θα απασχολείτο με την ίδια ως άνω ιδιότητά του στην πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε είχε προϋπάρξει και άμεση εργοδότριά του. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι συμβάσεις, δυνάμει των οποίων ο ενάγων απασχολήθηκε στην πρώτη εναγομένη, είτε ως άμεση είτε ως έμμεση εργοδότρια, ήταν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι συμβάσεις με αντικείμενο την ετοιμότητα εργασίας αυτού, με συνέπεια δεν απαιτείται να αποδειχθεί ποιες συγκεκριμένες εργασίες έκανε ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Ως προς τα αιτούμενα κονδύλια του ενάγοντος, από τα ήδη αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Κατά το έτος 2011, και για το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 έως 31-10-2011, ο ενάγων εργάστηκε στην πρώτη εναγομένη, ως άμεση εργοδότρια, σύμφωνα με τη σύμβαση που είχε υπογραφεί για το αντίστοιχο διάστημα και παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του σε αυτήν. Επί πλέον, παρείχε την εργασία του και κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, του αντίστοιχου διαστήματος. Για την ως άνω όμως εργασία του, όπως ήδη προελέχθη, είχε συμφωνήσει με την πρώτη εναγομένη ότι οι συμβατικές αποδοχές του (μισθός ύψους 2.077,96 ευρώ), οι οποίες πράγματι ήταν υπέρτερες των νομίμων, το αντίστοιχο χρονικό διάστημα [βλ. άρθρο 3 της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) από 1ης Ιουλίου 2011 (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2010-2011-2012), όπου προσδιορίζονται τα κατώτερα όρια μισθών], θα συμψηφίζονταν με τις αξιώσεις του για επί πλέον της συμφωνηθείσης παροχής εργασίας του. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη ΙV της παρούσας, ο ενάγων δεν δικαιούται επί πλέον αμοιβή, για εργασία του τις Κυριακές και τα Σάββατα και το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο, εφ’ όσον είχε συμφωνήσει και ο ίδιος σε αυτό. Παρά όμως, την ως άνω συμφωνία συμψηφισμού, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας δεν συμψηφίζονται με τις ανώτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, ούτε κατόπιν ρητής συμφωνίας (ΑΠ 1033/2011 - ΔΕΝ 2011 σελ. 1648). Ο ενάγων για το διάστημα που εργάστηκε το έτος 2011, ήτοι διάστημα 7 μηνών, έπρεπε να λάβει, με δεδομένο ότι, ως εργαζόμενος επί 5 ημέρες εβδομαδιαίως, δικαιούται 21 ημέρες άδειας ετησίως, 12,25 ημέρες άδεια, την οποία δεν έλαβε και, ως εκ τούτου, για μη ληφθείσα άδεια, δικαιούτο το ποσό των 1.018,22 ευρώ (12,25 Χ 83,12 ευρώ) και το αντίστοιχο επίδομα άδειας, ύψους 509,11 ευρώ και συνολικά 1.527,33 ευρώ. Όπως, όμως και ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, έλαβε για τις ως άνω αιτίες, το ποσό των 1.790,93 ευρώ. Επομένως, ουδέν ποσό δικαιούται και το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατά το έτος 2012 ο ενάγων εργάστηκε στην πρώτη εναγομένη, ως έμμεση εργοδότρια, με άμεση εργοδότρια την δεύτερη εναγομένη, από 2-4-2012 έως 31-5-2012 και στην πρώτη εναγομένη ως άμεση εργοδότρια, για το διάστημα από 1-6-2012 έως 31-10-2012, όπως οι συμβάσεις αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για το διάστημα αυτό παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του σε αυτήν και κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, του αντίστοιχου διαστήματος. Για την ως άνω διάρκεια της εργασίας του, όμως, είχε συμφωνήσει με την πρώτη εναγομένη ότι οι αποδοχές του (μισθός ύψους 2.111,22 ευρώ), οι οποίες πράγματι ήταν υπέρτερες των νομίμων [άρθρο 3 της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) από 1ης Ιουλίου 2011 (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2010-2011-2012), όπου προσδιορίζονται τα κατώτερα όρια μισθών], θα συμψηφίζονταν με την επί πλέον παροχή εργασίας του. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη V της παρούσας, ο ενάγων δεν δικαιούται επί πλέον αμοιβή, για εργασία του τις Κυριακές και τα Σάββατα και το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο και για το έτος 2012. Παρά όμως, την ως άνω συμφωνία συμψηφισμού, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας δεν συμψηφίζονται με τις ανώτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, ούτε κατόπιν ρητής συμφωνίας (ΑΠ 1033/11 - ΔΕΝ 2011 σελ. 1648). Ο ενάγων για το διάστημα από 2-4-2012 έως 31-5-2012 που εργάστηκε, ήτοι διάστημα 2 μηνών, έπρεπε να λάβει, (με δεδομένο ότι εργαζόταν πενθήμερο εβδομαδιαίως και δικαιούτο 21 ημέρες άδειας ετησίως), 3 ημέρες, την οποία δεν έλαβε και ως εκ τούτου, για μη ληφθείσα άδεια, δικαιούτο το ποσό των 253,35 ευρώ (3 Χ 84,45 ευρώ) και το αντίστοιχο επίδομα άδειας, ύψους 126,67 ευρώ και συνολικά 380,03 ευρώ, Για το χρονικό διάστημα από 1-6-2012 έως 31-10-2012 (5 μήνες) δικαιούτο άδεια 7 ημερών, που δεν έλαβε και δικαιούται το ποσό των 591.15 (84,45 Χ 7) για μη ληφθείσα άδεια και 295.57 για επίδομα άδειας και συνολικά το ποσό των 886.725 ευρώ. Επομένως, για το έτος 2012, ο ενάγων δικαιούτο το συνολικό ποσό των 1266,75 ευρώ. Όπως, όμως και ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, έλαβε για τις ως άνω αιτίες, τα ποσά των 331,88 και 998,51 ευρώ, ήτοι συνολικά, το ποσό των 1.330,10 ευρώ και, ως εκ τούτου, ουδέν ποσό δικαιούται. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθούν τα κονδύλια, τα οποία αφορούν σε επιδόματα Πάσχα και Χριστουγέννων, δεδομένου ότι αυτά συμψηφίζονται με τις υπέρτερες αποδοχές που λάμβανε, όπως αυτές έχουν αναλυθεί ανωτέρω (ΑΠ 220/2007, ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ. 292/2012, ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 572/2009, ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 1228/2007, ΝΟΜΟΣ). Κατά το έτος 2013, ο ενάγων εργάστηκε από 1-4-2013 έως 31-10-2013. Για το διάστημα αυτό παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγομένη και κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, του αντίστοιχου διαστήματος. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και συνεκτιμωμένων των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων, όπως τις προηγηθείσες και ακολουθούσες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, όπως αυτές περιγράφηκαν ανωτέρω και οι οποίες εμπεριείχαν συμφωνία συμψηφισμού και με δεδομένο ότι α) ο μισθός του εναγομένου για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ανερχόταν στο ποσό των 2.112,22 ευρώ, ήτοι ίδιο ακριβώς με εκείνο που λάμβανε και υπέρτερο των νομίμων αποδοχών, β) οι συνθήκες και οι όροι εργασίας εξακολούθησαν να είναι οι ίδιες/οι και γ) ότι δεν υπάρχει ρητή περί του αντιθέτου συμφωνία, ο όρος ότι θα συμψηφίζονται, προς τις υπέρτερες αποδοχές του, οι λοιπές αξιώσεις του ενάγοντος, οι οποίες επιτρέπεται να συμψηφίζονται, εξακολουθούσε να ισχύει και το ως άνω διάστημα. Επομένως, τα κονδύλια που αφορούν σε εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, καθώς και οι διαφορές δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Για το ως άνω διάστημα, ήτοι 7 μήνες, ο ενάγων έπρεπε να λάβει, (εργαζόμενος επί 5 ημέρες εβδομαδιαίως δικαιούται 21 ημέρες άδειας ετησίως), 12,25 ημέρες άδεια, την οποία δεν έλαβε και, ως εκ τούτου, για μη ληφθείσα άδεια, δικαιούτο το ποσό των 1034.39 ευρώ (12,25 Χ 84,45 ευρώ) και το αντίστοιχο επίδομα άδειας, ύψους 517,20 ευρώ και συνολικά 1.552 ευρώ. Όπως, όμως προκύπτει από τις αποδείξεις που προσκομίζουν οι εναγόμενες, για την ως άνω αιτία και το έτος 2013, ο ενάγων έλαβε το συνολικό ποσό των 1365.81 ευρώ (183,53 + 1.182,28). Επομένως, δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 186 (1.552 - 1365.81) ευρώ, το οποίο του οφείλουν εις ολόκληρον η πρώτη και η δεύτερη εναγομένη, εφ’ όσον το διάστημα αυτό η πρώτη εναγομένη ήταν έμμεση εργοδότρια και η δεύτερη έμμεση. Για το έτος 2014, ο ενάγων εργάστηκε στην πρώτη εναγομένη από 1-4-2014 έως 31-10-2014. Σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, για το αμέσως προηγούμενο διάστημα και με την ίδια αιτιολογία και για το χρονικό αυτό διάστημα είχε ισχύ ο όρος περί συμψηφισμού των υπέρτερων αποδοχών του ενάγοντος με αξιώσεις του από επί πλέον εργασία, για τις περιπτώσεις που επιτρέπεται. Το ως άνω διάστημα ο μισθός του ενάγοντος είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 2.300 ευρώ, ήτοι κατά πολύ υπέρτερος του νομίμου. Επομένως, τα κονδύλια που αφορούν σε εργασία Σάββατα και Κυριακές, καθώς και διαφορές από δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα συμψηφίζονται με τις υπέρτερες αποδοχές και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω, για το ως άνω διάστημα των επτά μηνών, ο ενάγων δικαιούτο άδεια 12,25 ημερών, που δεν έλαβε και έπρεπε να λάβει το ποσό των 1127 (92 Χ 12,25) για μη ληφθείσα άδεια και το ποσό των 563.5 ευρώ για επίδομα άδειας και συνολικά το ποσό των 1690.50 ευρώ. Όπως και ο ίδιος ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, για τις ως άνω αιτίες έλαβε από τις δύο πρώτες εναγόμενες το ποσό των 1150 ευρώ. Πλην όμως. όπως, προκύπτει από τις αποδείξεις που προσκομίζουν οι εναγόμενες, τον Οκτώβριο 2014, του κατεβλήθη, πλην του ανωτέρω, και το ποσό των 1.288 ευρώ, για την αιτία αυτή. Επομένως, υπερκαλύπτεται το ποσό που εδικαιούτο ο ενάγων και το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Για το έτος 2015 ο ενάγων απασχολήθηκε στην πρώτη εναγομένη, από 26-3-2015 έως 31-12-2015, με δύο διαδοχικές συμβάσεις, όπως προαναφέρθηκε και ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 2.300 ευρώ έως 31-10-2015 και το ημερομίσθιό του στο ποσό των 92 ευρώ για το λοιπό διάστημα. Στις συμβάσεις αυτές υπάρχει, όπως προελέχθη, όρος συμψηφισμού των υπέρτερων αποδοχών του με λοιπές αξιώσεις του για επί πλέον εργασία. Επομένως, κατά τα ήδη αναφερθέντα, τα κονδύλια που αφορούν σε εργασία Σάββατα και Κυριακές, καθώς και σε διαφορές δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω, για το ως άνω διάστημα ο ενάγων δικαιούτο άδεια αναψυχής 15 ημερών, την οποία δεν έλαβε. Έπρεπε να λάβει λοιπόν το ποσό των 1380 (15 Χ 92 ευρώ) ευρώ και το επίδομα, ποσού 690 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.070 ευρώ. Από τις αποδείξεις που προσκομίζουν οι εναγόμενες προκύπτει ότι του κατεβλήθησαν, με αιτιολογία αποζημίωση άδειας και επίδομα άδειας 2015 τα ποσά των α) 928,83 ευρώ, τον Ιούλιο του 2015, β) 1324,80 και 384,56 ευρώ, τον Οκτώβριο του 2015 και γ) 66,24 ευρώ, τον Δεκέμβριο του 2015. Συνεπώς του κατεβλήθη το συνολικό ποσό των 2704.43 ευρώ και, συνεπώς, δεν του οφείλεται ουδέν ποσό. Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς την τρίτη εναγομένη και να γίνει εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, ως προς την πρώτη και δεύτερη εναγομένη και να υποχρεωθούν οι δύο τελευταίες, να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των 186 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 31-12-2013 έως την εξόφληση. Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της, ως προς όλους του διαδίκους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν εν προκειμένω ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 177/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 26-12-2016 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη.
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτήν εν μέρει ως προς την πρώτη και δεύτερη εναγόμενες.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ αυτές, να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των 186 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 31-12-2013.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη απάντων των διαδίκων στο σύνολό της.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Ερμούπολη Σύρου σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι την 20-7-2022, με παρόντα τον Γραμματέα της έδρας του Εφετείου Αιγαίου Κων/νο Πετρίδη.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ