ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΕφΑθ 700/2023 Χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό - Ανάληψη ποσού από έναν δικαιούχο - Αναγωγική απαίτηση του μη αναλαβόντος κατά εκείνου που ανέλαβε όλη την κατάθεση - Εσωτερική σχέση συνδικαιούχων - Ένσταση συμψηφισμού - Βραδεία προβολή ισχυρισμού στο Εφετείο - Κατά παράβαση σχέσης εντολής ανάληψη ποσού από κοινό τραπεζικό λογαριασμό - Αδικοπραξία

Αριθμός:
700
Έτος:
2023
Δικαστήριο:
Τόπος:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Σύνθεση:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
09/02/2023
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
4536
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Η ενάγουσα ζητά από τον σύζυγό της (εναγόμενο) να επιστρέψει 154.341,84 ευρώ που ανέλαβε από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό χωρίς τη συναίνεσή της. Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι τα ποσά αυτά προορίζονταν για οφειλές της ενάγουσας προς εκείνον. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας, καταδικάζοντας τον εναγόμενο να καταβάλει το ποσό και τα δικαστικά έξοδα. Ο εναγόμενος άσκησε έφεση, αλλά το Εφετείο απέρριψε την έφεση, επιβεβαιώνοντας ότι οι αναλήψεις ήταν παράνομες και χωρίς συναίνεση, ενώ απορρίφθηκε και η ένσταση συμψηφισμού.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 700/2023
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΜΗΜΑ 15° ΕΝΟΧΙΚΟ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Χατζηδάκη, Εφέτη και από τη Γραμματέα Ελένη Λιάσκου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 20 Οκτωβρίου 2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: ... του …, κατοίκου Αγίου Δημητρίου Αττικής, οδός .. με ΑΦΜ …, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Παναγιώτη Σκουράκη (Α.Μ 1289 Δ.Σ.Π).
Της εφεσίβλητης: ... του ..., κατοίκου Ελληνικού Αττικής, οδός … αρ….,με ΑΦΜ … Δ.Ο.Υ …, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Κριτσωτάκη (ΑΜ 37190 Δ.Σ.Α).
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ζήτησε να γίνει δεκτή η από 31.07.2017 (αριθμ. καταθ. .../2017) αγωγή της, την οποία έφερε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 487/2021 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου η οποία έκανε δεκτή αυτήν. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από 12.04.2021 έφεσή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών την 16.04.2021 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2021 και αντίγραφο αυτής στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου (ΓΑΚ/ΑΚΔ: .../2021), της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην προκειμένη περίπτωση η από 12.04.2021 (.../2021) έφεση κατά της 487/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την αγωγή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 518 αρ. 2 ΚΠολΔ), αφού αυτή ασκήθηκε μέσα στην προθεσμία των δύο (2) ετών από την δημοσίευση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 14-01-2021 και κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 16-04-2021, αφού δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των επιμέρους λόγων της κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ), εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησής της καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ισχυρίσθηκε με την από 31-07-2017 αγωγή της ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών είναι σύζυγός της με τον οποίο διατηρούσε τον αναφερόμενο στην αγωγή κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα «...». Ότι οι πιστώσεις στον ένδικο λογαριασμό προέρχονταν αποκλειστικά από δικά της εισοδήματα και ο εναγόμενος είχε τεθεί συνδικαιούχος ώστε να μπορεί να προβαίνει κατ' εντολή της ενάγουσας στην διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεών της, στην πληρωμή υποχρεώσεών της και στην απόκτηση περιουσιακών στοιχείων προς όφελος της και στην εν γένει αξιοποίηση του κατατεθειμένου στον ένδικο λογαριασμό ποσού προς όφελος αυτής. Ότι ο εναγόμενος κατά παράβαση της σχετικής εντολής και χωρίς τη συναίνεσή της προέβη στις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή αναλήψεις χρηματικών ποσών από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποίησε για προσωπικό του όφελος με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας. Ότι από την ένδικη συμπεριφορά του εναγομένου η ίδια υπέστη υλική ζημία ποσού 154.341,84 ευρώ καθώς και ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το παραπάνω ιστορικό η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 154.341,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή και κάθε εκεί αναφερόμενο επιμέρους ποσό, ήτοι από την ημερομηνία ανάληψης αυτών από τον εναγόμενο, άλλως από την επομένη του κλεισίματος του ένδικου λογαριασμού (στις 26-5-2012) άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά, δε, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή για κάθε εκεί αναφερόμενο επιμέρους ποσό, ήτοι από την ημερομηνία ανάληψης αυτών από τον εναγόμενο, άλλως από την επομένη κλεισίματος του ένδικου λογαριασμού (στις 26-5-2012) άλλως από την επίδοση της αγωγής, Επικουρικότερα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 138.806,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή για κάθε εκεί αναφερόμενο επιμέρους ποσό, ήτοι από την ημερομηνία ανάληψης αυτών από τον εναγόμενο, άλλως από την επομένη του κλεισίματος του ένδικου λογαριασμού, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Έτι επικουρικότερα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 91.121,68 ευρώ, άλλως το ποσό των 77.170,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του κλεισίματος του ένδικου λογαριασμού άλλως από της επίδοση της αγωγής. Επίσης, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά της έξοδα. Η αγωγή αυτή εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 487/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346, 489, 490, 493, 713, 714, 719, 932 ΑΚ, ν. 5638/1932,375 ΠΚ και 70 και 176 ΚΠολΔ, εκτός των αιτημάτων επιδίκασης τόκων από χρονικά σημεία προ της επίδοσης της αγωγής, στη συνέχεια έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 155.341,84 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και επέβαλε σ' αυτόν τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος, με την κρινόμενη έφεση, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα παρακάτω και ζητεί την εξαφάνιση τηςπροκειμένου να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας/εφεσίβλητης.
I. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. ν. 5638/1932 «περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν”, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 παρ. δ' περ. α' ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε ανοιχτό, διαζευκτικό λογαριασμό επ' ονόματι ενός ή περισσοτέρων από κοινού, είναι η κατάθεση, η οποία περιέχει τον όρο ότι από τον εν λόγω λογαριασμό μπορεί να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας είτε μερικοί είτε και όλοι οι κατ' ιδίαν δικαιούχοι, η χρηματική δε κατάθεση που γίνεται στον άνω λογαριασμό επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 ΝΔ 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτων προσώπων, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 του ν. 5638/1932, ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και των τρίτων αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να χωρεί εξ ιδίου του αναλαμβάνοντος δικαίου. Αν αναληφθεί, εξάλλου, ολόκληρο το ποσό από έναν μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της Απαίτησης εις ολόκληρο, δηλαδή και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες συνδικαιούχους, έναντι του δέκτη της κατάθεσης. Ο μη αναλαβών συνδικαιούχος αποκτά, από το νόμο πλέον, Απαίτηση (αναγωγικά) έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση για την καταβολή ποσού ίσου προς το μερίδιο που του αναλογεί με βάση τον αριθμό όλων των συνδικαιούχων, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης ή αντίθετα, έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, που θεσπίζει μαχητό τεκμήριο, η ύπαρξη τέτοιας εσωτερικής σχέσης αποτελεί εξαίρεση, της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης φέρει ο διάδικος που προβάλλει περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν το εξαιρετικό αυτό δικαίωμα. Η αξίωση για συμμετοχή στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού γίνεται αντικείμενο δίκης με την έγερση σχετικής αγωγής, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή τεκμαρτή συμμετοχή. Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο ενάγων καταθέτης, στρεφόμενος αναγωγικά κατά του συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού που ανέλαβε ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή μεγαλύτερο από το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο, απαλλάσσεται από το βάρος της απόδειξης για το μέγεθος της συμμετοχής του, κατά το ποσοστό που αυτό καλύπτεται από το νόμιμο μαχητό τεκμήριο. Αν όμως αιτείται μεγαλύτερο ποσοστό, βαρύνεται να αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων, που του παρέχει δικαίωμα επί του μεγαλύτερου ποσοστού. Το δικαστήριο, αν δεν αποδεικνύεται ύπαρξη διαφορετικής συμφωνίας, το βάρος απόδειξης της οποίας έχει αυτός που την επικαλείται, μπορεί να καταδικάσει τον αναλαβόντα συνδικαιούχο στην καταβολή του τεκμαιρόμενου μεριδίου του ενάγοντος. Αναφορικά δε με τις σχέσεις μεταξύ των πολλών συνδικαιούχων του λογαριασμού, αυτές διέπονται από την εσωτερική μεταξύ τους σχέση που τους συνδέει, η οποία μπορεί να είναι εντολή, δάνειο, κ.λπ. ή και χαριστική, όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής. Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρη ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (βλ. ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 2058/2007, ΕφΠατρ.625/2021, ΕφΠειρ. 172/2020, ΕφΛαρ 463/2015, ΕφΘεσ 1784/2013, ΕφΘεσ 2249/2013, δημοσιευμένες στη Νόμος).
II. Από τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ που ρυθμίζουν το συμψηφισμό συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρόταση του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ) (ΑΠ132/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 486/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 633/2015 ΝΟΜΟΣ). Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεως τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 84/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1057/2019, ΕφΠατρ.614/2021 δημ. σε ΤΠΝ Νόμος). Από τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη μπορούν, κατ' εξαίρεση, να προβληθούν το πρώτο με ειδικό λόγο έφεσης από τον εναγόμενο, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη, νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, που δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως ή είχαν προβληθεί απαραδέκτως, (αόριστοι), όπως είναι και η ένσταση απόσβεσης της επίδικης απαίτησης για τους αναφερόμενους στα άρθρα 416 επ. ΑΚ λόγους, (εξόφληση και συμψηφισμός), όταν, εκτός των άλλων, η εξόφληση της απαίτησης ή προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση του ενισταμένου αποδεικνύεται αμέσως και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο και πρέπει να επικαλείται εκείνος που προβάλλει τον ισχυρισμό. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι σε όλες τις καθιερούμενες περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού στο Εφετείο, το τελευταίο, ως δικαστήριο της ουσίας, σχηματίζει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της βραδείας προβολής, και ως προς το κατά πόσον συντρέχει κατά περίπτωση μία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ερευνώντας τα κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικά δε στην περίπτωση, που ο προβαλλόμενος στο Εφετείο καθυστερημένα ισχυρισμός δικαιολογείτο παραδεκτό της βραδείας προβολής του, από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό ή όχι της βραδείας προβολής του συνδυάζεται με την αντίστοιχη κρίση ότι ο νέος ισχυρισμός που θεμελιώνει το λόγο της έφεσης αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα με την έννοια που προαναφέρθηκε, από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα (ΑΠ 1225/2010, δημ. σε ΤΠΝ Νόμος, ΕφΘεσ. 1395/2017 Δνη 2019.811).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων ... και ... του ...που περιέχονται στις υπ' αριθμ. … και …/6-12-2017 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που έχουν ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος (βλ. την υπ’αριθμ, ... /1-12-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ...) και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 340, 390, 395 και 432 επ. ΚΠολΔ), χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 1628/2003, ΕλλΔ/νη 2004/723), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα/εφεσίβλητη κατάγεται από τις Φιλιππίνες και ζει και εργάζεται από πολλών ετών στην Ελλάδα. Λίγο καιρό μετά την άφιξή της προσελήφθη και εργάστηκε ως οικιακή βοηθός στην οικία του ..., υιού του ζωγράφου ..., μέχρι το θάνατό του στις 6-12-1998. Μετά το θάνατο του εν λόγω εργοδότη της, περιήλθε σε αυτήν, με βάση τις διαθήκες που αυτός κατέλιπε, σημαντική περιουσία, αποτελούμενη από πίνακες, ένα διαμέρισμα στην Καλλιθέα, ένα αγροτεμάχιο στο Πόρτο Χέλι και μετρητά. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 2-9-2005 η ενάγουσα/εφεσίβλητη συνήψε γάμο με τον εναγόμενο/εκκαλούντα. Κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους διατηρούσαν κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων ο με αριθμό ... λογαριασμός στην Τράπεζα «...», ενώ ο εναγόμενος/εκκαλών διαχειριζόταν την περιουσία της ενάγουσας/εφεσίβλητης και εκπροσωπούσε αυτήν σε διάφορες συναλλαγές. Μάλιστα, ήδη πριν το γάμο τους, ο εναγόμενος/εκκαλών κατ' εντολή της ενάγουσας/εφεσίβλητης και δυνάμει του υπ' αριθμ. …/21-5-2004 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Καλλιθέας ... διαχειριζόταν την περιουσία της και την εκπροσωπούσε στις διάφορες συναλλαγές της. Ακολούθως, η ενάγουσα διέθεσε μέρος της περιουσίας που είχε κληρονομήσει ως ανωτέρω, για την αγορά δύο διαμερισμάτων, επί της οδού … αρ. … στο Ελληνικό Αττικής, ήτοι α) το υπό στοιχεία Ε1 διαμέρισμα με την με αριθμό Π1 8 αποθήκη και ΥΠ.4 θέση στάθμευσης και β) το με στοιχεία Γ2 διαμέρισμα, με την ΠΙ 10 αποθήκη και την με στοιχεία ΥΠ.2 θέση στάθμευσης. Στη συνέχεια, η ενάγουσα/εφεσίβλητη πώλησε το δεύτερο εκ των ανωτέρω διαμέρισμα με την αντίστοιχη θέση στάθμευσης και την αποθήκη, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../11-2-2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., έναντι αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος 190.485,12 ευρώ αλλά με μεγαλύτερο πραγματικό τίμημα. Από το τίμημα της πώλησης αυτής ποσό 100.000 ευρώ πιστώθηκε, στις 11-2-2011, με κατάθεση της τραπεζικής επιταγής με αριθμό ... της «...» στον ως άνω με αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα «...» με δικαιούχους αμφότερους τους διαδίκους. Επίσης, στον ίδιο λογαριασμό πιστώθηκε, κατά την ίδια ημεροχρονολογία, το ποσό των 50.000 ευρώ εκ του ως άνω τιμήματος με κατάθεση της υπ' αριθμ. ... τραπεζικής επιταγής της «...», ως και το ποσό των 1.000 ευρώ σε μετρητά. Ακολούθως, στο με αριθμό …/614482-97 κοινό λογαριασμό των διαδίκων που τηρείτο στην «… Τράπεζα» πιστώθηκε, στις 8-7-2011 το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ εκ του ως άνω τιμήματος, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... επιταγή της «...», ενώ στις 17-2-2011 εκδόθηκε η με αριθμό ... επιταγή της «… Τράπεζας», ποσού 25.000 ευρώ, με χρέωση του ως άνω με αριθμό ... κοινού λογαριασμού των διαδίκων στην Τράπεζα αυτή, η οποία στη συνέχεια κατατέθηκε στον ένδικο λογαριασμό της «...» και πιστώθηκε με το ποσό των 25.000 ευρώ στις 18-2-2011. Περαιτέρω, αναφορικά με τον επίμαχο κοινό λογαριασμό προέκυψε, ότι από τις 7-2-2011, οπότε παρουσίασε μηδενικό υπόλοιπο, όλες οι αναφερόμενες στην προσκομιζόμενη κίνηση αυτού πιστώσεις χρηματικών ποσών, μέχρι και το οριστικό κλείσιμο στις 25-5-2012, προέρχονταν από εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας/εφεσίβλητης, ήτοι από το τίμημα της παραπάνω πώλησης, πιστωτικούς τόκους, κεφάλαιο και τόκους προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό ..., που ανοίχθηκε με χρηματικά ποσό από το λογαριασμό αυτό. Ο εναγόμενος/εφεσίβλητος δεν αμφισβήτησε, ούτε με λόγο έφεσης, την προέλευση των χρηματικών ποσών που πιστώθηκαν κατά το παραπάνω διάστημα στον ένδικο λογαριασμό και έγινε αναλυτικά δεκτό ως άνω με την εκκαλουμένη. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα ο εναγόμενος/εκκαλών προέβη σε σειρά χρεώσεων στον επίμαχο κοινό λογαριασμό, οι οποίες έλαβαν χώρα χωρίς τη συναίνεση και κατά παράβαση της εντολής της ενάγουσας/εφεσίβλητης και χωρίς τα αναληφθέντα χρηματικά ποσά να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη οικογενειακών ή ατομικών αναγκών της τελευταίας, ούτε προς όφελος αυτής, αλλά αποκλειστικά προς το συμφέρον του εναγομένου/εκκαλούντος. Ειδικότερα, ο εναγόμενος/εκκαλών μετέφερε στις 17-2-2011 ποσό 100.000 ευρώ στην εταιρεία «...» προς πληρωμή αρχικού ασφαλίστρου του με αριθμό .../17-2-2011 ασφαλιστηρίου συμβολαίου τύπου «AUVIDA», που είχε συνάψει με την ως άνω εταιρεία και ασφαλισμένο και δικαιούχο ασφάλισης τον ίδιο, το οποίο, στη συνέχεια εξόφλησε πρόωρα, στις 27-11-2013, λαμβάνοντας το ποσό των 91.494,05 ευρώ με πίστωσε σε ατομικό του λογαριασμό, στον οποίο, πιστώνονταν και οι μηνιαίες αποδόςεις του εν λόγω ασφαλιστηρίου (βλ. την από 01.06.2012 επιστολή της ασφαλιστικής εταιρίας «...»). Επίσης, ο εναγόμενος/εκκαλών ανέλαβε, στις 19-10-2011, από τον επίμαχο κοινό λογαριασμό το ποσό των 50.000 ευρώ, ενώ επιπλέον συνολικό ποσό ύψους 4.341,84 ευρώ χρεώθηκε σ' αυτόν τον λογαριασμό προς εξόφληση της πιστωτικής κάρτας «visa» του εναγομένου/εκκαλούντος. Περαιτέρω, όμως, ο εναγόμενος/εκκαλών ισχυρίζεται ότι ανέλαβε τα ως άνω ποσά με τη συναίνεση της ενάγουσας/εφεσίβλητης, σε εξόφληση οφειλής της ίδιας προς αυτόν, ποσού 42.785,20 ευρώ, που αυτός κατέβαλε για οφειλόμενο υπόλοιπο για την αγορά από την ενάγουσα/εφεσίβλητη, το έτος 2006, του υπό στοιχείο Γ-2 διαμερίσματος επί της οδού … αρ,… στο Ελληνικό Αττικής, και ποσού 86.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε πάλι από δικά του χρήματα, για την αγορά από την ενάγουσα/εφεσίβλητη, το ίδιο έτος, μιας τριώροφης οικοδομής (αξίας 75.000 ευρώ) και ενός αυτοκινήτου (αξίας 11.000 ευρώ) στις Φιλιππίνες συνολικού ύψους 86.000 ευρώ. Προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του, ο εναγόμενος/εκκαλών προσκομίζει την από 31-3-2004 χειρόγραφη απόδειξη ποσού 40.000 ευρώ έναντι εξόφλησης υπολοίπου από την ως άνω αγορά, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι το καταβληθέν αυτό ποσό προς τον πωλητή του διαμερίσματος προερχόταν από εισοδήματα του ίδιου, ούτε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ αυτού και της αντιδίκου του ότι το ποσό αυτό θα το καταβάλει η τελευταία σ' αυτόν από το τίμημα της μετέπειτα πώλησης του συγκεκριμένου διαμερίσματος, που έλαβε χώρα ως εκτέθηκε ανωτέρω αρκετά χρόνια αργότερα το έτος 2011. Εξάλλου, ο εναγόμενος/εκκαλών δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι κατέβαλε και το ποσό των 86.000 ευρώ για την αγορά, στο όνομα της ενάγουσας/εφεσίβλητης μίας τριώροφης οικοδομής και ενός αυτοκινήτου στις Φιλιππίνες, ενώ δεν αποδεικνύεται ούτε η πηγή των εν λόγω χρηματικών ποσών, η ανάληψη ή η μεταφορά αυτών από προσωπικούς λογαριασμούς ή η με οποιονδήποτε τρόπο καταβολή τους εκ μέρους του. Επίσης, ο εναγόμενος/εκκαλών ισχυρίζεται ότι ποσό 56.855,63 ευρώ (από υπόλοιπο ομολόγου της ...)-στον πρώτο λόγο της έφεσης- ή ποσό 57.555,63 ευρώ-στον πέμπτο λόγο της έφεσης- χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο για οικογενειακές δαπάνες και εξόφληση υποχρεώσεων της ενάγουσας/εφεσίβλητης. Ο εν λόγω, όμως, ισχυρισμός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις δεν προκύπτει ποιες από τις κοινές υποχρεώσεις των διαδίκων εξοφλήθηκαν από δικά του χρήματα, τι ποσά αναλήφθηκαν από τον επίμαχο κοινό λογαριασμό, και μάλιστα μετά τη περίοδο 7-2-2011, οπότε αυτός είχε παρουσιάσει μηδενικό υπόλοιπο. Επίσης, δεν αποδεικνύεται ότι τα χρηματικά ποσά που αναλήφθηκαν από τον επίμαχο λογαριασμό, χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος της ενάγουσας σύμφωνα με τη σύμβαση εντολής, αφού πολλές από τις δαπάνες, που εμφανίζονται στις προσκομιζόμενες από τον ίδιο αποδείξεις αφορούν τα έτη 2004-2006, ενώ οι επίδικες αναλήψεις έλαβαν χώρα τα έτη 2011-2012, λίγους μήνες πριν από την αποχώρηση του εναγομένου/εκκαλούντος από τη συζυγική οικία, την 1-3- 2012, ενώ δεν αποδεικνύεται σύνδεση των ποσών που αναλήφθηκαν με την εξόφληση υποχρεώσεων και δαπανών προς όφελος της ενάγουσας/εφεσίβλητης, ούτε, τέλος, ότι αυτές οι δαπάνες εξοφλήθηκαν μέσω της πιστωτικής κάρτας του εναγομένου/εκκαλούντος, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή των δόσεων αυτής από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος/εκκαλών κατά τον επίμαχο χρόνο ήταν συνταξιούχος του ΤΕΒΕ με μηνιαία σύνταξη αρχόμενη στο ποσό των 313,42 ευρώ και στη συνέχεια στο ποσό των 514,54 ευρώ (βλ. σχετική απόφαση Διευθυντού Συντάξεων ΤΕΒΕ και ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων Ο.Α.Ε.Ε). Προκειμένου, δε, να συμπληρώνει τα εισοδήματά του εκτελούσε διεκπεραιώσεις στο Υπουργείου Συγκοινωνιών, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε άλλα εισοδήματα ή περιουσία ώστε να δύναται να καταβάλει τα ως άνω μεγάλα χρηματικά ποσά, για λογαριασμό της ενάγουσας/εφεσίβλητης, η οποία, μάλιστα, είχε κληρονομήσει περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, όπως εκτέθηκε ανωτέρω (βλ. και τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας στις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε, ομοίως, ως άνω τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα, ότι το ποσό των 154.341,84 ευρώ καταβλήθηκε εξ' ολοκλήρου στον επίμαχο κοινό λογαριασμό από την ενάγουσα/εφεσίβλητη, ότι δεν υφίσταται οφειλή αυτής προς τον εναγόμενο/εκκαλούντα, δεν έσφαλε ως προς την κρίση του αυτή και συνεπώς, οι σχετικοί πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της υπό κρίση έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, απορριπτέος τυγχάνει ο έκτος λόγος της έφεσης περί εσφαλμένης απόρριψης της ένστασης συμψηφισμού, αφού από την επισκόπηση των νομίμως κατατεθειμένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, προκύπτει ότι ο εναγόμενος/εκκαλών δεν πρότεινε ένσταση συμψηφισμού, η οποία για να είναι ορισμένη πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της Απαίτησης του ενάγοντας, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεως τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη. Επίσης, απορριπτέα ως απαράδεκτη τυγχάνει η προβαλλόμενη το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ένσταση συμψηφισμού, με τον ίδιο (έκτο) λόγο έφεσης, καθώς ο εκκαλών δεν προσδιορίζει την απαίτησή του που φέρνει σε συμψηφισμό με την αγωγική Απαίτηση, ενώ, σε κάθε περίπτωση, εάν θεωρηθεί ότι η απαίτησή του είναι η εκτιθέμενη στον πρώτο λόγος έφεσης, ήτοι το ποσό των 128.785 ευρώ + το ποσό των 56.855,63 ευρώ, δεν δικαιολογείται το παραδεκτό της βραδείας προβολής της κατ' άρθρο 527 αρ.3 ΚπολΔ, αφού η προτεινόμενη σε συμψηφισμό αντΑπαίτηση του εκκαλούντος δεν αποδεικνύεται αμέσως και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο και πρέπει αυτός να επικαλείται και η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια. Ακολούθως, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη λεχθεί, ο εναγόμενος/εκκαλών είχε εξουσία να χρησιμοποιεί τα ως άνω πιστούμενα στον επίμαχο κοινό λογαριασμό χρηματικά ποσά, που προέρχονταν αποκλειστικά από εισοδήματα της ενάγουσας/εφεσίβλητης και να τα διαχειρίζεται προς όφελος της για την αξιοποίηση της περιουσίας της και της εξόφλησης των υποχρεώσεών της, από την μεταξύ τους σχέση εντολής. Πλην, όμως, κατά τα παράβαση αυτής της σχέσης και χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας/εφεσίβλητης, ο εναγόμενος/εκκαλών ανέλαβε το συνολικό ποσό των 154.341,84 ευρώ και το χρησιμοποίηση για ίδιον όφελος, με συνέπεια η ενάγουσα/εφεσίβλητη να υποστεί ζημία με αντίστοιχη μείωση της περιουσίας της. Επιπλέον, η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά και αδικοπραξία, καθώς αυτός ενήργησε με δόλο και παρανόμως, ιδιοποιούμενος το ως άνω χρηματικό ποσό χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο, προκαλώντας αιτιωδώς αντίστοιχη ζημία της ενάγουσα/εφεσίβλητης. Η τελευταία, δε, έλαβε γνώση της αδικοπραξίας και της ζημίας της καθώς και του υπαιτίου, για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2014, οπότε εστάλη στη συζυγική οικία επιστολή της ασφαλιστικής εταιρίας ... περί πρόωρης εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που ο αντίδικός της είχε συνάψει και στη συνέχεια καταγγείλει στις 27-11-2013 και καταβολής του ποσού της εξαγοράς σε προσωπικό του λογαριασμό, καθώς και με τη λήψη της αναλυτικής κατάστασης του ένδικου λογαριασμού με αριθμ. ... στην Τράπεζα «...», οπότε και άρχισε ο χρόνος της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, κατά το μέρος που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 01-09-2017 (βλ. την υπ' αριθμ. .../01-09-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ...), διακόπτοντας την παραγραφή πριν τη συμπλήρωση των πέντε (5) ετών. Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως αναφορικά με την ένσταση παραγραφής που προέβαλε στον πρώτο βαθμό ο εναγόμενος/εκκαλών και συνιστά και τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσής του, και απέρριψε αυτήν, δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου/εκκαλούντος προκλήθηκε στην ενάγουσα/εφεσίβλητη ηθική βλάβη, καθώς αυτή στερήθηκε των περιουσιακών της στοιχείων, βίωσε άγχος και αγωνία, ενώ ταλαιπωρήθηκε διότι χρειάστηκε να επιδοθεί σε δικαστικούς αγώνες. Επιδίκασε, δε, σε αυτή εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 1.000 ευρώ, αφού έλαβε υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, τις συνέπειες που αυτή είχε στην ενάγουσα/εφεσίβλητη, το βαθμό πταίσματος του εναγομένου/εκκαλούντος, την έκταση και το είδος της ζημίας, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Έτσι, που έκρινε η εκκαλουμένη, δε, έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί και ο έβδομος λόγος της υπό κρίση έφεσης ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176,183 και 191 παρ, 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 12-04-2021 έφεση του εκκαλούντος που κατατέθηκε με αριθμό .../2021, κατά της με αριθμό 487/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
-Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση.
-Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
-Διατάζει την εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 9/2/2023
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα