Αριθμός 427/2024
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την εξής σύνθεση: Ευαγγελία Νίκα, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Βαρβάρα Ραφτοπούλου, Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Σταυρούλα Λαμπροπούλου, Καλλιόπη Κατρά, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αικατερίνη Ρίπη.
Για να δικάσει την από 7 Ιανουαρίου 2019 αίτηση:
του ... του …, κατοίκου Διονύσου Αττικής (…), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Ευαγγελία Μάντζου (Α.Μ. 23350), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου (Α.Α.Δ.Ε.), το οποίο παρέστη με την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1755/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Βαρβάρας Ραφτοπούλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (αριθ. ηλεκτρονικού παραβόλου .../2018), ζητείται η αναίρεση της 1755/2018 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 3873/2011 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί ανακοπή του ιδίου κατά των .../5.5.2004 και .../6.5.2008 πράξεων ταμειακής βεβαίωσης και κατά της .../ 18.2.2010 ατομικής ειδοποίησης της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιώς, με την οποία κλήθηκε ο αναιρεσείων, ως αλληλεγγύως ευθυνόμενος, να καταβάλει συνολικό ποσό 3.418.002,29 ευρώ, που αντιστοιχεί σε φόρο εισοδήματος και φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας, που βεβαιώθηκαν σε βάρος της αλλοδαπής εταιρείας “...” πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 598.267,24 ευρώ.
2. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και, όπως ήδη ισχύουν, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο ως άνω παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, δηλαδή και του ελαχίστου ποσού της διαφοράς κατά την παράγραφο 4 και των αναφερομένων στην παράγραφο 3 προϋποθέσεων σχετικά με τη νομολογία (βλ. ΣτΕ 1873/ 2012 7μ., 435/2017, 2934/2017 7μ., 172/2018 7μ. κ.ά.). Επομένως, επί διαφοράς, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το τιθέμενο εκ του νόμου όριο ή η οποία δεν έχει Χρηματικό αντικείμενο, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (ΣτΕ, ΑΠ, ΕλΣυν) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρισίμου νομικού ζητήματος και όχι επί αναλόγου ή παρομοίου (βλ. ΣτΕ 7μ. 4163/2012, 1365/2017, 2934/2017 κ.ά.). Στις προαναφερθείσες ρυθμίσεις περιλαμβάνονται και οι αιτήσεις, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, με την οποία επιλύθηκε διαφορά που ανέκυψε κατά το στάδιο της είσπραξης των βεβαιωθέντων ήδη, με την έκδοση του οικείου νομίμου τίτλου, φόρων, δασμών κ.λπ., δεδομένου ότι και κατά το στάδιο αυτό, η αγόμενη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης διαφορά εξακολουθεί να έχει Χρηματικό αντικείμενο (ΣτΕ 243/2020, 5/2018, 943/2012, 1009/2011, 1700/2010 7μ., 2215/1997 Ολ.). Χρηματικό δε αντικείμενο συνιστούν, στην περίπτωση ανακοπής κατά ατομικής ειδοποίησης ή ταμειακής βεβαίωσης, τα αναγραφόμενα σ’ αυτές ποσά (βλ. ΣτΕ 242-3/2020, 2368, 119, 5/2018, 221/2017, 573, 115/2015, 1439/2014, 2759/2013, 943/2012, 4189/2011, πρβλ. ΣτΕ 1700/2010 7μ.). Εξάλλου, στην περίπτωση που ασκείται ανακοπή κατά ατομικής ειδοποίησης, εκδοθείσας κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 115 του Κ.Φ.Ε. (ν. 2238/1994), για τις ανάγκες υπολογισμού του ποσού της αναιρετικής διαφοράς, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό που καλείται το πρώτον με την ατομική ειδοποίηση να καταβάλει ο ανακόπτων, ως προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενος, το οποίο αντιστοιχεί στα αθροιστικώς αναφερόμενα στις συμπροσβληθείσες με την ανακοπή πράξεις ταμειακής βεβαιώσεως ποσά. Τούτο δε διότι η προσβολή με την ανακοπή των εν λόγω πράξεων, καθώς και η έκδοση από το διοικητικό δικαστήριο μίας απόφασης δεν αποτελούν τυχαία γεγονότα, αλλά δικαιολογούνται πλήρως εν όψει τόσο της κοινής νομικής και πραγματικής βάσης (ευθύνη προς πληρωμή βεβαιωθέντων σε βάρος της εταιρείας φόρων αναγόμενη στο στάδιο της εισπράξεώς τους, βλ. ΣτΕ 1623/2015, 2275/2017 κ.ά.) όσο και της συνδεόμενης με την αποτελεσματική απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης ανάγκης ενιαίας επίλυσης της διαφοράς, η οποία γεννάται το πρώτον με την συμπροσβολή, μετά των πράξεων ταμειακής βεβαίωσης, της σχετικής ατομικής ειδοποίησης (πρβλ. ΣτΕ 1610/2020 7μ. και ΣτΕ 1891-5/2018, 581/2019).
3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκηθείσα στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς στις 7.1.2019 διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, το δε αντικείμενο της διαφοράς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι ανώτερο του νομίμου ορίου των 40.000 ευρώ.
4. Επειδή, εξάλλου, η υπό κρίση αίτηση ασκείται εμπροθέσμως στις 7.1.2019, δηλαδή την 62η ημέρα από την επομένη της επιδόσεως (στις 6.11.2018 σύμφωνα με το ευρισκόμενο εντός του φακέλου αποδεικτικό επιδόσεως) της αναιρεσιβαλλομένης στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και παραστάντα στην ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου δίκη, δεδομένου ότι οι δύο τελευταίες ημέρες λήξης της εξηκονθήμερης προθεσμίας (5 και 6.1.2019) ήταν Σάββατο και Κυριακή, δηλαδή κατά νόμο εξαιρετέες.
5. Επειδή, ο ν. 2238/1994 (Α΄ 151), με το άρθρο πρώτο του οποίου κυρώθηκε ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στο Δεύτερο Τμήμα αυτού («Φορολογία Εισοδήματος Νομικών προσώπων»), ορίζει στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 101 («Υποκείμενο του φόρου») ότι: «Στον φόρο υπόκεινται: α) Οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες. β) Οι δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα ανεξάρτητα αν αποτελούν ή όχι ίδια νομικά πρόσωπα. γ) Οι συνεταιρισμοί που έχουν συσταθεί νόμιμα και οι ενώσεις τους. δ) Οι αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο εταιρείας, καθώς και οι κάθε είδους αλλοδαποί οργανισμοί που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων. ε) Οι ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης», στη δε παρ. 1 του άρθρου 99 («Αντικείμενο του φόρου») ότι αντικείμενο του φόρου είναι, μεταξύ άλλων, «δ) Σε αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο εταιρείας, καθώς και στους κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς οι οποίοι αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων το καθαρό εισόδημα ή κέρδος το οποίο προκύπτει από πηγή που βρίσκεται στην Ελλάδα, καθώς και το καθαρό κέρδος το οποίο προκύπτει από τη μόνιμη εγκατάσταση της επιχείρησης στην Ελλάδα κατά την έννοια του άρθρου 100». Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις για την υπαγωγή στη φορολογία εισοδήματος των αλλοδαπών επιχειρήσεων και οργανισμών δεν απαιτείται νομική προσωπικότητα εταιρικού ή άλλου τύπου, αλλ’ αρκεί η ύπαρξη και δράση μιας άτυπης επιχειρήσεως σε ορισμένο οικονομικό τομέα, η οποία, ως εκ της δραστηριότητας αυτής, καθίσταται υποκείμενο φορολογικής υποχρεώσεως (πρβλ. ΣτΕ 3805/1994) και δη τόσο στην περίπτωση που το καθαρό κέρδος προκύπτει από μόνιμη εγκατάσταση αυτής στην Ελλάδα, όπως η μόνιμη εγκατάσταση ορίζεται στο άρθρο 100 του Κώδικα, όσο και όταν το εισόδημα προέρχεται από πηγή η οποία βρίσκεται στην Ελλάδα, χωρίς να απαιτείται, στην περίπτωση αυτή, και μόνιμη εγκατάσταση της επιχειρήσεως στην Ελλάδα (πρβλ. ΣτΕ 3429/2000 7μ.). Εξάλλου, οι ανωτέρω διατάξεις για την επιβολή του φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, εφαρμόζονταν αναλόγως και για τον φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 2459/1997 (Α΄ 17).
6. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 115 του αυτού Κώδικα με τίτλο «Ευθύνη διοικούντων νομικά πρόσωπα» προβλέπεται ότι: «1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανώνυμων εταιρειών [...] κατά τον χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους. […] 2. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στη διοίκηση του νομικού προσώπου, κατά τον χρόνο της διάλυσης των λοιπών νομικών προσώπων του άρθρου 101, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και των φόρων που παρακρατούνται, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους. 3. [...]». Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 115 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, για τις μνημονευόμενες σε αυτές φορολογικές υποχρεώσεις, μεταξύ άλλων, αλλοδαπών επιχειρήσεων και αλλοδαπών οργανισμών ευθύνονται, πέραν της αλλοδαπής επιχείρησης ή του αλλοδαπού οργανισμού, και εκείνα τα πρόσωπα τα οποία κατά τον χρόνο της διαλύσεως αυτών (για τις περιπτώσεις της παραγράφου 2) ή και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους (για τις περιπτώσεις της παραγράφου 3, εφόσον οι σχετικές φορολογικές υποχρεώσεις γεννήθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 6 του ν. 2648/1998) τη διοικούν και την εκπροσωπούν νομίμως. Εξάλλου, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 115 του Κ.Φ.Ε., ερμηνευομένων εν όψει του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της διασφαλίσεως της εισπράξεως των οφειλομένων από τα πρόσωπα του Δευτέρου Τμήματος του Κ.Φ.Ε. φόρων, στην επίτευξη του οποίου αποβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις (βλ. ΣτΕ 1187/2018, 1028/2013), προκειμένου για αλλοδαπές επιχειρήσεις και αλλοδαπούς οργανισμούς που εδρεύουν σε κράτη με τα οποία δεν υφίσταται σύμβαση διοικητικής συνδρομής σε φορολογικά θέματα και φορολογούνται στην Ελλάδα για το καθαρό εισόδημα ή κέρδος το οποίο προκύπτει από πηγή που βρίσκεται στην Ελλάδα, ως χρόνος διαλύσεως, η οποία (διάλυση) δεν πρέπει να συγχέεται με την κατά το καταστατικό δίκαιο της αλλοδαπής επιχειρήσεως ή οργανισμού περάτωση αυτών (πρβλ. ΑΠ 1419/2004), λογίζεται και η απόσυρση αυτών από τη χώρα με την εν τοις πράγμασι διακοπή της οικονομικής δραστηριότητας εν όψει της οποίας είχαν καταστεί υποκείμενα φορολογικών υποχρεώσεων. Υπό την αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα παρείχετο στα πρόσωπα, τα οποία διοικούν και εκπροσωπούν τέτοιες αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισμούς, η ευχέρεια να μεθοδεύουν την απαλλαγή τους από την ευθύνη τους για τις φορολογικές υποχρεώσεις αυτών των επιχειρήσεων και οργανισμών έναντι του Δημοσίου απλώς με την παύση της υποκειμένης σε φόρο οικονομικής δραστηριότητάς τους.
7. Επειδή, τέλος, με τα άρθρα 15 και 16 του ν. 3091/2002 (Α΄ 330) θεσπίσθηκε ειδικός ετήσιος φόρος επί των ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν κατά κυριότητα ή επικαρπία στα νομικά πρόσωπα και στις νομικές οντότητες του άρθρου 51Α παρ. 3 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ορίσθηκε δε ότι «Παρένθετα πρόσωπα ευθύνονται σε ολόκληρο με τον υπόχρεο για την καταβολή του φόρου […] Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, παρένθετο πρόσωπο είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμμετέχει με οποιαδήποτε μορφή ή ποσοστό σε νομικό πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 15, που έχει κυριότητα ή επικαρπία σε ακίνητο ή συμμετέχει σε τρίτο νομικό πρόσωπο που έχει κυριότητα ή άλλα εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητο ή παρεμβάλλεται με οποιονδήποτε τρόπο στη σειρά των συμμετοχών στο κεφάλαιο ενός νομικού προσώπου».
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 2.4.1987 συνεστήθη στη Μονροβία της Λιβερίας, κατά το δίκαιο της Λιβερίας, η εταιρεία “...”. Με το .../7.5.1988 συμβόλαιο συμβολαιογράφου Αθηνών η εν λόγω εταιρεία αγόρασε ακίνητο, επί των οδών ... και ... στην Εκάλη, αποτελούμενο από οικόπεδο 2.905,81 τ.μ. και διώροφη οικία και, κατόπιν, υπέβαλε δήλωση έναρξης δραστηριότητας στην Ελλάδα με έδρα τον Πειραιά (...) και αντικείμενο την εκμετάλλευση του ανωτέρω ακινήτου. Ως αντίκλητος της αλλοδαπής εταιρείας στην Ελλάδα φερόταν η ... έως τον Ιούλιο 2001 και από τον Αύγουστο 2001 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας είχε καταχωρισθεί στο Μητρώο της αρμοδίας Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς ο δικηγόρος .... Με το από 1.2.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό (υπ’ αριθ. καταχ. στη Δ.Ο.Υ. …/8.3.1994) η εταιρεία εκμίσθωσε το ανωτέρω ακίνητο στον ήδη αναιρεσείοντα ... και τη σύζυγό του ... μέχρι τον Απρίλιο του 2002, οπότε το μεταβίβασε στην εταιρεία ... Α.Β.Ε.Τ.Ε. αντί τιμήματος 3.228.173,15 ευρώ, με το .../30.4.2002 πωλητήριο συμβόλαιο συμβολαιογράφου Αθηνών, στο οποίο αναφερόταν ως συμβαλλόμενος ο δικηγόρος ... ενεργών για λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας ..., ως πληρεξούσιος αυτής. Όπως προέκυψε από έλεγχο που διενήργησε μεταγενεστέρως η Υπ.Ε.Ε. σχετικά με την ανωτέρω πώληση, το έτος 2002 η αγοράστρια του ακινήτου ... Α.Β.Ε.Τ.Ε. είχε λάβει από την τράπεζα ... δάνειο για την πληρωμή του τιμήματος και των εξόδων της πώλησης και είχαν εκδοθεί αρχικώς τρεις επιταγές εις διαταγήν της εταιρείας ..., οι οποίες παραδόθηκαν στον ... και, στη συνέχεια, αυτές αντικαταστάθηκαν με δεκαεννέα νέες επιταγές συνολικής αξίας 3.228.173,15 ευρώ εις διαταγήν του ...˙ από τις οπισθογραφήσεις και τα λοιπά στοιχεία των επιταγών προέκυψε ότι οι έξι εισπράχθηκαν ή κατατέθηκαν συμψηφιστικά σε προσωπικό λογαριασμό του ..., ενώ οι λοιπές δεκατρείς επιταγές, συνολικής αξίας 2.235.060 ευρώ, παραδόθηκαν στον αναιρεσείοντα (βλ. το …/12.1.2009 δελτίο πληροφοριών της Υπ.Ε.Ε.). Στις 27.3.2002 υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. διενήργησαν έλεγχο στο δικηγορικό γραφείο του ... και κατέσχεσαν με την …/27.3.2002 έκθεση διάφορα ανεπίσημα στοιχεία, που αφορούσαν την εταιρεία ...˙ μεταξύ αυτών ήσαν τα υπ’ αριθ. … και … στοιχεία και το από 12.12.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του αναιρεσείοντος και του ανωτέρω δικηγόρου, από τα οποία προέκυπτε, κατά τον έλεγχο, ότι πραγματικοί ιδιοκτήτες (beneficial owners) της εταιρείας ήσαν οι … και ... (βλ. το .../14.10.2002 δελτίο πληροφοριών του Σ.Δ.Ο.Ε.). Ειδικότερα, με το κατασχεθέν ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ο αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ... A.B.E.E., αναγνώρισε την ύπαρξη οφειλής της εταιρείας αυτής προς τον ... και δεσμεύθηκε για την εξόφλησή της δηλώνοντας τα εξής: «Προς τον ίδιο σκοπό και δεδομένης της ιδιότητάς μου ως beneficial owner και δη κατά ποσοστό 50% της υπεράκτιας εταιρείας με την επωνυμία ..., της οποίας νόμιμος γενικός πληρεξούσιος είναι ο ίδιος ως ανωτέρω ..., δηλώνω ρητά, ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα ότι εκχωρώ από τούδε στον ... το ισόποσο προς την ανωτέρω οφειλή μέρος από το καταβληθησόμενο τίμημα κατά την επικείμενη αγοραπωλησία είτε ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της εταιρείας “...” κειμένου επί της οδού ... στην Εκάλη Αττικής είτε του συνόλου των μετοχών της ίδιας εταιρείας και συγκεκριμένα μέχρι του ποσού των 36.801.000 δραχμών ή 108.000 ευρώ. Βεβαιώνω τέλος ότι η ανωτέρω εκχώρηση είναι γνωστή και στη σύζυγό μου ..., η οποία είναι beneficial owner της εταιρείας “...” κατά το υπόλοιπο 50% και η οποία δεν έχει καμία αντίρρηση ως προς τη σύνταξη και υπογραφή του παρόντος». Kατά τα οικονομικά έτη 1995 - 2001 (χρήσεις 1994 - 2000) η εταιρεία ... υπέβαλε στη φορολογική αρχή δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για τα μισθώματα που εισέπραξε, οι οποίες ελέγχθηκαν σε τακτικό φορολογικό έλεγχο και συντάχθηκε σχετικώς το .../3.12.2001 ειδικό σημείωμα ελέγχου. Μεταγενεστέρως, κατόπιν επανελέγχου, εκδόθηκαν σε βάρος της εταιρείας τα …/2004, …/2004, …/2004, …/2004, …/2004, …/2004 και …/2004 φύλλα ελέγχου φόρου εισοδήματος για τα αυτά ως άνω οικονομικά έτη (1995 - 2001), με τα οποία επιβλήθηκε επί πλέον φόρος (εν όψει της αύξησης του εμβαδού του κτίσματος με προσθήκες που είχαν γίνει σε αυτό βάσει οικοδομικών αδειών των ετών 1990 και 1991). Ακολούθως, ο αναιρεσείων υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς (αρ. πρωτ. .../13.4.2004), ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας “...”, αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς για τον φόρο εισοδήματος των οικονομικών ετών 1995-2001 και για τον φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας των οικονομικών ετών 1998-2001. Υπέγραψε δε και πάλι, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας, τις από 29.4.2004 επτά πράξεις διοικητικής επίλυσης διαφοράς για τα ως άνω φύλλα ελέγχου φόρου εισοδήματος των οικονομικών ετών 1995-2001, ενώ τα οριστικοποιηθέντα κατ’ αυτόν τον τρόπο ποσά φόρου και προσαυξήσεων συνολικού ύψους 108.458,23 ευρώ βεβαιώθηκαν ταμειακώς σε βάρος της εταιρείας με την .../5.5.2004 πράξη ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς. Εξάλλου, με έγγραφό τους προς τη Δ.Ο.Υ. (αρ. πρωτ. .../9.5.2005) οι … και ... ενημέρωσαν ότι οποιοδήποτε πληρεξούσιο σε σχέση με την ... προσκομίσει ή έχει τυχόν προσκομίσει ο ... «είναι είτε άκυρο είτε έχει ανακληθεί από τον Αύγουστο 2001 είτε είναι πλαστό» (όπως φαίνεται σε τηλεομοιοτυπία που απέστειλε η εταιρεία ... S.A., υπεύθυνη για την ίδρυση της ... και σε επιστολή της ..., για λογαριασμό της εταιρείας, που επιβεβαιώνει τα ανωτέρω). Άλλωστε, με την 1032/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ αποδοχή αίτησης του ... ακυρώθηκε η άρνηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς να τον διαγράψει από το Μητρώο της φορολογικής αρχής, ως νόμιμο εκπρόσωπο της ..., αναδρομικά από 21.8.2001, καθόσον, κατά το σκεπτικό της απόφασης, η εγγραφή του αιτούντος στο Μητρώο με την ανωτέρω ιδιότητα διενεργήθηκε μη νομίμως βάσει σχετικών από 26.4.2002 δηλώσεων, οι οποίες δεν παράγουν έννομες συνέπειες, διότι φέρουν μεν σφραγίδα της εταιρείας, αλλά είναι ανυπόγραφες. Περαιτέρω, η ..., η οποία στις ανωτέρω δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της ... είχε δηλωθεί ως αντίκλητος αυτής στην Ελλάδα, υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. το από 13.4.2004 υπόμνημα, με το οποίο αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με την εταιρεία, ανέφερε δε ότι ήταν υπάλληλος σε άλλες εταιρείες συμφερόντων του αναιρεσείοντος και τον Φεβρουάριο 1994 ο ίδιος τής ζήτησε επιτακτικά να ενεργήσει ως πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της εταιρείας ..., της οποίας αυτός και η σύζυγός του ήσαν μόνοι πραγματικοί ιδιοκτήτες. Περαιτέρω, για τα επόμενα οικονομικά έτη 2002 - 2003 (χρήσεις 2001-2002), κατά τα οποία η εταιρεία ... δεν υπέβαλε δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, εκδόθηκαν σε βάρος της από τη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς αφ’ ενός μεν τα …/2008 και …/2008 φύλλα ελέγχου φόρου εισοδήματος, με τα οποία επιβλήθηκε, αντιστοίχως, φόρος εισοδήματος 101.141,41 ευρώ (για τα εισπραχθέντα μισθώματα) και 3.302.809,38 ευρώ (για την υπεραξία από την πώληση του ακινήτου), αφ’ ετέρου δε τα …/2008 και …/2008 φύλλα ελέγχου φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας των οικονομικών ετών 2001 - 2002, με τα οποία επιβλήθηκε, αντιστοίχως, φόρος 11.673,03 ευρώ και 5.836,73 ευρώ. Η επίδοση των εν λόγω φύλλων ελέγχου έγινε προς τον Δήμαρχο Πειραιά διότι, όπως αναφέρεται στα αντίστοιχα .../ 29.2.2008 έγγραφα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., κατά τον χρόνο της επίδοσης, η εταιρεία ... φέρεται ότι είχε διακόψει τις εργασίες της και δεν υπήρχε στη δηλωθείσα διεύθυνση της έδρας της, ενώ, ο νόμιμος εκπρόσωπός της ... αναζητηθείς στην κατοικία του, στην οδό … στην Εκάλη, διαπιστώθηκε ότι εκεί ήταν άγνωστος. Τα ανωτέρω ποσά φόρων βεβαιώθηκαν σε βάρος της εταιρείας με τις πράξεις ταμειακής βεβαίωσης .../Α.Χ.Κ…./6.5.2008 (ο Φ.Μ.Α.Π.) και .../Α.Χ.Κ…./6.5.2008 (ο φόρος εισοδήματος). Κατά των …/2008 και …/2008 φύλλων ελέγχου φόρου εισοδήματος οικονομικών ετών 2002-2003 ο αναιρεσείων άσκησε την από 16.10.2009 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, από την οποία αργότερα παραιτήθηκε (βλ. την προσκομιζόμενη 1714/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς). Επί πλέον, με τις πράξεις ταμειακής βεβαίωσης …/27.12.2006, …/27.12.2007 και …/29.12.2008 βεβαιώθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος έξοδα διοικητικής εκτέλεσης (Ε.Δ.Ε.) ύψους 33,73, 349,80 και 49,20 ευρώ, αντιστοίχως. Για την πληρωμή δε των ανωτέρω βεβαιωθέντων ποσών (ήτοι φόρου εισοδήματος οικονομικών ετών 2002 - 2003, Φ.Μ.Α.Π. οικονομικών ετών 2001 - 2002 και Ε.Δ.Ε.) συνολικού ύψους 3.418.002,29 ευρώ πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής 598.267,24 ευρώ, η Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς κοινοποίησε την .../18.2.2010 ατομική ειδοποίηση στον αναιρεσείοντα θεωρώντας ότι ευθύνεται προσωπικώς και αλληλεγγύως με την υπόχρεη εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 2 του ν. 2238/1994. Ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της ως άνω ατομικής ειδοποίησης και των .../5.5.2004 και .../6.5.2008 (Α.Χ.Κ. …/1 και …./2) πράξεων ταμειακής βεβαίωσης απορρίφθηκε με την 3873/2011 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου, κατά το μέρος μεν που στρεφόταν κατά της .../5.5.2004 πράξης ταμειακής βεβαίωσης, ως απαράδεκτη, με το σκεπτικό ότι “[…] αφορά βεβαιωθέν Χρηματικό ποσό 108.458,23 ευρώ από τον καταλογισμό φόρου εισοδήματος για τα οικονομικά έτη 1995-2001, τον οποίο έχει ήδη αποδεχθεί ο ανακόπτων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, με αντίστοιχα πρακτικά διοικητικής επίλυσης της διαφοράς [...]”, κατά τα λοιπά δε, ως αβάσιμη, αφού κρίθηκε ότι “[…] πέραν του ότι ο ανακόπτων έχει υπογράψει και αποδεχθεί, ως νόμιμος εκπρόσωπος, τα πρακτικά διοικητικής επίλυσης της διαφοράς για τους επιβληθέντες φόρους εισοδήματος σε βάρος της ως άνω υπεράκτιας εταιρείας για τα οικονομικά έτη 1995 έως 2001, ο ανωτέρω, σύμφωνα με την από 7.2.2008 έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 2002 και 2003 και την από 15.9.2010 έκθεση απόψεων της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς, κατέστη συνυπεύθυνος για την καταβολή του ποσού των 4.016.269,53 ευρώ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 και 16 παρ. 1 του ν. 3091/2002 [...] λόγω της ιδιότητάς του ως παρένθετου προσώπου - πραγματικού ιδιοκτήτη (beneficial owner) της ελεγχόμενης εταιρείας και όχι λόγω της ιδιότητάς του ως νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας [...]». ΄Εφεση του ιδίου κατά της ως άνω αποφάσεως απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε κατ’ αρχάς δεκτό ότι ο αναιρεσείων δεν ενομιμοποιείτο να προσβάλει με την ανακοπή την .../5.5.2004 πράξη ταμειακής βεβαίωσης για το ποσό των 108.458,23 ευρώ, το οποίο αποτελεί φόρο εισοδήματος των οικονομικών ετών 1995-2001 και οριστικοποιήθηκε με πρακτικά διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, τα οποία υπέγραψε ο ίδιος ως νόμιμος εκπρόσωπος της υπόχρεης εταιρείας, δοθέντος ότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 70 του ν. 2238/1994, με τα πρακτικά αυτά επιλύθηκε η διαφορά αμετακλήτως κατά το μέρος που επήλθε συμφωνία. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε ιδίως υπ’ όψιν ότι: 1) ναι μεν ο ... δηλώθηκε στο Μητρώο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ..., από τον Αύγουστο 2001, πλην όμως α) η εγγραφή του στο Μητρώο έλαβε χώρα εκ των υστέρων στις 26.4.2002 (σχετ. το .../29.10.2010 έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.), δηλαδή λίγες ημέρες πριν την πώληση του ακινήτου και αφού είχε ξεκινήσει η έρευνα του Σ.Δ.Ο.Ε. και β) όπως προκύπτει από την 1032/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η εγγραφή του αυτή έγινε βάσει δηλώσεων, οι οποίες δεν έφεραν υπογραφή, αλλά μόνον τη σφραγίδα της εταιρείας, 2) στο .../30.4.2002 πωλητήριο συμβόλαιο του ακινήτου της εταιρείας ... αναφέρεται μεν ως συμβαλλόμενος ο ανωτέρω, πλην όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, αλλά ως πληρεξούσιος αυτής, 3) ο αναιρεσείων και η σύζυγός του, με το από 9.5.2005 έγγραφό τους προς τη Δ.Ο.Υ., γνωστοποίησαν ότι οποιοδήποτε πληρεξούσιο έχει καταθέσει ή θα καταθέσει στο μέλλον ο ... είτε έχει ανακληθεί από τον Αύγουστο 2001 είτε είναι άκυρο ή πλαστό, 4) στο από 12.12.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του αναιρεσείοντος και του ..., το οποίο κατασχέθηκε στις 27.3.2002 από το Σ.Δ.Ο.Ε., ο αναιρεσείων είχε δηλώσει ότι ο ίδιος και η σύζυγός του ήσαν οι beneficial owners, κατά 50% έκαστος, της εταιρείας ... και ότι εκχωρούσε στον ... το τίμημα από την επικείμενη πώληση του ακινήτου της εταιρείας ή τις μετοχές αυτής, σε εξόφληση οφειλής του προς αυτόν, 5) επιταγές αξίας 2.235.060 ευρώ που εξέδωσε η αγοράστρια του ακινήτου εταιρεία ... Α.Β.Ε.Τ.Ε. για την πληρωμή του τιμήματος της αγοραπωλησίας τελικώς παραδόθηκαν στον αναιρεσείοντα, 6) με το από 13.4.2004 υπόμνημά της προς τη Δ.Ο.Υ. η ..., φερομένη ως αντίκλητος της ..., ανέφερε ότι μόνοι πραγματικοί ιδιοκτήτες της εταιρείας ήσαν ο αναιρεσείων και η σύζυγός του και 7) ο αναιρεσείων ενεργών ως νόμιμος εκπρόσωπος της ... είχε υποβάλει στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς την από 13.4.2004 αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς για τα εκδοθέντα φύλλα ελέγχου φόρου εισοδήματος της εταιρείας των οικονομικών ετών 1995-2001 και κατόπιν είχε υπογράψει τα σχετικά πρακτικά επίλυσης της διαφοράς συνομολογώντας κατ’ ουσίαν, με τον τρόπο αυτό, ότι αποδεχόταν την ανωτέρω ιδιότητα. Με βάση τα ανωτέρω κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων “[…] ήταν ο δικαιούχος και ο εν τοις πράγμασι ασκών τη διοίκηση της εταιρείας στην Ελλάδα και ότι αφού μοναδικό αντικείμενο εργασιών της εταιρείας ... στην Ελλάδα ήταν η εκμετάλλευση του συγκεκριμένου ακινήτου, μετά την από 30.4.2002 πώληση αυτού η δραστηριότητά της στην Ελλάδα έπαυσε -εφόσον δεν αποδείχθηκε το αντίθετο- και τούτο κατ’ ουσίαν ισοδυναμεί με λύση της εταιρείας [...]». Για την κρίση αυτή λήφθηκε άλλωστε υπ’ όψιν και το γεγονός ότι, προκειμένης της επίδοσης των φύλλων ελέγχου, η εταιρεία δεν βρέθηκε στη δηλωθείσα διεύθυνση της έδρας της στον Πειραιά. Υπό τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι νομίμως η φορολογική αρχή θεώρησε τον αναιρεσείοντα ως αλληλεγγύως ευθυνόμενο για την πληρωμή των βεβαιωθέντων σε βάρος της αλλοδαπής εταιρείας φόρων, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 115 παρ. 2 του ν. 2238/1994, και κοινοποίησε σ’ αυτόν την προσβληθείσα με την ανακοπή ατομική ειδοποίηση.
9. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο προέβη σε απαγορευμένη από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (άρθρα 79 και 97) μεταβολή της πραγματικής βάσης της πράξης της φορολογικής αρχής, στο μέτρο που θεώρησε τον αναιρεσείοντα ως αλληλεγγύως ευθυνόμενο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 115 παρ. 2 του ν. 2238/1994, λόγω της ιδιότητάς του ως νομίμου εκπροσώπου και γενικώς εν τοις πράγμασι ασκούντος τη διοίκηση της αλλοδαπής εταιρείας στην Ελλάδα, ενώ η φορολογική αρχή τον είχε θεωρήσει ως αλληλεγγύως ευθυνόμενο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1 και 16 παρ. 1 του ν. 3091/2002, λόγω της ιδιότητάς του ως παρένθετου προσώπου – πραγματικού ιδιοκτήτη της ελεγχόμενης εταιρείας. Προς θεμελίωση δε του παραδεκτού του ως άνω λόγου, ο αναιρεσείων επικαλείται αφενός μεν ανυπαρξία νομολογίας αφετέρου δε αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (απαριθμούνται οι αποφάσεις ΣτΕ 177/2015, 66/2015, 3384/1989, 420/1992, 2764/1991, 2438/1990 και 2447/1985), κατά την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να κρίνει επί των νομικών και πραγματικών αιτιάσεων που προβάλλονται με την έφεση εν όψει του αντικειμένου της φορολογίας, όπως διαμορφώθηκε με την πράξη της φορολογικής αρχής, και της πραγματικής βάσης και του νομικού χαρακτηρισμού, βάσει των οποίων διαμορφώθηκε η φορολογική σχέση, η οποία είχε αποτελέσει το αντικείμενο της πρωτοβάθμιας δίκης.
10. Επειδή, περαιτέρω, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 115 παρ. 2 του ν. 2238/1994 κρίθηκε από το δικάσαν δικαστήριο ότι ο δικαιούχος – πραγματικός ιδιοκτήτης (beneficial owner) αλλοδαπού νομικού προσώπου στην Ελλάδα εντάσσεται στα προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πέραν της συνδρομής της ιδιότητας του δικαιούχου – πραγματικού ιδιοκτήτη της εταιρείας ... στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, δεν περιέχει κρίση ότι η ιδιότητα αυτή τον κατέστησε και “γενικά εντεταλμένο στη διοίκηση” πρόσωπο ούτε συνδέει την ιδιότητα αυτή με τη διενέργεια πράξεων διοίκησης της εταιρείας. Προς θεμελίωση του εκ του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 παραδεκτού του λόγου αυτού προβάλλεται με το εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Δικαστηρίου επί του ως άνω ζητήματος.
11. Επειδή, όμως, τα προβαλλόμενα περί μεταβολής της πραγματικής βάσης της φορολογικής εγγραφής εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου, ερείδονται σε εκτίμηση πραγματικού και συγκεκριμένα, σε εκτίμηση του περιεχομένου της έκθεσης ελέγχου φορολογίας εισοδήματος της φορολογικής αρχής, η οποία δεν συνιστά διαδικαστικό έγγραφο. Εξάλλου, κατά τα, ανελέγκτως κατ’ αναίρεση, γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιώς θεώρησε ότι ο αναιρεσείων “[…] ευθύνεται προσωπικώς και αλληλεγγύως με την υπόχρεη εταιρεία σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 2 του ν. 2238/1994» (πρβλ. ΣτΕ 2568/2018 7μ.), η κρίση δε του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων κατέστη συνυπεύθυνος για την καταβολή του επίδικου ποσού κατά τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 και 16 παρ. 1 του ν. 3091/2002, λόγω της ιδιότητάς του ως παρένθετου προσώπου – πραγματικού ιδιοκτήτη, δεν επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εν όψει και των προβαλλόμενων κατ’ έφεση ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Η δε κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 115 παρ. 2 του ν. 2238/1994 στηρίζεται αυτοτελώς στην ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως “εν τοις πράγμασι ασκούντος τη διοίκηση της εταιρείας στην Ελλάδα” και όχι στην ιδιότητα του “δικαιούχου - πραγματικού ιδιοκτήτη” (beneficial owner), όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Ούτε, άλλωστε, υφίσταται κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι μόνη η ιδιότητα του δικαιούχου και πραγματικού ιδιοκτήτη της ελεγχόμενης επιχείρησης γεννά αλληλέγγυα ευθύνη αυτού κατά τις διατάξεις του άρθρου 115 παρ. 2 του ν. 2238/1994. Συνεπώς, οι ως άνω εκτεθέντες λόγοι (σκ. 9 και 10), όπως προβάλλονται, είναι απορριπτέοι.
12. Επειδή, τέλος, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελής εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 115 παρ. 2 του Κ.Φ.Ε., καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η διακοπή της δραστηριότητας αλλοδαπής εταιρείας στην Ελλάδα δεν δημιουργεί τεκμήριο λύσης αυτής, εάν δε ο νομοθέτης ήθελε να συμπεριλάβει στην έννοια της “διάλυσης” του νομικού προσώπου και την παύση δραστηριοτήτων αυτού, θα το όριζε ρητά, όπως έπραξε στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου για την περίπτωση συγχώνευσης των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών και συνεταιρισμών. Κατά τον αναιρεσείοντα, το δικάσαν δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει εάν η εταιρεία είχε πράγματι λυθεί σύμφωνα με το καταστατικό της και το δίκαιο σύστασής της, δηλαδή το δίκαιο της Λιβερίας. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του ως άνω λόγου αναιρέσεως προβάλλεται με το εισαγωγικό δικόγραφο το μεν ότι υπάρχει αντίθετη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, το δε ότι δεν υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού. Σε κάθε περίπτωση, ως προς το νομικό ζήτημα που τίθεται με τον ως άνω προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, δηλαδή εάν, ως “διάλυση” αλλοδαπού νομικού προσώπου, για τους σκοπούς εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 115 του ν. 2238/1994, νοείται και η διακοπή της δραστηριότητας αυτού στην Ελλάδα, δεν προκύπτει ότι υπάρχει νομολογία του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός προς θεμελίωση του παραδεκτού είναι βάσιμος και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς, πρέπει, όμως, να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, εν όψει όσων έγιναν ανωτέρω δεκτά (σκ. 6), στην προκειμένη περίπτωση η διάλυση της αλλοδαπής εταιρείας πρέπει να θεωρηθεί ότι επήλθε με την πώληση του μοναδικού αντικειμένου εργασιών της, ήτοι με την από 30.4.2002 μεταβίβαση του ακινήτου που αυτή είχε αγοράσει προς εκμετάλλευση στις 7.5.1988, υποβάλλοντας σχετική δήλωση έναρξης δραστηριότητας στην Ελλάδα με έδρα τον Πειραιά (...), όπου, πάντως δεν ανευρέθηκε, όταν αναζητήθηκε, προκειμένου να της επιδοθούν τα φύλλα ελέγχου φόρου εισοδήματος οικονομικών ετών 1995-2001 και 2002-2003, καθώς και φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας οικονομικών ετών 2001-2002, ενώ με τη χώρα της έδρας της ως άνω εταιρείας (Λιβερία) δεν υφίστατο κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο σύμβαση διοικητικής συνδρομής στον φορολογικό τομέα (βλ. αντί άλλων ΔΟΣ Α 1150236 ΕΞ 2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ΦΕΚ Β΄ 1805, καθώς και τον συγκεντρωτικό πίνακα συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας στον ιστότοπο της Α.Α.Δ.Ε.).
13. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί, λόγω, όμως, της σπουδαιότητος του τεθέντος ερμηνευτικού ζητήματος του άρθρου 115 παρ. 2 του Κ.Φ.Ε., το Τμήμα, υπό την παρούσα πενταμελή σύνθεση, κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παράγραφος 5 του π.δ. 18/1989, ορίζει δε εισηγητή ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως τη Σύμβουλο Βαρβάρα Ραφτοπούλου και δικάσιμο τη 16η/9/2024.
Διά ταύτα
Παραπέμπει την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του ΣΤ΄ Τμήματος, κατά το σκεπτικό.
Ορίζει εισηγητή ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως τη Σύμβουλο Βαρβάρα Ραφτοπούλου και δικάσιμο τη 16η/9/2024.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2021
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
και μετά την αποχώρησή της
Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
Ευαγγελία Νίκα Σταυρούλα Χάρου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 2024.
Ο Πρόεδρος του Στ´ Τμήματος Η Γραμματέας του Στ´ Τμήματος
Ιωάννης Β. Γράβαρης Σταυρούλα Χάρου