Η ενάγουσα εταιρεία, που δραστηριοποιείται στον τομέα της εστίασης, μίσθωσε κατάστημα στην Αθήνα το 2010 και συνέχισε την ηλεκτροδότηση μέσω υπάρχουσας παροχής, στο όνομα του προηγούμενου μισθωτή. Το 2013 συνήψε νέα σύμβαση παροχής ρεύματος με την εναγόμενη εταιρεία, αναλαμβάνοντας την εξόφληση οφειλών του προηγούμενου χρήστη. ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε., μετά από έλεγχο, διαπίστωσε ρευματοκλοπή στο κατάστημα της ενάγουσας. Η καταγραφή της μη τεκμηριωμένης μεταβολής στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας έδειξε παρέμβαση στον μετρητή, και υπολογίστηκε η απώλεια ενέργειας και η αντίστοιχη χρέωση για την οποία ευθυνόταν η ενάγουσα, κατά την σύναψη νέας σύμβασης.
Η ενάγουσα κατέθεσε αρνητική αναγνωριστική αγωγή ζητώντας την αναγνώριση ότι δεν οφείλει το ποσό των 28.021 ευρώ που προέκυψε από ρευματοκλοπή. Η αγωγή βασίστηκε στην έλλειψη γνώσης για τη ρευματοκλοπή και την καταχρηστική άσκηση αξίωσης από την εναγόμενη.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η ενάγουσα εταιρεία επωφελήθηκε από την ρευματοκλοπή, παρόλο που η παροχή ήταν στο όνομα του προηγούμενου μισθωτή. Η χρήση φυσικού αερίου για κάποιες συσκευές δεν αποκλείει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για άλλες ανάγκες του καταστήματος.
Επιπλέον επισημαίνεται ότι η αναγνωριστική αγωγή πρέπει να αφορά την αναγνώριση ή μη κάποιας έννομης σχέσης και όχι απλά τη διαπίστωση μιας πραγματικής κατάστασης. Ο προμηθευτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση προμήθειας και να διακόψει την παροχή ρεύματος σε περίπτωση μη εξόφλησης ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Τέλος, το δικαστήριο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης της ενάγουσας εταιρείας, επιβεβαιώνοντας την ευθύνη της για την καταβολή των οφειλών ηλεκτρικού ρεύματος, συμπεριλαμβανομένης της απολεσθείσας ενέργειας λόγω ρευματοκλοπής.