ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ (Ποιν) 1293/2024 Ληστρική κλοπή - Μειωμένη ικανότητα καταλογισμού - Αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή

Αριθμός:
1293
Έτος:
2024
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
05/11/2024
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
4475
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Ανάλυση των στοιχείων της ειδικής υπόστασης του εγκλήματος της ληστρικής κλοπής (άρθρο 380 παρ. 1 εδ. α' και 3 ΠΚ) και εξέταση του ζητήματος του μειωμένου καταλογισμού (άρθρο 36 ΠΚ) λόγω ψυχικών διαταραχών οφειλόμενων σε χρήση ψυχοδραστικών ουσιών.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 1293/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γ. Παπαγεωργίου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στυλιανού Κωσταρέλλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν.-Ρ. ... του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αλεξάνδρου, ο οποίος διορίστηκε με την υπ’αριθμ. 23/2024 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ’αριθμ. 195/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης ... και έλαβε αριθμό …/2023 και στους από 1 Φεβρουαρίου 2024 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../23.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17/7/2023 αίτηση του Ν.- Ρ. Τ. Π. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’αριθμ.195/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ληστρικής κλοπής (380 παρ.3-1 ΠΚ) με μειωμένο καταλογισμό, και τον καταδίκασε, μετά από αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 113 ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση από τον ίδιο του σχετικού δικογράφου στον Γραμματέα του εκδόντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 28/6/2023 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 10/7/2024 (άθρ.466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ). Τυγχάνει επίσης παραδεκτή διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε ΚΠΔ (άρθρ.462 παρ.1β, 464, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ). Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί περαιτέρω για το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων της. Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης συνεκδικάζονται και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος, κατατεθέντες νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 2/2/2024 (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ).
Κατά το άρθρο 380 παρ. 1 εδ. α' και 3 του Π.Κ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη, η ίδια δε ποινή επιβάλλεται σ' εκείνον που καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω να κλέβει και μεταχειρίζεται σωματική βία εναντίον προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, για να διατηρήσει το κλοπιμαίο. Για τη στοιχειοθέτηση της εγκληματικής πράξεως της ληστρικής κλοπής που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 380 του ΠΚ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με τον Ν. 4619/2019 και των οποίων τα κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση στοιχεία της ειδικής υπόστασης δεν μεταβλήθηκαν, απαιτείται α) η τέλεση κλοπής υπό την έννοια του άρθρου 372 του Π.Κ. δηλαδή αφαίρεση ξένου (εν όλω ή εν μέρει) κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση, β) αυτόφωρη κατάληψη του δράστη πριν εξασφαλίσει το πράγμα, γ) βία για τη διατήρηση του πράγματος, χωρίς όμως να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πράξεως ως ληστρικής κλοπής από το ότι η χρήση της βίας απέβλεπε και στην αποτροπή της συλλήψεως του, και δ) δόλια προαίρεση, που συνίσταται στη γνώση της επ' αυτοφώρου καταλήψεως αυτού και τη θέληση να διατηρήσει με τη χρήση της βίας το αντικείμενο της κλοπής. ΑΠ 41/2020, ΑΠ 834/2018, ΑΠ 200/2017, ΑΠ 1712/2016, ΑΠ 1008/2013).Το έγκλημα δε αυτό, κατ` ορθή έννοια των παραπάνω διατάξεων και του άρθρου 42 του ίδιου Κώδικα, είναι τετελεσμένο, ευθύς ως ο δράστης χρησιμοποιήσει σωματική βία ή απειλές με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής προς διατήρηση του αφαιρεθέντος πράγματος, ανεξαρτήτως του αν κατόρθωσε τούτο (ΑΠ 41/2020 ΑΠ 1008/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό», κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του ΠΚ, "αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών νοείται κάθε μορφής παραφροσύνη ή φρενοπάθεια ή ολιγοφρενία, που προέρχεται από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου,ενώ ως διατάραξη της συνείδησης νοείται κάθε μορφής ψυχική διατάραξη, η οποία δεν πηγάζει από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζεται σε ψυχικώς υγιή άτομα και είναι από τη φύση της πάντοτε παροδική. Έτσι, αν, λόγω μιας από τις προαναφερόμενες ψυχικές καταστάσεις, ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να συνειδητοποιήσει τον άδικο χαρακτήρα της, ή να συμμορφωθεί με την αντίληψή του αυτή, η πράξη στην μεν πρώτη περίπτωση δεν καταλογίζεται στον δράστη, στη δε δεύτερη περίπτωση επιβάλλεται μειωμένη ποινή κατά το άρθρο 83 ΠΚ (ΑΠ 1518/2022, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 354/2019, ΑΠ 342/2019, ΑΠ 2029/2019, ΑΠ 1794/2009). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός, ως προς το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή τι προέκυψε από το καθένα εξ αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ή από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή (ΟΛΑΠ 3/2012, ΑΠ 560/2023, ΑΠ 9/2023 ΑΠ 900/ 2022, ΑΠ 520/2022). Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε υπάρχει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1/2020). Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 1155/2022, ΑΠ 363/2020, ΑΠ 1/2020). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, η σχετική δε με αυτόν (δόλο) αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία ( ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1/2020), εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως είναι η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επέλευσης, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και ως εκ τούτου η καταδικαστική απόφαση καθίσταται αναιρετέα. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης, εφόσον όμως οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί παραδεκτά γραπτώς και αναπτύσσονται προφορικώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΑΠ 147/2023, ΑΠ 374/2023, ΑΠ 152/2021), άλλως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών πολύ περισσότερο δε να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. (ΟλΑΠ 2/2005). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, είναι και ο περί ελλείψεως ή μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια στην πρώτη περίπτωση το ατιμώρητο του δράστη στην δε δεύτερη την επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 ΠΚ (ΑΠ 1518/2022, ΑΠ 863/2022, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 2029/2019). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο ,χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 1047/2022, ΑΠ 545/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης στο ακροατήριο και ανάγνωση εγγράφων στο ακροατήριο καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " Την 7-6-2014 και περί ώρα 13:30', στην πλατεία Δημαρχείου Κατερίνης, που είναι πολυσύχναστος τόπος, ο κατηγορούμενος Ν.-Ρ. Τ.-Π., γεννηθείς την 8-12-1993, προσέγνισε πεζός τον ανήλικο Γ. Ο. του Π., μαθητή της Γ’ τάξης Γυμνασίου, γεννηθέντα την 10-2-1999, ο οποίος ασχολιόταν με το κινητό τηλέφωνο του και τον ρώτησε σχετικά με την ώρα που ανέγραφε η συσκευή. Τη στιγμή εκείνη, ο κατηγορούμενος άρπαξε από τα χέρια του ανηλίκου, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, το κινητό τηλέφωνο, που αυτός κρατούσε, μάρκας SAMSUNG GALΑΧΥ Υ, ασημί χρώματος, με αριθμό κλήσης ..., αξίας εκατόν δέκα (110) ευρώ, με τη θήκη του, εντός της οποίας υπήρχε ένα χαρτονόμισμα δέκα (10) ευρώ και προσπάθησε να απομακρυνθεί. Καθώς δε ο ανήλικος τον πλησίασε, ζητώντας εναγωνίως να του επιστρέφει τη συσκευή κινητού τηλεφώνου, που του ανήκε και είχε αφαιρέσει από την κατοχή του ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος τον κτύπησε με το χέρι του στο μέτωπο, ασκώντας έτσι σε βάρος του την απαιτούμενη σωματική βία, προκειμένου να διακόψει ο ανήλικος την καταδίωξή του, ώστε να μπορέσει να διαφύγει και με σκοπό να διατηρήσει την κατοχή των κλοπιμαίων, όπως και πράγματι συνέβη, αφού ο μεν ανήλικος δεν τον ακολούθησε, φοβούμενος για τη σωματική του ακεραιότητα, ύστερα από το κτύπημα που δέχθηκε, ο δε κατηγορούμενος, τρέχοντας, διέφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Ακολούθως, ο ανήλικος παθών ζήτησε με φωνές βοήθεια από τους διερχόμενους, κάποιος από τους οποίους του είπε να καλέσει την αστυνομία και να καταγγείλει το περιστατικό, γνωστοποιώντας μάλιστα στους αστυνομικούς ότι δράστης είναι "ο χοντρός που συχνάζει στη Δημαρχία», προσδιορίζοντας με τον τρόπο αυτό χαρακτηριστικά τον κατηγορούμενο, ο οποίος διέμενε σε κοντινή απόσταση από το σημείο όπου έλαβε χώρα το περιστατικό και ήταν γνωστός στις αστυνομικές αρχές, τις οποίες είχε απασχολήσει επανειλημμένα, κατά το παρελθόν, για διαρρήξεις που είχε διαπράξει σε καταστήματα και περίπτερα της ευρύτερης περιοχής. Αμέσως, ο ανήλικος ειδοποίησε τηλεφωνικά την αρμόδια αστυνομική αρχή, περιγράφοντας τα χαρακτηριστικά του ατόμου που τέλεσε σε βάρος του την προαναφερόμενη πράξη, ενώ, μετά, ενημέρωσε τηλεφωνικά και τη μητέρα του για το συμβάν, η οποία σε ελάχιστη ώρα κατέφθασε επιτόπου, δεδομένου ότι η οικία του βρισκόταν σε εγγύτατη απόσταση. Λίγη ώρα μετά το συμβάν, εμφανίσθηκε στο χώρο ο κατηγορούμενος, επιστρέφοντας στον τόπο του εγκλήματος, ο οποίος, απευθυνόμενος στον παθόντα, του ανέφερε ψευδώς, προσπαθώντας να τον αποπροσανατολίσει, ότι τη συσκευή κινητού τηλεφώνου αφαίρεσε όχι ο ίδιος, αλλά κάποιος "Π., από την Καλλιθέα», ενώ ήταν πλέον ή βέβαιο ότι δράστης ήταν ο ίδιος, στη συνέχεια δε απομακρύνθηκε, πριν καταφθάσουν οι αστυνομικοί. Ακολούθησε ο εντοπισμός του κατηγορουμένου στην οικία του από τους αστυνομικούς, με βάση την περιγραφή του παθόντος και, όταν του ζητήθηκε να τους ακολουθήσει στο αστυνομικό τμήμα, αυτός αρνήθηκε έντονα και προέβαλε σθεναρή αντίσταση, την οποία συνέχισε και μετά τη δέσμευση του με χειροπέδες και την προσαγωγή του στην αρμόδια αστυνομική αρχή, ήτοι στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Κατερίνης. Εκεί, ο ανήλικος αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τον κατηγορούμενο ως τον δράστη της σε βάρος του τελεσθείσας αξιόποινης πράξης, ενώ τα κλοπιμαία δεν ανευρέθησαν ούτε στην κατοχή του ούτε εντός της οικίας του, κατά την έρευνα που διενεργήθηκε νόμιμα από τους αστυνομικούς. Ο κατηγορούμενος δεν αρνείται την τέλεση της πράξης που του αποδίδεται, ισχυρίζεται, όμως, ότι αφαίρεσε τη συσκευή κινητού τηλεφώνου από τον ανήλικο, προκειμένου να τηλεφωνήσει σε μια φίλη του (την οποία κατονόμασε με το ονοματεπώνυμο Δ. Μ.) και ότι, αμέσως μετά, θα την επέστρεφε στον ίδιο, αρνούμενος έτσι ότι είχε σκοπό παράνομης ιδιοποίησης του συγκεκριμένου πράγματος. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, που διατυπώθηκε προφορικά κατά την απολογία του και περιλαμβάνεται εκτενώς στο έγγραφο σημείωμα, που κατέθεσε ο συνήγορος υπεράσπισής του, είναι εντελώς αβάσιμος, αφού την τοιαύτη πρόθεσή του (ήτοι, της στιγμιαίας και προσωρινής μόνο χρήσης του κινητού τηλεφώνου και όχι της αποστέρησης της κατοχής του από τον ανήλικο), ουδόλως γνωστοποίησε στον παθόντα, κατά τη στιγμή της αφαίρεσής του, ενώ, σε κάθε περίπτωση, καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του αυτός από το γεγονός ότι ουδόλως επέστρεψε τα κλοπιμαία στον ιδιοκτήτη - παθόντα, όχι μόνον αμέσως μετά την αφαίρεσή τους, αλλά ούτε και μεταγενέστερα, όταν επέστρεφε στο χώρο του περιστατικού, όπου συναντήθηκε με τον ανήλικο και τη μητέρα του, προς τους οποίους ουδεμία τέτοια πρόθεση (επιστροφής) γνωστοποίησε, αντίθετα δε το μόνο που επιχείρησε ήταν να μεταθέσει σε άλλο πρόσωπο την ευθύνη για την τέλεση της πράξης. Αλλά ούτε περί της συνδρομής του απαιτούμενου για τη συγκρότηση της διωκόμενης πράξης στοιχείου της άσκησης σωματικής βίας σε βάρος του παθόντος για τη διατήρηση των κλοπιμαίων καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο. Τοιαύτη συνιστά αναμφίβολα η δυναμική και βίαιη ενέργεια του κατηγορουμένου, κτυπώντας τον παθόντα με το χέρι του, στρέφοντας τούτο στο μέτωπο του, ενέργεια η οποία συνιστά άνευ ετέρου χρήση βίας, υπό την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, χωρίς να είναι απαραίτητη προς τούτο η πρόκληση με την κίνησή του αυτή σωματικής κάκωσης, προκειμένου να αποτρέψει τον ανήλικο να κινηθεί εναντίον του και να αποφύγει έτσι τη σύλληψή του, ταυτόχρονα δε να διατηρήσει την κατοχή των κλοπιμαίων. Με βάση τα αποδειχθέντα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η τέλεση από τον κατηγορούμενο της κακουργηματικής πράξης της ληστρικής κλοπής, για την οποία και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, απορριπτομένου του ισχυρισμού περί μεταβολής της κατηγορίας στην πράξη της κλοπής (άρθρ. 372 Π.Κ.), που διώκεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος». Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της ληστρικής κλοπής και αφού δέχθηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό του, περί μειωμένου καταλογισμού (άρθρ. 36 ΠΚ), του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετία με το ακόλουθο, κατά πιστή αντιγραφή, διατακτικό: "Δέχεται τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορούμενου του άρθρου 36 ΠΚ περί μειωμένης ικανότητας καταλογισμού.
Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι : "Στην Κατερίνη της Π.Ε. Πιερίας, στις 7-6-2014 και περί ώρα 13:30', με πρόθεση αφαίρεσε ξένα ολικά κινητά πράγματα από την κατοχή άλλου με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όταν δε κατελήφθη επ' αυτοφώρω να διαπράττει την παραπάνω άδικη πράξη, μεταχειρίστηκε σωματική βία εναντίον προσώπου, για να διατηρήσει τα κλοπιμαία και, συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο και δη στην πλατεία Δημαρχείου Κατερίνης, αφαίρεσε από τον ανήλικο Γ. Ο. του Π.: α) ένα κινητό τηλέφωνο, μάρκας SAMSUNG GALAXY, αξίας εκατόν δέκα (110) ευρώ και β) το χρηματικό ποσό των δέκα (10) ευρώ, προκειμένου να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, ακολούθως δε, όταν έγινε αντιληπτός από τον παραπάνω παθόντα να διαπράττει την εν λόγω άδικη πράξη, κατά το χρόνο που αποχωρούσε με τα παραπάνω αναφερόμενα αφαιρεθέντα αντικείμενα, και αφού ο τελευταίος του ζήτησε να του τα αποδώσει, αυτός τον χτύπησε με τα χέρια του στο κεφάλι του, προκειμένου να διαφύγει και να διατηρήσει την κατοχή των κλοπιμαίων" . Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ληστρικής κλοπής για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 380 παρ.3-1 σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 51 53 ,79 ΠΚ, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση α) η αφαίρεση από τον κατηγορούμενο του κινητού τηλεφώνου του μηνυτή, ενώ βρισκόταν στην κατοχή του τελευταίου β) ο σκοπός του κατηγορούμενου να ιδιοποιηθεί παράνομα το παραπάνω κινητό γ) η αυτόφωρος κατάληψη αυτού από τον μηνυτή, πριν εξασφαλίσει το αφαιρεθέν κινητό, δ) η εκ μέρους του άσκηση βίας κατά του ως άνω μηνυτή, τον οποίο κτύπησε στο μέτωπο , προκειμένου να εξασφαλίσει την κατοχή του κλαπέντος και ε) η δόλια προαίρεση του αναιρεσείοντος, συνιστάμενη στη γνώση της επ' αυτοφώρω καταλήψεως και στη θέληση αυτού να διατηρήσει με τη χρήση βίας το αντικείμενo της κλοπής, η οποία (δολία προαίρεση) εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των ανωτέρω περιστατικών. Επίσης, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση , χωρίς να υπάρχει , κατά νόμο, ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, από δε το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο ουδόλως προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων, αλλά αντιθέτως τα έλαβε όλα υπόψη του και ειδικότερα συναξιολόγησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα προσκομισθέντα απ' τον κατηγορούμενο και αναγνωσθέντα έγγραφα. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στην αίτηση αναίρεσης αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, και, επομένως, απαραδέκτως προβάλλονται αφού με την επίφαση της εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη , περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ο δε προβληθείς από τη συνήγορο του κατηγορουμένου ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας από ληστρική κλοπή σε κλοπή, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό και δεν απαιτείτο για την απόρριψή του ειδική αιτιολογία. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης και ο πρώτος επ'αυτής πρόσθετος λόγος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 380 παρ.3-1 του ΠΚ, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’και Ε’του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου εκ του άρθρου 34 ΠΚ και δέχθηκε αυτόν του άρθρου 36 ΠΚ περί μειωμένου καταλογισμού αυτού με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο που τέλεσε την πράξη, έπασχε από ψυχικές διαταραχές και διαταραχές συμπεριφοράς οφειλόμενες στη χρήση ψυχοδραστικών ουσιών, καθώς ήταν εξαρτημένος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της πάθησης του, φιλοξενήθηκε, από 12-8-2014 έως 15-10-2014, στις εγκαταστάσεις του ξενώνα «...», που βρίσκεται στην Κατερίνη και ακολούθησε πρόγραμμα τακτικών ατομικών και ομαδικών συνεδριών. Στο πρόγραμμα αυτό έγινε δεκτός, λόγω του "ενεργού εθισμού του" και της "εξάρτησης του σε χημικές ουσίες», όπως αναφέρεται στο από 10-2-2016 έγγραφο της Ι. Τ., συμβούλου ψυχικής υγείας, που αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο. Στη συνέχεια, από τα μέσα Οκτωβρίου 2014 και για τέσσερις (4} περίπου μήνες φιλοξενήθηκε στο κέντρο απεξάρτησης «...», που βρίσκεται στο ... Θεσσαλονίκης, για την αντιμετώπιση "της ασθενείας του εθισμού και της εξ αυτής προερχόμενης εξάρτησης διαφόρων μορφών" (βλ. το από 13-1-2016 έγγραφο του Χ. Τ., συμβούλου ψυχικής υγείας). Ακολούθησε εισαγωγή του, για την προαναφερόμενη αιτία, στη Θεραπευτική Μονάδα ΟΚΑΝΑ της Κατερίνης, στη Μονάδα ... Θεσσαλονίκης και επανειλημμένα στο Συμβουλευτικό Κέντρο του θεραπευτικού προγράμματος .... Εξάλλου, για την κατά το χρόνο της τέλεσης του αδικήματος ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου, κατέθεσε με σαφήνεια, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ο εξετασθείς μάρτυρας Γ.ς Ο. - παθών, ο οποίος, εξεταζόμενος, σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε από έδρας, ανέφερε ότι "το βλέμμα του ήταν κάπως θόλο, έμοιαζε να είναι υπό την επήρεια...», ενώ σε άλλη ερώτηση για το εάν είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πλήρη επίγνωση της πράξης του κατέθεσε "δεν θα το έλεγα, αν κρίνω από το περπάτημα του και το ύφος του και τα λόγια του" και, σε άλλες ερωτήσεις, απάντησε ότι το βλέμμα του ήταν "σαν χαμένο, δεν ήταν συγκεντρωμένος ... φαινόταν ότι δεν ήταν καλά», ενώ και ο εξετασθείς μάρτυρας αστυνομικός Ε. Ν. κατέθεσε ότι, κατά το χρόνο που μετέβη μαζί με άλλους αστυνομικούς στην οικία του κατηγορουμένου, αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος, "ήταν σε κατάσταση έξαλλη ... πρέπει να είχε πάρει χάπια, γιατί το στόμα του, απ' ό,τι θυμάμαι, έβγαζε αφρούς, πρέπει να είχε πάρει χάπια, ναρκωτικές ουσίες ... δεν ξέρω τι τώρα, ήταν σε έξαλλη κατάσταση». Με βάση όλα αυτά που εκτέθηκαν, το Δικαστήριο χωρίς καμία αμφιβολία κρίνει ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο που τέλεσε την πράξη (7-6-2014), βρισκόταν σε εμφανή κατάσταση διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών, συνεπεία της οποίας είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του και, ως εκ τούτου, είναι άτομο μειωμένου καταλογισμού, υπό την έννοια του προρηθέντος άρθρου 36 του Π.Κ., γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, εξέλειπε η ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, ισχυρισμός ο οποίος σε, περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής του, θα είχε ως συνέπεια το ατιμώρητο του δράστη». Με βάση της παραδοχές αυτές, ορθά και με ειδική αιτιολογία και επάρκεια το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον από το άρθρο 34ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά και με την κύρια αιτιολογία της απόφασης περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου,με την παράθεση πραγματικών περιστατικών στην προσβαλλόμενη απόφαση που φανερώνουν αντίληψη των ενεργειών του, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης του και περαιτέρω, φανερώνουν ότι είχε μεν μειωθεί σημαντικά αλλά δεν είχε εκλείψει εντελώς η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται το άδικο της πράξης του και να συμμορφώνεται προς την αντίληψή του αυτή, λαμβανομένου υπόψη και του ότι σε κάθε περίπτωση η ανικανότητα ή η μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, κρίνεται, όχι γενικά και αφηρημένα, αλλά πάντα σε σχέση με τη συγκεκριμένη πράξη και πρέπει να διαπιστώνεται η συνδρομή της κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, οι περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ο δεύτερος επ'αυτής πρόσθετος λόγος, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 34 του ΠΚ από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’και Ε’του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι.
Μετά ταύτα και, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/7/2023 αίτηση και τους από 1/2/2024 επ'αυτής πρόσθετους λόγους του Ν.-Ρ. Τ. Π. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 195/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Θεσσαλονίκης Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα