Αριθμός 1514/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ'
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την εξής σύνθεση: Ευθύμιος Αντωνόπουλος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ηλίας Μάζος, Κωνσταντίνα Κονιδιτσιώτου, Σύμβουλοι, Ιωάννης Παπαγιάννης, Δήμητρα Μαυροπόδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μαρία Τσαπαρδώνη.
Για να δικάσει την από 21 Σεπτεμβρίου 2020 αίτηση:
του ... ... του ..., κατοίκου Λάρισας (... ...), ο οποίος δεν παρέστη,
κατά του Δήμου Λαρισαίων, ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 163/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Δήμητρας Μαυροπόδη.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (κωδικός πληρωμής .../2020).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 163/2020 οριστικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 916/2017 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή του κατά της .../14.1.2014 απόφασης του Αντιδημάρχου Λαρισαίων περί απορρίψεως αντιρρήσεών του κατά της .../2013 πράξης βεβαίωσης παράβασης της Δημοτικής Αστυνομίας του Δήμου Λαρισαίων. Με την πράξη αυτή είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του εννέα (9) πρόστιμα για κακοποίηση και θανάτωση ζώων, συνολικού ύψους 270.000 ευρώ, κατ' εφαρμογή των άρθρων 16 περ. α και 21 παρ. 1 του ν. 4039/2012.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς από της απόψεως του ποσού της διαφοράς που άγεται κατ' αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (Α' 8), δεδομένου ότι υπερβαίνει το οριζόμενο στην εν λόγω διάταξη κατώτατο όριο των 40.000 ευρώ, εφόσον τα πρόστιμα έχουν επιβληθεί με ενιαία πράξη (πρβλ. ΣτΕ 1710/2019).
4. Επειδή, με το άρθρο πρώτο του ν. 2017/1992 (Α' 31) κυρώθηκε η από 13.11.1987 Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των ζώων συντροφιάς. Σύμφωνα με το προοίμιο της Σύμβασης «Τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης που υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση, αναγνωρίζ[ουν], μεταξύ άλλων, ότι το άτομο έχει μια ηθική δέσμευση να σέβεται όλα τα ζωντανά δημιουργήματα και διατηρώντας το πνεύμα των ιδιαίτερων δεσμών που υπάρχουν μεταξύ του ανθρώπου και των ζώων συντροφιάς». Στο άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης ορίζεται ότι «Κανείς δεν πρέπει να κάνει άσκοπα ένα ζώο συντροφιάς να πονά, να υποφέρει ή να αγωνιά» και στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι «Κάθε άτομο, που έχει ένα ζώο συντροφιάς ή έχει δεχθεί να ασχοληθεί μ' αυτό πρέπει να είναι υπεύθυνο για την υγεία και τη φυσική κατάστασή του». Περαιτέρω, με τον ν. 4039/2012 «Για τα δεσποζόμενα και τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς και την προστασία των ζώων από την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση με κερδοσκοπικό σκοπό» (Α' 15/2.2.2012 ), ως ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης των παραβάσεων, αναμορφώθηκε το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία των ζώων συντροφιάς και προβλέφθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρο 1: Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, ισχύουν οι παρακάτω ορισμοί: α) Ζώο είναι κάθε έμβιος οργανισμός που συναισθάνεται και κινείται … β) Ευζωΐα είναι το σύνολο των κανόνων, που πρέπει να εφαρμόζει ο άνθρωπος στα ζώα, αναφορικά με την προστασία τους και την καλή μεταχείριση τους, έτσι ώστε να μην πονούν και υποφέρουν ... και γενικά τη μέριμνα για σεβασμό της ύπαρξης τους. γ) Ζώο συντροφιάς είναι κάθε ζώο που συντηρείται ή προορίζεται να συντηρηθεί από τον άνθρωπο, κυρίως μέσα στην κατοικία του, για λόγους ζωοφιλίας ή συντροφιάς. δ) Δεσποζόμενο ζώο συντροφιάς είναι κάθε μη άγριο ζώο που συντηρείται ή προορίζεται να συντηρηθεί από τον άνθρωπο, κυρίως μέσα στην κατοικία του, για λόγους ζωοφιλίας ή συντροφιάς και τελεί υπό την άμεση επίβλεψη και φροντίδα του ιδιοκτήτη, κατόχου, συνοδού ή φύλακα του. ... ε) ... Άρθρο 5: 1. Ο ιδιοκτήτης του δεσποζόμενου ζώου συντροφιάς υποχρεούται: α) ... β) ... γ) να τηρεί τους κανόνες ευζωίας του ζώου ... δ) ... ζ) να μεριμνά για τη στείρωση του, εφόσον δεν επιθυμεί τη διατήρηση των νεογέννητων ζώων ή δεν μπορεί να τα διαθέσει σε νέους ιδιοκτήτες. η) ... Άρθρο 16: α. Με την επιφύλαξη ειδικά προβλεπόμενων περιπτώσεων της ισχύουσας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας, καθώς και της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9, απαγορεύεται ο βασανισμός, η κακοποίηση, η κακή και βάναυση μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ζώου, καθώς και οποιαδήποτε πράξη βίας κατ' αυτού, όπως ιδίως η δηλητηρίαση, το κρέμασμα, ο πνιγμός, το κάψιμο, η σύνθλιψη και ο ακρωτηριασμός. β. … Άρθρο 20: 1. ... 2. Οι παραβάτες των διατάξεων των παραγράφων α' και β' του άρθρου 16 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. 3. ... 5. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων η έκθεση βεβαίωσης της παράβασης, που συντάσσεται από αρμόδια Αρχή … διαβιβάζεται αυθημερόν στον αρμόδιο Δήμο για την επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων και προστίμων. 6. ... ». Στην δε παρ. 1 του άρθρου 21, υπό τον τίτλο «Διοικητικές κυρώσεις», παρατίθεται πίνακας στον οποίο περιλαμβάνονται οι παραβάσεις με αναφορά στη διάταξη που τις προβλέπει, καθώς και τα επιβλητέα ανά παράβαση πρόστιμα, το ύψος των οποίων προσδιορίζεται στο νόμο ανάλογα με την παράβαση. Σύμφωνα με την περ. 39 του πίνακα, για την παράβαση της περ. α του άρθρου 16 προβλέπεται η επιβολή προστίμου «30.000 ευρώ για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό». Εξ άλλου, στο ανωτέρω άρθρο προβλέπεται ότι τα έσοδα από την επιβολή προστίμων διατίθενται για την αντιμετώπιση των δαπανών που προκύπτουν από την εφαρμογή του νόμου στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, ο νόμος αποσκοπεί στη δημιουργία θεσμικού πλαισίου σε συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Χώρα με την προαναφερθείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα ζώα συντροφιάς και αφού ελήφθη υπόψη και το Πρωτόκολλο για την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων που προστέθηκε στη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), προκειμένου να επιτευχθεί πιο ουσιαστική και αποτελεσματική προστασία των ζώων, καθ' όσον υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος ρυθμιστικού πλαισίου η κακομεταχείριση των ζώων δεν έπαψε να υφίσταται. Μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι οι επαπειλούμενες ποινές φυλάκισης και χρηματικής ποινής προβλέπονται ανεξαρτήτως επιβολής διοικητικού προστίμου και ότι η αυστηροποίηση των κυρώσεων αποσκοπεί στη δημιουργία ενός «πλήρους, αναλογικού, αποτρεπτικού και αποτελεσματικού συστήματος κυρώσεων».
5. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1705/1987 (Α' 89), ορίζεται ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 Α' 97) «Τα [διοικητικά] δικαστήρια ... [δ]εσμεύονται … από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη …».
6. Επειδή, ως έχει κριθεί (ΣτΕ Ολομ. 359/2020) καθ' ερμηνεία των προπαρατεθεισών διατάξεων, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η απαγόρευση ne bis in idem, η οποία αποτελεί εκδήλωση των αρχών του κράτους δικαίου και του δεδικασμένου, καθώς και των συναφών αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας της έννομης κατάστασης των προσώπων, απαιτείται να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, κατ' ουσίαν και κατά χρόνο, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι «ποινικές» κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων της απόφασης Engel (ΕΔΔΑ τμήμα μείζονος συνθέσεως, 8.6.1976 , Engel κατά Κάτω Χωρών), κατ' εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως «ποινικές» και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση, είτε καταδικαστική είτε αθωωτική και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ' ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κύρωσης. Όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση για παράβαση για την οποία έχει επιβληθεί και διοικητική κύρωση, παράγει δέσμευση στο πλαίσιο εκκρεμούς διοικητικής δίκης κατά της εν λόγω διοικητικής κύρωσης, υπό την έννοια ότι οδηγεί, κατ' αρχήν, στην ακύρωση από το διοικητικό δικαστήριο της διοικητικής πράξης επιβολής της κύρωσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που αντανακλά τις επιταγές του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Όπως, όμως, έχει περαιτέρω κριθεί (ΣτΕ 1887/2018 7μ.), ο αποκλεισμός, κατ' εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, της σώρευσης ποινικών και διοικητικών κυρώσεων τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κύρωση που επιβλήθηκε στο πλαίσιο της πρώτης αμετακλήτως περατωθείσας διαδικασίας, αυτοτελώς ορώμενη, είναι αποτελεσματική, ανάλογη της παράβασης και αποτρεπτική (βλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013 , C - 617/10, Akerberg Fransson, σκέψη 36). Τούτο εφ' όσον η ανάγκη να προαχθεί η πρόληψη και η καταστολή των σχετικών παραβάσεων (ιδίως, δε, των πλέον σοβαρών) εξυπηρετεί δημόσιο συμφέρον, συνιστώντας έτσι θεμιτό λόγο περιορισμού της κανονιστικής εμβέλειας της απαγόρευσης ne bis in idem [βλ. ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 27.5.2014 , Margus κατά Κροατίας, 4455/10, σκ. 124 - 141, ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 15.11.2016 , Α και Β κατά Νορβηγίας, 24130/11 και 29758/11, σκ. 121 - 130- Βλ. επίσης όσον αφορά το θεμιτό του εν λόγω περιορισμού την ερμηνεία από το ΔΕΕ της αντιστοίχου με την ΕΣΔΑ περιεχομένου ενωσιακής αρχής ne bis in idem ΔΕΕ μειζ. συνθ. 27.5.2014 , C - 129/14 PPU, Spasic, σκ. 62 - 63, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 29.6.2016 , C - 486/14, Kossowski, σκ. 46 - 49, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018 , C - 524/15, Menci, σκ. 41 και 44 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018 , C - 537/16, Garlsson Real Estate SA κλπ., σκ. 43 και 46 - Στην ίδια κατεύθυνση ΣτΕ 1102 - 1104/2018]. Στο πλαίσιο αυτό ο διοικητικός δικαστής εξετάζει εάν η επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση πληροί την προαναφερόμενη απαίτηση, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη εάν η επιβληθείσα ποινή κινείται στα κατώτατα όρια της προβλεπόμενης στον νόμο παρά την σοβαρότητα (από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσης) της καταλογισθείσας παράβασης, εάν επιβλήθηκε με αναστολή κ.λπ. Εάν θεωρήσει ότι η αμετακλήτως καταγνωσθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριά σε σχέση με την αποδοθείσα παράβαση, ώστε να μην πληρούται η προαναφερόμενη προϋπόθεση, ο διοικητικός δικαστής δεν υποχρεούται να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία με την ακύρωση της διοικητικής πράξης επιβολής προστίμου, αλλά, ως «φυσικός δικαστής» των διαφορών που προκύπτουν από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, εκφέρει ίδια και αυτοτελή κρίση επί της νομιμότητας του προστίμου, συνεκτιμώντας ειδικώς την καταδικαστική ποινική απόφαση.
7. Επειδή, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στις 27.8.2013, ιδιοκτήτης όμορου κτήματος, κατήγγειλε, ως αυτόπτης μάρτυρας, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, εντός του κτήματός του, χτύπησε με σκαπτικό εργαλείο (τσάπα) εννέα (9) κουτάβια που είχαν γεννηθεί από σκυλί ιδιοκτησίας του και στη συνέχεια τα τοποθέτησε σε πλαστική σακούλα την οποία άφησε σε παρακείμενο ξεροπόταμο. Την επομένη, 28.8.2013, κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων διαπιστώθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε σκοτώσει οκτώ (8) νεογέννητα κουτάβια και είχε κακοποιήσει άλλο ένα, τα οποία βρέθηκαν στο σημείο που υποδείχθηκε από τον καταγγέλλοντα μέσα σε πλαστική σακούλα που ήταν δεμένη και τοποθετημένη κάτω από πέτρες. Αυθημερόν, με την .../2013 πράξη των οργάνων της Δημοτικής Αστυνομίας βεβαιώθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος για το επίδικο γεγονός της θανάτωσης και κακοποίησης εννέα (9) κουταβιών ισάριθμες παραβάσεις του άρθρου 16 περ. α του ν. 4039/2012 και του επιβλήθηκε για κάθε παράβαση πρόστιμο 30.000 ευρώ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 1 του ιδίου νόμου και συνολικά το ποσό των 270.000 ευρώ (30.000 ευρώ x 9). Την ίδια ημέρα, στο πλαίσιο της κινηθείσας αυτόφωρης διαδικασίας, ο αναιρεσείων συνελήφθη και οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα, όπου δήλωσε ότι όντως είχε γεννήσει το σκυλί του και τα νεογέννητα κουτάβια τα είχε πετάξει σε παρακείμενο χωριό. Ακολούθως, με την 2674/30.82013 απόφαση του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι, στις 27.8.2013 προέβη εκ προθέσεως σε πράξη βίας κατά ζώου και, συγκεκριμένα, με σκαπτικό εργαλείο χτύπησε εννέα κουτάβια που είχαν γεννηθεί από σκυλί ιδιοκτησίας του, εν συνεχεία τα έκλεισε σε πλαστική σακούλα και τα πέταξε σε ξεροπόταμο με αποτέλεσμα τα οκτώ εξ αυτών να θανατωθούν. Κατόπιν τούτου, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 18 μηνών με τριετή αναστολή και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Επί της ασκηθείσης κατά της αποφάσεως αυτής εφέσεως του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η 706/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία επικυρώθηκε η ενοχή του για το εν λόγω αδίκημα, μειώθηκε η ποινή σε φυλάκιση πέντε μηνών με τριετή αναστολή και δεν επεβλήθη χρηματική ποινή. Εν τω μεταξύ, κατά της παραπάνω πράξης βεβαίωσης των διοικητικών προστίμων, ο αναιρεσείων υπέβαλε τις από 10.9.2013 αντιρρήσεις, με τις οποίες προέβαλε παράβαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω του υπέρογκου ύψους του προστίμου, καθώς και της αρχής ne bis in idem λόγω της ποινής που του επιβλήθηκε με την 2674/2013 απόφαση του ποινικού δικαστηρίου που είχε ήδη εκδοθεί κατά τον χρόνο εκείνο. Με την .../14.1.2014 απόφαση του Αντιδημάρχου οι αντιρρήσεις απερρίφθησαν με την αιτιολογία ότι το ύψος του προστίμου καθορίζεται εκ του νόμου και η αρμοδιότητα είναι δεσμία, καθώς και ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ λόγω αντιθέσεώς του προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία επανέφερε τα παράπονά του περί παραβάσεως των ανωτέρω αρχών. Η προσφυγή απερρίφθη με την 916/2017 απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, με την οποία προέβαλε ότι εφόσον έχει καταδικασθεί αμετάκλητα, εν τω μεταξύ, με την 706/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η επιβολή του επιδίκου προστίμου αντίκειται, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, στην αρχή ne bis in idem. Επικουρικώς δε υποστήριξε ότι με την ανωτέρω αμετάκλητη ποινική απόφαση κρίθηκε ότι επρόκειτο για ένα αδίκημα που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση και όχι για εννέα αυτοτελώς τελεσθέντα αδικήματα, και, συνεπώς, το επιβληθέν πρόστιμο θα έπρεπε να περιοριστεί στο ποσό των 30.000 ευρώ, κατ' άρθρο 21 του ν. 4039/2012. Προέβαλε περαιτέρω ότι το πρόστιμο αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν είναι ανάλογο με τη βαρύτητα της παράβασης, τη σημαντικότητα του προσβαλλόμενου έννομου αγαθού και την κοινωνική και ηθική απαξία και δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία με την προκαλούμενη στον παραβάτη βλαπτική κατάσταση, εν όψει και της παράλληλης ποινικής καταδίκης του, αλλά και του εισοδήματός του (συνταξιούχος με μηνιαία σύνταξη 1.361 ευρώ το μήνα), και ότι πρέπει το ποσό αυτό να μειωθεί στο εύλογο ποσό των 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση. Το δικάσαν εφετείο ανέβαλε αρχικώς την εκδίκαση της υπόθεσης, με την 266/2018 απόφασή του, λόγω εκκρεμοδικίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας νομικών ζητημάτων σχετικών με την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem (σε υπόθεση λαθρεμπορίας) όταν για την ίδια παράβαση προβλέπονται τόσο ποινικές όσο και διοικητικές κυρώσεις στο πλαίσιο διαφορετικών διαδικασιών. Μετά την έκδοση της 359/2020 απόφασης της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το δικάσαν εφετείο επανήλθε στην υπόθεση και απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι, στο πλαίσιο της κρινόμενης διοικητικής διαφοράς που ανεφύη από την επιβολή διοικητικού προστίμου κατά τα άρθρα 16 περ. α και 21 παρ. 1 του ν. 4039/2012, πληρούνται τα κριτήρια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως αυτά διευκρινίσθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφ' όσον: α) Υπάρχουν δύο αυτοτελείς διαδικασίες για την ίδια παραβατική συμπεριφορά που δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους κατ' ουσίαν και κατά χρόνο, δηλαδή αφενός η ποινική διαδικασία (προβλεπόμενη στο άρθρο 20 παρ. 2 του νόμου με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από 5.000 έως 15.000 ευρώ), η οποία άρχισε με τη σύλληψη του αναιρεσείοντος στις 28.8.2013 και ολοκληρώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 706/3.6.2014 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία επιβλήθηκε η τελική ποινή σε βάρος του. Αφ' ετέρου, η διοικητική διαδικασία επιβολής προστίμου, η οποία άρχισε με την έκδοση της .../28.8.2013 πράξης βεβαίωσης της διοικητικής παράβασης από τον Δήμο και της .../14.1.2014 απόφασης του Αντιδημάρχου, με την οποία επικυρώθηκε το ένδικο πρόστιμο, επί της οποίας εκδόθηκε η 916/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. β) Το προβλεπόμενο (στο άρθρο 21 περ. 39 του ίδιου νόμου) διοικητικό πρόστιμο ύψους 30.000 ευρώ για κάθε ζώο (συνολικά 270.000 ευρώ για τα εννέα), εν όψει της φύσης της σχετικής παράβασης και της βαρύτητας της προβλεπόμενης διοικητικής κύρωσης, δεν έχει μόνο αποζημιωτικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα, αλλά έχει και τιμωρητικό σκοπό, λόγω της πρόκλησης πόνου και αγωνίας σε ένα ον που συναισθάνεται, και, συνεπώς, και αυτή έχει «ποινικό» χαρακτήρα. γ) Η ποινική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 706/3.6.2014 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την οποία παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων το πρώτον με την έφεσή του, δεδομένου ότι κατά την άσκηση της προσφυγής του στις 18.3.2014 δεν είχε ακόμα εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση. δ) Η ποινική και διοικητική διαδικασία συνδέονται πλέον μεταξύ τους, μετά την έκδοση της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής απόφασης, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ΚΔΔ. Κατόπιν τούτων, το δικάσαν εφετείο δέχθηκε ότι η αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση για την ίδια παράβαση παράγει δέσμευση όσον αφορά τη νομιμότητα του καταλογισμού του ένδικου διοικητικού προστίμου, υπό την έννοια ότι οδηγεί, κατ' αρχήν, στην ακύρωση από το διοικητικό δικαστήριο της πράξης καταλογισμού στον αναιρεσείοντα του διοικητικού προστίμου, ήτοι σε αποτέλεσμα που αντανακλά τις επιταγές του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η αμετακλήτως επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση, αυτοτελώς ορώμενη, είναι αποτελεσματική, αποτρεπτική και ανάλογη της σοβαρότητας της παράβασης από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσής της. Έκρινε δε ότι η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση με την αιτιολογία ότι με την ποινική απόφαση επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για τις παραβάσεις αυτές ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, η οποία είναι κατώτερη της ελάχιστης προβλεπόμενης στο άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 4039/2012 για καθεμία παράβαση, ενώ δεν του επιβλήθηκε καμία χρηματική ποινή, παρότι αυτή προβλέπεται σωρευτικά στη διάταξη (ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους έως πέντε έτη κατά το άρθρο 53 του Ποινικού Κώδικα, και χρηματική ποινή από 5.000 έως 15.000 ευρώ), επιπροσθέτως δε η ανωτέρω ποινή επεβλήθη με τριετή αναστολή. Εν όψει των ανωτέρω, κατά την κρίση του δικάσαντος εφετείου, η επιβληθείσα αμετακλήτως από το ποινικό δικαστήριο ποινή για τις ίδιες κατ' ουσίαν παραβάσεις παρίσταται εμφανώς ιδιαζόντως ελαφριά, ώστε, αυτοτελώς ορώμενη, να μην μπορεί να θεωρηθεί ως ικανή να καταστείλει κατά τρόπο αποτρεπτικό, αποτελεσματικό και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας τις επίμαχες, αρκετά σοβαρές, διοικητικές παραβάσεις της κακοποίησης ζώων σε εννέα περιπτώσεις που του αποδόθηκαν. Ως εκ τούτου, η ποινική απόφαση δεν παράγει, κατά την κρίση του εφετείου, δέσμευση προς ακύρωση της πράξης επιβολής διοικητικού προστίμου από το διοικητικό δικαστήριο, αλλά συνεκτιμάται από το τελευταίο. Επί τη βάσει των σκέψεων αυτών, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι α) ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση διάταξης, τότε μόνο αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν από το είδος του ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό (ΣτΕ 2301/2015, 3130/2014, 3474/2011 Ολ., 990/2004 Ολ.), β) εν προκειμένω, όπως συνάγεται από την εισηγητική έκθεση του ν. 4039/2012, με τις ρυθμίσεις του επιδιώχθηκε η τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας, έτσι ώστε, η προστασία των ζώων, σε συμμόρφωση προς τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, να καταστεί πιο ουσιαστική και αποτελεσματική, λόγω της συνεχιζόμενης κακομεταχείρισης των ζώων υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, προς τούτο δε αυστηροποιήθηκαν οι διατάξεις στην περίπτωση της κακοποίησης ζώου, προκειμένου να υπάρχει ένα πλήρες, αναλογικό, αποτρεπτικό και αποτελεσματικό σύστημα κυρώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το εφετείο έκρινε ότι η πρόβλεψη με το άρθρο 21 του νόμου σταθερού, πάντοτε, προστίμου, ανερχόμενου στο ποσό των 30.000 ευρώ για κακοποίηση κάθε ζώου, ενώ για λιγότερο σοβαρές παραβάσεις τα πρόστιμα κυμαίνονται από 100 έως 20.000 ευρώ, δεν αντίκειται στην προβλεπόμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν θεσπίζει μέτρο προδήλως ακατάλληλο και απρόσφορο ούτε υπερακοντίζει τον καίριο σκοπό δημοσίου συμφέροντος στον οποίον αποβλέπει, της προστασίας των ζώων, του κολασμού του παραβάτη και της αποτροπής παρομοίων παραβάσεων (πρβλ. ΣτΕ 2301/2015, 3130/2014, 1040/2014, 3167/2013, 459/2013 Ολομ., 3474/2011 Ολομ., 2402/2010 7μ., ΔΕΚ C - 262/1999, Λουλουδάκης κατά Ελλάδας). Κατόπιν τούτων, απέρριψε τον λόγο εφέσεως περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης λόγω του ύψους του επαπειλούμενου προστίμου και του αντικειμενικού προσδιορισμού του χωρίς τη δυνατότητα επιμέτρησης από τη Διοίκηση. Πέραν τούτου, απέρριψε τον λόγο αυτό και ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, κρίνοντας ότι, πάντως, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, εν όψει της ιδιαίτερα ελαφράς ποινής που επιβλήθηκε από το ποινικό δικαστήριο (φυλάκιση 5 μηνών με τριετή αναστολή, χωρίς την επιβολή καμίας χρηματικής ποινής), της ιδιάζουσας βαρύτητας των παραβάσεων και των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσής τους [κακοποίηση ζώου με σύνθλιψη με σκαπτικό εργαλείο και στη συνέχεια πρόκληση ασφυξίας με τοποθέτηση μέσα σε νάιλον σακούλα, και μάλιστα σε εννέα διακεκριμένες περιπτώσεις, σε οκτώ εκ των οποίων τα νεογέννητα ζώα -τα οποία γέννησε σκύλος ιδιοκτησίας του- πέθαναν και μόνο το ένα επιβίωσε], ορθώς του επιβλήθηκαν τα ένδικα πρόστιμα για εννέα αυτοτελείς παραβάσεις στο ποσό των 30.000 ευρώ για καθεμία, το ύψος του οποίου, στην κρινόμενη υπόθεση, κρίνεται εύλογο και προσήκον και δεν παραβιάζει την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου και του ότι η οικονομική του κατάσταση δεν αποτελεί κριτήριο καθορισμού του ύψους του προστίμου. Εξ άλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίθηκε και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι με την ανωτέρω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου καταδικάσθηκε για ένα αδίκημα τελεσθέν κατ' εξακολούθηση και, συνεπώς, πρέπει να του επιβληθεί ένα πρόστιμο, με την αιτιολογία ότι με την απόφαση αυτή κρίθηκε ένοχος και για τις εννέα περιπτώσεις βίας κατά ζώου, ανεξαρτήτως του ύψους της επιβληθείσας ποινής.
8. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως έχουν παγίως ερμηνευθεί, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων πρέπει να τεκμηριώσει με αυτοτελείς και ειδικούς ισχυρισμούς ότι με κάθε έναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα αναγόμενο στην ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων, για το οποίο δεν υπάρχει νομολογία ή υπάρχει αντίθεση σε υφιστάμενη νομολογία. Οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι απαράδεκτοι αν δεν αφορούν σε ζήτημα ερμηνείας, αλλά στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ή στην υπαγωγή των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου.
9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει την νομολογία του ΔΕΕ, του ΕΔΔΑ και του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της ερμηνείας των αρχών ne bis in idem και αναλογικότητας στην επιβολή κυρώσεων, προβάλλει τους εξής λόγους αναιρέσεως: 1) Το δικάσαν εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε τις ανωτέρω αρχές, διότι το διοικητικό πρόστιμο που του επεβλήθη αποτελεί προδήλως κύρωση ποινικής φύσεως κατά την έννοια της ΕΣΔΑ, η οποία, σε συνδυασμό με την αμετάκλητη ποινική του καταδίκη, καθίσταται μέτρο προφανώς ακατάλληλο και απρόσφορο που υπερακοντίζει τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθ' όσον είναι εξοντωτικό και πλήσσει κατάφωρα το έννομο αγαθό της περιουσίας του, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής του κατάστασης, εκ της οποίας προκύπτει προφανής αντικειμενική αδυναμία αποπληρωμής του, αλλά και των πολυδάπανων δικαστικών διαδικασιών, γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός έχει ουσιαστικά εξυπηρετηθεί, χωρίς να χρειάζεται η επιβολή επιπλέον και υπέρογκου διοικητικού προστίμου, το οποίο μάλιστα έπρεπε να περιορισθεί στο ποσό των 30.000 ευρώ, αφού επρόκειτο για ένα αδίκημα τελεσθέν κατ' εξακολούθηση και όχι για αυτοτελείς παραβάσεις όπως εσφαλμένως κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. 2) Καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του και κατά παράβαση των άρθρων 26, 94 και 96 του Συντάγματος, το δικάσαν εφετείο προέβη σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της ποινής που του επεβλήθη από το ποινικό δικαστήριο και με εσφαλμένη αιτιολογία έκρινε την ποινή αυτή ως δυσανάλογα ελαφριά και επικύρωσε το σε βάρος του υπέρογκο διοικητικό πρόστιμο. Κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος «…δεν υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος και προτείνεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι παραβιάσθηκαν Συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, οι οποίες κατοχυρώνουν ρητά γενικές αρχές του Δικαίου, ήτοι την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή ne bis in idem, καθώς και υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου έναντι του Ποινικού». Στο μέτρο που με τους ισχυρισμούς αυτούς προβάλλεται, κατ' ουσίαν, απουσία νομολογίας επί των νομικών ζητημάτων α) του τρόπου εφαρμογής της αρχής ne bis in idem στο πλαίσιο του προπαρατεθέντος νομοθετικού πλαισίου για την προστασία των ζώων (ν. 4039/2012) όταν υφίσταται σώρευση ποινικών και διοικητικών κυρώσεων και αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση εκκρεμούσης της διοικητικής δίκης, β) της έκτασης της δέσμευσης του διοικητικού δικαστή από την εν λόγω ποινική απόφαση και γ) της συμβατότητας του προβλεπόμενου στο άρθρο 21 παρ. 1 περ. 39 του ν. 4039/2012 προστίμου ύψους 30.000 ευρώ για τις παραβάσεις του άρθρου 16 περ. α με την αρχή της αναλογικότητας, οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται παραδεκτώς και βασίμως, κατ' άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, και οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται παραδεκτώς και είναι περαιτέρω εξεταστέοι στην ουσία τους, μόνο όμως κατά το μέρος που σχετίζονται με την επίλυση των ανωτέρω κρίσιμων νομικών ζητημάτων και όχι κατά το μέρος που πλήσσουν την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και την υπαγωγή των περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στους εφαρμοστέους κανόνες.
9. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 4039/2012 και την αιτιολογική του έκθεση συνάγεται ότι ο νομοθέτης επιδίωξε τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου για την αποτελεσματική προστασία των ζώων συντροφιάς σε συμμόρφωση προς τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, εισάγοντας ένα αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό σύστημα κυρώσεων, αυστηρότερο σε σχέση με τις προϊσχύουσες ρυθμίσεις ιδίως όσον αφορά τις παραβάσεις που σχετίζονται με την κακοποίηση των ζώων, εν όψει της διαπιστούμενης αποτυχίας των προγενέστερων ρυθμίσεων να εξυπηρετήσουν τον επιδιωκόμενο δημοσίου συμφέροντος σκοπό της εξασφάλισης της ευζωίας των ζώων συντροφιάς, της αποτροπής της κακομεταχείρισής τους και του κολασμού των παραβατών. Στο πλαίσιο αυτό προέβλεψε στα άρθρα 20 και 21 του ανωτέρω νόμου την επιβολή τόσο ποινικών όσο και διοικητικών κυρώσεων για τις περιπτώσεις κακοποίησης των ζώων συντροφιάς. Σε περίπτωση σωρευτικής επιβολής των κυρώσεων αυτών για την ίδια παράβαση, η ενεργοποίηση της απαγόρευσης που απορρέει από την αρχή ne bis in idem γίνεται κατόπιν διάγνωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων που παρατίθενται στη σκέψη 6, όπως αυτές διατυπώνονται στη νομολογία του ΕΔΔΑ (και τη συναφή νομολογία του ΔΕΕ) και έχουν αποσαφηνιστεί από την προπαρατεθείσα στην έκτη σκέψη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
10. Επειδή, εν προκειμένω, κατ' ορθή εφαρμογή της νομολογίας αυτής, το δικάσαν εφετείο εξέτασε στην ένδικη περίπτωση τη συνδρομή των εν λόγω προϋποθέσεων και ήχθη, κατ' ορθή κρίση, στο συμπέρασμα ότι οι προβλεπόμενες στα άρθρα 20 και 21 του ν. 4039/2021 ποινικές και διοικητικές, αντίστοιχα, διαδικασίες επιβολής κυρώσεων είναι διακριτές και δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους και ότι οι προβλεπόμενες για τις παραβάσεις του άρθρου 16 περ. α διοικητικές κυρώσεις, εν όψει της φύσης των παραβάσεων, του σκοπού -κυρίως τιμωρητικού- και της βαρύτητας των κυρώσεων, είναι «ποινικής» κατ' ουσίαν φύσεως βάσει των κριτηρίων της νομολογίας Engel. Δεδομένου δε ότι η ποινική διαδικασία κατά του αναιρεσείοντος για την ίδια παράβαση είχε περατωθεί με αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, εκκρεμούσης της διοικητικής διαδικασίας, ορθώς το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι η ποινική αυτή απόφαση παράγει δέσμευση του διοικητικού δικαστή προς ακύρωση της διοικητής πράξης επιβολής κύρωσης, υπό την πρόσθετη όμως αναγκαία προϋπόθεση ότι η κύρωση που έχει ήδη επιβληθεί αμετακλήτως στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας είναι αποτελεσματική, ανάλογη της παράβασης και αποτρεπτική. Συνεπώς, ορθώς και εντός της κατά το νόμο και το Σύνταγμα εξουσίας του, το δικάσαν διοικητικό δικαστήριο εξέτασε εάν η επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση είναι αποτελεσματική και ανάλογη της παράβασης, καθ' όσον το στοιχείο αυτό αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας της επιβολής και επιμέτρησης της διοικητικής κύρωσης που υπάγεται στον έλεγχό του. Όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται περί υπέρβασης εξουσίας του διοικητικού δικαστηρίου είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμα. Περαιτέρω, η κρίση του δικάσαντος εφετείου ότι εν προκειμένω η ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα από το ποινικό δικαστήριο παρίσταται ιδιαζόντως ελαφριά, ώστε, αυτοτελώς ορώμενη, να μην μπορεί να θεωρηθεί ικανή να καταστείλει κατά τρόπο αποτρεπτικό, αποτελεσματικό και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας τις σοβαρές διοικητικές παραβάσεις της κακοποίησης ζώων σε εννέα περιπτώσεις που του αποδόθηκαν, εξήχθη κατ' εφαρμογή πρόσφορων κριτηρίων, όπως αυτά έχουν διατυπωθεί στη νομολογία (βλ. ΣτΕ 1887/2018 7μ., σκ. 9), και δη του ύψους της επιβληθείσας ποινής (κατώτερης ακόμη και της ελάχιστης προβλεπόμενης στο νόμο και χωρίς την επιβολή χρηματικής ποινής, καίτοι αυτή προβλέπεται σωρευτικά από τον νόμο) και της τριετούς αναστολής στην εκτέλεσή της. Συνεπώς, η κρίση αυτή παρίσταται νόμιμη από της απόψεως αυτής, απαραδέκτως δε κατ' άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, πλήττεται η αξιολόγηση και εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση του αναιρεσείοντος, καθ' όσον αυτή ανάγεται στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Κατόπιν τούτων, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κρισίμων διατάξεων, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί από την προεκτεθείσα νομολογία, το δικάσαν εφετείο ήχθη στην κρίση ότι η αμετάκλητη ποινική καταδικαστική απόφαση λόγω της ηπιότητας της επιβληθείσας κύρωσης δεν παράγει δέσμευση προς ακύρωση, άνευ ετέρου, της διοικητικής κύρωσης και προέβη περαιτέρω σε εξέταση της νομιμότητας της τελευταίας από της απόψεως της συμβατότητάς της με την αρχή της αναλογικότητας. Όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται περί παράβασης της αρχής ne bis in idem εκ μέρους του δικάσαντος εφετείου λόγω μη ακύρωσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης κατόπιν της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής απόφασης, είναι, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, απορριπτέα ως αβάσιμα.
11. Επειδή, περαιτέρω, όπως προεξετέθη, με το άρθρο 21 του ν. 4039/2012 ο νομοθέτης εισήγαγε ένα πλήρες σύστημα κυρώσεων για τις παραβάσεις των διατάξεών του που εισάγουν κανόνες ευζωίας των ζώων συντροφιάς, προβλέποντας για κάθε παράβαση και το επιβλητέο πρόστιμο, είτε υπό μορφή κλίμακας εντός των ορίων της οποίας μπορεί να κινηθεί ο εφαρμοστής του νόμου είτε ως αντικειμενικώς προσδιορισμένο ποσό σταθερού ύψους, ανάλογα με το είδος και τη βαρύτητα κάθε κατηγορίας κολαζόμενης παράβασης σε συνάρτηση με τη σπουδαιότητα του εκάστοτε διακυβευόμενου έννομου αγαθού, ενσωματώνοντας έτσι τις απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας ήδη σε επίπεδο νόμου. Ειδικώς, για τις περιπτώσεις βασανισμού και κακοποίησης των ζώων -ήτοι εμβίων όντων που συναισθάνονται, πονούν και υποφέρουν- υπό τις ειδεχθείς συνθήκες που περιγράφονται ενδεικτικώς στο άρθρο 16 περ. α (όπως πνιγμός, σύνθλιψη, ακρωτηριασμός, κάψιμο, κρέμασμα) ο νομοθέτης επιφύλαξε, ενόψει της φύσης, της σοβαρότητας και της ηθικής απαξίας τους, την αυστηρότερη των κυρώσεων, ήτοι πρόστιμο ανελαστικού ύψους 30.000 ευρώ για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό, αρκούντος αποτρεπτικό ώστε να παταχθεί η συνεχιζόμενη κακοποίηση των ζώων και να επιτευχθεί ο δημοσίου συμφέροντος σκοπός της προστασίας τους σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας. Ενόψει τούτων, η πρόβλεψη του ανωτέρω προστίμου στο ύψος αυτό για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό όσον αφορά τις περιπτώσεις βασανισμού και κακοποίησης του άρθρου 16 περ. α, τελούσα σε συνάρτηση με την βαρύτητα των παραβάσεων και κατατείνουσα στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, δεν παρίσταται προδήλως απρόσφορη ή μη αναγκαία για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όπως έκρινε και το δικάσαν εφετείο, ερμηνεύοντας ορθώς τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, το δικάσαν εφετείο δεν περιορίστηκε στην ανωτέρω κρίση περί της αναλογικότητας του εκ του νόμου δεσμίως προβλεπομένου διοικητικού προστίμου, αλλά εξέτασε εάν η επιβολή του στο ανωτέρω ύψος στη συγκεκριμένη περίπτωση του αναιρεσείοντος είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, ορθώς απέρριψε ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο τον λόγο εφέσεως περί παράβασης των αρχών της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης λόγω του αντικειμενικού προσδιορισμού του χωρίς τη δυνατότητα επιμέτρησής του από τη Διοίκηση. Έκρινε δε ότι το διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα είναι εύλογο, προσήκον και συμβατό με την αρχή της αναλογικότητας, κατόπιν συνεκτίμησης της βαρύτητας των παραβάσεων, των συνθηκών τέλεσής τους και της ποινής που επιβλήθηκε από το ποινικό δικαστήριο, δηλαδή πρόσφορων και νόμιμων κριτηρίων. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα, με τα οποία κατ' ουσίαν αμφισβητείται η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά την εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων στη συγκεκριμένη περίπτωση του αναιρεσείοντος κατά τον έλεγχο της νομιμότητας επιβολής και επιμέτρησης του προστίμου, χωρίς να αναδεικνύεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων και ειδικότερα ως προς τη λήψη υπόψη μη νόμιμων κριτηρίων ή ως προς τη μη λήψη υπόψη νομίμων κριτηρίων, είναι απορριπτέα, κατ' άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, ως απαράδεκτα.
12. Επειδή, τέλος, τα προβαλλόμενα περί εσφαλμένης κρίσης του δικάσαντος εφετείου ότι επρόκειτο για αυτοτελείς παραβάσεις αλλά για ένα αδίκημα που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση για το οποίο έπρεπε να επιβληθεί πρόστιμο 30.000 ευρώ, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι προβάλλονται παραδεκτώς κατ' άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, είναι πάντως απορριπτέα ως αβάσιμα. Τούτο διότι, ως ορθώς κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το κατ' άρθρο 21 παρ. 1 περ. 39 πρόστιμο επιβάλλεται όχι μόνο για κάθε περιστατικό, αλλά και για κάθε ζώο, συνεπώς εφ' όσον ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για την κακοποίηση και των εννέα ζώων, ορθώς του επιβλήθηκαν εννέα πρόστιμα των 30.000 ευρώ για κάθε αυτοτελή, ανά ζώο, παράβαση.
13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2023
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Ευθύμιος Αντωνόπουλος Μαρία Τσαπαρδώνη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης Αυγούστου 2025.
Ο Πρόεδρος του Γ´ Θερινού Τμήματος Η Γραμματέας
Δημήτριος Εμμανουηλίδης Ευδοξία Καπίρη