ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ (Ποιν) 373/2025 Ηθική αυτουργία σε επικίνδυνη σωματική βλάβη - Σφάλμα περί την ταυτότητα του θύματος - Αιτιολογία

Αριθμός:
373
Έτος:
2025
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
04/03/2025
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
3846
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Άμεσος και ενδεχόμενος δόλος. Έννοια ηθικής αυτουργίας. Περιορισμοί στη χρήση καταθέσεων συγκατηγορουμένου. Αποδεικτική απαγόρευση στη χρήση δηλώσεων συγκατηγορουμένων ως μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο. Σφάλμα περί το πρόσωπο (aberratio ictus). Λάθος ως πτος την ταυτότητα του θύματος. Έλλειψη αιτιολογίας.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 373/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαϊτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ν. του Β., κατοίκου Ολυμπιάδας Ελασσόνας, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γκέκα, για αναίρεση της αποφάσεως 392/2023 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Δ. Σ. του Α., κάτοικο Ολυμπιάδας Ελασσόνας, που δεν εμφανίστηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5-4-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../24.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 5-4-2024 αίτηση του Α. Ν. του Β., κατοίκου Ολυμπιάδας Ελασσόνας Λάρισας, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-4-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 392/28-9-2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 εδ. α' του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του παραπάνω Κώδικα, (όπως ίσχυσε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 65 του ν. 4855/2021), "Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή». Η διάταξη αυτή του άρθρου 309 ΠΚ, σε σχέση με την προηγούμενη, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της ερευνώμενης εδώ πράξης, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού, αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως πέντε (5) ετών, που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη τώρα ποινή είναι φυλάκιση από δέκα (10) ημέρες (κατ' άρθρο 53 ΠΚ) έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται, αντικειμενικώς, πρόκληση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 παρ. 1 του ΠΚ, κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, με την έννοια ως προς την τελευταία, του άρθρου 310 παρ. 2 του ΠΚ. Αξιολογείται, επομένως, όχι το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά το χρησιμοποιηθέν μέσο, ο τρόπος ενέργειας, το ευπαθές ή μη του πληγέντος τμήματος του ανθρωπίνου σώματος, η προσφορότητα του μέσου που χρησιμοποιήθηκε κτλ (ΑΠ 1136/2023, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 537/2018). Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 185/2022, ΑΠ 68/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ (που είναι ταυτόσημο κατά περιεχόμενο με το αντίστοιχο άρθρο 46 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ), "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς, α) η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτέλεσης αυτής. Η πρόκληση και παραγωγή της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ, φορτικότητα ή προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με τον φυσικό αυτουργό και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής, την οποία αποφάσισε με τον πιο πάνω τρόπο. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1112/2023, ΑΠ 267/2023). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ιδιαίτερης αιτιολογίας του, διότι αυτός ενυπάρχει στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσήκουσα αιτιολογία και προκύπτει από αυτήν, εκτός αν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος, οπότε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία. Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία των στοιχείων αυτών του δόλου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Για την κατά τα άνω πληρότητα, συγκεκριμένα, της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως, ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, δια των οποίων ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να διαπράξει ορισμένη πράξη, την οποία αυτός τέλεσε, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κλπ, με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται αναφορά και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ (ΑΠ 717/2020, ΑΠ 604/2019, ΑΠ 290/2016). Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023). Τέλος, κατά το άρθρο 211 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 117 ν. 4855/12-11-2021 και ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, "Η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου αν δεν υπάρχει και άλλο ρητά κατονομαζόμενο στην απόφαση αποδεικτικό μέσο». Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου κώδικα), καθόσον παραβιάζονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης του κατηγορουμένου σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή την παροχή εξηγήσεων ή την απολογία συγκατηγορουμένου του, αλλά δεν αποκλείεται προς τούτο η συνεκτίμηση αυτών μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο 211 ΚΠΔ δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά αποδεικτικό περιορισμό και, στην πραγματικότητα, συνιστά κανόνα αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 ΚΠΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε άλλωστε απαγορεύει την αξιοποίηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της παροχής εξηγήσεων ή της απολογίας του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο και, απλώς, επιβάλλει στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή στην παροχή εξηγήσεων ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του προς θεμελίωσή της και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία και, εφόσον καταλήξει σε καταδικαστική κρίση, να παραθέτει ρητά τα επιπλέον αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του.
Συνεπώς, δεν παραβιάζεται η ανωτέρω διάταξη όταν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στην παροχή εξηγήσεων ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ' αυτήν όσο και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία πρέπει να κατονομάζονται ρητά στην απόφασή του. Η κατά παραβίαση της άνω διάταξης του άρθρου 211 του ΚΠΔ, κρίση του δικαστηρίου, που στηρίζεται σε αποδεικτικό μέσο, το οποίο από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου, συνεπάγεται επίσης την ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και την ίδρυση λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ), καθόσον, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ελέγχεται αναιρετικώς το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εάν όμως, η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή παροχή εξηγήσεων ή απολογία, και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμησή της δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης (ΑΠ 447/2023, ΑΠ 63/2023, ΑΠ 1357/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση κατά δεκατριών (13) κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και κατά του αναιρεσείοντος, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 392/28-9-2023 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι κατά μήνα Δεκέμβριο του 2018 ο πρώτος κατηγορούμενος, Π. Γ., ανέλαβε, κατόπιν εντολής του 10ου κατηγορουμένου, Ν. Α. και έναντι χρηματικής αμοιβής, να προβεί σε διάφορες ενέργειες με σκοπό τον εκφοβισμό του Σ. Η. του Σ., που τυγχάνει ο νέος σύντροφος της ..., εν διαστάσει συζύγου του Ν. Α., με απώτερο σκοπό να επέλθει ρήξη στη σχέση μεταξύ του ζευγαριού. Τα μέτρα εκφοβισμού περιελάμβαναν, πλην των άλλων, που δεν αποτελούν αντικείμενο της εν προκειμένω κατηγορίας (φθορές στο ιδιωτικό του αυτοκίνητο και ενοχλητικά τηλεφωνήματα καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας) και τον ξυλοδαρμό του Η. Σ., τον οποίο επεχείρησε, περί τα τέλη του έτους 2017, ο Π. Γ.. Προς τούτο μετέβη, νυκτερινές ώρες, στην Ολυμπιάδα Ελασσόνας, όπου διαμένει ο Σ. Η. και, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και καλυπτόμενος από το σκότος, ανέμενε τη διέλευση του τελευταίου, από σημείο που του είχε υποδείξει ο Α. Ν.. Κάποια στιγμή από το σημείο διήλθε ο κάτοικος του άνω οικισμού, Σ. Δ., τον οποίο ο Π. Γ. εξέλαβε ως τον Η. Σ. και μετά ταύτα του επιτέθηκε και άρχισε να τον γρονθοκοπεί με σφοδρότητα στο πρόσωπο, προκαλώντας του εκεί αιμάτωμα και μώλωπες. Ο άνω παθών γεννηθείς το έτος 1943 είχε "την ατυχία" να κατοικεί παραπλεύρως του χώρου τον οποίο χρησιμοποιεί ο Σ. Η. ως αποθήκη της επιχείρησής του. Ο. 1ος κατηγορούμενος, δεν αρνείται ότι ο 10ος κατηγορούμενος τους έδωσε χρήματα για να χτυπήσουν τον Η. Σ., ούτε ότι κατ' εντολή του τελευταίου της παρίστανε τηλεφωνικά τον θαυμαστή της ..., αποστέλλοντάς της και λουλούδια, αρνείται όμως το γεγονός του ξυλοδαρμού του άνω παθόντος. Ωστόσο, η απρόκλητη επίθεση του παθόντος από κουκουλοφόρο άντρα είναι πραγματικό γεγονός, όπως ο ίδιος ο παθών ανέφερε και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάλιστα ο παθών άκουσε κατά τη στιγμή της επίθεσης ένα άλλο άτομο που βρισκόταν επίσης στο χώρο να λέει "τί κάνουμε; Τον παππού χτυπάμε; τον παππού χτυπήσαμε αντί άλλον». Ο παθών, ένα φιλήσυχος πολίτης, που δεν είχε κανένα εχθρό, όπως καταθέτει μετέβη σε φαρμακείο για περιποίηση των τραυμάτων του και δεν κατήγγειλε την σε βάρος του επίθεση. Ενισχύει δε την παραδοχή ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο δράστης της προκληθείσας στον παθόντα σωματικής βλάβης και η καταγεγραμμένη από 2.2.2018 και ώρα 22.40 τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ Ν. Α.
(10ου κατηγορουμένου) και Π.
(1ου), κατά την οποία ο τελευταίος τον ενημέρωσε σχετικά με τον ξυλοδαρμό : "Π. : Ρε έφαγε γερό μπερντέ σου λέω τώρα, περισσότερο ξύλο έφαγε την πρώτη, εκεί αδελφέ σε είπα και κακώς μιλάμε τώρα ρε πούστη απ' το τηλέφωνο τέλος πάντων" και ο Ν. συμφώνησε να μην μιλούν από το τηλέφωνο "κακώς, κακώς, α λοιπόν άντε θα τα πούμε από κοντά πάλι, θα βρεθούμε από κοντά». Εν όψει τούτων, ο μεν κατηγορούμενος Π. Γ. πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σε αυτόν αξιοποίνου πράξεως της επικινδύνου σωματικής βλάβης σε βάρος του πραναφερομένου, Σ. Δ., δεδομένου ότι, λόγω της έντασης και σφοδρότητας με την οποία επιτέθηκε σε βάρος του παθόντος, το μέσον που προς τούτο χρησιμοποίησε (γρόνθους) και του σημείου του σώματος αυτού στον οποίο κατηύθυνε την επίθεση του (κεφαλή), θα μπορούσε να προκληθεί στον παθόντα βαριά σωματική του βλάβη, ο δε 10ος κατηγορούμενος, Ν. Α., ένοχος ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή, δεδομένου ότι ο ίδιος παρήγγειλε την τέλεσή της καταβάλλοντος στον φυσικό αυτουργό - πρώτο κατηγορούμενο και ανάλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν μεταβάλλει την ευθύνη και ενοχή του τελευταίου το γεγονός ότι, τελικά, ο φυσικός αυτουργός κατηύθυνε την παραγγελθείσα ενέργειά του όχι εναντίον του υποδειχθέντος προσώπου, αλλά τρίτου, δεδομένου ότι η πλάνη περί το πρόσωπο ή το αντικείμενο, εναντίον του οποίου στράφηκε, παρά του αυτουργού, η παραγγελθείσα πράξη και αφού, όπως και εν προκειμένω, δεν τελέσθηκε τελείως διαφορετική, κατά τα αντικειμενικά της στοιχεία, τοιαύτη, δεν επιδρά επί της ευθύνης του ηθικού αυτουργού, που παραμένει ακέραιη (Μιχ. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία - Εφαρμογή, υπ' άρθρο 46, αριθ. 17-18 και εκεί παραπομπές)». Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της ηθικής αυτουργίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη (άρθρ. 46 παρ. 1, 309 σε συνδ. με 308 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: «......στην Κατερίνη, σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία, κείμενη πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από Οκτώβριο έως τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2017, με φραστικές προτροπές, πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς και επίμονες παραινέσεις καθώς και με την υπόσχεση καταβολής αμοιβής προκάλεσε με πρόθεση στον Π. Γ.
(1ο κατηγορούμενο) την απόφαση να τελέσει την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που αυτός τέλεσε, και δη προκάλεσε σε αυτόν την απόφαση να επιτεθεί σε βάρος του Δ. Σ.
(τον οποίο εξέλαβε εσφαλμένως ως τον Η. Σ., για τον οποίο είχε την εντολή να βιαιοπραγήσει σε βάρος του), χτυπώντας τον με γροθιές στο πρόσωπο και το κεφάλι, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει αιμάτωμα και μώλωπες στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής λόγω δε της έντασης και της σφοδρότητας με την οποία επιτέθηκε σε βάρος του παθόντος και του σημείου του σώματος αυτού που επλήγη (πρόσωπο, κεφαλή) θα μπορούσε να προκληθεί στον τελευταίο βαριά σωματική του βλάβη». Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε o αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1, 309 σε συνδ. με 308 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που οδήγησαν το Δικαστήριο στην περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, προσδιορίζοντας συγκεκριμένα α) τη σωματική βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 308 ΠΚ, η οποία τελέσθηκε, στην Ολυμπιάδα Ελασσόνας, στα τέλη του 2017, κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα Δ. Σ. βαριά σωματική βλάβη, (με γροθιές στο πρόσωπο, αλλά και στο υπόλοιπο μέρος της κεφαλής, με αποτέλεσμα να προκληθούν αιμάτωμα και μώλωπες στα πληγέντα μέρη), από τον, έχοντα καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, Π. Γ., με τον οποίο ο παθών δεν είχε καμία διαφορά προηγουμένως. β) Ότι ο ανωτέρω αυτουργός έπληξε τον Δ. Σ., διότι εσφαλμένως εξέλαβε αυτόν ως τον Η. Σ., σε βάρος του οποίου είχε την εντολή και την πρόθεση να βιαιοπραγήσει. γ) Ότι η πρόκληση της ως άνω απόφασης στον φυσικό αυτουργό προήλθε από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, τον Δεκέμβριο του 2017, με φραστικές προτροπές, πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς και επίμονες παραινέσεις, καθώς και με την καταβολή αμοιβής, τον έπεισε να τελέσει την ανωτέρω άδικη πράξη. Σε σχέση δε με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, επισημαίνονται τα ακόλουθα: α) Ο Π. Γ., που κατά τις παραδοχές της απόφασης τέλεσε την επικίνδυνη σωματική βλάβη σε βάρος του παθόντος Δ. Σ., δεν ομολόγησε, αλλά αντιθέτως αρνήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την τέλεση της πράξης αυτής, αποδεχόμενος μόνο το γεγονός της καταβολής χρημάτων σ' αυτόν από τον αναιρεσείοντα για να χτυπήσει το πρόσωπο, που πράγματι ο τελευταίος στόχευε, ήτοι τον Η. Σ.. Πέραν αυτού, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου, προς θεμελίωση της κρίσης του για την καταδίκη τόσο του Π. Γ. όσο και του αναιρεσείοντος, αναφέρονται ρητά, επιπλέον, αφενός μεν η κατάθεση του παθόντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφετέρου δε η καταγεγραμμένη από 2-2-2018 τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του αναιρεσείοντος και του φυσικού αυτουργού Π. Γ..
Συνεπώς, είναι αβάσιμη η περιλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) της αίτησης αναίρεσης αιτίαση του αναιρεσείοντος για παραβίαση του άρθρου 211 ΚΠΔ, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η καταδίκη του στηρίχθηκε μόνο στην ως άνω παραδοχή του συγκατηγορουμένου του κατά την απολογία του. Β) Όπως προεκτέθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας της ηθικής αυτουργίας, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, δια των οποίων ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να διαπράξει ορισμένη πράξη, την οποία αυτός τέλεσε, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κλπ, με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται αναφορά και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ. Επομένως, είναι αβάσιμος ο περιεχόμενος στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, καθόσον δεν εξειδικεύονται σ' αυτήν ποιες ήταν οι φραστικές προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα και οι συνεχείς και επίμονες παραινέσεις, που αυτός μετήλθε προκειμένου να πείσει τον Π. Γ. να τελέσει την ανωτέρω πράξη. Περαιτέρω, με σαφήνεια γίνεται δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μεν ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος προς τον συγκατηγορούμενό του Π. Γ. έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 2017, η δε πράξη του φυσικού αυτουργού τελέσθηκε περί τα τέλη του 2017 στην Ολυμπιάδα Ελασσόνας, ενώ, από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού ότι η σχετική εντολή για βιαιοπραγία σε βάρος του Η. Σ. είχε δοθεί από τον αναιρεσείοντα τον Δεκέμβριο του 2018, χωρίς να προκύπτει κάποια αντίφαση εξ αυτού, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης. Τέλος, οι λοιπές διάσπαρτες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις, περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που συνιστούν αμφισβήτηση των σε βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, καθόσον αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών αιτιάσεων, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 ν. 5090/2024, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2024 αίτηση του Α. Ν. του Β., κατοίκου Ολυμπιάδας Ελασσόνας Λάρισας, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 392/28-9-2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα