ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ (Ποιν) 782/2025 Απόπειρα εκβίασης κατ’ εξακολούθηση - Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος - Αιτιολογία

Αριθμός:
782
Έτος:
2025
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
15/05/2025
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
5729
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Απόπειρα εκβίασης μέσω απειλητικών μηνυμάτων. Εφαρμογή της αρχής του ευνοϊκότερου νόμου. Εξέταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας και των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την προβολή τέτοιων ενστάσεων. Εξέταση παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε σχέση με την πληρότητα του κατηγορητηρίου. Αξιολόγηση αιτήματος προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αιτιολογία. Απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως και επιβολή των δικαστικών εξόδων στον αναιρεσείοντα.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 782/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κομπότη, για αναίρεση της απόφασης 3817/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ε. Κ. του Π., κάτοικο Αθηνών, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Στανέλλο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθ. Ε.Μ …/6.12.2024 αίτησή του αναιρέσεως και τους από 21.1.2025 και 22.1.2025 πρόσθετους λόγους αυτής τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθ..../6-12-2024 αίτηση του Μ. Α. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ.3817/2024 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 385 παρ.1 γ' του προϊσχύσαντος ΠΚ) και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του γραμματέα του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου και εμπρόθεσμα (άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2, 3, 474 παρ.1, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 α' του ΚΠΔ), περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 δ', Δ' και Ε' του ΚΠΔ. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Με την ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνεκδικαστούν και οι ασκηθέντες νομοτύπως και εμπροθέσμως, με δύο δικόγραφα, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που κατατέθηκαν στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 21-1-2025 και στις 22-1-2025, αντίστοιχα (άρθρο 509 του ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προβληθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 175 του ως άνω Κώδικα. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 344 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης, με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως εάν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Αν όμως η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής κατά το όρθρο 113 ΠΚ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 172, 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί (άρθρο 176 παρ.2 ΚΠΔ), αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 1027/2016), το οποίο έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του προβαλλόμενου αυτού συγκεκριμένου λόγου (ΑΠ 97/2017). Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι σε αντίθετη περίπτωση τούτο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, για τον ίδιο λόγο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και το εφετείο στον σχετικό ειδικό λόγο της έφεσης, διότι αυτός ο ισχυρισμός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος (ΑΠ 66/2016). Αν ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται γι' αυτό αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1084/2022, ΑΠ 1027/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας απόφασης, υπ' αριθ. ΓΤ2817/2022 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, προέβαλε, δια της συνηγόρου του, πριν να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, τον αυτοτελή ισχυρισμό της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας, ο οποίος απορρίφθηκε από το ως άνω (πρωτοβάθμιο) Δικαστήριο. Ακολούθως, ο αναιρεσείων, δεν επανέφερε τον ως άνω ισχυρισμό του με ειδικό λόγο στην υπ' αριθ. ΕΜ 3025/2022, ασκηθείσα κατά της ανωτέρω απόφασης, έφεσή του, επικαλούμενος επί λέξει τα ακόλουθα: «...να γίνει δεκτή η έφεση... επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο ...».
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο της έφεσής του, αλλά, απαραδέκτως, δια του συνηγόρου του, τον επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου πριν να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον ερεύνησε και τον απέρριψε, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3817/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, παραδοχή: "O αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω μη αναφοράς του αριθμού κινητού τηλεφώνου από το οποίο απεστάλησαν τα επίδικα μηνύματα μέσω viber, πρέπει να απορριφθεί, καθώς η αναφορά του αριθμού κινητού τηλεφώνου δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απόπειρας εκβίασης».
Κατόπιν αυτών, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχεται στον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β', με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 νέου Ποινικού Κώδικα, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 ν.ΠΚ), "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον». Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ' ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 543/2022).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 385 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών... Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της προβλεπόμενης από την παρ. 1 εδ. α του παραπάνω άρθρου κακουργηματικής μορφής εκβίασης απαιτείται οι απειλές να είναι ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 380 παρ. 1. Εάν οι απειλές δεν είναι ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, πρόκειται περί πλημμεληματικής μορφής εκβίασης, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 1 εδ. γ' του άρθρου 385 ΠΚ. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος απαιτούνται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος). Τέτοιος σκοπός υπάρχει, όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος, ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου, από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ, στο πρόσωπο δικαιώματος της βούλησής του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, με την οποία περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ, δηλαδή την κάμψη της θέλησης του εξαναγκαζομένου, ώστε με αυτή να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Με την όμοια, ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, τιμωρείται η πλημμεληματική εκβίαση με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή και είναι, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δυσμενέστερη, αφού με την προηγούμενη ταυτάριθμη διάταξη του παλαιού ΠΚ, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, προβλεπόταν η επιεικέστερη και, συνεπώς, εφαρμοστέα εν προκειμένω, ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Εξάλλου, το έγκλημα της εκβίασης είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, να επιχειρήσει ο δράστης πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και ο τελευταίος δεν ενέδωσε προβαίνοντας, εξαναγκαζόμενος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβίασης δεν είναι τελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα του εγκλήματος αυτού, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσής του, η οποία (απόπειρα εκβίασης) τιμωρείται κατά την ίδια διάταξη (άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ) με μειωμένη (άρθρο 83 ΠΚ) ποινή (ΑΠ 787/2020). Κατά δε το άρθρο 43 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Όποιος επιχείρησε να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση των εγκλημάτων αυτών τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 83 μειωμένη στο μισό." Η ως άνω διάταξη καταργήθηκε με το νέο ΠΚ (Ν.4619/2019 ισχύς από 1-7-2019), ενώ επανήλθε σε ισχύ με το άρθρο 2 του Ν.4855/2021.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η, κατά τα άνω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα αιτήματα, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών και των αιτημάτων κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.ΑΠ 2/2005). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 132/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 25/2020). Ωστόσο, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 482/2023). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 ΚΠΔ, "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.». Έτσι, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. επιφέρει και η παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1α' και παρ. 3α' της από 4/5/1950 Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης και της μη προσβολής των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, ήτοι της παροχής σ' αυτόν πληροφοριών για το είδος και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και της παροχής σ' αυτόν του χρόνου και των αναγκαίων ευκολιών για προετοιμασία της υπεράσπισής του. Η παραβίαση της αρχής αυτής επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` λόγος αναίρεσης, σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ` ΚΠΔ (ΑΠ 28/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε` του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ.3817/2024 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που λεπτομερώς κατ` είδος αναφέρει (ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης στο ακροατήριο προς υποστήριξη της κατηγορίας, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά: "Η εγκαλούσα γνωρίστηκε το έτος 2016 με τον κατηγορούμενο, o οποίος της παρουσιάστηκε ως επενδυτικός σύμβουλος που είχε τις γνώσεις και τη δυνατότητα να επενδύσει σε εταιρείες τις αποταμιεύσεις της, ύψους 467.000 ευρώ, και την έπεισε να του μεταφέρει με εμβάσματα σε λογαριασμούς που τηρούσε αυτός σε τράπεζα της Λετονίας αλλά και με μετρητά, το άνω ποσό. Η συνεργασία αυτή δεν κύλησε ομαλά (o κατηγορούμενος δεν προέβη σε επενδύσεις των χρημάτων της, αλλά ούτε και της τα επέστρεψε), και η εγκαλούσα άσκησε σε βάρος του κατηγορουμένου την από 28-8- 2017 με ΑΒΜ .../1824 έγκληση για απάτη κατ' εξακολούθηση με ζημία άνω των 120.000 ευρώ και για απόπειρα εκβίασης κατ' εξακολούθηση, πράξεις για τις οποίες παραπέμφθηκε να δικαστεί o κατηγορούμενος, με το 2113/2021 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, υπόθεση η οποία εκκρεμεί. Παράλληλα, η εγκαλούσα άσκησε σε βάρος του κατηγορουμένου την από 1-9-2017 αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επίσης εκκρεμεί. Ο κατηγορούμενος, προκειμένου να αποθαρρύνει την εγκαλούσα από την υποστήριξη των ανωτέρω δικογράφων της ενώπιον των δικαστηρίων και να την εξαναγκάσει με απειλές να παραιτηθεί από αυτά, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος από την ενθυλάκωση του ανωτέρω αιτουμένου χρηματικού ποσού, στις 6.10.2017, 20.10.2017, 24.10.2017, 17.11.2017, 18.11.2017, 19.11.2017, απέστειλε στο κινητό της τηλέφωνο μέσω της εφαρμογής viber, μηνύματα με το εξής απειλητικό περιεχόμενο "η Ψευδής βεβαίωση συρρέει με το έγκλημα της απάτης ... ΧΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΣΟΥ ΕΔΩΣΑ ΠΑΤΗΜΑ ΝΑ ΞΕΦΟΡΤΩΘΕΙΣ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΣΠΑΣΕΙΣ ΤΗΝ ΕΡΓΟΛΑΒΙΑ ... ΔΗΛΩΣΕ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΜΗΝΥΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΚΑΙ ΜΗΝ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ «. αυτή τη στιγμή παλεύω με τον Ρ. να μη σε καταμηνύσει... Δεν θα χει επιστροφή αυτό που πας να κάνεις με τον Ψυχοπαθή δικηγόρο σου... ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΣΟΥ ΕΙΠΑ... ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΘΑ ΜΕ ΑΝΑΓΚΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΕ ΚΑΤΑΜΗΝΥΣΩ .... ΑΝ ΓΙΝΕΙ ΑΥΤΟ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΜΕ ΝΑ ΤΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ ΜΕΤΑ ... ΘΑ ΣΕ ΚΑΤΑΜΗΝΥΣΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΜΕ ΑΓΩΓΕΣ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΕΥΡΩ .... ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΣΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ΘΑ ΚΑΤΑΤΕΘΟΥΝ ΣΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ... Ο ΜΟΝΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΣΟΥ - θα σε ενημερώσει η Αρχή ξεπλύματος καθώς και η εισαγγελία με δίωξη. Εγώ Δευτέρα θα κάνω αυτό που σου είπα και κατάλαβες πολύ καλά. - Ήρθα φιλικά όμορφα να αποτρέψω την καταστροφή... Αν δεν το καταλαβαίνεις λυπάμαι πολύ....Τα περιθώρια τελειώνουν τη Δευτέρα στις 11 πμ... Εκλαμβάνω τη σιωπή σου ως άρνηση .... Η προσπάθεια έγινε... καλά ξεμπερδέματα....». Όμως η εγκαλούσα δεν ενέδωσε στις ανωτέρω απειλές του, καθώς αφενός μεν δεν απέσυρε τα ανωτέρω δικόγραφα αφετέρου κατήγγειλε το περιστατικό με την κατάθεση της μήνυσης. ...O ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τα επίδικα μηνύματα κατασκεύασε η εγκαλούσα και τα απέστειλε στον εαυτό της για να τον ενοχοποιήσει δεν αποδείχθηκε, αντίθετα αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι προέρχονται από τον κατηγορούμενο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, o κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της απόπειρας εκβίασης κατ'εξακολούθηση, για την οποία κατηγορείται, όπως αυτή περιγράφεται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ενόχο της αξιόποινης πράξης της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:
"Κηρύσσει τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην Αθήνα, κατά τους κάτωθι χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν την εξακολούθηση ενός και του αυτού αδικήματος τέλεσε το ακόλουθο αξιόποινο αδίκημα που τιμωρείται κατά νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα: Έχοντας αποφασίσει να τελέσει το πλημμέλημα της εκβίασης, ήτοι έχοντας σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος διά του εξαναγκασμού κάποιου με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης της πράξης αυτής, η ενέργεια του όμως δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια. Συγκεκριμένα, υπό την ιδιότητά του ως συμβούλου επενδύσεων o οποίος είχε αναλάβει να επενδύσει διάφορα χρηματικά ποσά που του κατέβαλλε μέχρι τον Ιούλιο του 2017 η εγκαλούσα Ε. Κ., συνολικού ύψους 467.000 ευρώ, και η οποία ακολούθως, λόγω επελθούσης αντιδικίας της με αυτόν, κατέθεσε εναντίον του την από 28.8.2017 υπό στοιχείο ΑΒΜ .../1824 έγκληση για απάτη και εκβίαση σε βαθμό κακουργήματος καθώς και την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 1.9.2017 και υπ' αριθμόν καταθέσεως .../2017 αγωγή αποζημίωσης, στις 6.10.2017, 20.10.2017, 24.10.2017, 17.11.2017, 18.11.2017, 19.11.2017, απέστειλε στο κινητό της ανωτέρω εγκαλούσης μέσω της εφαρμογής viber, μηνύματα με το εξής απειλητικό περιεχόμενο "η ψευδής βεβαίωση συρρέει με το έγκλημα της απάτης ... ΧΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ... ΣΟΥ ΕΔΩΣΑ ΠΑΤΗΜΑ ΝΑ ΞΕΦΟΡΤΩΘΕΙΣ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΣΠΑΣΕΙΣ ΤΗΝ ΕΡΓΟΛΑΒΙΑ ... ΔΗΛΩΣΕ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΜΗΝΥΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΚΑΙ ΜΗΝ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ... αυτή τη στιγμή παλεύω με τον Ρ. να μη σε καταμηνύσει... Δεν θα χει επιστροφή αυτό που πας να κάνεις με τον Ψυχοπαθή δικηγόρο σου... ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ ΣΟΥ ΕΙΠΑ... ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΘΑ ΜΕ ΑΝΑΓΚΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΕ ΚΑΤΑΜΗΝΥΣΩ .... ΑΝ ΓΙΝΕΙ ΑΥΤΟ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΜΕ ΝΑ ΤΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ ΜΕΤΑ ... ΘΑ ΣΕ ΚΑΤΑΜΗΝΥΣΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΜΕ ΑΓΩΓΕΣ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΕΥΡΩ ....ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΣΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ΘΑ ΚΑΤΑΤΕΘΟΥΝ ΣΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ... Ο ΜΟΝΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΣΟΥ - θα σε ενημερώσει η Αρχή ξεπλύματος καθώς και η εισαγγελία με δίωξη. Εγώ Δευτέρα θα κάνω αυτό που σου είπα και κατάλαβες πολύ καλά. - Ήρθα φιλικά όμορφα να αποτρέψω την καταστροφή... Αν δεν το καταλαβαίνεις λυπάμαι πολύ....Τα περιθώρια τελειώνουν τη Δευτέρα στις 11 πμ... Εκλαμβάνω τη σιωπή σου ως άρνηση .... Η προσπάθεια έγινε... καλά ξεμπερδέματα....». Όλα δε τα ανωτέρω ο κατηγορούμενος ανέφερε προκειμένου να αποθαρρύνει την εγκαλούσα από την υποστήριξη των ανωτέρω δικογράφων της ενώπιον των δικαστηρίων και να την εξαναγκάσει με απειλές να παραιτηθεί από αυτά, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος από την ενθυλάκωση του ανωτέρω αιτουμένου χρηματικού ποσού, η πράξη του όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση αλλά επειδή η εγκαλούσα δεν ενέδωσε στις ανωτέρω απειλές του, καθώς αφενός μεν δεν απέσυρε τα ανωτέρω δικόγραφα αφετέρου κατήγγειλε το περιστατικό με την κατάθεση μήνυσης».
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 385 παρ.1γ'του προϊσχύσαντος ΠΚ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, η αποδοθείσα δε σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία ήταν σαφής και πλήρης, χωρίς να απαιτείται η αναφορά του αριθμού του κινητού τηλεφώνου του αποστολέα και του λήπτη των επίδικων μηνυμάτων για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απόπειρας εκβίασης, με συνέπεια να μην παραβιάζεται το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, χωρίς, επιπλέον, να συντρέχει, εν προκειμένω, λόγος εφαρμογής του άρθρου 20 του ΠΚ (περί άρσης του αδίκου), καθόσον η τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη του δεν συνιστά εκπλήρωση κάποιου καθήκοντός του, ούτε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 43 παρ.1 του ΠΚ (περί απρόσφορης απόπειρας), όπως, επίσης, αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Ακόμη, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνονται ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης του αδικήματος της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση, αφού γίνεται επαρκής αναφορά: α) της απόπειρας εξαναγκασμού της εγκαλούσας (και ήδη παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας) σε πράξη, από την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία της, β) της απειλής σε βάρος της εγκαλούσας ικανής να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της σχετικής απόφασής της, γ) του σκοπού του δράστη - αναιρεσείοντος να αποκομίσει ο ίδιος από την ενέργειά του αυτή παράνομο περιουσιακό όφελος και δ) της μη ολοκλήρωσης της ως άνω πράξης του αναιρεσείοντος όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά αίτια. Πλέον συγκεκριμένα εκτίθενται: α) ότι η εγκαλούσα (και ήδη παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας) άσκησε σχετική έγκληση και αγωγή σε βάρος του αναιρεσείοντος για απάτη, λόγω του ότι αυτή μετέφερε με εμβάσματα σε λογαριασμούς που τηρούσε ο αναιρεσείων σε τράπεζα της Λετονίας, αλλά και έδωσε σε μετρητά, το συνολικό ποσό των 467.000 ευρώ για να το επενδύσει, αλλά ο τελευταίος δεν το επένδυσε ούτε της επέστρεψε το ως άνω ποσό, β) ότι ο αναιρεσείων για να εξαναγκάσει την εγκαλούσα να αποσύρει τα ως άνω σε βάρος του δικόγραφα απέστειλε, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, στο κινητό της τηλέφωνο, μέσω της εφαρμογής viber, μηνύματα με απειλητικό περιεχόμενο, απειλώντας την ότι, αν δεν αποσύρει την, σε βάρος του, μήνυσή της, θα την καταμηνύσει και ο ίδιος, με αποτέλεσμα να υποστεί η ίδια ζημία, ήτοι ότι τα χρήματά της θα κατατεθούν σε ειδικό λογαριασμό της Αρχής Ξεπλύματος Βρώμικου Χρήματος, γ) ότι ο αναιρεσείων σκόπευε με την ενέργειά του αυτή να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος από την ενθυλάκωση του ανωτέρω χρηματικού ποσού, δ) ότι τα μηνύματα αυτά εστάλησαν από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα και ε) ότι η πράξη αυτή (του αναιρεσείοντος) δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση, αλλά επειδή η εγκαλούσα δεν ενέδωσε στις ανωτέρω απειλές του, καθώς αφενός μεν δεν απέσυρε τα ανωτέρω δικόγραφα και αφετέρου κατήγγειλε το περιστατικό με την κατάθεση της μήνυσής της. Εξάλλου, από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανέλεγκτα το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος. Οι λοιπές δε αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, για τη διενέργεια της οποίας ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, παρά τον, περί αντιθέτου, σχετικό ισχυρισμό του, αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων, ο λόγος της αίτησης αναίρεσης και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται αφενός την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης και αφετέρου την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1δ'και άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ), είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ- Συνθήκη Ρώμης 1957 - πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) "Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ` αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο...». Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών, στα οποία ανακύπτει, σε εκκρεμή σ' αυτά υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών (ΔΕΚ 11.5.2006, Friesland Coberco Dairy Foods, C-11/2005, Συλλ 2006.Ι-4285, σκέψεις 35 και 37) μπορούν ή και υποχρεούνται, αν πρόκειται για δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους, να παραπέμψουν το σχετικό ζήτημα, με προδικαστική απόφασή τους, στο Δικαστήριο της Ένωσης για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση τους (ΔΕΚ 18.7.2007, Ministero dell' Industria, C-119/2005, Συλλ 2007.Ι-06199, σκέψη 43, ΟλΑΠ 19/1999) θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ πρώην ΔΕΚ). Καθιερώνεται έτσι με το θεσμό της προδικαστικής παραπομπής διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ένωσης, με κύριο στόχο τη διασφάλιση της ομοιομορφίας του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης (ΟΛ.ΑΠ 16/2013, ΑΠ 526/2024, ΑΠ 468/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτείται, από το παρόν Δικαστήριο, με την αναίρεσή του και τους πρόσθετους λόγους αυτής, να απευθύνει προδικαστικά ερωτήματα στο Δ.Ε.Ε., αναφορικά με το "αν αποτελεί παραβίαση της δίκαιης δίκης η καταδίκη προσώπου για απόπειρα εκβίασης, με μηνύματα σε κινητό τηλέφωνο μέσω της εφαρμογής viber, χωρίς την αναφορά στο κατηγορητήριο του αριθμού της τηλεφωνικής σύνδεσης του αποστολέα και του λήπτη" καθώς και "αν ο παραλήπτης χρηματικού ποσού άνω των 15.000 ευρώ με τραπεζικό έμβασμα, για επενδύσεις, έχει υποχρέωση να ζητήσει, σύμφωνα με την Οδηγία 2015/849/Ε.Ε., από τον αποστολέα του παραπάνω ποσού, παραστατικά που να αποδεικνύουν τη νόμιμη προέλευση των χρημάτων αυτών», αντίστοιχα. Τα ως άνω αιτήματα πρέπει να απορριφθούν, διότι εν προκειμένω δεν συντρέχει ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιπλέον, αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα, με τα επίδικα μηνύματα δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα η αποστολή εκ μέρους της εγκαλούσας παραστατικών αναφορικά με τη νόμιμη προέλευσή τους. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ. όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 115 του ν.5090/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. .../6-12-2024 αίτηση του Μ. Α. του Κ. καθώς και τους από 21-1-2025 και 22-1-2025 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3817/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα