Με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς ζητήθηκε η ακύρωση (α) βεβαίωσης οριστικής υπαγωγής τριώροφης οικοδομής στην Ερμούπολη Σύρου στον ν. 4495/2017 και (β) έγκρισης εργασιών αποπεράτωσης αυθαιρέτων κατασκευών. Η υπαγωγή στηρίχθηκε στο άρθρο 110 παρ. 3 περ. α΄ και β΄ του ν. 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4546/2018, ήτοι σε περιπτώσεις όπου η οικοδομική άδεια ακυρώθηκε αμετάκλητα για λόγους μη αποδιδόμενους σε υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη (εφαρμογή κανόνων που κρίθηκαν μεταγενέστερα ανίσχυροι ή μη ισχύοντες).
Η υπόθεση εισήχθη στο Συμβούλιο της Επικρατείας, προκειμένου να κριθεί, με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης, το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 110 παρ. 3 του ν. 4495/2017, η οποία εισάγει δυνατότητα υπαγωγής στο καθεστώς αναστολής επιβολής κυρώσεων και οριστικής εξαίρεσης από την κατεδάφιση, κατασκευών που ανεγέρθησαν βάσει οικοδομικών αδειών που ακυρώθηκαν στη συνέχεια με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και κατέστησαν, συνεπεία της δικαστικής τους ακύρωσης, αυθαίρετες.
Κεντρικό νομικό ζήτημα αποτέλεσε η συνταγματικότητα της ανωτέρω διάταξης, ιδίως σε σχέση με:
την υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις (άρθρο 95 παρ. 5 Συντ.),
το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Συντ.),
την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 Συντ.),
και την προστασία του οικιστικού περιβάλλοντος (άρθρο 24 Συντ.).
Η αιτούσα υποστήριξε ότι η δυνατότητα τακτοποίησης/νομιμοποίησης οικοδομών που έχουν ανεγερθεί με ακυρωθείσα άδεια αναιρεί το δεδικασμένο της ακυρωτικής απόφασης και καθιστά κενή περιεχομένου τη δικαστική προστασία, επαναφέροντας στην πράξη καταστάσεις που τα δικαστήρια έκριναν μη νόμιμες. Αντιθέτως, το Δημόσιο και οι παρεμβαίνοντες προέβαλαν ότι η ρύθμιση υπηρετεί επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος (δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, ίση μεταχείριση ανυπαίτιων πολιτών) και δεν συνιστά αναβίωση της ακυρωθείσας άδειας, αλλά υπαγωγή σε νέο γενικό καθεστώς αυθαιρέτων.
Κατά την άποψη της πλειοψηφίας, οι περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 κρίθηκαν αντίθετες στο Σύνταγμα, διότι επιτρέπουν αυτοματοποιημένη διατήρηση κτισμάτων παρά τη δικαστική ακύρωση για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους, χωρίς ειδική στάθμιση και χωρίς έμπρακτη συμμόρφωση της Διοίκησης προς το ακυρωτικό αποτέλεσμα. Επισημάνθηκε ότι θεμιτή λύση θα ήταν εξατομικευμένη διοικητική κρίση (π.χ. άδεια νομιμοποίησης κατά τμήμα), όχι γενική εξαίρεση από την κατεδάφιση.
Υπήρξε μειοψηφία, η οποία έκρινε ότι οι διατάξεις είναι συνταγματικά ανεκτές ως ειδική, γενικού χαρακτήρα ρύθμιση, συμβατή με την ήδη κριθείσα συνταγματικότητα της αθρόας τακτοποίησης αυθαιρέτων προ του 28.7.2011, και ότι δεν προσβάλλουν το δεδικασμένο.
Λόγω της μείζονος σημασίας του ζητήματος της συνταγματικότητας της ανωτέρω διάταξης, αυτό παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια για οριστική κρίση.