Περίληψη

Με την κρινόμενη έφεση ζητήθηκε η ακύρωση απόφασης της Προέδρου της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου (Ε.Δ.ΕΛ.), με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της εκκαλούσας δημοσιονομική διόρθωση με ανάκτηση ποσού 102.784,63 ευρώ, λόγω μη επιλέξιμων δαπανών κατά την υλοποίηση του Υποέργου «Επέκταση της Γραμμής 3 του Μετρό, τμήμα Αγία Μαρίνα – Πειραιάς», το οποίο συγχρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Συνοχής στο πλαίσιο του ΕΠ «Υποδομές Μεταφορών, Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη 2014-2020». Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1303/2013 και τον ν. 4314/2014, τα κράτη μέλη φέρουν την πρωταρχική ευθύνη για τη διαχείριση και τον έλεγχο των συγχρηματοδοτούμενων έργων και οφείλουν να προλαμβάνουν και να διορθώνουν παρατυπίες με δημοσιονομικές διορθώσεις. Ως «παρατυπία» νοείται κάθε παράβαση του ενωσιακού ή συναφούς εθνικού δικαίου από οικονομικό φορέα που ζημιώνει ή ενδέχεται να ζημιώσει τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Στην υπό κρίση υπόθεση, κατά τον έλεγχο της Ε.Δ.ΕΛ. διαπιστώθηκε ότι στους σταθμούς Αγία Βαρβάρα, Κορυδαλλός και Νίκαια είχαν τοποθετηθεί πλάκες οδηγών όδευσης τυφλών με προδιαγραφές διαφορετικές από εκείνες που προβλέπει η υπουργική απόφαση 52907/2009, η οποία καθορίζει τις τεχνικές προδιαγραφές προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρία στους κοινόχρηστους χώρους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προδιαγραφές αυτές είναι υποχρεωτικές και εφαρμόζονται σε όλους τους κοινόχρηστους χώρους των οικισμών, συμπεριλαμβανομένων των αποβαθρών και των σταθμών του μετρό. Συνεπώς, η τοποθέτηση πλακών διαφορετικής μορφής, υφής και χρώματος από τα προβλεπόμενα συνιστά ουσιώδη απόκλιση από το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο. Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός ότι η σχετική υπουργική απόφαση εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης, διότι η εξουσιοδότηση του άρθρου 28 παρ. 8 του ν. 2831/2000 αφορά όλους τους κοινόχρηστους χώρους που προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αποβάθρες μέσων μαζικής μεταφοράς. Η αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε έλλειψη κανόνων προσβασιμότητας σε χώρους όπως το μετρό, γεγονός που θα αντέβαινε τόσο στις υποχρεώσεις της χώρας από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες όσο και στις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η απόκλιση από τις προβλεπόμενες τεχνικές προδιαγραφές δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με επίκληση ισοδύναμου αποτελέσματος ή τεχνικών δυσκολιών, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι χρησιμοποιηθείσες λύσεις παρέχουν αντίστοιχο επίπεδο προσβασιμότητας. Επομένως, η μη συμμόρφωση προς τις κανονιστικές προδιαγραφές συνιστά παρατυπία κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου. Περαιτέρω απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας. Η επιβληθείσα διόρθωση ήταν αναλογική και αντιστοιχούσε στο πραγματικό κόστος προμήθειας και τοποθέτησης των μη συμβατών πλακών, το οποίο συνιστά άμεσα μετρήσιμη δημοσιονομική επίπτωση στον προϋπολογισμό του χρηματοδοτούντος Ταμείου. Τέλος, απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός ότι δεν έπρεπε να διαταχθεί ανάκτηση αλλά μόνο μείωση του ορίου πληρωμών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκκαλούσα δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο που έχει αποκλειστικά έσοδα από επιχορηγήσεις, αφού από το ιδρυτικό της πλαίσιο και τα οικονομικά της στοιχεία προκύπτει ότι δύναται να διαθέτει και άλλες πηγές χρηματοδότησης, όπως δάνεια και έσοδα από επιχειρηματικές δραστηριότητες. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπιστωθείσα παρατυπία και η επιβληθείσα δημοσιονομική διόρθωση είναι νόμιμες και απέρριψε την έφεση στο σύνολό της.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων