Περίληψη

Το Δικαστήριο εξέτασε ανακοπή κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που στηρίζονταν σε διαταγή πληρωμής και έκρινε ότι η επίδοση της επιταγής προς πληρωμή ως προς αγνώστου διαμονής οφειλέτρια ήταν μη νόμιμη, με συνέπεια την ακυρότητα της εκτέλεσης. Κατά την ερμηνεία των άρθρων 624 παρ. 2, 630Α και 633 ΚΠολΔ, η ιδιότητα του οφειλέτη ως γνωστής διαμονής αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο έκδοσής της. Αν ο οφειλέτης καταστεί μεταγενέστερα αγνώστου διαμονής, η διαταγή πληρωμής διατηρεί το κύρος της, αλλά δεν επιτρέπεται η επίδοσή της με πλασματικό τρόπο (μέσω Εισαγγελέα κατ’ άρθρα 134-135 ΚΠολΔ), διότι έτσι δεν εξασφαλίζεται η πραγματική γνώση του οφειλέτη και παραβιάζεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει όχι μόνο την αρχική επίδοση, αλλά και κάθε μεταγενέστερη πράξη, καθιστώντας άκυρες τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις όταν γίνεται πλασματική επίδοση. Στην προκειμένη περίπτωση, η διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί εγκύρως και είχε αρχικά επιδοθεί, πλην όμως, κατά το στάδιο της εκτέλεσης, η επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε εκ νέου στην ανακόπτουσα ως αγνώστου διαμονής μέσω του Εισαγγελέα. Η επίδοση αυτή κρίθηκε ανεπίτρεπτη και άκυρη, διότι δεν διασφάλισε την πραγματική γνώση της οφειλέτριας, η οποία πληροφορήθηκε την εκτέλεση πολύ μεταγενέστερα μέσω τρίτου προσώπου. Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθρα 152-153 ΚΠολΔ) δεν είναι νόμιμη σε περίπτωση άκυρης επίδοσης, διότι τότε δεν αρχίζει καν η προθεσμία για άσκηση ενδίκου βοηθήματος, άρα δεν τίθεται ζήτημα απώλειας προθεσμίας. Κατόπιν αυτών, έγινε δεκτός ο σχετικός λόγος ανακοπής ως ουσιαστικά βάσιμος και ακυρώθηκαν η επιταγή προς πληρωμή, η σχετική εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή και η κατασχετήρια έκθεση, λόγω της μη νόμιμης επίδοσης και της επακόλουθης ακυρότητας της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων