Αγωγή εργαζόμενης κατά του εργοδότη της, με αντικείμενο την αφαίρεση καθηκόντων Προϊσταμένης και τον υποβιβασμό της σε θέση απλής υπαλλήλου. Κρίθηκε ότι, η μεταβολή αυτή, μολονότι εντάσσεται κατ’ αρχήν στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, εν προκειμένω έγινε καταχρηστικά και όχι για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας, αλλά λόγω δυσφορίας της διοίκησης απέναντι σε υπηρεσιακές ενέργειες της ενάγουσας. Η ενάγουσα είχε επιδείξει υψηλή επαγγελματική επάρκεια και δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητά της ή δυσλειτουργία της υπηρεσίας. Πραγματοποιήθηκε απομάκρυνσή της χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος της και χωρίς να τοποθετηθεί σε ισοδύναμη θέση. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία προσέβαλε την προσωπικότητα της εργαζόμενης και της προκάλεσε τόσο περιουσιακή ζημία, λόγω απώλειας επιδόματος θέσης ευθύνης και προσωπικής διαφοράς, όσο και ηθική βλάβη. Κατ’ ακολουθίαν, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρέωσε τον εργοδότη να της αναθέσει εκ νέου καθήκοντα Προϊσταμένης με απειλή χρηματικής ποινής, να της καταβάλει διαφορές αποδοχών ως διαφυγόν κέρδος, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απορρίπτοντας κατά τα λοιπά τα αιτήματα.