Περίληψη

Η υπόθεση αφορά αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή ανώνυμης εταιρείας κατά υπουργικής απόφασης που βεβαίωνε την αυτοδίκαιη άρση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου στον Δήμο Καλαμαριάς. Η απαλλοτρίωση είχε κηρυχθεί για την ανέγερση σχολικού κτιρίου, πλην όμως δεν συντελέσθηκε εντός της συνταγματικής προθεσμίας λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης. Κατά το ισχύον συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο (άρθρο 17 Συντάγματος και ν. 2882/2001), η μη καταβολή της δικαστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης εντός δεκαοκτώ μηνών συνεπάγεται αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης. Η σχετική διοικητική πράξη έχει βεβαιωτικό χαρακτήρα, διαπιστώνοντας απλώς την επέλευση της άρσης, χωρίς διακριτική ευχέρεια ως προς το αποτέλεσμα. Ωστόσο, με νεότερες ρυθμίσεις (ιδίως το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011), προβλέπεται δυνατότητα διατήρησης της απαλλοτρίωσης, κατόπιν αίτησης του θιγόμενου ιδιοκτήτη εντός ετήσιας προθεσμίας από την άρση. Η αποδοχή της αίτησης αυτής δεν είναι πλέον δεσμία, αλλά επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, η οποία συνεκτιμά τόσο το ιδιωτικό όσο και το δημόσιο συμφέρον. Στην κρινόμενη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η απαλλοτρίωση είχε αρθεί αυτοδικαίως λόγω παρέλευσης της προβλεπόμενης προθεσμίας χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Επιπλέον, απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης, κρίνοντας ότι: (α) η υποβολή σχετικών αιτήσεων δεν αρκεί χωρίς ρητή αποδοχή από τη Διοίκηση, (β) η σιωπή της Διοίκησης συνιστά σιωπηρή απόρριψη, και (γ) μεταγενέστερες ενέργειες, όπως η άσκηση αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης, δεν επηρεάζουν την ήδη επελθούσα άρση. Κεντρικό νομικό ζήτημα της υπόθεσης αποτελεί η ερμηνεία του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 ως προς το ποιος δικαιούται να επικαλεσθεί την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχεται ότι η άρση δεν εξυπηρετεί αποκλειστικά τον ιδιοκτήτη, αλλά και το δημόσιο συμφέρον, με αποτέλεσμα η Διοίκηση να δύναται να εκδίδει αυτεπαγγέλτως πράξη βεβαίωσης της άρσης, ακόμη και χωρίς αίτημα του ιδιοκτήτη. Αντιθέτως, η νομολογία του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 12/2018) υποστηρίζει ότι η αυτοδίκαιη άρση θεσπίζεται αποκλειστικά προς όφελος του ιδιοκτήτη και, συνεπώς, μόνο αυτός μπορεί να την επικαλεστεί, αποκλείοντας τη σχετική επίκληση από το Δημόσιο ή τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση φορέα. Η αντίθεση αυτή έχει κρίσιμη σημασία για την έκβαση της υπόθεσης, ιδίως ως προς τη δυνατότητα της Διοίκησης να προβεί αυτεπαγγέλτως σε βεβαίωση της άρσης και να αποδεσμεύσει το ακίνητο. Κατόπιν τούτων, το δικαστήριο έκρινε ότι υφίσταται ουσιώδης αμφισβήτηση ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων μεταξύ των ανωτάτων δικαστηρίων και αποφάσισε την αναβολή έκδοσης οριστικής απόφασης, παραπέμποντας το ζήτημα στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο προς επίλυση της σύγκρουσης νομολογίας.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων