Η υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως αφορά την ΚΥΑ 7363/27.9.2024, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του ν. 5094/2024 και ρυθμίζει τη διαδικασία αδειοδότησης παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων στην Ελλάδα (ΝΠΠΕ), ιδίως ως προς την εγγυητική επιστολή και το παράβολο. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι το νέο κανονιστικό πλαίσιο είναι σύμφωνο τόσο με το Σύνταγμα όσο και με το ενωσιακό δίκαιο.
Καταρχάς, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί προσβολής της εθνικής ταυτότητας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποκλειστική παροχή ανώτατης εκπαίδευσης από δημόσια ιδρύματα δεν συνιστά διαχρονικό και θεμελιώδες στοιχείο της ελληνικής έννομης τάξης, ενώ ιστορικά και νομοθετικά έχουν υπάρξει μορφές ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Συνεπώς, η εισαγωγή των ΝΠΠΕ δεν αντίκειται σε συνταγματικά προστατευόμενη εθνική ιδιαιτερότητα.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν υφίσταται υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, διότι τα κρίσιμα ζητήματα (ελευθερία εγκατάστασης, εφαρμογή της οδηγίας 2006/123/ΕΚ, Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, GATS) έχουν ήδη ερμηνευθεί από πάγια και πρόσφατη νομολογία. Η ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου θεωρήθηκε σαφής και απαλλαγμένη από εύλογη αμφιβολία.
Ως προς την ουσία, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο εθνικός νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να οργανώσει το σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής ιδιωτικών φορέων, υπό την προϋπόθεση τήρησης της ελευθερίας εγκατάστασης και της αρχής της αναλογικότητας. Η ανώτατη εκπαίδευση, ως τομέας ιδιαίτερης σημασίας, επιτρέπει αυξημένο επίπεδο ρυθμιστικής παρέμβασης για λόγους γενικού συμφέροντος, όπως η διασφάλιση υψηλής ποιότητας σπουδών.
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι βασικοί περιορισμοί του νόμου είναι θεμιτοί:
Ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας των ΝΠΠΕ δικαιολογείται για τη διασφάλιση της εκπαιδευτικής αποστολής και την αποτροπή εμπορευματοποίησης.
Οι αυστηρές προϋποθέσεις αδειοδότησης (ελάχιστος αριθμός σχολών και προσωπικού, εγγυητική επιστολή, υψηλό παράβολο) υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και είναι αναλογικές.
Η εποπτεία από την ΕΘΑΑΕ και το Υπουργείο Παιδείας, καθώς και οι πρόσθετες προϋποθέσεις εισαγωγής και λειτουργίας, κρίθηκαν σύννομες και εντός της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη.
Η διαδικασία πιστοποίησης δεν συνιστά ανεπίτρεπτη διπλή αξιολόγηση.
Δεν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης έναντι των κολλεγίων, καθώς πρόκειται για διαφορετικά καθεστώτα με ουσιώδεις διαφοροποιήσεις.
Τέλος, απορρίφθηκαν οι αιτιάσεις περί υπέρμετρης διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης, παραβίασης της οδηγίας λόγω έλλειψης προθεσμίας ή ύπαρξης οικονομικών κριτηρίων, καθώς κρίθηκε ότι το σύστημα αδειοδότησης στηρίζεται σε αντικειμενικά και επαρκώς καθορισμένα κριτήρια και εξυπηρετεί τον συνολικό σχεδιασμό της ανώτατης εκπαίδευσης.
Κατ’ ακολουθίαν, το Δικαστήριο έκρινε ότι το θεσμικό πλαίσιο των ΝΠΠΕ συνάδει με το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο και απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως στο σύνολό της.