Κείμενο

Η θέση σε ισχύ του Ν. 4800/2021 (ΦΕΚ A΄ 81/21.5.2021) περί «Μεταρρυθμίσεων αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις», επέφερε τροποποιήσεις, μεταξύ άλλων και στο δίκαιο της γονικής μέριμνας των ανηλίκων, με την αναμόρφωση των άρθρων 1510 επόμ. του Αστικού Κώδικα. Σημειώνεται ότι οι τροποιητικές αυτές διατάξεις, δυνάμει του άρθρου 18 του ίδιου Νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του (16.9.2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Ιδιαίτερη σημασία είχε η τροποποίηση του άρθρου 1510 και η προσθήκη, στο πρώτο εδάφιο αυτού των λέξεων «και εξίσου», μετά την οποία η εν λόγω διάταξη έλαβε το περιεχόμενο: «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου». Η παραπάνω προσθήκη έδωσε έδαφος για την περαιτέρω ανάπτυξη και υποστήριξη της έννοιας της «συνεπιμέλειας», μάλλον εκκινώντας από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης και την πρόσδοση στη λέξη «εξίσου» της έννοιας της χρονικής ισότητας της άσκησης της γονικής μέριμνας, αντί της ουσιαστικής ισότητας, ήτοι της ισότιμης συμβολής και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου και την ανάπτυξη της προσωπικότητας, η οποία είναι κοινωνικά ίσης αξίας και εξίσου σπουδαία. Παρατηρείται ότι ο νόμος με τον όρο «εξίσου», δεν εισάγεται ρύθμιση περί υποχρεωτικής ισόχρονης άσκησης της γονικής μέριμνας, αφού, πέραν του ότι αν αυτή ήταν η βούληση του νομοθέτη θα το είχε προβλέψει ρητά, στις περιπτώσεις διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, η ερμηνεία αυτή θα οδηγούσε στην υποχρεωτική ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας με επακόλουθο την εναλλασσόμενη κατοικία του ανηλίκου τέκνου. Η εναλλασσόμενη όμως κατοικία, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας του. Ήδη στη νομολογία υποστηρίζονται και οι δύο τάσεις, με το μεγαλύτερο πάντως μέρος της δημοσιευμένης νομολογίας να αποκρούει τη δυνατότητα αυτή, υπό τη σκέψη ότι, το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου (το οποίο, ούτως ή άλλως αποτελούσε και αποτελεί και νομοθετικά την κατευθυντήρια γραμμή που δίνεται προς τον εφαρμοστή του δικαίου) δεν εξυπηρετείται από την ύπαρξη δύο παράλληλων κέντρων ζωής (βλ. μεταξύ άλλων τις ΕφΑθ 2417/2023, ΕφΑθ 20/2023, ΕφΑθ 769/2023, ΕφΠειρ 563/2022, ΤΝΠ Νόμος – υπέρ της άποψης ότι η εναλλασσόμενη κατοικία κατοχυρώνει καλύτερη ισορροπία μεταξύ των γονέων ως προς τη φροντίδα των τέκνων τους, βλ. ΕφΘεσ 848/2022). Σε επίπεδο ακυρωτικού επισημαίνεται η ΑΠ 78/2023, με την οποία αναγορεύθηκε η μόνιμη μετεγκατάσταση σε άλλη πόλη ή χώρα ως πραγματική αδυναμία άσκησης συνεπιμέλειας, η οποία και μπορεί να δικαιολογήσει την αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου στον ένα γονέα (έτσι και οι ΕφΠειρ 416/2023, ΕφΠειρ 954/2022, ΕφΘεσ 954/2022), η ΑΠ 155/2022, η οποία έκρινε επαρκή την αιτιολογία ότι η ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας του ανηλίκου στη μητέρα του, υπό τα εκεί αναφερόμενα περιστατικά, εξυπηρετούσε το πραγματικό συμφέρον του τέκνου, καθώς και η ΑΠ 1016/2019, η οποία έκρινε ότι η αιτιολογία που περιλήφθηκε στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, σύμφωνα με την οποία η εναλλασσόμενη επιμέλεια αποβαίνει σε βάρος της ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας του τέκνου, αποτελούσε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1510 επόμ. ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επιλογή της αποκλειστικής επιμέλειας ή της συνεπιμέλειας, πρέπει να είναι απόρροια ενδελεχούς εξέτασης των περιστάσεων που συνοδεύουν την κάθε περίπτωση που φέρεται ενώπιον του δικαστηρίου, καθώς δεν μπορεί εκ των προτέρων να διατυπωθεί νομικός κανόνας που να προβλέπει και να ρυθμίζει ικανοποιητικά κάθε διαφορετική υπόθεση. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, το δικαστήριο προέκρινε ως πιο εξυπηρετούσα το συμφέρον της ανήλικης, την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου αυτής αποκλειστικά στη μητέρα, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη το γεγονός ότι η μόνιμη μετεγκατάσταση της μητέρας στην Αθήνα για υπηρεσιακούς λόγους, συνιστούσε πραγματική αδυναμία άσκησης της συνεπιμέλειας, ενώ πρόσθετο παράγοντα που δικαιολογεί την παραπάνω επιλογή αποτελεί η νηπιακή ηλικία του τέκνου. Ενδιαφέρον εξάλλου παρουσιάζει και η δικαστική ρύθμιση της ονοματοδοσίας του ανηλίκου, η οποία απασχόλησε το δικαστήριο στη σχολιαζόμενη υπόθεση, όχι μόνο διότι αυτό καθεαυτό το συγκεκριμένο αντικείμενο, παρότι προβλέπεται νομοθετικά, δεν θα έπρεπε να απασχολεί τα δικαστήρια, αλλά και διότι στη συγκεκριμένη υπόθεση τόσο το πρωτόδικο, όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν υιοθέτησαν κανένα από τα προτεινόμενα από τους διαδίκους ονόματα, αλλά αποφάσισαν τη χρήση ενός τρίτου ονόματος. Η επιλογή αυτή, παρότι αντανακλά την αδυναμία συνεννόησης και της δημιουργίας κοινής βούλησης μεταξύ των γονέων (υπενθυμίζεται ότι η ονοματοδοσία, περιλαμβάνεται στις πράξεις που απαιτούν συναπόφαση των γονέων, όπως πλέον ρητά ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1519 και γινόταν δεκτό και στο προϊσχύσαν δίκαιο), πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ από τα δικαστήρια και μόνο εφόσον υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις δεν είναι πρόσφορη η εξεύρεση ονόματος μεταξύ των προτεινομένων από τους διαδίκους. Σε κάθε περίπτωση πάντως, εφόσον οι διάδικοι στο μέλλον μεταβάλουν άποψη και καταλήξουν σε συμφωνία, είναι δυνατή η μεταγενέστερη μεταβολή του ονόματος, είτε με αίτηση των γονέων, είτε με αίτηση του ίδιου του (ενήλικου) τέκνου, που απευθύνεται στο Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου που θα συντάξει τη σχετική ληξιαρχική πράξη και δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.