Η επικινδυνότητα των φυσικών αυτουργών σεξουαλικών εγκλημάτων και οι «νέες μορφές απονομής δικαιοσύνης»

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Σαφέστατα, παρουσιάζει ενδιαφέρον το αν και κατά πόσο ο φυσικός αυτουργός των Σεξουαλικών Εγκλημάτων είναι «επικίνδυνος εγκληματίας», αλλά και οι «Νέες Μορφές Δικαιοσύνης» που κατευθύνονται στην καταπολέμησή της συγκεκριμένης επικινδυνότητας. Η «επικινδυνότητα», και δη η «ιδιαίτερη επικινδυνότητα» παρουσιάζει ιδιαίτερη νομική φύση, που χρήζει εξειδίκευσης. Στα πλαίσια της μελέτης λαμβάνει χώρα η εξειδίκευση της «επικινδυνότητας» των φυσικών αυτουργών Σεξουαλικών Εγκλημάτων και αναλύονται οι «Νέες Μορφές Απονομής Δικαιοσύνης» για τη λειτουργική καταπολέμησή της (Αποκαταστατική Δικαιοσύνη, Θεραπευτική Δικαιοσύνη και Εξασφαλιστική Κράτηση), αλλά και τα μη συμβατικά μέτρα της «Υποχρεωτικής Θεραπείας», της «Επιτήρησης των φυσικών αυτουργών σεξουαλικών ποινικών αδικημάτων» μετά από την αποφυλάκισή τους και η «δημιουργία ειδικού μητρώου φυσικών αυτουργών σεξουαλικών εγκλημάτων». Τέλος, αναλύεται το άρθρο 352Α ΠΚ για την «Ψυχοδιαγνωστική εξέταση και Θεραπεία του φυσικού αυτουργού και του θύματος εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής» και οδηγούμαστε στον Επίλογό μας για το ζήτημα της επικινδυνότητας αυτής.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

Ι. Η Επικινδυνότητα του φυσικού αυτουργού Σεξουαλικών Εγκλημάτων
Καταρχάς, για τα Σεξουαλικά Εγκλήματα, σημειώνεται ότι τα τελευταία χρόνια έχουν εισαχθεί στο 19ο Κεφάλαιο του ΠΚ. Στο συγκεκριμένο επίπεδο λοιπόν, θα δοθεί έμφαση στο νομικό ζήτημα του αν και κατά πόσο ο φυσικός αυτουργός τους μπορεί τελικά να χαρακτηριστεί ως «επικίνδυνος εγκληματίας», αλλά και στο ποιες είναι οι «Νέες Μορφές Δικαιοσύνης» που κατευθύνονται προς την καταπολέμηση της επικινδυνότητας αυτής. Αναντίλεκτα, η έννοια της «επικινδυνότητας» και δη της «ιδιαίτερης επικινδυνότητας» παρουσιάζει μια ιδιαίτερη νομική φύση, η οποία πάντοτε χρήζει εξειδίκευσης.
Σελ. 69Σαφέστατα, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο η επίμαχη νομική έννοια πρέπει να προσεγγίζεται μακριά από τις «κραυγές» των ΜΜΕ, τα οποία ειδικότερα στις περιπτώσεις των Σεξουαλικών Εγκλημάτων τείνουν να διαμορφώνουν εκ νέου το περιεχόμενο των νομικών εννοιών, καλλιεργώντας την «επιτακτική ανάγκη» για μια «δίκαιη τιμωρία» των «ειδεχθών» αυτών εγκλημάτων και των φυσικών αυτουργών τους. Επομένως, φρονούμε ότι στο συγκεκριμένο σημείο θα ήταν θεμιτό να προβούμε σε μια ενδελεχή εγκληματολογική προσέγγιση της επίμαχης νομικής έννοιας.
ΙΙ. Η έννοια της επικινδυνότητας
i. Καταρχάς, επισημαίνεται ότι η νομική έννοια της «επικινδυνότητας» σχετίζεται με την προσωπικότητα του φυσικού αυτουργού, όπως αυτή διαμορφώνεται υπό την επίδραση πολλών παραγόντων. Αναντίλεκτα, για την απάντηση στο νομικό ερώτημα αν ο φυσικός αυτουργός των Σεξουαλικών Εγκλημάτων είναι «επικίνδυνος εγκληματίας», χρειάζεται να προστρέξουμε στις γνώσεις της Επιστήμης της Εγκληματολογίας.
Η ερμηνευτική προσέγγιση των ιδιαίτερων κατηγοριών επικίνδυνων φυσικών αυτουργών έχει ασφαλώς ως αφετηρία της τις θεωρίες του C. Lombroso για την ύπαρξη συγκεκριμένων ανθρώπων, οι οποίοι παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά ως μόνιμα στοιχεία της προσωπικότητάς τους, που αιτιακά τους οδηγούν στη διάπραξη εγκλήματος.
Παράλληλα, ο Ferri αναδεικνύοντας περαιτέρω το περιεχόμενο της έννοιας της επικινδυνότητας, προέβη σε μια καταγραφή, ως βασικών στοιχείων, των προϋποθέσεων, των κριτηρίων και των ενδείξεων της, εξειδικεύοντας την αντικοινωνικότητα του φυσικού αυτουργού.
Ασφαλώς, επισημαίνεται ότι η σύλληψη της κρίσιμης έννοιας της «επικινδυνότητας» από τον R. Garofalo έλαβε τον προσδιορισμό της από δύο σημαντικά χαρακτηριστικά τα οποία παρουσιάζει ο εκάστοτε εγκληματίας. Το πρώτο από αυτά είναι η εγκληματική ικανότητά του, που είναι ασφαλώς ισοδύναμη με το «διαρκές κακό» που μεταφέρει και συνακόλουθα μπορεί να προκαλέσει στην κοινωνία, κάτι που οδηγεί φυσικά και στον αντίστοιχο κοινωνικό αποκλεισμό του. Το δεύτερο από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι η προσαρμοστικότητα του κάθε φυσικού αυτουργού, η οποία ασφαλώς σχετίζεται με την κοινωνική συμβατότητά του, και η οποία καθιστά τελικά δυνατή την κοινωνική του ένταξη.

Σαφέστατα, όπως εύλογα τονίζεται η πρόγνωση ως μέγεθος αποτελεί την κορωνίδα της θετικιστικής σκέψης, η οποία βασίζεται στο θεμελιώδες αξίωμα ότι το παρατηρούμενο κάτω από τις ίδιες συνθήκες και υπό την επίδραση των ίδιων παραγόντων θα εκδηλώσει τα ίδια χαρακτηριστικά ή θα εμφανίσει τις ίδιες συνέπειες. Αναπόδραστα, σύμφωνα με τον Ε. Ferri το συγκεκριμένο θεμελιώδες αξίωμα οδηγεί κατά λογική αλληλουχία και στην αντίστοιχη δυνατότητα της πρώιμης διαχείρισης των επίμαχων συνεπειών, πριν ακόμη αυτές τελικά εκδηλωθούν.
Ασφαλώς, στα πλαίσια της Ελληνικής Εγκληματολογικής Επιστήμης σημαντική είναι η άποψη του Καρανίκα για τον ορισμό της επικινδυνότητας, ως μιας μόνιμης ψυχοβιολογικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται το άτομο και η οποία εγκυμονεί κινδύνους για την κοινωνία. Ο Καρανίκας επισημαίνει δε ότι η προδιάθεση του επικίνδυνου φυσικού αυτουργού για τη διάπραξη εγκλημάτων είναι διαρκής, γιατί στηρίζεται άρρηκτα στις σταθερές ιδιότητες του χαρακτήρα του.
Επιπλέον, τονίζεται ότι ο Χωραφάς και ο Σοφουλάκης προσεγγίζουν τη συγκεκριμένη κρίσιμη έννοια της επικινδυνότητας ως αποτελούμενη από την ψυχική ετοιμότητα και την αντίστοιχη εγγενή διάθεση του φυσικού αυτουργού για τη διάπραξη εγκλημάτων. Σύμφωνα δε με τον Γαρδίκα οι σταθερές ιδιότητες του επικίνδυνου φυσικού αυτουργού τον καθιστούν κατώτερο, και μάλιστα το συγκεκριμένο στοιχείο της κατωτερότητας είναι το κυρίαρχο στοιχείο του.

Σελ. 70 Μάλιστα, σύμφωνα με τον Ζαγκαρόλα, η δυνατότητα διάπραξης εγκλημάτων υφίσταται σε όλους τους ανθρώπους, αλλά πάντως επικίνδυνοι θεωρούνται αποκλειστικά και μόνο εκείνοι στους οποίους η δυνατότητα αυτή μετατρέπεται σε πιθανότητα ορισμένου βαθμού.

Σύμφωνα με τον Κοσμάτο, η κρίσιμη έννοια της επικινδυνότητας έγκειται στην εντύπωση που δίνεται από τη διάπραξη εγκλημάτων από ένα πρόσωπο μέχρι και σήμερα, για τη βάσιμη πιθανότητα τέλεσης άλλων σοβαρών εγκλημάτων στο μέλλον.

Αντιθέτως, σημαντικό μέρος της Ελληνικής Εγκληματολογικής Επιστήμης, μεταξύ των οποίων είναι ο Αλεξιάδης, ο Χουλιάρας, ο Δημόπουλος, η Τσαλίκογλου και ο Πανούσης, απορρίπτουν την έννοια της επικινδυνότητας στο Ποινικό Δίκαιο, λόγω υποκειμενικότητας και πλασματικής κατασκευής η οποία δεν είναι χρήσιμη στα πλαίσια της λειτουργίας του. Θα ήταν λοιπόν θεμιτό στο συγκεκριμένο σημείο να προβούμε σε μια πιο αναλυτική δογματική ανάλυση της κρίσιμης έννοιας της επικινδυνότητας του εγκληματία.
ii. Αναπόφευκτα, η διερεύνηση της προσωπικότητας του εγκληματία ικανοποιεί περισσότερους του ενός στόχους, και πρωτίστως τον εντοπισμό των αιτιών του εγκλήματος, όπως και την κατανόηση του αντίστοιχου «ψυχολογικού μηχανισμού» που οδηγεί το υποκείμενο στη διάπραξη του εγκλήματος.

Θεωρητικά, η διερεύνηση της προσωπικότητας του εγκληματία αποσκοπεί, πάντως, και στην προσωποποιημένη «μεταχείριση» του φυσικού αυτουργού σε κάθε φάση της εμπλοκής του με το ποινικό σύστημα, ήτοι από την άσκηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του, μέχρι βέβαια και την πιθανή έκτιση της επιβληθείσας ποινής εντός σωφρονιστικού καταστήματος.
Βέβαια, για τους συγκεκριμένους λόγους και η έρευνα της προσωπικότητας του εγκληματία πρέπει να αντλεί όσο το δυνατόν γίνεται περισσότερα στοιχεία, κάνοντας χρήση των δυνατοτήτων που οι Επιστήμες της Βιολογίας, της Ψυχιατρικής και της Ψυχολογίας παρέχουν, ούτως ώστε η ψυχοβιολογική εξέταση να καταλήγει σε ορισμένα εύλογα καταληκτικά συμπεράσματα.

iii. Αδιαμφισβήτητα, η νομική έννοια της «επικινδυνότητας του εγκληματία», δηλαδή η «μόνιμη και ενεργός διαστροφή του εγκληματία» και «το μέγεθος του κακού που μπορεί να αναμένεται από αυτόν», διαμορφώθηκε από τον R. Garofalo και υιοθετήθηκε και τροποποιήθηκε εν συνεχεία από τον E. Ferri, στα πλαίσια μιας προσπάθειας να απαντηθεί το νομικό ερώτημα με ποιο ακριβώς κριτήριο θα έπρεπε να γίνεται η επιμέτρηση των ποινών, ούτως ώστε να εξυπηρετείται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η Πρόληψη του Εγκλήματος.

Σταδιακά, η κρίσιμη νομική έννοια της «επικινδυνότητας» εξελίχθηκε σημαντικά, με αποτέλεσμα να αφορά πλέον όχι στη δυνατότητα, αλλά στην πιθανότητα διάπραξης εγκλημάτων στο μέλλον, ενώ ως κριτήρια «επικινδυνότητας» υιοθετήθηκαν η βαρύτητα της αξιόποινης πράξης, τα ελατήρια και η προσωπικότητα του εγκληματία. Αναπόδραστα, η συνδυασμένη δράση πάνω σε ένα άτομο βιολογικών και παράλληλα κοινωνιολογικών παραγόντων, το καθιστούν έναν αρκετά πιθανό φυσικό αυτουργό εγκλημάτων. Μάλιστα, η νομική έννοια της «επικινδυνότητας» στην εξέλιξή της κατέστη η «φυσιοψυχική κατάσταση» του ατόμου, η οποία γεννά την πιθανότητα της διάπραξης εγκλήματος.

Πλέον, ανάμεσα στους πολυάριθμους ορισμούς της «επικινδυνότητας», βασικός παραμένει πάντοτε ο ορισμός της «επικινδυνότητας», ως εκείνης της ψυχοβιολογικής κατάστασης του ατόμου που διαμορφώθηκε κάτω από την επήρεια ενδογενών και εξωγενών παραγόντων, που καθιστά πάντοτε πιθανή την τέλεση από το άτομο νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Σαφέστατα, αποτελεί σημαντική πρόγνωση για την επίδειξη από την πλευρά του φυσικού αυτουργού μιας μελλοντικής αξιόποινης συμπεριφοράς. Πάντως, όπως επισημαίνεται, στην αξιολόγηση της συγκεκριμένης «επικινδυνότητας» είναι κρίσιμο να λαμβάνονται υπόψιν: α) ιατροψυχολογικές ενδείξεις, β) κοινωνικές ενδείξεις και γ) νομικές ενδείξεις.
Παράλληλα, πρέπει να λάβει χώρα μια αναφορά στα αντίστοιχα είδη της «επικινδυνότητας», όπως αυτά έχουν δι
Σελ. 71 αμορφωθεί. Επομένως, με βάση τον χρόνο εμφάνισης της «επικινδυνότητας», σημαντικός λόγος γίνεται για την «προ-εγκληματική» και τη «μετα-εγκληματική επικινδυνότητα».
Ακόμη, με βάση τον τρόπο εκδήλωσής της η «επικινδυνότητα» διακρίνεται σε «χρόνια» και «περιστασιακή» ή «οξεία», ενώ ανάλογα με την προέλευσή της διακρίνεται σε «επικινδυνότητα» με «ενδογενή», «εξωγενή» και «σύνθετη προέλευση». Επιπροσθέτως, με βάση το είδος του εγκλήματος που πιθανολογείται και την ομοιότητα ή την αντίστοιχη διαφορά του από το έγκλημα που ήδη έχει τελεστεί, η «επικινδυνότητα» διακρίνεται σε «γενική» ή «ετεροειδή» και «ομοειδή».
Γενικότερα, η νομική έννοια της «επικινδυνότητας» του εγκληματία αξιοποιείται, όπως υπαινικτικά αναφέρθηκε παραπάνω, στην ποινικοποίηση ορισμένων συμπεριφορών, κατά τον νομοθετικό προσδιορισμό της ποινής, κατά την επιμέτρησή της, για την επιβολή μέτρων ασφαλείας, αλλά και για την επιβολή προληπτικών ή εξασφαλιστικών ή δικονομικών μέτρων.
iv. Αναμφισβήτητα, τα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι κρίσιμα για να καταλήξει κανείς στο αν ο φυσικός αυτουργός των Σεξουαλικών Εγκλημάτων μπορεί να λάβει το χαρακτήρα του «επικίνδυνου εγκληματία». Συνεπώς, στα πλαίσια του ελληνικού ποινικού συστήματος, και πιο συγκεκριμένα του άρθρου 79 παρ. 3 ΠΚ, γίνεται σαφής αναφορά στα κριτήρια επικινδυνότητας του φυσικού αυτουργού ενός εγκλήματος, βάσει των οποίων θα πρέπει να γίνεται η εκτίμηση της προσωπικότητας του προσώπου αυτού, που λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο.
Ασφαλώς, τα συγκεκριμένα κριτήρια είναι: α) οι παράγοντες που ώθησαν τον φυσικό αυτουργό στην εκτέλεση του εγκλήματος, β)ο χαρακτήρας του και ο βαθμός ανάπτυξής του, γ) οι ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις από την προηγούμενη ζωή, δ) η διαγωγή του κατά και μετά την αξιόποινη πράξη, αλλά και η μετάνοιά του και η προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειές της.
Επίσης, επισημαίνεται ότι το προϊσχύον άρθρο 13 περ. ζ’ ΠΚ, ειδικά σε ό, τι αφορά την «ιδιαίτερη επικινδυνότητα» του φυσικού αυτουργού προέβλεπε ότι: «Ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον».
Ουσιαστικά, στις επίμαχες νομοθετικές διατάξεις ενσωματώνονται τα κριτήρια που η Επιστήμη της Εγκληματολογίας μέσα στην πάροδο του χρόνου υιοθέτησε για την πρόγνωση του στοιχείου της «επικινδυνότητας». Εν κατακλείδι, μελετώντας προσεκτικά τις εν λόγω προγενέστερες και ισχύουσες προβλέψεις του ΠΚ, διαπιστώνουμε ότι ουσιαστικά καταβάλλεται προσπάθεια μια νομική έννοια αόριστη, όπως είναι εκείνη της «επικινδυνότητας», να συγκεκριμενοποιηθεί και να ερμηνευτεί στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης βάσει ορισμένων ενδείξεων, που αποτελούν, πάντως, πάντα το αντικείμενο απόδειξης της ποινικής δίκης και φυσικά όχι το μέσο της απόδειξης. Η συγκεκριμένη επισήμανση είναι καταλυτικής σημασίας κατά την προσέγγιση των φυσικών αυτουργών Σεξουαλικών Εγκλημάτων.
Τέλος, μετά την εκτενή δογματική ανάλυση της «επικινδυνότητας», φρονούμε ότι θα ήταν θεμιτό να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά τους φυσικούς αυτουργούς, καθότι η δράση τους αποτελεί μια «ραγδαία αναπτυσσόμενη» εγκληματική συμπεριφορά παγκοσμίως και ρυθμίζεται από τον ΠΚ.
ΙΙΙ. Οι Φυσικοί αυτουργοί των Σεξουαλικών Εγκλημάτων
Καταρχάς, τονίζεται ότι εξετάζοντας ειδικά την περίπτωση των φυσικών αυτουργών των Σεξουαλικών Εγκλημάτων, σχετικά πάντοτε με την επικινδυνότητά τους, και ενόψει όλων όσων ανωτέρω έχουν ήδη αναφερθεί, έρευνες καταδεικνύουν ότι συνήθως αυτοί:
– Χαρακτηρίζονται από υψηλότερο κίνδυνο υποτροπής,
– Έχουν υψηλή επιθετικότητα, αρνητικότητα, γνωσιακές δυσκολίες και συναισθηματική μοναξιά,
– Έχουν ψυχοπαθητική προσωπικότητα,
– Εμφανίζουν στοιχεία αντικοινωνικότητας,
– Έχουν από νωρίς εγγραφές στο ποινικό μητρώο που αφορούν εγκλήματα βίας ή Σεξουαλικά Εγκλήματα κ.λπ.
Γενικότερα, διατυπώνεται η θέση ότι η «Σεξουαλική Βία» αποτελεί μια «ακραία εκδήλωση επιθετικότητας» που οφείλεται: 1) στον σεξουαλικό αποκλεισμό μιας μερίδας του πληθυσμού από φυσιολογικές και συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις, κάτι που τους δημιουργεί συναισθήματα αποστέρησης σε μια κοινωνία αφθονίας σεξουαλικών ερεθισμάτων, 2) στην ψυχοπαθολογική προσωπικότητα ορισμένων φυσικών αυτουργών, 3) στις βιολογικο-ορμονικές διαταραχές ορισμένων φυσικών αυτουργών, 4) στις πολιτισμικές αξίες που ευδοκιμούν σε μια κοινωνία αναφορικά με το ρόλο των δύο φύλων, 5)στο βαθμό σεξουαλικής καθυστέρησης ή προόδου μιας κοινωνίας και 6) στην έκταση και στο βαθμό των κοινωνικών ανισοτήτων.
Περαιτέρω, σε ό, τι αφορά τους «βιαστές» και τους παιδόφιλους, αυτοί καθίσταται σαφές ότι συνήθως προέρχονται από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα, με ελλιπή μόρφωση και με ασταθές επαγγελματικό ιστορικό. Συχνά, έχουν οι ίδιοι υπάρξει θύματα σεξουαλικής κακοποίησης κατά την παιδική τους ηλικία ή μάρτυρες παρεκκλινουσών σεξουαλικών συμπεριφορών. Δεν απουσιάζουν βέβαια και περιπτώσεις που εμφανίζουν και ψυχικές διαταραχές. Γενικότερα, οι φυσικοί αυτουργοί των Σεξουαλικών Εγκλημάτων χαρακτηρίζονται ως απομονωμένοι και με λίγες ερωτικές σχέσεις ή με δυσκολία ανάπτυξης ερωτικών σχέσεων.
Σελ. 72 Μάλιστα, επισημαίνεται ότι συχνά οι «βιαστές» διαστρεβλώνουν τη συμπεριφορά των θυμάτων, ώστε να δικαιολογούν με το συγκεκριμένο τρόπο τη δική τους εγκληματική συμπεριφορά. Ασφαλώς, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στους παιδόφιλους φυσικούς αυτουργούς Σεξουαλικών Εγκλημάτων, οι οποίοι κατά τα πορίσματα των ερευνών χαρακτηρίζονται από έλλειψη ενσυναίσθησης απέναντι στα θύματά τους, εξαιρετικά χαμηλή αυτοπεποίθηση και γνωσιακές διαστροφές.
Σαφέστατα, από τα ερευνητικά δεδομένα προκύπτει ότι μεγάλος αριθμός ατόμων που κακοποιούν σεξουαλικά παιδιά είτε έχουν κακοποιηθεί ως παιδιά είτε έχουν βιώσει κάποιου είδους στέρηση ή γενικότερου τύπου κακοποίηση. Αναντίλεκτα, τα ανωτέρω στοιχεία αποτελούν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των φυσικών αυτουργών Σεξουαλικών Εγκλημάτων, όπως αυτά καταγράφονται σε έρευνες που διεξάγονται βάσει των τελεσθέντων εγκλημάτων και τις εκδοθείσες καταδικαστικές δικαστικές αποφάσεις.
Ακόμα και αν αυτά αποτελούν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ομάδας φυσικών αυτουργών, δεν τους τοποθετούν αυτόματα σε έναν κύκλο «επικίνδυνων εγκληματιών», αφού αυτή καθαυτή η «επικινδυνότητα» και δη η ιδιαιτέρως αυξημένη αποτελεί πάντοτε αντικείμενο απόδειξης.
Τούτο δε θα πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής κανενός, και κυρίως των δικαστικών αρχών, που την κρίση τους για την ενοχή ή μη ενός ατόμου, αλλά και την κρίση τους για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής πρέπει να τη θεμελιώνουν στα στοιχεία που αδιαμφισβήτητα προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και όχι σε γενικότερες κρίσεις και παραδοχές που απλουστευτικά ενίοτε καλλιεργούνται, ακριβώς επειδή ένας «επικίνδυνος εγκληματίας» μπορεί να είναι και ιδιαίτερα επωφελής.
Τέλος, στο συγκεκριμένο σημείο φρονούμε ότι θα ήταν θεμιτό να προβούμε σε ενδελεχή κριτική επισκόπηση των «Νέων Μορφών Δικαιοσύνης» για την καταπολέμηση της «επικινδυνότητας» των συγκεκριμένων προσώπων.
IV. Νέες Μορφές Απονομής Δικαιοσύνης
Καταρχάς, τονίζεται ότι λαμβάνοντας υπόψιν την τάση «δραματοποίησης» του εγκληματικού και παράλληλα κοινωνικού φαινομένου των «Σεξουαλικών Εγκλημάτων» που καλλιεργείται από τα ΜΜΕ, αναμενόμενο είναι να αναζητούνται ορισμένοι νέοι τρόποι για τη λειτουργική καταπολέμηση της δυσμενούς κατάστασης αυτής, και κυρίως των «επικίνδυνων φυσικών αυτουργών».
Προφανώς, η κατεύθυνση προς την οποία τα συγκεκριμένα μέτρα αναζητούνται είναι εκείνη ακριβώς της αυστηροποίησης του υπάρχοντος νομικού πλαισίου, όπως είναι π.χ. η θέσπιση νέων πιο αυστηρών ποινικών διατάξεων, η θεσμοθέτηση νέων δικονομικών μέτρων κ.λπ., ή η «κατοχύρωση» του περιορισμού της εφαρμογής των φιλελεύθερων θεσμών (π.χ. υφ’ όρον απόλυση, άδειες κρατουμένων, τεκμήριο αθωότητας κ.λπ.).
Ταυτόχρονα, όμως, τα τελευταία χρόνια εντείνεται η συζήτηση για το αδιέξοδο στο οποίο έχει πλέον φτάσει το υπάρχον ποινικό σύστημα και την «επιτακτική ανάγκη» για προσφυγή στο σύστημα της «Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης» με υιοθέτηση πολλών από τις αρχές της Θυματολογίας.

Αναπόφευκτα, ορισμένα βήματα προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση έχουν γίνει και στη χώρα μας με την υιοθέτηση του θεσμού της «Ποινικής Διαμεσολάβησης» στον Ν 3500/2006 «περί ενδοοικογενειακής βίας» και του θεσμού της «Ποινικής Συνδιαλλαγής», όπως έχει διαμορφωθεί με τον Ν 3904/2010.
Αλλά και το άρθρο 122 περ. ε και περ. στ ΠΚ που καθιερώνει ασφαλώς τη συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου φυσικού αυτουργού και θύματος, αλλά και γενικότερα την εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς και την άρση των συνεπειών της αξιόποινης πράξης, λειτουργεί στη συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, τα «Σεξουαλικά Εγκλήματα» είναι ένας χώρος, ο οποίος προσφέρεται για επιστημονική συζήτηση σχετικά με το αν και κατά πόσο η αυστηροποίηση του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου αποτελεί τη λύση, ή αν η εφαρμογή των «Νέων Μορφών Δικαιοσύνης» είναι εφικτή, ακριβώς λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν τα συγκεκριμένα εγκλήματα και της ευρείας προσβολής της σφαίρας των δικαιωμάτων του ατόμου, που φθάνει συχνά μέχρι και την προσβολή της ανθρώπινης ζωής.
Βεβαίως, πέρα από τα μέτρα της Επανορθωτικής – Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης στην ευρύτερη προβληματική των νέων μέτρων λειτουργικής καταπολέμησης των «Σεξουαλικών Εγκλημάτων» - ή μάλλον των φυσικών αυτουργών αυτών- περιλαμβάνεται και η «Θεραπευτική Δικαιοσύνη», αλλά και άλλα λιγότερο συμβατικά μέτρα.
Α. Η Επανορθωτική δικαιοσύνη
Σελ. 73 Α1. Η Επανορθωτική Δικαιοσύνη στο πεδίο των Σεξουαλικών Εγκλημάτων
Σελ. 74 Καταρχάς, σημειώνεται ότι η «Επανορθωτική Δικαιοσύνη», , αποσκοπεί στη θεραπεία των «πληγών» του θύματος, και κατ’ επέκταση της κοινωνίας σε έναν συνδυασμό με τη θέση των εγκληματιών προ των ευθυνών τους, στα πλαίσια μιας προσπάθειας αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των κοινωνών.
Αναντίλεκτα, το μέσο για τη συγκεκριμένη αποκατάσταση είναι η συνεργασία του θύματος και του φυσικού αυτουργού προς την επίλυση της διαφοράς μακριά από τις αίθουσες των Δικαστηρίων. Αναπόφευκτα, με τον συγκεκριμένο τρόπο θεωρείται ότι, πέρα από την αποσυμφόρηση των Δικαστηρίων, μεταβάλλεται και ολόκληρη η συνολική προσέγγιση της κοινωνίας απέναντι στο έγκλημα, στο θύμα και στον φυσικό αυτουργό.
Βασικές αρχές λοιπόν της «Επανορθωτικής Δικαιοσύνης» είναι:
– κατά κύριο λόγο η αποκατάσταση του θύματος και της κοινωνίας και λιγότερο η τιμωρία του φυσικού αυτουργού,
– η αναβάθμιση του ρόλου του θύματος στην ποινική διαδικασία, μέσα από την αύξηση της συμμετοχής του,
– η αναγκαιότητα της παραδοχής της ενοχής του φυσικού αυτουργού ενώπιον του θύματος και της ανάληψης των ευθυνών του,
– η ενθάρρυνση της συμμετοχής του κοινωνικού συνόλου,
– η έμφαση στην παραδοχή του φυσικού αυτουργού παρά στην επιβολή «σκληρότερων» και αυστηρότερων ποινών,
– η αναγνώριση της ευθύνης έναντι του κοινωνικού συνόλου που βλάφθηκε από την εγκληματική συμπεριφορά,
– η αποτροπή του στιγματισμού του φυσικού αυτουργού και του θύματος από τη δημοσιότητα που μπορεί να λάβει η υπόθεση,
– το θύμα γίνεται παράλληλα και παράγοντας της κοινωνικής ένταξης του φυσικού αυτουργού,
– η «ελαστικότητα» ως προς τους πρακτικούς τρόπους εφαρμογής της,
– ο προληπτικός χαρακτήρας, αφού στοχεύει στην επίλυση των προβλημάτων σε συνάρτηση και με το μέλλον,
– στόχος η αποτροπή της υποτροπής μέσα από την επανακοινωνικοποίηση του φυσικού αυτουργού.
Αυτό που υπογραμμίζεται ως το πλέον σημαντικό στοιχείο είναι ότι τα «μέτρα Επανορθωτικής Δικαιοσύνης» θέτουν στον «πυρήνα» τους την αναβάθμιση του ρόλου του θύματος, του οποίου η θέση στο ποινικό σύστημα δεν είναι «προνομιακή».
Η «διπλή θυματοποίηση» των θυμάτων, ήτοι μια φορά κατά την τέλεση του εγκλήματος και μια με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται αυτά στις αίθουσες των Δικαστηρίων και ενίοτε από τα ΜΜΕ, είναι αυτό που έδωσε την αντίστοιχη αφορμή για την αναζήτηση «Νέων Μορφών Δικαιοσύνης» που θα καταπολεμούν λειτουργικά τη μειονεκτική θέση του θύματος.
Η επίμαχη «επιτακτική ανάγκη» είναι ξεκάθαρη στα «Σεξουαλικά Εγκλήματα», όπως και στα «Εγκλήματα Ενδοικογενειακής Βίας», όπου οι συνέπειες – ψυχολογικές, σωματικές και οικονομικές για τα θύματα είναι σκληρές.

Σαφέστατα, οι «Εναλλακτικές Μορφές Δικαιοσύνης», μέσα από την αποκατάσταση και την επανόρθωση, την προσωπική επαφή και την «απόδοση συγγνώμης», προσπαθούν να φέρουν το θύμα σε μια άλλη θέση. Αναντίλεκτα, δε θα πρέπει να μας διαφύγει, παρόλα αυτά, το γεγονός ότι συχνά το θύμα δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Δεν επιθυμεί την προσωπική επαφή του με τον φυσικό αυτουργό, αλλά αναζητά την τιμωρία του.
Σελ. 75Συχνά, τα θύματα δεν επιθυμούν να έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του, ούτε επιθυμούν να μάθουν γιατί θυματοποιήθηκαν από τον τελευταίο. Αναφέρεται, επίσης, ότι σε αρκετές περιπτώσεις τα θύματα δεν αισθάνονται «δικαιωμένα» από τον τρόπο της επανόρθωσης, αφού θεωρούν ότι το «κακό» που υπέστησαν ξεπερνά την όποια προσπάθεια επανόρθωσης.
Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαίο, ο θεσμός της «Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης» να ενισχυθεί, και αυτό είναι ένα ζήτημα ευρύτερης παιδείας. Αναπόδραστα, άμεσα συνδεόμενος με το επίπεδο της παιδείας μιας κοινωνίας είναι και ο παράγοντας της κοινωνικής αντίδρασης, που αποτελεί μέρος της εξίσωσης για την επιτυχή εφαρμογή των μοντέλων της «Αποκαταταστατικής Δικαιοσύνης».
Προφανώς, τούτο είναι ξεκάθαρο από τη στιγμή που τα συγκεκριμένα μοντέλα ουσιαστικά εισάγουν έναν αρκετά διαφορετικό τρόπο επίλυσης των οποιωνδήποτε «συγκρούσεων» από αυτόν στον οποίο είναι «μαθημένη» μια κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό, η κοινωνία καλείται να προσεγγίσει με μια εντελώς διαφορετική προοπτική τον φυσικό αυτουργό ενός εγκλήματος, του οποίου μέχρι πρότινος την «εξοντωτική τιμωρία» θα ζητούσε υπό την επήρεια και του ρόλου των ΜΜΕ που καλλιεργούν τα συναισθήματα φόβου, εκδίκησης και αντεκδίκησης.
Η αποδοχή των «Εναλλακτικών Μοντέλων Δικαιοσύνης» από την πλευρά της κοινωνίας και η υποστήριξη του θύματος στην υιοθέτησή τους είναι καθοριστική για την επιτυχή εφαρμογή τους. Στην Ελλάδα, η εφαρμογή των μοντέλων της «Επανορθωτικής Δικαιοσύνης» παραμένει ακόμα και σήμερα στα «σπάργανα». Μόλις το 2006, με τις διατάξεις του νόμου για την πάταξη της Ενδοοικογενειακής Βίας, καθιερώθηκε ο θεσμός της συνδιαλλαγής μεταξύ φυσικού αυτουργού και θύματος, και αναμένεται φυσικά να επεκταθεί και σε άλλες περιπτώσεις. Παραμένει προς το παρόν ένα «στοίχημα», το οποίο πρέπει να κερδηθεί.
Τέλος, στο συγκεκριμένο σημείο, φρονούμε ότι θα ήταν θεμιτό να προβούμε σε μια κριτική επισκόπηση της εξίσου σημαντικής «Νέας Μορφής Απονομής Δικαιοσύνης», ήτοι της «Θεραπευτικής Δικαιοσύνης».
Β. Η Θεραπευτική δικαιοσύνη
Β1. Η Θεραπευτική Δικαιοσύνη στο πεδίο των Σεξουαλικών Εγκλημάτων
Καταρχάς, σημειώνεται ότι ο «πυρήνας» της «Θεραπευτικής Δικαιοσύνης» είναι η αντίληψη ότι κάθε εμπλοκή και επαφή με το ποινικό σύστημα μπορεί να αντιμετωπίζεται μέσω της εκπαίδευσης, της ίασης και της επανόρθωσης για το θύμα. Ειδικότερα, σε ό, τι αφορά τον φυσικό αυτουργό η συγκεκριμένη προσέγγιση υποστηρίζει τη θεραπευτική του μεταχείριση και αντιμετώπιση, ούτως ώστε να επιστρέψει αυτός ως ένας υπεύθυνος πολίτης στην κοινωνία .
Συχνά, τα μέτρα της «Θεραπευτικής Δικαιοσύνης» συμπεριλαμβάνονται στην «Επανορθωτική-Αποκαταστατική» προσέγγιση. Πιο συγκεκριμένα λοιπόν, για τους φυσικούς αυτουργούς των Σεξουαλικών Εγκλημάτων στο πλαίσιο της «Θεραπευτικής Δικαιοσύνης» προτείνονται τόσο φαρμακολογικά μέτρα, όσο βέβαια και ψυχοθεραπευτικά μέτρα. Ασφαλώς, στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται οι επεμβάσεις που ως απώτερο σκοπό τους έχουν τον «ευνουχισμό» των φυσικών αυτουργών, που πραγματοποιείται με την
Σελ. 76αφαίρεση των κέντρων παραγωγής τεστοστερόνης, ήτοι τον χειρουργικό ευνουχισμό ή καταστρέφοντας τις εγκεφαλικές περιοχές που επηρεάζουν τη σεξουαλική λειτουργία.
Οι συγκεκριμένες μέθοδοι ασφαλώς δε χρησιμοποιούνται πια και συγκεντρώνουν ηθικές και δεοντολογικές αντιρρήσεις. Στην ίδια ακριβώς κατηγορία εντάσσεται και η χορήγηση στους φυσικούς αυτουργούς «Σεξουαλικών Εγκλημάτων» αντιανδρογόνων ή αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, με απώτερο σκοπό τους τον περιορισμό της σεξουαλικής διάθεσης και ορμής.

Αναντίλεκτα, και το συγκεκριμένο μέτρο έχει έντονα επικριθεί τόσο λόγω της «σύγκρουσής» του με τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές συνταγματικές ελευθερίες, όσο και λόγω της αμφίβολης αποτελεσματικότητάς του, ενώ η εφαρμογή του μέτρου γεννά και πλείστα όσα ζητήματα ηθικής φύσεως.

Πάντως, επισημαίνεται ότι το συγκεκριμένο μέτρο έχει υιοθετηθεί εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και σε ορισμένες άλλες χώρες, όπως είναι η Πολωνία και η Νότια Κορέα, ενώ διατυπώθηκε μάλιστα ως πρόταση και στην Ελληνική Βουλή.

Παράλληλα, με τη χορήγηση φαρμάκων και συχνά σε συνδυασμό με αυτά εφαρμόζονται και ψυχοθεραπευτικά μέτρα κατά τη διάρκεια των οποίων ο φυσικός αυτουργός των «Σεξουαλικών Εγκλημάτων» πρέπει να παρακολουθήσει ψυχοθεραπευτικά προγράμματα – με τη μορφή ατομικών συνεδριών ή ομαδικών θεραπειών- που απώτερο σκοπό τους έχουν την αποτελεσματική αντιμετώπιση και τη θεραπεία του, μέσω της κατάρριψης των ηθικών του προτύπων ως ελαττωματικών και της αλλαγής στις ηθικές δεσμεύσεις.

Τέλος, στο συγκεκριμένο σημείο, φρονούμε ότι θα ήταν θεμιτό να προβούμε σε μια κριτική επισκόπηση του εξίσου σημαντικού θεσμού της «Εξασφαλιστικής Κράτησης».
Γ. Η Εξασφαλιστική κράτηση Γ.1. Η Εξασφαλιστική κράτηση στο πεδίο
των Σεξουαλικών Εγκλημάτων
Σελ. 77 Καταρχάς, σε ένα πρώτο επίπεδο συζητώντας τους εναλλακτικούς τρόπους ποινικής μεταχείρισης των εκάστοτε φυσικών αυτουργών των «Σεξουαλικών Εγκλημάτων», αναφερόμαστε πάντοτε και στον σημαντικό θεσμό της «Εξασφαλιστικής Κράτησης», που έχει υιοθετηθεί στη
Σελ. 78 Γερμανία, και η οποία μάλιστα συνίσταται στη συνέχιση της στέρησης της ελευθερίας του καταδικασθέντος για τη διάπραξη Σεξουαλικού Εγκλήματος, για αόριστο διάστημα μετά την έκτιση της επιβληθείσας ποινής.
Σαφέστατα, απώτερος σκοπός του θεσμού της «Εξασφαλιστικής Κράτησης» είναι η προστασία της κοινωνίας από «επικίνδυνους» φυσικούς αυτουργούς και μπορεί να εφαρμοστεί στην πρώτη υποτροπή ακόμα και για εγκλήματα χαμηλής βαρύτητας. Όπως καθίσταται διαυγές, ο θεσμός έχει δεχθεί εντονότατη κριτική από την πλευρά της νομικής θεωρίας κυρίως ενόψει της έντονης «σύγκρουσής» του με τις θεμελιώδεις αρχές ενός κράτους δικαίου, όπως αυτές αποτυπώνονται ιδίως στο Σύνταγμα και στην «ΕΣΔΑ».

Μάλιστα, επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος τοποθετήθηκε και το «ΕΔΔΑ» το 2009, οπότε με την απόφασή του στην υπόθεση «Μ κατά Γερμανίας» έκρινε ότι η επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου «προσκρούει» στα άρθρα 5 παρ. 1 και 7 παρ. 1 της «ΕΣΔΑ».
Τέλος, στο συγκεκριμένο σημείο φρονούμε ότι θα ήταν θεμιτό να προβούμε σε μια κριτική προσέγγιση των νέων μη συμβατικών μέτρων για την όσο το δυνατό γίνεται πιο λειτουργική καταπολέμηση του επίμαχου εγκληματικού και παράλληλα κοινωνικού φαινομένου των «Σεξουαλικών Εγκλημάτων».
Δ. Άλλα μέτρα
Καταρχάς, επισημαίνεται ότι προτείνεται η υιοθέτηση νέων μη συμβατικών μέτρων στα πλαίσια μιας προσπάθειας λειτουργικής καταπολέμησης του εγκληματικού φαινομένου των «Σεξουαλικών Εγκλημάτων». Ασφαλώς, τέτοια μη συμβατικά μέτρα είναι:
- η «Υποχρεωτική Θεραπεία», δηλαδή η ακούσια νοσηλεία των φυσικών αυτουργών Σεξουαλικών Εγκλημάτων, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με διάφορους τρόπους, π.χ. μέσω της φαρμακολογικής προσέγγισης («χορήγηση φαρμάκων για μείωση της σεξουαλικής ορμής»), μέσω της ψυχοεκπαιδευτικής προσέγγισης («υπολογισμός θύματος και ανάληψη ευθύνης») και μέσω της γνωστικής-συμπεριφορικής προσέγγισης («μεταβολή μοντέλων σκέψης»).
Αναγκαία προϋπόθεση του συγκεκριμένου μέτρου είναι ο «αναγκαστικός εγκλεισμός» και η τέλεση ιατρικών πράξεων χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς, δεδομένα που εγείρουν επίσης ζητήματα σχετικά με το αποδεκτό ή μη του θεσμού στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου
- η «Επιτήρηση των φυσικών αυτουργών σεξουαλικών ποινικών αδικημάτων» μετά από την αποφυλάκισή τους.
Αμφίβολη παραμένει βέβαια η σχέση αποτελεσματικότητας–δραστικότητας σε σχέση με την εφαρμογή του μέτρου. Ασφαλώς, πρόκειται για μέτρο που συνήθως συνδυάζεται άμεσα με κάποιο άλλο από τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση της επίμαχης εγκληματικής συμπεριφοράς.
-η «δημιουργία ειδικού μητρώου φυσικών αυτουργών σεξουαλικών εγκλημάτων». Ασφαλώς, το συγκεκριμένο μη συμβατικό μέτρο για την όσο το δυνατό γίνεται πιο λειτουργική καταπολέμηση της «σεξουαλικής εγκληματικότητας» έχει ήδη υιοθετηθεί στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο και συνίσταται μεταξύ άλλων στην υποχρέωση του φυσικού αυτουργού να δηλώνει τα στοιχεία του στην Αστυνομία, στην καταχώρηση και διάθεση των στοιχείων του σε τρίτους κ.λπ.
Σελ. 79Η εφαρμογή του συγκεκριμένου μη συμβατικού μέτρου επεκτάθηκε ειδικά στις ΗΠΑ, όπου σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο προσωπικά στοιχεία του φυσικού αυτουργού «Σεξουαλικών Εγκλημάτων» δημοσιοποιούνται στην τοπική κοινότητα και καταχωρούνται σε ειδική βάση δεδομένων στο διαδίκτυο με ελεύθερη πρόσβαση, με ότι αυτό συνεπάγεται σχετικά με τα ζητήματα τήρησης της αρχής της αναλογικότητας.
Από τη σύντομη επισκόπηση των «Νέων Διαφορετικών Μορφών Δικαιοσύνης» στις περιπτώσεις των φυσικών αυτουργών «Σεξουαλικών Εγκλημάτων» καθίσταται προφανές ότι ο χημικός ή φαρμακευτικός ευνουχισμός τους, όπως και ο θεσμός της «Εξασφαλιστικής Κράτησης», έρχονται σε ευθεία «σύγκρουση» με τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου και συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο λοιπόν δύσκολα τέτοιες επιλογές μπορούν να γίνουν δεκτές εντός των ορίων ενός «δημοκρατικού κράτους δικαίου».
Από την άλλη πλευρά, ο θεσμός της «Επανορθωτικής – Αποκαταστατικής Δικαιοσύνης» είναι σημαντικός, ενώ σε αυτόν θα μπορούσε να αναγνωριστεί μια «δυναμική εξέλιξης», καθώς συμπεριλαμβάνει λιγότερο δαπανηρές και λιγότερο στιγματιστικές μεθόδους από την «Τιμωρητική Δικαιοσύνη» και ενσωματώνει στις διαδικασίες της τα θύματα και την κοινότητα, ενώ στοχεύει στην επίλυση των προβλημάτων σε συνάρτηση με το μέλλον.
Με την έννοια αυτή, η «Επανορθωτική Δικαιοσύνη», που θέτει σε νέα βάση την έννοια της απονομής δικαιοσύνης, με «πυρήνα» την αντίληψη ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη συνειδητοποιούν την επιρροή και την επίπτωση που έχουν οι πράξεις τους και αναγνωρίζουν την αλληλοσύνδεση με την κοινωνία, έχει ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής και στον χώρο των «Σεξουαλικών Εγκλημάτων», όπου η θέση του θύματος είναι εξ υποστάσεως ιδιαιτέρως ευάλωτη.
Τέλος, στο συγκεκριμένο σημείο, φρονούμε ότι θα ήταν θεμιτό να προβούμε σε μια κριτική προσέγγιση του σχετικού με την επικινδυνότητα του φυσικού αυτουργού των Σεξουαλικών Εγκλημάτων άρθρου 352Α ΠΚ.
Ε. Άρθρο 352Α ΠΚ για την Ψυχοδιαγνωστική Εξέταση και Θεραπεία του Φυσικού Αυτουργού και του Θύματος εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής
Καταρχάς, επισημαίνεται ότι στην ευρύτερη προβληματική των «Νέων Μορφών Απονομής Δικαιοσύνης» φαίνεται ότι εντάσσεται και το άρθρο 352Α ΠΚ, που προστέθηκε με την παρ. 11 του δεύτερου άρθρου του προαναφερθέντος Ν 3625/2007, με τον οποίο κυρώθηκε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση του ΟΗΕ «για τα δικαιώματα του παιδιού».
Σύμφωνα λοιπόν με την Αιτιολογική Έκθεση του Ν 3625/2007, ο απώτερος σκοπός του άρθρου 352Α ΠΚ, είναι «ο έγκαιρος εντοπισμός τυχόν γενετήσιας διαστροφής ή παιδοφιλίας στο δράστη των εγκλημάτων του ΙΘ’ κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα».
Όπως αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν 3625/2007: «όταν το θύμα είναι ανήλικο, μπορεί να ληφθεί μέριμνα για την αντιμετώπιση του δράστη με κατάλληλη θεραπεία, προκειμένου να ελεγχθεί η παιδοφιλική του τάση, να αποκλεισθεί η επανάληψη και να διευκολυνθεί η οικογενειακή και κοινωνική επανένταξη».
Άρα, σχετικά με τους συγκεκριμένους «φυσικούς αυτουργούς εγκλημάτων» προβλέπεται:
Α) Ψυχοδιαγνωστική εξέταση υπόπτων και κατηγορουμένων.
Η συγκεκριμένη «Ψυχοδιαγνωστική εξέταση» είναι υποχρεωτική κάθε φορά που διαπράττεται ένα έγκλημα από όσα περιλαμβάνονται στο 19ο Κεφάλαιο του ΠΚ, και μάλιστα το θύμα είναι ανήλικος. Αναμφισβήτητα, εντύπωση προκαλεί το ότι η πρόβλεψη για τη διενέργεια της «Ψυχοδιαγνωστικής εξέτασης» δεν αφορά μόνο κατηγορούμενους, δηλαδή πρόσωπα σε βάρος των οποίων έχει ασκηθεί ήδη ποινική δίωξη, αλλά και υπόπτους, δηλαδή κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνεται από την Αστυνομία.
Στην τελευταία περίπτωση, πάντως, η «Ψυχοδιαγνωστική εξέταση» μπορεί να λάβει χώρα μόνο εφόσον έχει ήδη συναινέσει ο ύποπτος.
Β) Παρακολούθηση ειδικών προγραμμάτων.
Η «Παρακολούθηση των ειδικών προγραμμάτων» προβλέπεται για όσα πρόσωπα καταδικασθούν για κάποιο από τα «Σεξουαλικά Εγκλήματα» του Δέκατου Ενάτου Κεφαλαίου του ΠΚ, με ανήλικο θύμα, και εφόσον βέβαια παράσχουν τη συναίνεσή τους. Πρόκειται πάντως εδώ για διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το «Ειδικό πρόγραμμα» παρακολουθείται κατά την αντίστοιχη χρονική διάρκεια έκτισης της ποινής του συγκεκριμένου προσώπου, ή και ανεξάρτητα από αυτήν.
Μάλιστα, στα επίμαχα «Ειδικά προγράμματα» συμμετέχουν και οι διωκόμενοι ή οι υπόδικοι, εφόσον βέβαια οι ίδιοι συναινούν, χωρίς η συγκεκριμένη συμμετοχή τους να επηρεάζει το δικαίωμα υπεράσπισής τους, αλλά και το τεκμήριο αθωότητάς τους.
Σχετικά δε με τα συγκεκριμένα «θύματα των εγκλημάτων» προβλέπεται:
Α) Ψυχοδιαγνωστική εξέταση.
Στις περιπτώσεις που φέρεται να έχει τελεστεί κάποιο από τα αδικήματα του 19ου του ΠΚ, ήτοι κάποιο «Σεξουαλικό Έγκλημα», το ανήλικο θύμα υποβάλλεται σε «Ειδική εξέταση» της ψυχικής του κατάστασης, αλλά και της σωματικής του κατάστασης, προκειμένου να κριθεί αν έχει ανάγκη «Θεραπείας».
Αναντίλεκτα, η «Θεραπεία του ανηλίκου θύματος» διατάσσεται κατά την προδικασία από τον αρμόδιο εισαγγελέα ή, αν διενεργείται τακτική ανάκριση, από τον αρμόδιο ανακριτή και κατά την κύρια διαδικασία από το Δικαστήριο.
Β)Απομάκρυνση του φυσικού αυτουργού από το περιβάλλον του θύματος.
Αναπόδραστα, αν κριθεί ως «επιτακτικό» για την «προστασία» του ανήλικου θύματος, ο Εισαγγελέας, ο Ανακριτής ή το Δικαστήριο διατάσσει την «Απομάκρυνση» του φυσικού αυτουργού από το περιβάλλον του θύματος ή την «Απομάκρυνση» του θύματος και την προσωρινή διαμονή του σε «Προστατευμένο περιβάλλον», καθώς και την «Απαγόρευση» της μεταξύ του φυσικού αυτουργού και του θύματος «Επικοινωνίας».
Σελ. 80ΣΤ. Επίλογος
Μετά την ενδελεχή δογματική ανάλυση του άρθρου 352Α ΠΚ λοιπόν, οδηγούμαστε στον Επίλογό μας. Αναμφισβήτητα λοιπόν η «επικινδυνότητα» των φυσικών αυτουργών των Σεξουαλικών Εγκλημάτων είναι ένα πολυσύνθετο ζήτημα που χρήζει επισταμένης νομικής επεξεργασίας, κυρίως λόγω της εγγενούς αοριστίας της έννοιας, όσο και των εξειδικευθέντων αντίστοιχων προβληματισμών, που αναφύονται από αυτήν.
Σαφέστατα, οι «Νέες Μορφές Απονομής Δικαιοσύνης» που καλούνται να καταπολεμήσουν λειτουργικά και αποτελεσματικά την «επικινδυνότητα», αποτελούν ένα ικανοποιητικότατο «νομικό οπλοστάσιο», προσανατολισμένο στην επίμαχη κατεύθυνση.
Εν κατακλείδι, φρονούμε ότι αν αξιοποιηθούν ικανοποιητικά και αποτελεσματικά τα «νομικά εργαλεία» των «Εναλλακτικών Μορφών Δικαιοσύνης» τόσο σε νομοθετικό επίπεδο, όσο και σε πρακτικό επίπεδο, ενδεχομένως η επίτευξη των μεγαλεπήβολων απώτερων σκοπών τους στο μέλλον να καταστεί εφικτή, κάτι που ασφαλώς ευελπιστούμε να γίνει πραγματικότητα.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα