Το τεκμήριο αθωότητας στην ποινική διαδικασία υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Αρείου Πάγου - Επίκαιρα ζητήματα σχετικά με το «βάρος απόδειξης» στην ποινική δίκη, την αρχή in dubio pro reo και την ανάγκη αιτιολογημένης απόρριψης (μόνο;) των «αυτοτελών ισχυρισμών»

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Αντικείμενο της μελέτης αποτελεί η ανάλυση των βασικών στοιχείων του τεκμηρίου αθωότητας, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Αρείου Πάγου. Επίσης, προσεγγίζονται επίκαιρα ζητήματα που ανακύπτουν στο πεδίο της απόδειξης και σε εκείνο της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων. Η μελέτη ολοκληρώνεται με τα αναγκαία συμπεράσματα και προτάσεις.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

1. Το περιεχόμενο του τεκμηρίου αθωότητας
1.1. Η θεμελίωση του τεκμηρίου αθωότητας
Το τεκμήριο αθωότητας κατοχυρώνεται, καταρχήν, στο άρθρο 6 παρ. 2 της Eυρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, στο άρθρο 11 παρ. 1 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απορρέει από την αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και από την αρχή του κράτους δικαίου, αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις αρχές της ποινικής δίκης και, ταυτόχρονα, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της γενικής επιταγής της δίκαιης δίκης. Πρόσφατα το τεκμήριο αθωότητας απέκτησε και κανονιστική ισχύ, δεδομένου ότι με την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ με τον Ν. 4596/2019 προστέθηκε στον παλαιό ΚΠΔ το άρθρο 72Α και το άρθρο 177Α ΚΠΔ. Το τεκμήριο αθωότητας λειτουργεί ως διαδικαστική εγγύηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και ταυτόχρονα ως δικονομικό υπερασπιστικό του δικαίωμα.
Περαιτέρω, το τεκμήριο αθωότητας συνδέεται με τη συνταγματική αρχή της ενοχής, σύμφωνα με την οποία απαγορεύε
Σελ. 1298 ται η επιβολή οποιασδήποτε ποινής χωρίς την προηγούμενη απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που έχει διεξαχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους. Η νόμιμη απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι η καταδίκη σύμφωνη με το τεκμήριο. Σημειώνεται ότι η καθιέρωση αμάχητων τεκμηρίων απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ, για τον λόγο ότι δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να επικαλεστεί αποδεικτικά μέσα, από τα οποία θα προέκυπτε η αθωότητά του.

Το πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας καταλαμβάνει, καταρχήν, τους δικαστές, τους εισαγγελείς, αλλά και τον νομοθέτη, ο οποίος υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνει θετικά μέτρα προς αποτροπή φαινομένων περιφρόνησης του τεκμηρίου από δημόσιες συμπεριφορές που προεξοφλούν την ενοχή κάποιου. Επίσης, από το τεκμήριο δεσμεύονται και οι δημόσιοι αξιωματούχοι, δηλαδή οι λειτουργοί της κυβέρνησης ή της διοίκησης, όπως για παράδειγμα ο πρωθυπουργός, οι υπουργοί, υφυπουργοί και οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι.
Τέλος, στο τεκμήριο αθωότητας εμπεριέχονται -μεταξύ άλλων- και οι ακόλουθες βασικές παραδοχές: Πρώτον, δεν μπορεί να επέλθει καταδίκη ή να επιβληθεί οποιαδήποτε ποινική κύρωση, αν δεν προηγηθεί η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία. Δεύτερον, τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και ο ύποπτος έχουν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 104 ΚΠΔ, το δικαίωμα στη σιωπή και το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση. Τρίτον, στην ποινική διαδικασία δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο απόδειξης η αθωότητα του κατηγορουμένου. Τέταρτον, οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ενοχής λειτουργεί μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου.
1.2. Τεκμήριο αθωότητας και αρχή in dubio pro reo
Στο τεκμήριο αθωότητας θεμελιώνεται η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο σε περίπτωση αμφιβολίας αποφαίνεται υπέρ του κατηγορουμένου. Η αρχή in dubio pro reo, η οποία δεν ταυτίζεται απόλυτα με το τεκμήριο αθωότητας, κατοχυρώνεται στο άρθρο 178 παρ. 3 ΚΠΔ, προστατεύει τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τον ύποπτο και εφαρμόζεται κατά τη διερεύνηση όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Σε περίπτωση που υφίσταται οποιαδήποτε, όπως με σαφήνεια προκύπτει από τη διατύπωση της ως άνω διάταξης, αμφιβολία σχετικά με το εάν έχει πραγματωθεί το σύνολο των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης ή σχετικά με το αν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, πρέπει να εκδίδεται αθωωτική απόφαση.

Η αρχή in dubio pro reo ισχύει και για τις αρνητικές προϋποθέσεις του ποινικού κολασμού, όπως για παράδειγμα για την ανυπαρξία λόγων άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού ή για την ανυπαρξία λόγων εξάλειψης του αξιοποίνου. Υπ’ αυτήν την έννοια, οποιαδήποτε αμφιβολία των δικαστικών αρχών αναφορικά με την τέλεση της πράξης σε κατάσταση άμυνας ή ανάγκης ή στο μέτρο που αφορά τη συνδρομή ή μη κάποιου λόγου εξάλειψης του αξιοποίνου, οδηγεί σε απαλλακτική για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο απόφαση. Αντίστοιχα, σε περίπτωση που υπάρχει αμφιβολία ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την χορήγηση ελαφρυντικού, θα πρέπει να αναγνωρίζεται το ελαφρυντικό στον κατηγορούμενο. Τέλος, η ύπαρξη αμφιβολίας, σχετικά με την ικανότητα του δράστη για καταλογισμό θα πρέπει να οδηγεί στην παραδοχή ότι εκείνος είναι ανίκανος για καταλογισμό.

1.3. Η διάρκεια ισχύος του τεκμηρίου αθωότητας
Το υπό εξέταση τεκμήριο καταλαμβάνει χρονικά όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, καθότι ενεργοποιείται από τη στιγμή που ο ύποπτος καλείται να παράσχει ανωμοτί εξηγήσεις στην προκαταρκτική εξέταση και εξακολουθεί να διαρκεί μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαιοδοτικής κρίσης. Ταυτόχρονα, διασφαλίζει και ότι άτομα που έχουν απαλλαγεί από την ποινική δίωξη ή που για οποιονδήποτε λόγο έχει παύσει η ποινική διαδικασία σε βάρος τους, δεν αντιμετωπίζονται από δημόσιους αξιωματούχους και αρχές σαν να είναι ένοχοι για
Σελ. 1299 την αξιόποινη πράξη που επιχειρήθηκε να τους αποδοθεί. Εξάλλου, εάν ο σεβασμός της απόφασης ή της διάταξης, με την οποία παύει η ποινική δίωξη δεν ρυθμιζόταν από το τεκμήριο αθωότητας, οι εγγυήσεις της δίκαιης δίκης θα ήταν γράμμα κενό. Στις περιπτώσεις αυτές, το τεκμήριο αθωότητας έχει ήδη εφαρμοστεί ως διαδικαστική εγγύηση στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, προκειμένου να αποφευχθεί η άδικη καταδίκη. Αναφορικά δε με το στάδιο που ακολουθεί την ολοκλήρωση, σύμφωνα με τα παραπάνω, της ποινικής διαδικασίας, εκείνο που επί της ουσίας προστατεύεται από το τεκμήριο αθωότητας είναι η φήμη, η τιμή και η υπόληψη του ατόμου και ο τρόπος με τον οποίο το κοινό αντιμετωπίζει το άτομο αυτό.
2. Το τεκμήριο αθωότητας υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΕΔΔΑ
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προβαίνοντας σε αυθεντική ερμηνεία του τεκμηρίου αθωότητας, δέχεται ότι αυτό έχει διττή νομική φύση. Συγκεκριμένα, γίνεται δεκτό από το παραπάνω δικαστήριο ότι το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί μια δικονομική εγγύηση στο πλαίσιο της ίδιας ποινικής διαδικασίας. Υπ’ αυτήν την έννοια το επίμαχο τεκμήριο επιβάλλει όρους σχετικά με το βάρος απόδειξης, τα δικαστικά και νομικά τεκμήρια, το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση, τη διατύπωση από τον δικαστή της ουσίας και από κάθε άλλη αρχή πρόωρων δημοσίων δηλώσεων ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και τη δημοσιότητα της διαδικασίας. Ταυτόχρονα, όμως, γίνεται δεκτό ότι συνιστά και ένα υποκειμενικό δικονομικό δικαίωμα του κατηγορουμένου, το οποίο σκοπό έχει να εμποδίσει την αντιμετώπιση ανθρώπων που αθωώθηκαν ή που έπαυσε η εναντίον τους ασκηθείσα ποινική δίωξη από άλλες δημόσιες αρχές ή όργανα, σαν να ήταν ένοχοι για την πράξη που επιχειρήθηκε να τους αποδοθεί. Με τον τρόπο τούτο, εκείνο που προστατεύεται κυρίως είναι η τιμή και η αξιοπρέπεια του κατηγορουμένου. Εξάλλου, αν δεν διασφαλιζόταν το κύρος μιας αθωωτικής απόφασης σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, αυτό καθ’ εαυτό το τεκμήριο αθωότητας θα ήταν, σε τελική ανάλυση, άνευ περιεχομένου.

Το ΕΔΔΑ δέχεται ότι το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται όταν, χωρίς προηγουμένως να έχει αποδειχθεί νόμιμα η ενοχή του κατηγορουμένου, άρα κατά μείζονα λόγο του υπόπτου, μια δικαστική απόφαση ή μια δήλωση ενός δημόσιου αξιωματούχου που τον αφορά, υιοθετεί την άποψη ότι αυτός είναι ένοχος. Παραβίαση του υπό εξέταση τεκμηρίου επέρχεται και στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει επίσημη παραδοχή, πλην όμως από το σκεπτικό της δικαστικής απόφασης συνάγεται ότι το δικαστήριο θεωρεί τον κατηγορούμενο ένοχο. Αντίστοιχα, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας διαπιστώ
Σελ. 1300 νεται και όταν δεν αμφισβητείται ευθέως η αθωότητα κάποιου με τη δήλωση ενός δημοσίου αξιωματούχου, αλλά προκύπτει από το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής ότι εκείνος θεωρεί το συγκεκριμένο πρόσωπο ένοχο. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η κατάφαση ή μη της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας από τη δήλωση δημοσίου αξιωματούχου εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα.

Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στις περιπτώσεις που το αστικό δικαστήριο διερευνά την ύπαρξη υποχρέωσης για καταβολή αποζημίωσης λόγω τέλεσης αδικοπραξίας, σε χρόνο που από την ποινική διαδικασία έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ένοχος της αξιόποινης πράξης που του αποδόθηκε και η οποία (αδικοπραξία) θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά. Το ΕΔΔΑ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο εκείνος που αθωώθηκε να κληθεί να καταβάλει αποζημίωση για την ίδια πράξη, πλην όμως η απόφαση του αστικού ­δικαστηρίου δεν θα πρέπει να κάνει δεκτό ότι η αξιόποινη αυτή πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί αθωωτική απόφαση, τελέστηκε από τον κατηγορούμενο. Το ως άνω δικαστήριο ­δίνει μεγάλη σημασία στον τρόπο με τον οποίο διατυπώνεται το σκεπτικό της υπό εξέταση απόφασης του αστικού δικαστηρίου.

Ενόψει των ανωτέρω, το τεκμήριο αθωότητας δεσμεύει τα όργανα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης αναπτύσσοντας μια εσωτερική λειτουργία, με δύο επιμέρους πτυχές. Η μια πτυχή, προσανατολισμένη στην αρχή της ενοχής, οριοθετεί τη συμπεριφορά των οργάνων απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, υποχρεώνοντάς τα να συνυπολογίζουν πάντοτε το ενδεχόμενο αθώωσης του ελεγχόμενου προσώπου, ακόμη και αν τη δεδομένη χρονική στιγμή τα σε βάρος του αποδεικτικά στοιχεία είναι σοβαρά. Υπ’ αυτήν την έννοια, οφείλουν να αντιμετωπίζουν με αντικειμενικότητα και αμεροληψία τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου. Η δεύτερη πτυχή της συγκεκριμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας συνιστά έναν κανόνα λήψης της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κανόνας αυτός ρυθμίζει τα ειδικότερα ζητήματα του δικαίου της ποινικής απόδειξης, όπως το βάρος και το μέτρο απόδειξης της ενοχής.

Περαιτέρω, το τεκμήριο αθωότητας έχει και μια εξωτερική όψη, η οποία αποβλέπει κατά κύριο λόγο, όπως αναφέρθηκε, στην προστασία της υπόληψης του προσώπου του κατηγορουμένου. Υπ’ αυτήν την έννοια, γίνεται δεκτό από τη νομολογία του ΕΔΔΑ ότι το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται όταν γίνονται δηλώσεις δημοσίων λειτουργών σε βάρος ενός προσώπου, που καταφάσκουν την ενοχή του πριν από την απόδειξή της σύμφωνα με την νόμιμη διαδικασία. Η συγκεκριμένη λειτουργία του τεκμηρίου καταλαμβάνει και ένα μέρος της εσωτερικής του λειτουργίας, αφού προστατεύει τον κατηγορούμενο από δύο ειδών δηλώσεις δημοσίων λειτουργών. Αφενός μεν από δηλώσεις και αποφάσεις δικαστικών λειτουργών, που διατυπώνονται κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους και περιλαμβάνουν μια ανεπίτρεπτη απόδοση ποινικής ενοχής. Τούτο μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, όταν στο σκεπτικό ενός βουλεύματος με το οποίο παρατείνεται η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου αναφέρεται ότι εκείνος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται ή όταν στο σκεπτικό του βουλεύματος, με το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο προεξοφλείται η ενοχή του. Αφετέρου δε από δηλώσεις δημοσίων αξιωματούχων, όπως για παράδειγμα υπουργών ή κυβερνητικών εκπροσώπων, καθώς επίσης και των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών, που γίνονται προς το κοινό ή εκφέρονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και δεν σχετίζονται με την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας καθ’ εαυτή.
Συνεπώς, το ΕΔΔΑ φαίνεται ότι κινείται προς την κατεύθυνση της διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και κατ’ επέκταση αποδέχεται μια διευρυμένη λειτουργία του τεκμηρίου αθωότητας. Το πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας δεν περιορίζεται στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, αλλά καταλαμβάνει και οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης. Έτσι, το δικαιοδοτικό όργανο που εξετάζει, μετά από την έκδοση αθωωτικής απόφασης από το ποινικό δικαστήριο, τα ίδια πραγματικά περιστατικά, δεν μπορεί να διαλάβει παραδοχή από την οποία να προκύπτει ότι θέτει σε αμφισβήτηση την αθώωση του κατηγορουμένου.
3. Τεκμήριο αθωότητας και απόδειξη
3.1. Η ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ στον ΚΠΔ
Η Οδηγία 2016/343/ΕΕ «για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας», (στο εξής «Οδηγία») έχει ως στόχο την ενίσχυση του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη. Η έκδοση της Οδηγίας κρίθηκε αναγκαία, προκειμένου να θεσπιστούν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κοινοί ελάχιστοι κανόνες για την προστασία των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων και των κατηγορουμένων, με περαιτέρω σκοπό την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των κρατών μελών στα συστήματα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών και τελικό στόχο τη διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις.
Η Οδηγία ενσωματώθηκε στο ημεδαπό δίκαιο με τον Ν. 4596/2019. Με το άρθρο 6 Ν. 4596/2019 προστέθηκε το άρθρο 72Α στον ΠΚΠΔ, με τίτλο «τεκμήριο αθωότητας» και με το άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 4596/2019 προστέθηκε το άρθρο 177Α στον ΠΚΠΔ, το οποίο είχε τίτλο «Βάρος απόδειξης». Στο άρθρο 178 παρ. 2 ΝΚΠΔ, με τίτλο «Αποδεικτικά μέσα – Βάρος απόδειξης», βρίσκει σήμερα έρεισμα η αρχή αναζήτησης της ουσιαστικής
Σελ. 1301 αλήθειας. Περαιτέρω, το τεκμήριο αθωότητας μετά την ψήφιση του Ν. 4620/2019 κατοχυρώνεται κανονιστικά στο άρθρο 71 ΝΚΠΔ, στο οποίο προβλέπεται ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο. Κατ’ εφαρμογή του εν λόγω τεκμηρίου, ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την αθωότητά του και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου.

Ωστόσο, στο μέτρο που αφορά τις αθωωτικές αποφάσεις, στη νομολογία του Αρείου Πάγου επικρατεί η άποψη ότι η αθωωτική απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας είτε όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της κρίσης του για τα πράγματα.

3.2. Τεκμήριο αθωότητας και βάρος απόδειξης στην ποινική δίκη
Στο άρθρο 178 παρ. 3 ΚΠΔ ορίζεται ότι οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ενοχής είναι προς όφελος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου. Η αξιολόγηση οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου για τον σχηματισμό πεποίθησης του δικαστή είναι επιτρεπτή αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠΔ, να μην έχει αποκτηθεί αυτό με αξιόποινη πράξη ή μέσω αξιόποινης πράξης. Η αναφερόμενη απαγόρευση αξιοποίησης οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου έχει αποκτηθεί με αξιόποινη πράξη ή μέσω τέτοιας, εισάγει εξαίρεση στον κανόνα της αρχής της ηθικής απόδειξης.

Η δυνατότητα αξιοποίησης του αποδεικτικού μέσου εξαρτάται από το αν κατά την απόκτησή του παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ποινική διάταξη. Τυχόν παραβίαση άλλου κανόνα δικαίου φαίνεται ότι κατ’ επιλογή του νομοθέτη δεν προκαλεί
Σελ. 1302απαγόρευση αξιοποίησης του αποδεικτικού μέσου. Έτσι, με τη συγκεκριμένη διάταξη διαφοροποιείται η απαγόρευση απόκτησης αποδεικτικού μέσου από την απαγόρευση αξιοποίησής του. Η απόκτηση αποδεικτικού υλικού με αξιόποινη συμπεριφορά οδηγεί στην απαγόρευση αξιοποίησής του. Ωστόσο, πειθαρχική παράβαση στην οποία ενδέχεται να υποπέσει το διωκτικό όργανο κατά τη συλλογή του αποδεικτικού υλικού, ενεργοποιεί την πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του, αλλά δεν προκαλεί αυτομάτως απαγόρευση αξιοποίησης του υλικού που συγκεντρώθηκε. Η απαγόρευση αξιοποίησης αποδεικτικού μέσου σύμφωνα με τα παραπάνω έχει γενικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι δεν περιορίζεται στην παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα απόκτησης αποδείξεων, αλλά καταλαμβάνει οποιαδήποτε περίπτωση αξιόποινης απόκτησής τους.
Η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων ή αρχή της ηθικής απόδειξης stricto sensu παρέχει στον ποινικό δικαστή τη δυνατότητα να εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που τίθενται υπόψη του, χωρίς νομικές δεσμεύσεις. Βέβαια, η μη δέσμευση του ποινικού δικαστή από οποιονδήποτε νομικό κανόνα κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που εισφέρονται στη διαδικασία δημιουργεί κίνδυνο διολίσθησης στην αυθαιρεσία. Μολονότι η δικαστική πεποίθηση είναι σε κάποιον βαθμό υποκειμενική, η εξ ολοκλήρου ενδόμυχη πεποίθηση δεν είναι αρκετή. Η δικαιοδοτική κρίση οφείλει να είναι και εξωστρεφής, δηλαδή να βασίζεται σε λογική εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων επαρκών τόσο από ποιοτικής, όσο και από ποσοτικής άποψης, ώστε να πείθει αντικειμενικά. Ο παραπάνω κίνδυνος της δικαστικής αυθαιρεσίας αντιμετωπίζεται με την υποχρέωση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων και με τον θεσμό των αποδεικτικών απαγορεύσεων.
Περαιτέρω, στα άρθρα 178 και 239 ΚΠΔ βρίσκει έρεισμα η αρχή αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας. Ειδικότερα, στο άρθρο 178 παρ. 2 εδάφ. α΄ ΚΠΔ προβλέπεται ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου, καθώς επίσης και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Η υπό εξέταση αρχή υπαγορεύει την υποχρέωση του ποινικού δικαστή να ανακαλύψει τους αληθινούς δράστες των τελούμενων εγκλημάτων. Χρήσιμη, για την κατανόηση της υπό εξέταση αρχής, είναι η αντιπαραβολή της με την αντίθετη αρχή, δηλαδή εκείνην της αναζήτησης της τυπικής αλήθειας που διέπει την αστική δίκη.
Έτσι, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας που ακολουθείται για την ανεύρεση της τυπικής αλήθειας, η έναρξη και κατάργηση της δίκης, η συλλογή του αποδεικτικού υλικού και η προώθηση της διαδικασίας από το ένα στάδιο στο επόμενο ανήκει στην πρωτοβουλία των διαδίκων. Αυτό έχει ως συνέπεια η τελική κρίση του δικαστή να μην ανταποκρίνεται πάντοτε στην πραγματική εικόνα των πραγμάτων, αλλά να αποτυπώνει εκείνα τα οποία μπόρεσαν ή ήθελαν να προσκομίσουν οι διάδικοι. Αντίθετα, όταν το ζητούμενο είναι η εύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, η εξουσία κατάργησης της δίκης, η συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού και η προώθηση της δίκης από το ένα στάδιο στο επόμενο πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά από τους δημόσιους φορείς της ποινικής λειτουργίας, δηλαδή από τον εισαγγελέα, τον ανακριτή, τα δικαστικά συμβούλια και το δικαστήριο, ανεξάρτητα από τις αιτήσεις και προτάσεις των διαδίκων.

Στο άρθρο 178 παρ. 2 εδάφ. β΄ και γ΄ ΚΠΔ, αλλά και στο άρθρο 239 παρ. 2 ΚΠΔ, αποτυπώνεται η αρχή της αυτεπάγγελτης συγκέντρωσης του αποδεικτικού υλικού, η οποία απορρέει από την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 239 παρ. 2 ΚΠΔ δεν περιορίζεται μόνο στο στάδιο της ανάκρισης, αλλά καταλαμβάνει και εκείνο της ακροαματικής διαδικασίας. Τούτο διότι τόσο στην προδικασία, όσο και στην κύρια διαδικασία, εκείνο που επιδιώκεται είναι καταρχήν η αυτεπάγγελτη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού, χωρίς να απαιτείται η υποβολή αίτησης ή πρότασης από κάποιον από τους διαδίκους και χωρίς το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο που χειρίζεται την υπόθεση να δεσμεύεται από τυχόν αιτήματα ή προτάσεις των διαδίκων. Οι παραπάνω παραδοχές, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του τεκμηρίου αθωότητας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ενδεχόμενη αδυναμία του δικαστηρίου να συγκεντρώσει το απαραίτητο αποδεικτικό υλικό και η δημιουργούμενη αμφιβολία του σχετικά με την τέλεση ή μη της διερευνώμενης αξιόποινης πράξης και με την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου οδηγεί στην αθώωσή του και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαστική ήττα.
Στο σημείο τούτο θα πρέπει ιδιαιτέρως να επισημανθεί ότι από τη γραμματική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 178 παρ. 2 εδάφ. β΄ και γ΄ ΚΠΔ προκύπτει ότι οι έννοιες «στοιχείο» και «αποδεικτικό στοιχείο» δεν είναι ταυτόσημες. Τούτο συμβαίνει διότι αμέσως μετά, στην ίδια διάταξη, γίνεται ρητή και αυτοτελής αναφορά σε «αποδεικτικό στοιχείο». Η επανάληψη, όμως, του ίδιου όρου με χρήση διαφορετικής λέξης θα ήταν περιττή και ως εκ τούτου ο όρος «στοιχείο» έχει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που έχει ο όρος «αποδεικτικό στοιχείο». Έτσι, ως «στοιχείο» νοείται κάθε ισχυρισμός ή επιχείρημα που προβάλει ο κατηγορούμενος ή ο ύποπτος. Περαιτέρω, η υποχρέωση του δικαστή να ερευνά με επιμέλεια κάθε «στοιχείο» ή «αποδεικτικό στοιχείο» που επικαλείται υπέρ του ο κατηγορούμενος αφορά αφενός τη διερεύνηση της υπόθεσης με σκοπό την ανακάλυψη νέων αποδεικτικών στοιχείων, σχετιζόμενων με την υπόθεση, αφετέρου τη μελέτη των δεδομένων και των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συγκεντρωθεί με σκοπό την ολόπλευρη έρευνά της. Η μόνη προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει για να ενεργοποιηθεί η ως άνω υποχρέωση του δικαστή και του εισαγγελέα για έρευνα των επικαλούμενων από τον κατηγορούμενο και τον ύποπτο στοιχείων, είναι τα στοιχεία αυτά να χρησιμεύουν για την εξακρίβωση της αλήθειας.

Σελ. 1303 Συνεπώς, το τεκμήριο αθωότητας, ιδίως όπως αυτό αποτυπώνεται στην αρχή in dubio pro reo, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αρχής αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στην ποινική διαδικασία δεν νοείται βάρος απόδειξης και κυρίως ότι ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος δεν έχουν το βάρος να αποδείξουν την αθωότητά τους.

4. Αιτιολογία δικαστικών αποφάσεων
Η αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων συνιστά ουσιώδη πτυχή του ίδιου του κράτους δικαίου και απαραίτητο στοιχείο για τη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης. Τούτο διότι οι αποφάσεις εκδίδονται για λογαριασμό του κυρίαρχου λαού, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 Σ και κατ’ επέκταση δεν μπορούν να αποτελούν προσωπική υπόθεση του δικαστή, ούτε, κατά μείζονα λόγο, να εξαντλούνται σε αυθαίρετες φράσεις. Η ενδόμυχη πεποίθηση του δικαστή από εσωτερική – υποκειμενική κριτική στάση εξελίσσεται σε μια εξωστρεφή συλλογιστική αλληλουχία επιχειρημάτων μέσω της αιτιολογίας της απόφασης. Υπ’ αυτήν την έννοια, η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να αποδίδει την απόφαση του δικαστή και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αυτή σχηματίσθηκε.

Η αιτιολογία συνιστά αναγκαίο σύστοιχο της ηθικής απόδειξης. Η υποχρέωση για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων απορρέει τόσο από το άρθρο 93 παρ. 3 Σ, όσο και από το άρθρο 139 ΚΠΔ. Η δικανική πεποίθηση πρέπει να είναι αιτιολογημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν ο κατηγορούμενος, ο υποστηρίζων την κατηγορία, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, κάθε ενδιαφερόμενος τρίτος και ο ανώτερος δικαστής που θα κληθεί να ελέγξει την προσβαλλόμενη απόφαση, να παρακολουθήσουν και να κατανοήσουν τη συλλογιστική πορεία που προηγήθηκε. Μόνο μέσω της αιτιολογίας μπορούν να ελεγχθούν τα πραγματικά περιστατικά που είχε υπόψη του ο δικαστής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί που ακολουθήθηκαν, προκειμένου να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση.
Η αιτιολόγηση του σχηματισμού δικανικής πεποίθησης περί της ενοχής του κατηγορουμένου θα πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης, να περιλαμβάνει τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν. Επίσης, θα πρέπει να γίνεται στην απόφαση διεξοδική και κατά περιεχόμενο, όχι μόνο κατ’ είδος, αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα κρίσιμα περιστατικά. Εξάλλου, σωστή αιτιολογία της ποινικής απόφασης σημαίνει πρωτίστως σωστή αιτιολόγηση της ποινικής απόδειξης. Επιπρόσθετα, αναγκαίο είναι να διατυπώνονται οι συλλογισμοί σε σχέση με επιχειρήματα κατά και υπέρ του κατηγορουμένου, ενώ σε περίπτωση που η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον σχετικό κυρωτικό κανόνα υπόκειται σε αμφισβητήσεις, θα πρέπει να αναφέρονται οι νομικοί λόγοι για την προκριθείσα νομική επιλογή.

Ωστόσο, η νομολογία αρκείται στη με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αναφορά των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, στη μνεία των αποδείξεων από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και στη διατύπωση σκέψεων
Σελ. 1304 και συλλογισμών, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, γίνεται πάγια δεκτό ότι είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, για τον λόγο ότι εκλαμβάνονται ως ένα ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ’ είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί, δηλαδή, να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

5. Το τεκμήριο αθωότητας υπό το πρίσμα της νομολογίας του Αρείου Πάγου
Η νομολογία μας εξετάζει το ενδεχόμενο παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας υπό το πρίσμα των αναιρετικών λόγων αφενός της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παραβίασης υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου, αφετέρου της έλλειψης αιτιολογίας. Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις έχει γίνει δεκτό από το ακυρωτικό δικαστήριο ότι παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας επειδή το δικαστήριο της ουσίας, αν και δέχτηκε ότι υπήρξαν ορισμένες αμφιβολίες σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, τελικά εξέδωσε καταδικαστική απόφαση παραβιάζοντας την αρχή in dubio pro reo. Στις περιπτώσεις αυτές γίνεται δεκτό από τον Άρειο Πάγο ότι θεμελιώνονται οι αναιρετικοί λόγοι της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και της έλλειψης αιτιολογίας. Επίσης, εάν το εφετείο που δικάζει την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, αξιολογήσει την πορεία άλλης ποινικής υπόθεσης σε βάρος του ίδιου κατηγορουμένου για άλλη κατηγορία, επί της οποίας δεν έχει υπάρξει ακόμη ούτε παραπεμπτικό βούλευμα, προκειμένου να θεμελιώσει την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο του κατηγορουμένου για τη δικαζόμενη πράξη, παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας και προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να γίνει ειδική αναφορά στη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 6 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 2 Ν. 4908/2022 και στην οποία προβλέπεται ότι σε περιπτώσεις καταδίκης για αξιόποινες πράξεις του άρθρου 187 ΠΚ, αλλά και για τα συναφή αδικήματα που συνεκδικάστηκαν με την ίδια απόφαση, η ποινή δεν αναστέλλεται, ούτε μετατρέπεται, ενώ η τυχόν ασκηθείσα έφεση δεν έχει αναστέλλουσα ισχύ. Πρόσφατα εξετάστηκε από δικαστήριο ουσίας το ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 187 παρ. 6 ΠΚ, στο μέτρο που αφορά την ανασταλτική δύναμη της έφεσης και έγινε δεκτό ότι η επίμαχη διάταξη αντίκεται στο τεκμήριο αθωότητας, αλλά και στην αρχή της αναλογικότητας. Έτσι, το ως άνω δικαστήριο κινούμενο στην ορθή κατεύθυνση, κατά την εξέταση της χορήγησης ή μη ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση, εφάρμοσε το άρθρο 497 ΚΠΔ και όχι το άρθρο 187 παρ. 6 ΠΚ.

Περαιτέρω, ζήτημα ανέκυψε αναφορικά με τη δυνατότητα του αστικού δικαστηρίου να υποχρεώσει κάποιον σε καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, μολονότι προηγουμένως ο ίδιος άνθρωπος αθωώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο για την ίδια πράξη. Το ζήτημα αυτό απασχόλησε την ολομέλεια του ακυρωτικού δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι δεν παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας, αν εκείνος που απαλλάχθηκε από το ποινικό δικαστήριο στη συνέχεια υποχρεωθεί με απόφαση του αστικού δικαστηρίου να καταβάλει αποζημίωση για την ίδια πράξη. Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι η αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου είναι προϊόν άλλων, λιγότερο αυστηρών, αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Η δε αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο όταν αποφασίζει σχετικά με το εάν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική, που έχει ήδη εκδοθεί.
Η ολομέλεια του ακυρωτικού έκρινε, ωστόσο, ότι το αστικό δικαστήριο υποχρεούται να λάβει σοβαρά υπόψη του ως ισχυρό τεκμήριο την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, πλην όμως μπορεί να διαφοροποιηθεί από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Έτσι, κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας, το πολιτικό δικαστήριο όταν αποφασίζει σχετικά με το αν τελέστηκε η αδικοπραξία που συνιστά ταυτόχρονα και ποινικό αδίκημα για το οποίο αθωώθηκε ο κατηγορούμενος, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωσή του, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του. Οι παραδοχές της απόφασης του αστικού δικαστηρίου δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης. Συνακόλουθα, το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι διερευνά πέρα από την ύπαρξη ή μη αστικών αξιώσεων και την τέλεση του ποινικού αδικήματος.
5.1. Η κατασκευή των «αυτοτελών ισχυρισμών» και η διακρίνουσα αντιμετώπισή τους από τη νομολογία σε σχέση με τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς
«Αυτοτελής» είναι, σύμφωνα με τη νομολογία, ο ισχυρισμός που τείνει στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας καταλογισμού ή στη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξηςΣελ. 1305 ή στη μείωση της ποινής. Οι προϋποθέσεις που έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά για να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει ειδικά και αιτιολογημένα στους ως άνω ισχυρισμούς είναι: Πρώτον, να έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνο η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει. Δεύτερον, να αποδεικνύεται η πρότασή τους και η περαιτέρω προφορική ανάπτυξή τους από τα οικεία πρακτικά. Έτσι, είναι γνωστό ότι ο ισχυρισμός περί αναγνώρισης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 ΠΚ χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής από τη νομολογία, αλλά η απλή δήλωση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του ότι πρέπει να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο κάποιο ελαφρυντικό, αν δεν συνοδεύεται από επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, εκλαμβάνεται ως αόριστη και δεν παράγει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του.

Στη νομολογία κρατούσα είναι η άποψη ότι θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα από το δικαστήριο της ουσίας μόνο η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Εάν ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου εκλαμβάνεται ως αρνητικός της κατηγορίας, για τον λόγο ότι δεν συντρέχει κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία που συνθέτουν τον ορισμό του «αυτοτελούς ισχυρισμού» και ορίζουν τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης της υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει ειδικά και αιτιολογημένα σε αυτόν, δεν θεμελιώνεται υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή του.

Βέβαια, θα πρέπει να επισημανθεί ότι κατά το διάστημα των τελευταίων περίπου επτά ετών έχει γίνει σε ορισμένες περιπτώσεις νομολογιακά δεκτή και η αντίθετη, και ορθή κατά την άποψή μας, άποψη ότι θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η απόρριψη των αρνητικών και εν γένει υπερασπιστικών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, το τελευταίο διάστημα εκδόθηκαν αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες με επίκληση του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη δέχτηκαν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εκδίδει ειδικά αιτιολογημένη απόφαση και στις περιπτώσεις που απορρίπτει αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Για την άρνηση, όμως, της κατηγορίας αρκεί η προφορική ανάπτυξη και καταχώρισή της στα πρακτικά και δεν απαιτείται η συνδρομή των προαναφερθέντων προϋποθέσεων που, σύμφωνα με την άποψη που εξακολουθεί να επικρατεί στη νομολογία, πρέπει να συντρέχουν για την υποβολή των αυτοτελών ισχυρισμών.
Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι μέσω της κατασκευής των «αυτοτελών ισχυρισμών» εισάγεται μια ιδιότυπη, αλλά και επιλεκτική μορφή ακυρωτικού ελέγχου της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας.
5.2. Κριτική προσέγγιση της αναιτιολόγητης απόρριψης των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών
Η κρατούσα στη νομολογία άποψη ότι πρέπει να αιτιολογείται ειδικά μόνο η απόρριψη των «αυτοτελών ισχυρισμών» και όχι των αρνητικών της κατηγορίας ή των εν γένει υπερασπιστικών ισχυρισμών του κατηγορουμένου ορθά επικρίνεται από την επιστήμη, με βασικό επιχείρημα ότι συνιστά άτοπη μεταφορά μεγεθών του αστικού δικονομικού δικαίου στον χώρο της ποινικής δίκης. Εξάλλου, η παραπάνω άποψη δεν έχει κάποιο νομοθετικό έρεισμα, ούτε είναι συμβατή με την υποχρέωση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης όλων ανεξαιρέτως των δικαστικών αποφάσεων. Επίσης, η υποχρέωση του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του και να απαντήσει στους ισχυ
Σελ. 1306 ρισμούς του κατηγορουμένου απορρέει και από το άρθρο 20 παρ. 1 Σ.

Περαιτέρω, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της ποινικής δίκης δεν θα πρέπει να ταυτίζονται με τις ενστάσεις της πολιτικής δίκης, οι οποίες κατ’ άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να περιέχουν ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Και τούτο πρωτίστως διότι, ενώ στην πολιτική δίκη το ζητούμενο είναι η αναζήτηση της τυπικής αλήθειας, στην ποινική δίκη εκείνο που επιδιώκεται είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας.

Επιπρόσθετα, το άρθρο 71 ΚΠΔ, στο οποίο όπως αναφέρθηκε κατοχυρώνεται κανονιστικά το τεκμήριο αθωότητας, συνδέεται άμεσα με το άρθρο 178 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ. Με τις διατάξεις των συγκεκριμένων παραγράφων του άρθρου 178 ΚΠΔ τίθενται οι όροι ενεργοποίησης της ερευνητικής διαδικασίας των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών και ορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Επιπλέον, καθιερώνεται η υποχρέωση των επίμαχων δικαστικών προσώπων να λαμβάνουν υπόψη και να θέτουν στο επίκεντρο της κρίσης τους όχι μόνο τους «αυτοτελείς ισχυρισμούς», αλλά και κάθε άλλο ισχυρισμό ή επιχείρημα του κατηγορουμένου ή του υπόπτου που μπορεί να επηρεάσει τη δικαστική κρίση.

Ακόμη, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 239 παρ. 2 ΚΠΔ καταλαμβάνει, πέρα από την ανάκριση, και την ακροαματική διαδικασία, στο μέτρο που επιδιώκεται και στα δύο στάδια της ποινικής διαδικασίας η συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού. Έτσι, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να συγκεντρώσει αυτεπάγγελτα το αποδεικτικό υλικό, χωρίς να εξαρτάται ή να καθορίζεται η συγκεκριμένη αρμοδιότητά του από την υποβολή αιτήσεων ή προτάσεων από τους διαδίκους και ασφαλώς χωρίς να δεσμεύεται από αυτές.
Σε συνδυασμό με τα ανωτέρω επισημαίνεται ότι, όπως ορθά υποστηρίζεται, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί παρά τον prima facie ορισμό τους από το ακυρωτικό δικαστήριο και τη θεωρητική τους σύλληψη, δεν είναι μόνο νομικά, αλλά και εμπειρικά επιχειρήματα. Υπ’ αυτήν την έννοια, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί ανήκουν στην ίδια κατηγορία επιχειρημάτων με τα αρνητικά της κατηγορίας επιχειρήματα.

Τέλος, τονίζεται ότι στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4596/2019 έχει αποτυπωθεί με απόλυτη σαφήνεια η βούληση του νομοθέτη να εγκαταλειφθεί η νομολογιακή κατασκευή των αυτοτελών ισχυρισμών, κυρίως για τον λόγο ότι κινείται στο όριο της απαγορευμένης μετάθεσης του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο. Έτσι, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται υπέρ του, εφόσον επικαλεστεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του δεν είναι υποχρεωμένος να τα αποδείξει, αλλά το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως τα αποδεικτικά μέσα που τον αποδεικνύουν ή που τον καταρρίπτουν.

6. Συμπεράσματα
Το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί κεντρικό πυλώνα του κράτους δικαίου και της αρχής προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Η θεωρία, αλλά και το ΕΔΔΑ, προβαίνουν σε μια διασταλτική ερμηνεία τόσο του πεδίου εφαρμογής του, όσο και του τρόπου λειτουργίας του. Μια από τις βασικές εκφάνσεις του τεκμηρίου αθωότητας αποτυπώνεται στην παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος και ο ύποπτος δεν έχουν το βάρος να αποδείξουν την αθωότητά τους. Κατ’ επέκταση, δεν υποχρεούνται να αποδείξουν τη βασιμότητα των υπερασπιστικών τους ισχυρισμών. Εξάλλου, οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με την ενοχή είναι προς όφελος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου και ως εκ τούτου δεν νοείται η έκδοση καταδικαστικής απόφασης, επειδή ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να αποδείξει την αθωότητά του.
Η άποψη ότι πέρα από την επίκληση των πραγματικών περιστατικών στα οποία θεμελιώνονται οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου (κατά κύριο λόγο η άρνηση της κατηγορίας), απαιτείται και η απόδειξη των περιστατικών που στηρίζουν τον εκάστοτε ισχυρισμό του κατηγορουμένου, δεν είναι συμβατή με την Οδηγία 2016/343/ΕΕ, ούτε με θεμελιώδεις αρχές της ποινικής δίκης, όπως εκείνη της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας. Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναζητά και να ερευνά όλους τους ισχυρισμούς που προβάλει ο κατηγορούμενος. Υπ’ αυτήν την έννοια, δεν έχει κάποιο έρεισμα η διαφοροποίηση της αντιμετώπισης των αυτοτελών ισχυρισμών από τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Συνεπώς, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η κατασκευή των αυτοτελών ισχυρισμών και να παγιωθεί η άποψη ότι για την απόρριψη οποιουδήποτε ισχυρισμού του κατηγορουμένου, με τον οποίο γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών και ο οποίος (ισχυρισμός) είναι χρήσιμος για την εξακρίβωση της αλήθειας της δικαζόμενης υπόθεσης απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ανεξάρτητα από το αν αυτός προβάλλεται με τρόπο σαφή και ορισμένο ή όχι.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα