Περίληψη

Το Bitcoin αποτελεί – αν όχι το πρώτο – σίγουρα το πιο διαδεδομένο κρυπτονόμισμα με αποτέλεσμα όχι μόνο να είναι το πιο οικείο, αλλά και διαφορές που το αφορούν να έχουν κριθεί ήδη από δικαστήρια, από τις αποφάσεις των οποίων εξάγονται ενδιαφέροντα πορίσματα σχετικά με τη νομική του αντιμετώπιση. Γι’ αυτό το λόγο αποτελεί ιδανικό case study, που δύναται να βοηθήσει στον εν γένει νομικό χαρακτηρισμό και μεταχείριση των ενοχών κρυπτονομισμάτων. Συγκεκριμένα η ανώμαλη εξέλιξη μίας ενοχής bitcoin αποτελεί ζήτημα μείζονος ενδιαφέροντος, διότι εν τέλει οι διαφορές που θα καταλήξουν ενώπιον των δικαστηρίων προς κρίση, κατά πάσα πιθανότητα θα προέρχονται από μη εκπλήρωση μίας τέτοιας ενοχής.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Αν και δεν έχουν όλα τα κρυπτονομίσματα την ίδια σύλληψη, ούτε την ίδια δομή και τρόπο λειτουργίας και άρα είναι πιθανό να υπάρχουν και νομικές διαφορές μεταξύ τους, η παρούσα εισήγηση πραγματεύεται την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής κρυπτονομίσματος στο πρότυπο του Bitcoin. Η εισήγηση εστιάζει δε στο γενικό ενοχικό δίκαιο αφήνοντας στην άκρη ιδιαιτερότητες της εκάστοτε σύμβασης, ενώ δε θα αναλύσει ούτε και την ίδια τη νομική φύση του Bitcoin. Συγκεκριμένα θα ασχοληθεί με την αδυναμία παροχής, την υπερημερία οφειλέτη, την υπερημερία δανειστή και την αναγκαστική εκτέλεση απαιτήσεων προς παροχή Bitcoin.
Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι νόμιμο μέσο πληρωμής αποτελεί στην Ελλάδα μόνο το Ευρώ δυνάμει διατάξεων δημοσίου δικαίου, ήτοι δυνάμει του α. 128, παρ. 1, εδ. γ΄ ΣΛΕΕ, α. 10, εδ. β΄ και α. 11, εδ. β΄ κανονισμός (ΕΚ) 974/98. Το Ευρώ είναι δηλαδή στην Ελλάδα το εν στενή εννοία χρήμα ή νόμισμα με την τεχνική του όρου έννοια και άρα το μόνο στο οποίο δίνεται το προνόμιο της λεγόμενης υποχρέωσης αποδοχής του από τους δανειστές. Ακόμα όμως κι αν κάποιο νόμισμα δε συνοδεύεται από την υποχρέωση αποδοχής, διότι δεν χαρακτηρίζεται από την έννομη τάξη ως νόμιμο μέσο πληρωμής (π.χ. το Bitcoin στην Ελλάδα), δεν παύει να αποτελεί χρήμα εν ευρεία εννοία το οποίο μπορεί να αποτελεί αντικείμενο μίας χρηματικής ενοχής και άρα στο οποίο εφαρμόζονται και οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ, οι οποίες προϋποθέτουν χρηματική ενοχή (π.χ. α. 291, 345 ΑΚ).
Η συμφωνία καταβολής Bitcoin αποτελεί χρηματική ενοχή, καθώς το τελευταίο αποτελεί (τουλάχιστον οιονεί) χρήμα εν ευρεία εννοία, διότι επιτελεί ρόλο μέσου ανταλλαγής, μέτρου αξίας των αγαθών, μέσου αποθήκευσης αξίας και μέσου δημιουργίας αξίας. Αμφισβήτηση υπάρχει μόνο περί της ιδιότητας του Bitcoin ως μέσου αποθήκευσης αξίας, αμφισβήτηση όμως ήσσονος σημασίας στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, καθώς ακόμα και όσοι απορρίπτουν το χαρακτηρισμό του Bitcoin ως χρήματος εν ευρεία εν
Σελ. 1387 νοία, δέχονται την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ οι οποίες αφορούν τις χρηματικές ενοχές.

Προκαταρκτικά πρέπει επιπλέον να διευκρινιστεί αν στο Bitcoin μπορεί να έχει συμφωνηθεί η καταβολή νομισμάτων προσδιορισμένων κατά είδος ή γένος, όπως στα συμβατικά νομίσματα. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις δεν έχουμε χρηματική οφειλή, αλλά μία απλή ενοχή πράγματος (Sachschuld), διότι δεν αναλαμβάνει ο οφειλέτης την υποχρέωση προμήθειας του δανειστή με μία αφηρημένη περιουσιακή αξία εκπεφρασμένη σε χρήμα (Wertverschaffungsschuld), αλλά την υποχρέωση προμήθειάς του με ένα συγκεκριμένο (κατά είδος ή γένος ορισμένο) αντικείμενο, όταν ο δανειστής στοχεύει μέσω αυτού στην επένδυση. Στην περίπτωση αυτή η διαμόρφωση της σύμβασης στηρίζεται στην ύλη του νομίσματος και άρα αυτό είναι οπωσδήποτε πράγμα με την τεχνική του όρου έννοια (π.χ. χρυσά νομίσματα). Στην περίπτωση του Bitcoin κάτι τέτοιο δε φαίνεται να νοείται δεδομένου ότι δεν πρόκειται για πράγμα κατά την έννοια του α. 947 ΑΚ, καθώς δεν είναι ενσώματο αγαθό που θα μπορούσε να ενσωματώνει αξία.
Β. Αδυναμία παροχής
I. Φυσική αδυναμία
Όπως έχει ήδη παρατεθεί, η ενοχή του Bitcoin είναι μία χρηματική ενοχή και γι’ αυτό το λόγο η κατ’ α. 335 επ. και 362 επ. ΑΚ αδυναμία παροχής είναι – κατ’ αρχήν τουλάχιστον – αδιανόητη σύμφωνα με την αρχή „πρέπει κανείς να έχει χρήματα“. Παρ’ όλα αυτά στο Bitcoin η αδυναμία υποστηρίζεται, διότι, εφόσον δεν αποτελεί νόμιμο μέσο πληρωμής, δεν αποκλείεται να εξαφανιστεί χωρίς να το διαδεχθεί κάποιο άλλο (π.χ. μετάβαση από δραχμή σε ευρώ). Πάντως αυτό δε σημαίνει ότι είναι και πιθανό κάτι τέτοιο, καθώς ο δημιουργός/οι δημιουργοί του Bitcoin είχαν ως πρόθεση να χρησιμοποιηθεί με διάρκεια και μάλιστα να αντικαταστήσει τα fiat χρήματα τουλάχιστον μερικώς. Αν παρ’ όλα αυτά το Bitcoin όντως εξαφανιστεί, θα κληθεί σε εφαρμογή το α. 291 ΑΚ, για ν’ αποφευχθεί η αδυναμία, εκτός κι αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, εκτός αν πρόκειται δηλαδή για γνήσια ενοχή αλλοδαπού νομίσματος, όπου είναι νοητή η αδυναμία. Άλλη εκδοχή αδυναμίας θα αποτελούσε η – πάλι μάλλον θεωρητική – περίπτωση κατά την οποία πρώτον έχει συμφωνηθεί η ενοχή Bitcoin ως γνήσια ενοχή αλλοδαπού νομίσματος, δεύτερον έχουν παραχθεί όλα τα Bitcoin τα οποία προβλέπονται (ήτοι 21 εκατομμύρια) και τρίτον τούτα δε διατίθενται στην αγορά μέσω συναλλαγών. Τέλος στη βιβλιογραφία έχει υποστηριχθεί ότι φυσική αδυναμία υφίσταται και σε κάθε περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης δε διαθέτει στο λεγόμενο Wallet (πορτοφόλι) του αρκετά Bitcoin, για να εκπληρώσει. Η άποψη αυτή βλέπει τη μεταφορά Bitcoin μεταξύ λογαριασμών ως μεταφορά πληροφοριακών δεδομένων η οποία πρέπει να γίνει συγκεκριμένα από τον οφειλέτη στο δανειστή με αποτέλεσμα η μη κατοχή επαρκών Bitcoin σε δεδομένη χρονική στιγμή να αποτελεί αδυναμία. Κατ’ αρχάς κάτι τέτοιο μοιάζει να είναι υπερβολικά προσκολλημένο στην τεχνική διαδικασία με την οποία διεκπεραιώνεται η μεταφορά Bitcoin, με αποτέλεσμα να παραβλέπεται η ομοιότητα της περίπτωσης με τη μεταφορά ηλεκτρονικού χρήματος διατραπεζικά, όπου πάλι κατ’ ακριβολογία πρόκειται για μεταφορά δεδομένων. Κατά δεύτερον δεν είναι δεδομένο ότι αποτελεί βούληση των μερών, τα Bitcoin να προέλθουν απαραιτήτως από το Wallet του οφειλέτη. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να προκύπτει μέσω της κατ’ α. 173, 200 ΑΚ ερμηνείας της σύμβασης, ενώ εάν καταλείπεται αμφιβολία για την κατ’ α. 173 ΑΚ ύπαρξη τέτοιας βούλησης των μερών, μάλλον η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη του α. 200 ΑΚ θα επέτασσαν το αντίθετο, ήτοι να μπορεί να πληρωθεί ο δανειστής με Bitcoin απ’ οποιοδήποτε Wallet. Επίσης η άποψη αυτή, που δέχεται τέτοιου είδους αδυναμία, δεν εξηγεί πότε επέρχεται το στοιχείο της διάρκειας που στοιχειοθετεί την αδυναμία παροχής: εφόσον ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα να αγοράσει Bitcoin από άλλους και να τα μεταφέρει στο δανειστή του, δεν επέρχεται αδυναμία, παρά μόνο αν η καταβολή Bitcoin θεωρηθεί ενοχή απολύτως ακριβόχρονης εκπλήρωσης. Ορθότερη φαίνεται η μετριοπαθέστερη άποψη ότι για τέτοιου είδους αδυναμία θα μιλάμε, μόνο υπό τρεις προϋποθέσεις. Κατά πρώτον πρέπει η ενοχή Bitcoin να έχει συμφωνηθεί ως ενοχή καταχρηστικού γένους από το απόθεμα του οφειλέτη στο Wallet του και κατά δεύτερον αυτό να μην επαρκεί προς εκπλήρωση. Βέβαια είναι πρακτικά απίθανη η εκ της σύμβασης συναγωγή της βούλησης των μερών, η ενοχή για απόδοση Bitcoin να είναι καταχρηστικού γένους, και σίγουρα εν αμφιβολία η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη του α. 200 ΑΚ δε θα υποδείκνυαν μία τέτοια ενοχή. Κατά τρίτον πρέπει να υπάρχει οριστικότητα στην αδυναμία του οφειλέτη για την με κάποιο τρόπο προμήθεια με Bitcoins (π.χ. μέσω mining ή με απόκτηση από άλλον). Το στοιχείο δε της μονιμότητας είναι απαραίτητο και η ενοχή Bitcoin δεν αποτελεί ενοχή απολύτως ακριβόχρονης εκπλήρωσης, ώστε η μη καταβολή κατά τη δήλη μέρα ή κατά την όχληση μετά το ληξιπρόθεσμο να συνιστά αδυναμία ανεξαρτήτως της τυχόν δυνατότητας του οφειλέτη να προμηθευτεί Bitcoin και να εκπληρώσει μεταγενέστερα. Τούτο διότι ενοχή απολύτως ακριβόχρονης εκπλήρωσης υπάρχει μόνο αν η καθυστερημένη εκπλήρωση χάνει – αν όχι ολόκληρη – σχεδόν ολόκληρη την κοινωνικο-οικονομική της αξία για το δανειστή. Όμως η εκπλήρωση μίας οφειλής Bitcoin, ακόμα και αν γίνεται καθυστερημένα, διατηρεί αυτή της την αξία για τον οφειλέτη, ο οποίος σε αυτή την περίπτωση διατηρεί απλώς τις αξιώσεις του λόγω υπερημερίας οφειλέτη (βλ. παρακάτω υπό Γ).
II. Νομική αδυναμία
Πιθανότερη από τη φυσική φαίνεται η νομική αδυναμία παροχής, η οποία θα προερχόταν από μία κυριαρχική από το κράτος απαγόρευση χρήσης του Bitcoin και στην πραγματικό
Σελ. 1388τητα αυτή αποτελεί τη μόνη διαφοροποίηση του Bitcoin από τις παραδοσιακές ενοχές χρήματος. Πρέπει να σημειωθεί ότι και σε αυτήν την περίπτωση η αδυναμία θα επέλθει μονάχα αν πρόκειται για γνήσια ενοχή αλλοδαπού νομίσματος, διότι διαφορετικά απλά θα πληρωθεί το χρέος με το νόμιμο μέσο πληρωμής.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις θα κληθούν σε εφαρμογή οι διατάξεις του ΑΚ περί αδυναμίας (α. 335 επ. και 362 επ. ΑΚ).
Γ. Υπερημερία οφειλέτη
I. Εφαρμογή του α. 345 ΑΚ
Σε περίπτωση υπερημερίας οφειλέτη θα μπορούσαν να εφαρμοστούν τα α. 340 επ. ΑΚ και ιδίως τα α. 345 επ. ΑΚ αντί του α. 343 ΑΚ. Το πραγματικό του α. 345 ΑΚ περιλαμβάνει κατ’ αρχάς τη χρηματική οφειλή και άρα το Bitcoin φαίνεται να πληροί το πραγματικό της διάταξης. Το α. 345 ΑΚ δεν διακρίνει μεταξύ εγχώριας και αλλοδαπής χρηματικής οφειλής, το οποίο σημαίνει ότι και τα δύο είδη χρηματικών οφειλών εμπίπτουν γραμματικά στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης. Βέβαια το επιχείρημα «του νόμου μη διακρίνοντος» είναι μεθοδολογικά ασθενές, καθώς σε πολλές περιπτώσεις ο νόμος δε διακρίνει μεταξύ περιπτώσεων, αν και θα έπρεπε. Εν προκειμένω όμως ο νομοθέτης έχει ήδη προβλέψει ρητά στο α. 292, παρ. 1 ΑΚ ότι οι χρηματικές οφειλές ξένων νομισμάτων εξισώνονται με αυτές του εγχώριου νομίσματος στην υπερημερία οφειλέτη. Επομένως το α. 345 ΑΚ δεν χρειάζεται να διευκρινίσει σε ποιες οφειλές αναφέρεται, εφόσον έχει τύχει εφαρμογής το α. 292, παρ. 1 ΑΚ. Αμφιβολία γεννάται μόνο για το αν το Bitcoin αποτελεί αλλοδαπό νόμισμα κατά την έννοια του α. 292 (ανεξαρτήτως παρ. 1 ή 2) ΑΚ. Αλλοδαπό νόμισμα είναι εκείνο το οποίο όχι μόνο επιτελεί τις λειτουργίες του χρήματος, αλλά και το οποίο είναι κρατικά αναγνωρισμένο με όλα τα προνόμια που αυτό συνεπάγεται (προ πάντων: υποχρέωση αποδοχής στο αλλοδαπό κράτος). Το Bitcoin είναι μεν κρατικά αναγνωρισμένο σε ορισμένες χώρες, οπότε αποτελεί τεχνικά μιλώντας αλλοδαπό νόμισμα με αποτέλεσμα το α. 292 ΑΚ να εφαρμόζεται οπωσδήποτε. Όμως ακόμα κι αν δεν ήταν αναγνωρισμένο σε κάποιο αλλοδαπό κράτος (όπως δεν ήταν πριν μερικά χρόνια ή δεν είναι σήμερα πολλά άλλα κρυπτονομίσματα), μπορεί να υποστηριχθεί το εξής: Τα κρυπτονομίσματα αποτελούν μονάδες μέτρησης αξίας (Rechnungseinheiten), οι οποίες εννοιολογικά εκτείνονται πέρα από το νόμισμα περιλαμβάνοντάς το. Τέτοιες μονάδες αποτελούν εκείνες οι οποίες απλά εξυπηρετούν την ποσοτικοποίηση/μέτρηση της αξίας των αγαθών και είναι λειτουργικά συγκρίσιμες με το χρήμα, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν κάποια υλική υπόσταση ή αναγνώριση (π.χ. European Currency Unit). Ο νομοθέτης του ΑΚ δεν αναφέρεται σε αυτές τις μονάδες όχι διότι εξ αντιδιαστολής επιθυμεί να τις αποκλείσει, αλλά διότι ιστορικά την εποχή της θέσπισής του δεν υπήρχαν αυτές ή πάντως δεν ήταν διαδεδομένες με αποτέλεσμα να μείνουν εκτός ρύθμισης. Τελικά κρίσιμη δεν αποβαίνει η κρατική ή μη αναγνώριση, αλλά το κατά πόσον μία μονάδα είναι λειτουργικά συγκρίσιμη με το κρατικά αναγνωρισμένο χρήμα. Ένα κρυπτονόμισμα είναι προφανές ότι λειτουργικά αντικαθιστά το Ευρώ, όταν χρησιμοποιείται από τα μέρη για τον καθορισμό του ύψους της παροχής χωρίς κατ’ αρχήν να ενδιαφέρει τι ισχύει εξ επόψεως δημοσίου δικαίου, αν δηλαδή αποτελεί νόμιμο μέσο πληρωμής. Επομένως παρ’ ότι οι απλές μονάδες αξίας δεν αποτελούν αλλοδαπό νόμισμα κατά την έννοια του α. 292 ΑΚ, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει κενό δικαίου όσον τις αφορά, το οποίο αντίκειται στο σχέδιο του νομοθέτη και ως εκ τούτου απαιτεί πλήρωση. Οι διατάξεις δε των α. 291 και 292 ΑΚ είναι δυνατόν να ρυθμίσουν το πραγματικά περιστατικά αυτά και άρα εφαρμόζονται αναλογικά. Επομένως το α. 292, παρ. 1 ΑΚ εξισώνει ανεξαρτήτως κρατικής αναγνώρισης το Bitcoin (ή όποιο άλλο κρυπτονόμισμα) με αλλοδαπό νόμισμα για την υπερημερία οφειλέτη, ανοίγοντας το πεδίο εφαρμογής – μεταξύ άλλων – του α. 345 ΑΚ.
II. Ενδεχόμενοι λόγοι μη εφαρμογής του α. 345 ΑΚ
1. Οι αλλαγές στην ισοτιμία του Bitcoin
α) Γενικά
Έννομη συνέπεια του α. 345, εδ. α΄ ΑΚ είναι ότι από τη στιγμή έναρξης της κατά τα α. 340 επ. ΑΚ υπερημερίας οφειλέτη ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει εκτός από το κεφάλαιο και τον εκάστοτε οριζόμενο από το νόμο ή δικαιοπραξία τόκο υπερημερίας. Θα μπορούσε όμως να υποστηριχθεί ότι η τοκοφορία φαίνεται να συμβιβάζεται δυσχερώς με τη λειτουργία του Bitcoin στην αγορά και συγκεκριμένα με τις εξαιρετικά αποκλίνουσες μεταξύ τους μεταβολές της αξίας του όχι μόνο από μέρα σε μέρα, αλλά από ώρα σε ώρα. Βέβαια ο τόκος υπερημερίας υπολογίζεται ανά μέρα και άρα, αν εν τέλει γίνει δεκτή η εφαρμογή του α. 345 ΑΚ, εδ. α΄ ΑΚ, τυχόν μεταβολές εντός της ίδιας ημέρας δεν επηρεάζουν. Προκαταρκτικά πρέπει να σημειωθεί ότι οι απότομες αλλαγές στην ισοτιμία του Bitcoin, αν και αποτελούν τον κανόνα, θεωρητικά δεν είναι δεδομένες. Υπάρχουν χρονικά διαστήματα ημερών – έστω μικρά – κατά τα οποία η ισοτιμία αυτή παραμένει σχετικά σταθερή, οπότε δεν εγείρεται καμία αμφισβήτηση ως προς την εφαρμογή ή μη του α. 345 ΑΚ. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι επί χρηματικής οφειλής σε Bitcoin η διάταξη του α. 345, δηλαδή η τοκοφορία, δε μπορεί να αποκλεισθεί σε επίπεδο αρχής, παρά μόνο να κρίνεται in concreto casu ανεφάρμοστη. Επειδή όμως σε περίπτωση υπερημερίας οφειλέτη σε ενοχή Bitcoin κατά πάσα πιθανότητα θα λαμβάνουν χώρα ραγδαίες αυξομειώσεις ισοτιμίας, στην ενότητα αυτή θα αναλυθεί αυτή η περίπτωση εκτενώς.
Σελ. 1389β) Μεθοδολογία για τη μη εφαρμογή του α. 345 ΑΚ
Οι μεγάλες μεταβολές στην ισοτιμία του Bitcoin κατ’ αρχήν δεν επηρεάζουν τον υπολογισμό του τόκου. Κρίσιμα μεγέθη προς τον υπολογισμό αυτό είναι το αρχικά οφειλόμενο κεφάλαιο, το επιτόκιο και η διάρκεια της υπερημερίας. Η ισοτιμία από την άλλη είναι η συσχέτιση του κρυπτονομίσματος με τα fiat νομίσματα, δηλαδή κάτι εξωτερικό απ’ αυτή τη διαδικασία. Πρακτικά όμως διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, διότι ο οφειλέτης υποχρεούται σύμφωνα με την αρχή του νομιναλισμού, που επικρατεί στα χρηματικά χρέη, να καταβάλει την ονομαστική αξία του ορισμένου με τη συμφωνία νομίσματος (και αντίστοιχα ο δανειστής δικαιούται μόνο αυτό το ποσό), όμως τυχόν πτώση ή αντίθετα άνοδος της ισοτιμίας μπορεί να οδηγήσει σε διατάραξη της πραγματικής σχέσης παροχής και αντιπαροχής, όπως αυτές αρχικά συμφωνήθηκαν (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτές ήταν ποτέ απαραίτητα ίσες). Τούτο θα μπορούσε να σημαίνει διατάραξη του δικαιοπρακτικού θεμελίου, με τα αποτελέσματα του α. 388 ΑΚ (ή 288 ΑΚ), όμως εν προκειμένω εξετάζεται το προγενέστερο δίλημμα, αν πρέπει να εφαρμοστεί καν το α. 345 ΑΚ για τις ενοχές Bitcoin ή αντιθέτως η διάταξη πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη λόγω τελολογικής συστολής ή αντίθεσης προς το Σύνταγμα, ώστε στις δύο τελευταίες περιπτώσεις να παρέλκει η κλήση σε εφαρμογή των α. 288, 388 ΑΚ.
γ) Επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα
Εξ επόψεως οικονομικής ανάλυσης του δικαίου οι ραγδαίες αλλαγές στην ισοτιμία αποτελούν αντικίνητρο για τη χρήση του κρυπτονομίσματος ως μέσου συναλλαγών, καθώς συνδέεται με μεγάλο ρίσκο τo οποίo συνήθως κανένα μέρος δε θέλει να αναδειχθεί, όταν χρησιμοποιείται το Bitcoin ως μέσο πληρωμής και όχι ως μέσο επένδυσης με κερδοσκοπική προοπτική. Σίγουρα τυχόν διακυμάνσεις της τιμής του κρυπτονομίσματος μέχρι την έναρξη της υπερημερίας (δηλ. μέχρι το ληξιπρόθεσμο και ενδεχομένως την όχληση) δεν προβληματίζουν, καθώς τα μέρη γνωρίζουν εξ αρχής ότι εφόσον το χρέος πρόκειται να πληρωθεί αργότερα, η ισοτιμία του Bitcoin ενδέχεται στο μεταξύ να διαφοροποιηθεί σημαντικά. Όσον όμως αφορά στην τοκοφορία κατά την υπερημερία θα μπορούσε να διατυπωθεί η άποψη ότι η άγνωστη πορεία της ισοτιμίας του Bitcoin καθιστά όλως απρόβλεπτο τον τόκο που θα οφείλεται από υπερημερία ορισμένης διάρκειας. Τούτο όμως επιτυγχάνει ακριβώς το σκοπό του α. 345 ΑΚ, ήτοι την ακριβόχρονη ή εμπρόθεσμη πληρωμή των χρεών, η οποία ενδιαφέρει σημαντικά την οικονομία εν γένει και κατ’ επέκταση το δίκαιο (πρβλ. αφενός τις οδηγίες 2000/35/ΕΚ και 2011/7/ΕΚ, αφετέρου το ΠΔ 166/2003 και την παρ. Ζ του Ν 4152/2013, που τις μετέφεραν στην ελληνική έννομη τάξη αντίστοιχα). Εφόσον δηλαδή ο οφειλέτης θέλει να αποφύγει το ρίσκο της αλλαγής της ισοτιμίας και κατ’ επέκταση το ρίσκο του υπέρογκου τόκου, πρέπει να πληρώσει σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι εν προκειμένω ο σκοπός της χρονικά συνεπούς εκπλήρωσης όχι απλώς εκπληρώνεται, αλλά υπερβαίνεται κατά πολύ. Μεθοδολογικά αυτό θα σήμαινε είτε ότι ο σκοπός του α. 345 ΑΚ είναι πιο περιορισμένος σε σχέση με αυτόν που αφήνει να εννοηθεί το γράμμα της διάταξης και άρα επιβάλλεται η τελολογική συστολή του γράμματός της, είτε ότι με όρους συνταγματικού δικαίου παραβιάζεται η εν ευρεία εννοία αρχή της αναλογικότητας και άρα η διάταξη θα πρέπει να μείνει ανεφάρμοστη σ’ αυτές τις περιπτώσεις.
Η κρίση περί τελολογικής ή μη συστολής της διάταξης από τη μία ή περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας από την άλλη αποτελούν ουσιαστικά τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, ήτοι υπαλλακτικές μεθόδους, για να καταλήξει κανείς στο ίδιο συμπέρασμα: τη μη εφαρμογή του α. 345 ΑΚ. Επομένως και στα δύο πλαίσια εκφοράς λαμβάνουν χώρα οι αυτές αξιολογικές σταθμίσεις. Στην παρούσα εισήγηση θα αναλυθεί το ανεφάρμοστο της διάταξης με βάση την αντίθεση ή μη στην αρχή της αναλογικότητας λόγω του μεγαλύτερου βαθμού λεπτομέρειας σε σχέση με την τελολογική συστολή, ώστε να είναι εναργέστερες οι λαμβάνουσες χώρα αξιολογικές κρίσεις.
Αναλυτικότερα, το α. 345 ΑΚ επιτυγχάνει μεν προδήλως τον επιδιωκόμενο σκοπό και άρα είναι πρόσφορο κατά την έννοια της αρχής της αναλογικότητας, αμφιβολία όμως γεννάται για την αναγκαιότητα και την εν στενή εννοία αναλογικότητα. Μία ρύθμιση κρίνεται ως μη αναγκαία μόνο αν υπάρχει άλλο ηπιότερο μεν, εξίσου αποτελεσματικό δε μέτρο. Εν προκειμένω, εάν το α. 345 ΑΚ δεν εφαρμοστεί στις ενοχές Bitcoin, που έχουν συμφωνηθεί ως γνήσιες ή μη γνήσιες ενοχές σε αλλοδαπό νόμισμα, τότε η εναλλακτική είναι το 343 ΑΚ. Για ν’ απαντηθεί το ερώτημα αν το α. 343 ΑΚ είναι εξίσου αποτελεσματικό με το α. 345 ΑΚ, πρέπει να ανευρεθεί ο σκοπός του α. 345 ΑΚ και στην ουσία η ειδοποιός διαφορά του σε σχέση με το α. 343 ΑΚ, η οποία και επέβαλε την ίδια τη θέσπιση μίας διάταξης ειδικά για τις χρηματικές ενοχές κατ’ απόκλιση από το γενικότερο α. 343 ΑΚ. Ratio του α. 345 ΑΚ είναι η «διευκόλυνση» του δανειστή μέσω της παροχής σε αυτόν μίας απαίτησης για ένα minimum ποσό αναπόδεικτης ζημίας (ή αναπόδεικτου πλουτισμού του οφειλέτη). Η διαφορά της μεταχείρισης της χρηματικής από τις υπόλοιπες ενοχές του α. 343 ΑΚ έγκειται στο αμάχητο τεκμήριο του α. 345 ΑΚ, ο λόγος δε της διαφοροποίησης αυτής προκύπτει από τη φύση του χρήματος και τη χρήση του. Συγκεκριμένα θα ήταν δυσαπόδεικτο αν και πόση είναι η ζημία του δανειστή με τους όρους του α. 343 ΑΚ λόγω του ότι δε μπορεί να γίνει εύκολα σύνδεση μεταξύ του ποσού το οποίο καθυστέρησε ο οφειλέτης και ενδεχόμενης θετικής ζημίας. Με άλλα λόγια, αν δεν υπήρχε το α. 345 ΑΚ με το τεκμήριο της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου, ο δανειστής θα μπορούσε δυσχερώς να τεκμηριώσει ζημία (π.χ. στην περίπτωση που μόλις λίγο μετά την έναρξη της υπερημερίας ο δανειστής συνάπτει δάνειο ίσου περίπου ύψους με την καθυστερούμενη οφειλή προς κάλυψη υποχρεώσεών του). Το δυσαπόδεικτο συνίσταται στο μη προφανές της υποθετικής χρήσης των χρημάτων, ώστε να συγκριθεί η ενεστώσα με την υποθετική περιουσιακή κατάσταση, αν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η υπερημερία, καθώς και στην έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ υπερημερίας και ζημίας, όπου εφαρμόζεται όχι μόνο η θεωρία της conditio sine qua non, αλλά και της causa adaequata. Το
Σελ. 1390Bitcoin αποτελεί ακριβώς όμοια περίπτωση, καθώς η χρήση του μπορεί να είναι ευρεία και δε μπορεί να συνδεθεί με σαφήνεια με κάποια θετική ζημία (αύξηση του παθητικού ή μείωση του ενεργητικού). Το ότι στην περίπτωση των Bitcoin ο τόκος μπορεί να αποδειχθεί υπέρογκος λόγω της ραγδαίας αλλαγής της ισοτιμίας δεν αλλάζει τίποτα σ’ αυτό, παρά μπορεί να παίξει ρόλο μόνο στο πλαίσιο της stricto sensu αναλογικότητας. Η τελευταία συνίσταται στη στάθμιση κόστους-οφέλους: όσο επαχθέστερο είναι ένα μέτρο, τόσο σημαντικότερος πρέπει να είναι ο εκάστοτε επιδιωκόμενος σκοπός, που το δικαιολογεί, ώστε να επιτυγχάνεται ισορροπία κόστους και ωφέλειας (cost effect balance). Στην περίπτωση των ενοχών Bitcoin το α. 345 ΑΚ δύναται να επιφέρει μεγάλη οικονομική επιβάρυνση στον υπερήμερο οφειλέτη λόγω της αλλαγής της ισοτιμίας. Εάν όμως δεν εφαρμοζόταν το α. 345 ΑΚ στις ενοχές Bitcoin, το α. 343 ΑΚ δε θα κρινόταν, όπως αναλύθηκε ήδη, ικανό – ελλείψει τεκμηρίου ζημίας – να παράσχει στον οφειλέτη επαρκές αντικίνητρο να περιέλθει σε υπερημερία. Με άλλα λόγια το όφελος από την εφαρμογή του α. 345 ΑΚ είναι τόσο σημαντικό, ώστε αυτό να βαίνει κρισιμότερο από το – επαχθές ομολογουμένως – κόστος για τον οφειλέτη από την εφαρμογή του α. 345 ΑΚ, το οποίο τον υποχρεώνει σε περίπτωση ραγδαίας αλλαγής της ισοτιμίας σε πολύ μεγάλο ποσό τόκου.
Επιπλέον επιχείρημα υπέρ της εφαρμογής του α. 345 ΑΚ αποτελεί το γεγονός ότι αντίστοιχο ιστορικό παράδειγμα έχει υπάρξει στη Γερμανία του μεσοπολέμου, όπου ο πληθωρισμός ήταν τεράστιος και ραγδαίος. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε κατά βάση (εκτός των περιπτώσεων όπου διαταρασσόταν τελικά το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, θεσμός τότε μη νομοθετημένος, αλλά νομολογιακά διαπλασμένος) την εφαρμογή της § 288 BGB (αντίστοιχη του α. 345 ΑΚ), οπότε μάλλον δεν υπάρχει επαρκής δικαιολογία για μία διαφορετική μεταχείριση του Bitcoin σήμερα, ιδίως εν όψει της εθελούσιας επιλογής του Bitcoin από τα μέρη σε αντίθεση με το γερμανικό νόμισμα το οποίο αποτελούσε το τότε νόμιμο μέσο πληρωμής χωρίς μάλιστα αξιοσημείωτες εναλλακτικές επιλογές.
Συμπερασματικά θα πρέπει να απορριφθεί η αντισυνταγματικότητα/η μέσω τελολογικής συστολής εξαίρεση του Bitcoin από το πεδίο εφαρμογής του α. 345 ΑΚ. Το συμπέρασμα αυτό φαίνεται μάλιστα να συνάδει με τη νομοθετική επιλογή του α. 345, εδ. β’ ΑΚ περί αποκλεισμού της αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος στην περίπτωση υπερημερίας οφειλέτη επί χρηματικής ενοχής. Συγκεκριμένα ratio του περιορισμού αυτού αποτέλεσε ο φόβος του νομοθέτη ότι τυχόν δικαίωμα για αποζημίωση λόγω αποθετικής ζημίας θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου για τον οφειλέτη, με την έννοια ότι κάθε δανειστής θα μπορούσε να επικαλεστεί και υπό τους όρους του α. 298, εδ. β΄ ΑΚ να αποδείξει ότι, αν είχε πληρωθεί σύμφωνα με τα συμπεφωνημένα, θα είχε προβεί σε κερδοφόρες επενδύσεις των χρημάτων του, πράγμα που θα σήμαινε ότι ο οφειλέτης θα υποχρεούνταν ενδεχομένως σε μεγάλες αποζημιώσεις. Το ίδιο ακριβώς θα συνέβαινε και στην περίπτωση του Bitcoin, αν απορριπτόταν η εφαρμογή του α. 345 ΑΚ, δηλαδή ο οφειλέτης θα ήταν εκτεθειμένος σε αποζημιωτικές αξιώσεις προκύπτουσες από πιθανολογούμενη (κατά την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, όχι των ασφαλιστικών μέτρων του ΚΠολΔ) – αν και λόγω της υπερημερίας οφειλέτη ουδέποτε πραγματοποιηθείσα – επένδυση του Bitcoin ή ανταλλαγή του με άλλο νόμισμα. Σε κάθε δε περίπτωση λύση για την αποφυγή του ρίσκου των διακυμάνσεων μπορούν να αποτελέσουν οι ασφαλιστικές ρήτρες (π.χ. ρήτρα αξίας χρυσού ή ξένου νομίσματος). δ) Ιδιαιτερότητες των μη γνησίων ενοχών σε αλλοδαπό νόμισμα (μη γνήσιων ενοχών Bitcoin)
Ίδια εμφανίζεται η κατάσταση και στην περίπτωση κατά την οποία έχει μεν συμφωνηθεί η παροχή σε Bitcoin, αυτή όμως μπορεί να εκπληρωθεί και σε εγχώριο νόμισμα, διότι είτε δεν έχει συμφωνηθεί τίποτα και άρα εφαρμόζεται ο εν αμφιβολία κανόνας του α. 291 ΑΚ, είτε διότι τα μέρη συμφώνησαν ρητά τέτοια δυνατότητα, οπότε και στις δύο περιπτώσεις γίνεται λόγος για μη γνήσια χρηματική ενοχή ξένου νομίσματος. Σε αυτή την περίπτωση το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος εκπλήρωσης της ενοχής, η οποία κατά κρατούσα άποψη δεν αποσβήνεται με εκπλήρωση με την έννοια του α. 416 ΑΚ, αλλά με δόση αντί καταβολής του α. 419 ΑΚ, την οποία μάλιστα ο δανειστής υποχρεούται εκ του α. 291 ΑΚ ή της ίδιας της συμφωνίας να δεχθεί (αυτό παίζει ρόλο, διότι το α. 419, εδ. α΄ ΑΚ λειτουργεί μόνο εν αμφιβολία). Ερώτημα ανακύπτει αναφορικά με την επίδραση των διακυμάνσεων της ισοτιμίας κατά την υπερημερία οφειλέτη στις μη γνήσιες ενοχές αλλοδαπού νομίσματος, στο πρότυπο του α. 292, παρ. 2 ΑΚ για την υπερημερία δανειστή. Ο νομοθέτης ρύθμισε μόνο την περίπτωση της υπερτίμησης του ξένου νομίσματος (ή της μονάδας αξίας) κατά την υπερημερία δανειστή και όχι οφειλέτη, οπότε γεννάται το ερώτημα αν θα έπρεπε να εφαρμοστεί αναλογικά η διάταξη και επί υπερημερίας οφειλέτη ή πρόκειται για εξ αντιδιαστολής επιχείρημα. Είναι σχετικά προφανές ότι η παράλειψη της υπερημερίας οφειλέτη από τη διάταξη είναι σκόπιμη, αν αναλογιστεί κανείς ότι τυχόν υπερτίμηση του Bitcoin κατά την υπερημερία οφειλέτη αποβαίνει εις βάρος του οφειλέτη, ο οποίος πρέπει να πληρώσει με την ισοτιμία κατά το χρόνο πραγματικής πληρωμής. Αυτό αποτελεί δικαιοπολιτικά συνετή επιλογή, διότι ο οφειλέτης είναι εκείνος που παραβίασε την υποχρέωσή του και άρα ο κίνδυνος ανόδου της τιμής του Bitcoin τον βαραίνει. Σε αντίθετο ενδεχόμενο (υποτίμησης) ο οφειλέτης υποχρεούται κατ’ αρχάς μόνο στο μειωμένο ποσό από ευρώ το οποίο κατά το χρόνο πληρωμής αντιστοιχεί στα συμφωνημένα Bitcoin, όμως η διαφορά συνιστά θετική ζημία του δανειστή, η οποία αποκαθίσταται με το α. 345, εδ. β΄ ΑΚ (ο τόκος οφείλεται ωσαύτως). Επομένως δεν υπάρχει κενό δικαίου που αντίκειται στο νομοθετικό σχέδιο και άρα δεν εφαρμόζεται αναλογικά το α. 292, παρ. 2 ΑΚ.
2. Η ανυπαρξία τραπεζικού τόκου για Bitcoin
Αναφορικά με την εφαρμογή του α. 345 ΑΚ στην περίπτωση των ενοχών Bitcoin θα μπορούσε επίσης να προβληματίσει η – εν αντιθέσει με το fiat χρήμα – απουσία δυνατότητας κατάθεσής του σε κάποιο λογαριασμό, ώστε να λαμβάνεται τόκος. Κάτι τέτοιο όμως δεν παρίσταται πειστικό, καθώς η κατά το α. 345 ΑΚ τοκοφορία των χρηματικών απαιτήσεων δεν εξαρτάται από την τοκοφορία ενός χρηματικού ποσού, εάν κατα
Σελ. 1391τεθεί σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό. Με άλλα λόγια η ratio της διάταξης δεν είναι ότι, εφόσον ο οφειλέτης καθυστερεί να εκπληρώσει, καρπούται κατ’ ελάχιστον τον τραπεζικό τόκο και αντίστοιχα ο δανειστής στερείται κατ’ ελάχιστον τούτο τον τόκο. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι ο τόκος υπερημερίας οφειλέτη ανάγεται στο ρωμαϊκό δίκαιο (usurae ex morae) και άρα προηγείται στη σύλληψή του κατά πολύ του τόκου ο οποίος δίνεται από ιδρύματα όπως οι τράπεζες. Το γεγονός δε, ότι ο τόκος υπερημερίας οφειλέτη είναι ανεξάρτητος από τέτοιες αγορές τοκοφορίας και τον τόκο τον οποίο αυτές δίνουν, παραμένει ακόμη και σήμερα αναλλοίωτο, καθώς πρώτον το επιτόκιο υπερημερίας δεν ταυτίζεται ποσοτικά με το επιτόκιο το οποίο δίνεται τραπεζικά και δεύτερον σε ορισμένες χώρες (π.χ. Γερμανία) με ρύθμιση για τόκους υπερημερίας οφειλέτη αντίστοιχη με την ελληνική (§ 288 BGB) το τραπεζικό επιτόκιο είναι αρνητικό.
3. Το πεπερασμένο των παραχθησομένων Bitcoins
Άλλο δεδομένο το οποίο θα μπορούσε ίσως να εγείρει αντιρρήσεις ως προς την εφαρμογή του α. 345 ΑΚ είναι το πεπερασμένο των Bitcoins, καθώς σύμφωνα με το ηλεκτρονικό πρωτόκολλο πρόκειται να παραχθούν μόνο 21 εκατομμύρια. Φυσικά πρόκειται για χαρακτηριστικό του Bitcoin, το οποίο κάθε άλλο παρά εκ των ων ουκ άνευ είναι για ένα κρυπτονόμισμα γενικά (χωρίς ποσοτικό περιορισμό π.χ. το Ethereum), παρ’ όλα αυτά εδώ λαμβάνεται υπόψη και αυτή η παράμετρος χάριν επιστημονικής πληρότητας. Ένας τέτοιος περιορισμός λοιπόν φαίνεται να αποβαίνει προβληματικός, εάν υποτεθεί ότι οι τοκοφορούσες απαιτήσεις Bitcoin θα οδηγούσαν σταδιακά στο να οφείλονται συνολικά περισσότερα από 21 εκατομμύρια Bitcoins. Στην πραγματικότητα όμως, από νομική σκοπιά, το πόσα χρήματα οφείλονται σε μία οικονομία δε συνδέεται με το πόσα χρήματα υπάρχουν είτε υλικά είτε λογιστικά. Δεν εμποδίζεται δηλαδή η ανάληψη υποχρεώσεων, να καταβληθούν συνολικά περισσότερα από τα κυκλοφορούντα χρήματα ενός νομίσματος, οπότε πολύ περισσότερο δε θα πρέπει να εμποδίζεται η τοκοφορία των απαιτήσεων ακόμα και πέρα από αυτό το μέτρο. Ακόμα και σε εποχές ισχύος του λεγόμενου κανόνα του χρυσού όσον αφορά τα fiat χρήματα, ποτέ δε διατυπώθηκε κάποιος τέτοιος προβληματισμός, παρ’ ότι το χρήμα που υπήρχε ήταν περιορισμένο και εξαρτώμενο από τα αποθέματα χρυσού.
Ζήτημα θα μπορούσε – μάλλον θεωρητικά μόνο – να τεθεί, εάν υποτεθεί ότι μία απαίτηση Bitcoin έχει συμφωνηθεί ως γνήσια ενοχή αλλοδαπού νομίσματος και από μόνη της τούτη μετά των τόκων της υπερβαίνει τα 21 εκατομμύρια. Τότε ο οφειλέτης θα βρίσκεται σε φυσική αδυναμία παροχής με τις αντίστοιχες έννομες συνέπειες (βλ. υπό Β.I), καθώς δεν υπάρχουν αρκετά Bitcoin, για να πληρωθεί το ποσό. Το γεγονός αντίθετα, ότι απλά το άθροισμα των απανταχού οφειλόμενων σε Bitcoin τόκων υπερβαίνει τα 21 εκατομμύρια, όχι μόνο δε μπορεί να αποδειχθεί στο πλαίσιο δίκης, αλλά δε μπορεί καν να το γνωρίζει κάποιος.
Δ. Υπερημερία δανειστή
Κατά το α. 292, παρ. 2 ΑΚ στην περίπτωση υπερημερίας δανειστή ως προς την αποδοχή εγχώριου αντί ξένου νομίσματος αυτός δεν ωφελείται από την άνοδο της ισοτιμίας του αλλοδαπού νομίσματος σε σχέση με το εγχώριο. Η ενοχή Bitcoin είναι χρηματική και μάλιστα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν είναι κρατικά αναγνωρισμένο σε άλλο κράτος, εξισώνεται με ξένο κρατικό νόμισμα κατ’ αναλογική εφαρμογή του α. 292 ΑΚ. Επομένως ισχύει για τις ενοχές Bitcoin και η παράγραφος 2 του άρθρου. Για να γίνει σαφέστερη η έννομη συνέπεια, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη έχει νόημα μόνο επί μη γνησίων χρηματικών ενοχών ξένου νομίσματος, δηλαδή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης υποχρεούται (κατά τη συμφωνία των μερών) ή δύναται (κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του α. 291 ΑΚ) – και αξιοποιεί αυτή τη δυνατότητα – να εκπληρώσει με εγχώριο χρήμα τη σε ξένο νόμισμα συμφωνημένη χρηματική οφειλή. Σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς ποιος είναι ο χρόνος καθορισμού της ισοτιμίας, όμως πάλι από τη διάταξη του α. 292, παρ. 2 ΑΚ καθίσταται σαφές ότι η ρύθμιση θα είχε νόημα, μόνο αν ο κρίσιμος χρόνος της ισοτιμίας είναι ο χρόνος πραγματικής πληρωμής και όχι ο χρόνος έναρξης της υπερημερίας. Έννομη συνέπεια της διάταξης είναι ότι επί υπερτίμησης του Bitcoin κατά την υπερημερία δανειστή, εκείνος δε θα λάβει σε ευρώ ποσό που αντιστοιχεί στη νέα (ευνοϊκότερη γι’ αυτόν) ισοτιμία, αλλά στην παλιά. Η διάταξη σκόπιμα δε ρυθμίζει την αντίθετη περίπτωση, κατά την οποία δηλαδή το Bitcoin υπέστη υποτίμηση κατά την υπερημερία δανειστή και άρα κρίσιμη τότε είναι η νέα ισοτιμία, με αποτέλεσμα να πληρωθεί στο δανειστή μικρότερο ποσό σε εγχώριο νόμισμα από το αρχικά προσφερθέν (το οποίο όμως αυτός δε δέχθηκε και περιήλθε σε υπερημερία). Ο λόγος είναι φυσικά ότι δε θα ήταν επιτρεπτό να αρρυσθεί ο δανειστής οφέλη από τη δική του παραβίαση του βάρους της αποδοχής της παροχής.
Ε. Αναγκαστική εκτέλεση
I. Μορφή αναγκαστικής εκτέλεσης
Ο τρόπος εκτέλεσης της απαίτησης για «μεταβίβαση» (όχι με την τεχνική έννοια του ΑΚ) Bitcoin καθορίζεται από τη φύση της παροχής, η οποία αποτελεί αντικείμενο της ενοχής. Εφόσον το Bitcoin δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του νόμου (α. 947 ΑΚ), δε βρίσκουν εφαρμογή οι διατάξεις των α. 941 και 942 ΚΠολΔ περί παράδοσης ή απόδοσης κινητών πραγμάτων. Επίσης απάντηση δεν παρέχει ούτε το α. 949 ΚΠολΔ περί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως, διότι η ενοχική σύμβαση, με την οποία π.χ. αποκτάται κάτι έναντι Bitcoin, δεν εκπληρώνεται με μία εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης κυριότητας του α. 1034 ΑΚ δεδομένου ότι τα κρυπτονομίσματα δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του ΑΚ και δεν εκπληρώνεται ούτε με εκχώρηση των α. 455 επ. ΑΚ δεδομένου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα οποιουδήποτε είδους επί του Bitcoin ή που να απορρέει από αυτό, αλλά αντίθετα εκπληρώνεται με την υλική ενέργεια της ηλεκτρονικής «μεταβίβασης» των Bitcoin από το ένα Wallet/δημόσιο κλειδί στο άλλο. Επιπλέον κατά
Σελ. 1392 σχεση εις χείρας τρίτου κατά τα α. 982 επ. ΚΠολΔ δε μπορεί να πραγματοποιηθεί, καθώς δεν πρόκειται για απαίτηση του οφειλέτη κατά κάποιου (π.χ. τράπεζας) ή κινητό στην κατοχή τρίτου. Από τις μέχρι τώρα αναλύσεις συνεπέστερη φαίνεται η εφαρμογή του α. 951 ΚΠολΔ περί χρηματικών απαιτήσεων, καθώς η ενοχή Bitcoin είναι χρηματική, όμως στην πραγματικότητα η διάταξη καταλαμβάνει μόνο απαιτήσεις για παροχή εγχωρίου νομίσματος. Η εξαίρεση των ενοχών αλλοδαπού νομίσματος από το πεδίο εφαρμογής του α. 951 ΚΠολΔ κρίνεται επιβεβλημένη από την ίδια τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μια και τόσο η τιμή πρώτης προσφοράς όσο και κάθε επόμενη προσφορά πρέπει να είναι σε ευρώ και σε ευρώ θα καταβληθεί τελικά το πλειστηρίασμα.
Δε μένει λοιπόν παρά η αναγκαστική εκτέλεση με βάση τα α. 945 ή 946 ΚΠολΔ, δηλαδή η εκτέλεση για διενέργεια αντικαταστατής ή αναντικατάστατης πράξης.
II. Αντικαταστατή ή αναντικατάστατη πράξη
Εφόσον οφείλεται μία υλική πράξη, ανοιχτό είναι το πεδίο εφαρμογής και του α. 945 και του α. 946 ΚΠολΔ. Ερώτημα ανακύπτει σχετικά με το αν η πράξη είναι αντικαταστατή ή όχι. Αντικαταστατές είναι οι πράξεις, οι οποίες μπορούν να πραγματοποιηθούν και από τρίτον, ενώ αναντικατάστατες μόνο από τον οφειλέτη με κριτήριο το συμφέρον του δανειστή (π.χ. οικονομικό συμφέρον). Στην περίπτωση του Bitcoin εκφράζονται και οι δύο απόψεις. Η παλαιότερα κρατούσα στη γερμανική θεωρία άποψη τη θεωρεί αναντικατάστατη, διότι δίνει βαρύτητα στο γεγονός ότι τα Bitcoin πρέπει να προέρχονται από το Wallet του οφειλέτη και το ιδιωτικό κλειδί προς τούτο γνωρίζει μόνο ο ίδιος. Η αντίθετη άποψη, την οποία υιοθέτησε η γερμανική νομολογία και την οποία ακολουθεί και η νεότερη θεωρία, εγκαταλείπει αυτή την παραδοχή στηριζόμενη στη συμφωνία των μερών, από την οποία ερμηνευτικά θα προκύπτει πιθανότατα ότι ο δανειστής δεν ενδιαφέρεται για την προέλευση των Bitcoin από το Wallet του οφειλέτη συγκεκριμένα. Η αρχή της διαδικαστικής οικονομίας επιτάσσει κατ’ αυτή την άποψη να αποφευχθούν περιττές περιπλοκές, όπως η επίδοση επιταγής προς εκτέλεση, η αναμονή του δανειστή και η επίδοση νέας επιταγής προς εκτέλεση, για να εισπραχθεί η χρηματική ποινή στην περίπτωση της αναντικατάστατης πράξης, ενώ με αυτόν τον τρόπο μένει κανείς και εγγύτερα στην αρχική παροχή, ήτοι σε Bitcoin. Εξάλλου θα μπορούσε και πρακτικά να δημιουργηθεί πρόβλημα στο πλαίσιο του α. 946 ΚΠολΔ με το ύψος της χρηματικής ποινής, η οποία δε μπορεί να υπερβεί τις 50.000 ευρώ, ενώ δεν είναι απαραίτητο ότι με αυτό το ποσό ο δανειστής μπορεί να αποκτήσει τα οφειλόμενα Bitcoin. Γι’ αυτό λοιπόν προκρίνεται η τελευταία άποψη, ότι δηλαδή η πράξη της ηλεκτρονικής μεταφοράς των Bitcoin αποτελεί πράξη αντικαταστατή, την οποία ο δανειστής μπορεί να επιδιώξει μόνος του στην αγορά, αφότου εισπράξει το αντίστοιχο ποσό από τον καθ’ ου η εκτέλεση. Αυτό μάλιστα συμβαδίζει και με τη λογική του α. 946 ΚΠολΔ η οποία δεν είναι η ικανοποίηση του δανειστή από τη χρηματική ποινή (πολύ περισσότερο όχι από την προσωπική κράτηση), αλλά ο έμμεσος εξαναγκασμός του οφειλέτη να τον ικανοποιήσει μέσω χρηματικής κύρωσης, η οποία όμως λειτουργεί ως μοχλός πίεσης και όχι για να υποκαταστήσει οικονομικά την παροχή που δεν εκπληρώθηκε. Πρόσθετο επιχείρημα προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και η έλλειψη από το α. 946 ΚΠολΔ διάταξης αντίστοιχης με το α. 945, παρ. 2, εδ. 2 ΚΠολΔ.
ΣΤ. Συμπέρασμα
Παρόμοιο με το ως άνω περιγραφέν καθεστώς είναι φυσικά και αυτό των λοιπών κρυπτονομισμάτων, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, με επιφύλαξη δηλαδή των τυχόν ιδιαιτεροτήτων του καθενός, όμως το παρόν πόνημα επικεντρώνεται στο Bitcoin ως το πρακτικά πιο διαδεδομένο απ’ αυτά. Εφόσον ο νομοθέτης δεν έχει προβεί ακόμα σε ειδική ρύθμιση του φαινομένου, το Bitcoin υπόκειται στο γνωστό καθεστώς του ενοχικού δικαίου για τις χρηματικές ενοχές. Μάλιστα όπως προκύπτει από τα παραπάνω, στα περισσότερα σημεία μάλλον δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι διαφοροποίησης της αστικολογικής του μεταχείρισης από τις λοιπές χρηματικές ενοχές, παρά τις τεχνικές και οικονομικές ιδιαιτερότητές.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα