Προστατευόμενοι μάρτυρες, ανώνυμοι μάρτυρες, «πρόσωπα εμπιστοσύνης» και οι κεκαλυμμένα δρώντες αστυνομικοί (Verdeckte Ermittler)

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Η μελέτη αυτή πραγματεύεται τις ειδικές κατηγορίες μαρτύρων, δηλ. τους προστατευόμενους μάρτυρες σε αντιδιαστολή με τους «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος», τους ανώνυμους μάρτυρες μαζί με τους εξ ακοής μάρτυρες, τα «πρόσωπα εμπιστοσύνης», καθώς και τους κεκαλυμμένα δρώντες αστυνομικούς (Verdeckte Ermittler). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, εκτός από την παραβίαση της αρχής της αμεσότητας, η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου (άρθρ. 6 παρ. 3δ΄ ΕΣΔΑ) να εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, όταν ο μάρτυρας δεν τίθεται στη διάθεση του κατηγορουμένου ή όταν δεν αποκαλύπτει στοιχεία της ταυτότητάς του. Ωστόσο, από την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και το γεγονός ότι η βαριά και οργανωμένη εγκληματικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί διαφορετικά συνάγεται - και υπό προϋποθέσεις βέβαια - η αναγκαιότητα της εξέτασης των ανωτέρω μαρτύρων.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

Εισήγηση που αναπτύχθηκε στο 9ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων (20-21 Οκτωβρίου 2023) στη Θεσσαλονίκη με θέμα: «Ζητήματα απόδειξης στην ποινική διαδικασία».
I. Εισαγωγή
Είναι γεγονός ότι στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας ένα από τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας αποτελούν οι μάρτυρες. Για τον λόγον αυτόν ποινική δίκη χωρίς μάρτυρες, δηλ. χωρίς τα πρόσωπα εκείνα που είχαν ιστορική σχέση με σημαντικά για την ποινική δίκη γεγονότα, είναι δύσκολο να διεξαχθεί. Άλλωστε οι μάρτυρες αποτελούν το πιο συνηθισμένο και αναγκαίο αποδεικτικό μέσο, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η κατάθεση του παρισταμένου για την υποστήριξη της κατηγορίας και η απολογία του κατηγορουμένου δεν επαρκούν για τη διαλεύκανση της υπόθεσης, αφού τα πρόσωπα αυτά μπορεί να διακατέχονται από μεροληπτικότητα, συμφέροντα και υποκειμενικά στοιχεία.
Από την άλλη πλευρά, όπως ορθά επισημαίνεται, οι μάρτυρες αποτελούν και το πιο επισφαλές από τα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία. Έτσι συμβαίνει πολλές φορές οι μάρτυρες να μην καταθέτουν την αλήθεια είτε γιατί παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος και δεν είναι σε θέση να καταθέσουν με ακρίβεια όσα συνέβησαν είτε διότι συνειδητά αποκρύπτουν ή διαστρεβλώνουν την αλήθεια. Ως εκ τούτου αποτελεί, εδώ, σοβαρό πρόβλημα, ο έλεγχος της αξιοπιστίας της κατάθεσης των μαρτύρων.
Σελ. 2 Με το πρόβλημα όμως αυτό ασχολείται ιδιαιτέρως η Δικαστική Ψυχολογία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ειδικές κατηγορίες των προστατευομένων μαρτύρων, των ανωνύμων μαρτύρων και των «προσώπων εμπιστοσύνης».
II. Προστατευόμενοι μάρτυρες
Όπως είναι γνωστό η απονομή δικαιοσύνης στο οργανωμένο έγκλημα απαιτείται να ανταποκρίνεται στοιχειωδώς σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου.
Σύμφωνα με τα πορίσματα του Ζ΄ Πανελληνίου Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου (23-25.10.1998) το οπλοστάσιο των ήδη υπαρχουσών διατάξεων του ποινικού δικαίου ήταν κατά βάση επαρκές, αλλά θα μπορούσε να εισαχθεί διακεκριμένη περίπτωση του άρθρου 187 ΠΚ για την τιμώρηση της συμμετοχής σε εγκληματικές οργανώσεις με διεθνείς διαπλοκές κ.λπ. (δηλ. για την εγκληματική οργάνωση) καθώς και στον τομέα του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου ήταν σκόπιμη η πρόβλεψη ιδιαίτερων ανακριτικών πράξεων διενεργουμένων κατόπιν αδείας εισαγγελικού λειτουργού κ.λπ. Επίσης, και συγκεκριμένα στο 8 πόρισμά του κρίθηκε ως «απαραίτητη η λήψη μέτρων για την προστασία των μαρτύρων».

Η προστασία των μαρτύρων, που εξετάζονται κατά την ποινική διαδικασία στο πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος, προβλέπεται στις περισσότερες έννομες τάξεις.
1. Στο ελληνικό Ποινικό Δίκαιο ο θεσμός των προστατευομένων μαρτύρων είχε εισαχθεί το πρώτον στις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 2928/2001 για το οργανωμένο έγκλημα, με τις οποίες η χώρα μας εξεπλήρωσε υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με κυρωτικούς διεθνών συμβάσεων νόμους.
Συγκεκριμένα πρόκειται για τα πρόσωπα εκείνα, που έλαβαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο γνώση για τη διάπραξη ενός σοβαρού εγκλήματος και για τα οποία πιθανολογείται βάσιμα ότι υπάρχει κίνδυνος εκφοβισμού ή αντεκδίκησης ή αχρήστευσής τους από την πλευρά του δράστη του εγκλήματος.

Ως εκ τούτου οι μάρτυρες αυτοί θα πρέπει να προστατευθούν, ώστε να βοηθήσουν με την κατάθεσή τους στην αποκάλυψη σοβαρών εγκλημάτων. Όμως τούτο σημαίνει από την άλλη πλευρά ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάσει ο ίδιος ή ο συνήγορός του τους μάρτυρες κατηγορίας κατά την προδικασία ή την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, που απολείπονται, ή καίτοι παρόντες αποκρύπτουν στοιχεία της ταυτότητάς τους, περιορίζεται σημαντικά.

Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί ότι πριν από την ισχύ του Ν. 2928/2001 είχε επισημανθεί ότι στην ελληνική νομοθεσία υφίστατο κενό και υπήρχε ανάγκη πλήρωσής του, δεδομένου ότι κατά το παρελθόν εγκληματικές οργανώσεις είχαν στραφεί εναντίον μαρτύρων με πράξεις εκφοβισμού ή εκδίκησης.

Έτσι, λοιπόν, υπό τη διεθνή κινητοποίηση για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος ο Έλληνας νομοθέτης προέβη στη θέσπιση του Ν. 2928/2001. Προστατευόμενοι μάρτυρες υπήρξαν στη δίκη της «17 Νοέμβρη», στη δίκη της Χρυσής Αυγής κ.λπ., στην υπόθεση Siemens κ.λπ.
Ακόμη η διάταξη του άρθρου 9, στην οποία ερρυθμίζετο το ζήτημα της προστασίας των μαρτύρων, είχε εφαρμογή όχι μόνο επί εγκληματικών οργανώσεων και τρομοκρατίας, αλλά και τα εγκλήματα της εμπορίας δούλων (άρθρο 323 ΠΚ), της εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323Α ΠΚ), του σεξουαλικού τουρισμού (άρθρο 323Β ΠΚ), της σωματεμπορίας (άρθρο 351Β ΠΚ), της διευκόλυνσης εισόδου ή εξόδου υπηκόου τρίτης χώρας (άρθρο 87 § 6 του Ν. 3386/2005), του άρθρου 88 του Ν. 3386/2005 (υ
Σελ. 3ποχρεώσεις μεταφορέων) του άρθρου 41ΣΤ του Ν. 27255/1999 (εγκλήματα βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις) και του άρθρου 128Θ του ίδιου νόμου που αφορά το ντόπινγκ. Τέλος το άρθρο 27 του Ν. 4139/2013 περί ναρκωτικών ρητά ορίζεται ότι «οι διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Ν. 2928/2001 εφαρμόζονται και για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 23, τις ιδιαίτερα δηλ. διακεκριμένες περιπτώσεις».
Περαιτέρω πρέπει να επισημανθεί ότι στα ανωτέρω εγκλήματα προστέθηκε το αδίκημα της δωροδοκίας με τις διατάξεις του ν. 4254/2014 (υποπαράγραφος Ι.Ε. 17 περ. 2). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 8 του Ν. 2928/2001 (ΦΕΚ Α΄ 141) προστέθηκε η παράγραφος 7 ως εξής: «Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α και 235 έως 237Α του Ποινικού Κώδικα, ακόμα κι αν δεν τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, είναι δυνατόν να παρέχεται στους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος κατ’ άρθρο 45Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στους ιδιώτες κατ’ άρθρο 253Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των ως άνω αξιοποίνων πράξεων ή, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο, και στους οικείους των προαναφερθέντων προσώπων, η προβλεπόμενη στις παραγράφους 1 έως 5 προστασία από πιθανολογούμενες πράξεις εκφοβισμού ή αντεκδίκησης».

Εδώ, λοιπόν, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι διατάξεις για τους προστατευόμενους μάρτυρες είχαν εφαρμογή όχι μόνο σε περιπτώσεις εγκληματικής οργάνωσης και τρομοκρατίας, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και σε περίπτωση εμπορίας ανθρώπων και σωματεμπορίας, σε περιπτώσεις δωροδοκίας και δωροληψίας πολιτικών αξιωματούχων (Πρωθυπουργού, Υπουργών κ.λπ.) και δημοσίων λειτουργών ή υπαλλήλων κ.λπ. Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρ. 9 § 1 του Ν. 2928/2001 τα σχετικά μέτρα προστασίας ελαμβάνοντο τόσο κατά την προδικασία όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία. Ακόμη στις §§ 2 και 3 είχαν προβλεφθεί τα ειδικότερα μέτρα προστασίας, τα οποία διακρίνονται σε αστυνομικά, δικονομικά και διοικητικά, ενώ ορίζονται και οι ειδικότερες προϋποθέσεις λήψης τους.
2. Ο νέος ΚΠΔ ακολούθησε στο άρθρο 218 εν πολλοίς τις ειδικότερες διατάξεις, που προέβλεπε το άρθρο 9 του Ν. 2928/2001 για την προστασία μαρτύρων ορίζοντας τα εξής:
Κατά την ποινική διαδικασία για τις πράξεις συγκρότησης ή συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση της παρ. 1 του άρθρου 187 ΠΚ ή σε τρομοκρατική οργάνωση της παρ. 2 του άρθρου 187Α ΠΚ και για συναφείς πράξεις, μπορεί να λαμβάνονται μέτρα για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των ουσιωδών μαρτύρων, των προσώπων που κατά το άρθρο 187Γ ΠΚ βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων ή των οικείων τους (άρθρ. 218 § 1 ΚΠΔ).
Επίσης, κατά την ποινική διαδικασία για τις αξιόποινες πράξεις εμπορίας ανθρώπων κατά τα άρθρα 323Α και 348 παρ. 2 ΠΚ, καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης διακίνησης μεταναστών κατά τα άρθρα 29 παρ. 5 και 6 και 30 του Ν. 4251/2014, μπορεί να λαμβάνονται μέτρα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4, για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό του θύματος αυτών των πράξεων, όπως αυτό χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων ια΄ και ιβ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 4251/2014, των οικείων του θύματος ή των ουσιωδών μαρτύρων, ακόμη και όταν οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις δεν έχει τελεσθεί στο πλαίσιο οργανωμένου εγκλήματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ (άρθρ. 218 § 2 ΚΠΔ). Εδώ παρατηρείται ότι η παραπομπή στην περίπτωση ι΄ (αντί της περ. ιβ΄) της παρ. 1 του άρθρ. 1 του Ν. 4251/2014 προφανώς οφείλεται σε παραπομπή.
Ακόμη σε υποθέσεις σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α και 235 έως 237Α ΠΚ, ακόμα κι αν δεν τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, είναι δυνατόν να παρέχεται στους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος κατ’ άρθρο 47, στους ιδιώτες κατ’ άρθρο 255 και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των ως άνω αξιόποινων πράξεων ή, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο, και στους οικείους των προαναφερθέντων προσώπων, η προβλεπόμενη στην παρ. 4 προστασία από πιθανολογούμενες πράξεις εκφοβισμού ή αντεκδίκησης (άρθρ. 218 § 3 ΚΠΔ).
Μέτρα προστασίας είναι η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας (αστυνομικό μέτρο), η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της, η μη αναγραφή στην έκθεση εξέτασης του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας τους (δικονομικά μέτρα), που διατάσσονται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας, η μετεγκατάσταση σε άλλη χώρα, καθώς και η μετάθεση ή μετάταξη ή απόσπαση για αόριστο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα ανάκλησής της, των δημοσίων υπαλλήλων (διοικητικά μέτρα), που αποφασίζονται κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις από τους αρμόδιους Υπουργούς, ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Η υπουργική απόφαση μπορεί να προβλέπει τη μη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και άλλους τρόπους διασφάλισης της μυστικότητας της πράξης. Τα μέτρα προστασίας λαμβάνονται με τη σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα, δεν περιορίζουν την ατομική ελευθερία του πέρα από το αναγκαίο για την ασφάλειά του μέτρο και διακόπτονται αν ο μάρτυρας το ζητήσει εγγράφως ή δεν συνεργάζεται για την επιτυχία τους (άρθρ. 218 § 4 ΚΠΔ).
Κατά τη διαδικασία δε στο ακροατήριο ο μάρτυρας του οποίου δεν αποκαλύφθησαν τα στοιχεία ταυτότητας, καλείται με το όνομα που αναφέρεται στην έκθεση εξέτασής του. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος του μάρτυρα, αν τούτο ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από ένα διάδικο ή και αυτεπαγγέλτως. Επίσης, σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει όσα ορίζονται στο άρθρο 254 ΚΠΔ (άρθρο 218 § 5 ΚΠΔ).
3. Από τα ανωτέρω, λοιπόν, προκύπτουν τα εξής:
Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 § 1 του Ν. 2928/2001 § 1 συνήγοντο δύο κατηγορίες μαρτύρων. Στην πρώτη κατηγορία υπάγονται οι μάρτυρες εκείνοι που απέκτησαν τυχαίως και συμπτωματικώς γνώση για το υπό εξιχνία
Σελ. 4 ση έγκλημα, δηλ. οι ουσιώδεις μάρτυρες. Στη δεύτερη κατηγορία υπάγονται τα πρόσωπα εκείνα που απέκτησαν εκ των έσω γνώση για την εγκληματική οργάνωση και τις εγκληματικές δραστηριότητες. Στη δεύτερη κατηγορία συγκαταλέγονται τόσο εκείνοι οι μάρτυρες που αποσκίρτησαν οικειοθελώς ή μη από την οργάνωση και προσφέρουν πληροφορίες για το υπό εξιχνίαση έγκλημα (Täterzeugen) όσο και εκείνοι οι μάρτυρες οι λεγόμενοι τα «έμπιστα πρόσωπα» («Vertrauens – Personen») και οι «κεκαλυμμένοι δρώντες αστυνομικοί» (Verdeckte Ermittler).

Ειδικά για τους μάρτυρες εκείνους που αποσκίρτησαν από την εγκληματική οργάνωση ή κατόρθωσαν να αποκτήσουν εμπιστευτική σχέση με τα μέλη της και καταθέτουν επιβαρυντικά στοιχεία για τους πρώην συνεργάτες τους πιθανολογείται βάσιμα ότι υπάρχει κίνδυνος εκδίκησης.

Επίσης μία αυτοτελής κατηγορία μαρτύρων αποτελούν τα θύματα του υπό διερεύνηση εγκλήματος (Opferzeugen), ενώ μία άλλη κατηγορία μαρτύρων συνιστούν οι οικείοι των ουσιωδών μαρτύρων ή των προσώπων που κατά το άρθρο 187Α ΠΚ βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων. Η διάταξη του άρθρου 218 § 1 του νέου ΚΠΔ, όπως προαναφέρθηκε, ακολούθησε, ως επί το πλείστον, τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2928/2001 για το οργανωμένο έγκλημα.
Περαιτέρω στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 218 § 3 ΚΠΔ αναφέρεται, εκτός από τους ουσιώδεις μάρτυρες και τα πρόσωπα που κατά το άρθρο 187Α ΠΚ βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων ή των οικείων τους, και μία άλλη κατηγορία προστατευομένων μαρτύρων, οι ,μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος κατ’ άρθ. 47 ΚΠΔ σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159,159Α και 235 έως 137Α ΠΚ, ακόμα κι αν δεν τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης.
Επομένως και στη διάταξη του άρθρου 218 του νέου ΚΠΔ αναφέρονται ορισμένες από τις αξιόποινες πράξεις του άρθρ. 9 του Ν. 2928/2001, όπως εκείνες της συγκρότησης ή συμμετοχής σε εγκληματική ή τρομοκρατική οργάνωση των άρθρων 187 § 1 και 187 § 2 ΠΚ, της εμπορίας ανθρώπων κατά τα άρθρα 323Α και 348 § 2 ΠΚ, της παράνομης διακίνησης μεταναστών κατά τα άρθρα 29 § § 5-6 και 30 του Ν. 4251/2014 και της δωροδοκίας και εμπορίας επιρροής κατά τα άρθρα 138 – 159Α και 235 – 237Α ΠΚ.
Όμως, εδώ, ορθά έχει παρατηρηθεί ότι ο νομοθέτης του νέου ΚΠΔ, φαίνεται ότι δεν παρέχει προστασία στις περιπτώσεις, όπου η παροχή προστασίας είχε προβλεφθεί σε διατάξεις άλλων νόμων που παρέπεμπαν στην εφαρμογή του άρθρου 9. Με άλλα λόγια, εδώ έχει εφαρμογή η μεταβατική διάταξη του άρθ. 586 περ. ι΄ ΚΠΔ, που καταργεί κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζει ο νέος ΚΠΔ.
Κατά συνέπεια, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 218 του νέου ΚΠΔ αναφέρεται στις πράξεις της συγκρότησης ή συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (άρθρ. 218 § 1 ΚΠΔ), στις πράξεις εμπορίας ανθρώπων και παράνομης διακίνησης μεταναστών (άρθρ. 218 § 2 ΚΠΔ και στις πράξεις διαφθοράς (άρθρ. 218 § 3 ΚΠΔ).
Αναφορικά με τα εγκλήματα διαφθοράς (άρθρ. 218 § 3 ΚΠΔ) η προστασία του άρθρ. 218 ΚΠΔ παρέχεται στους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος (άρθρ. 47 ΚΠΔ), στους ιδιώτες κατ’ άρθρ. 255 ΚΠΔ και σε οποιαδήποτε άλλο πρόσωπο συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των ως άνω αξιοποίνων πράξεων ή, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο, και στους οικείους των προαναφερθέντων προσώπων.
Ακόμη στη διάταξη του άρθρου 218 § 5 ΚΠΔ, όπου ρυθμίζεται ο τρόπος εξέτασης των προστατευομένων μαρτύρων κατά την ακροαματική διαδικασία, η κατ’ αρχήν αντισυνταγματικότητα της απόκρυψης του ονόματος του εξεταζόμενου μάρτυρα καλύπτεται οριακά με την παρεχόμενη δυνατότητα στον κατηγορούμενο να ζητήσει την αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος του μάρτυρα, αν τούτο ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από ένα διάδικο ή και αυτεπαγγέλτως. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει όσα ορίζονται στο άρθρ. 354 ΚΠΔ. Εδώ σωστά επισημαίνεται ότι η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί να αποτελεί κίνητρο καταγγελίας πράξεων, αφού ο κάθε μάρτυρας θα γνωρίζει ότι είναι πιθανό να γίνει γνωστό το όνομα του κατά την ακροαματική διαδικασία.

4. Επίσης πρέπει να αναφερθεί η ακόλουθη επισήμανση της Εισηγητικής Εκθέσεως στο Σχέδιο Νόμου για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος (μετέπειτα Ν. 2928/2001) πράγμα που ισχύει και για τις διατάξεις του άρθρου 218 ΚΠΔ, κατά την οποία, «τα προβλεπόμενα μέτρα προστασίας για τους μάρτυρες κλιμακώνονται ανάλογα με την εκτίμηση του κινδύνου που αντιμετωπίζουν, αρχίζοντας από την κατ’ εξαίρεση μετάθεση ή μετάταξη ή απόσπαση των δημοσίων υπαλλήλων, τη φύλαξή τους από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας τη μη αναγραφή των στοιχείων που προσδιορίζουν την ταυτότητά τους και φθάνουν μέχρι την εξέταση με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτική ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της και τη μεταβολή των στοιχείων ταυτότητάς τους».
Περαιτέρω, η λήψη των μέτρων προστασίας πρέπει να διέπεται από τις αρχές της εκούσιας συμμετοχής, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

Τέτοια περίπου μέτρα περιέχει και η §68 ΙΙ του γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (StPO), σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται στον μάρτυρα να μην αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας του, αλλά την επαγγελματική του διεύθυνση, εφόσον βάσιμα πιθανολογείται ότι θα επέλθει διακινδύνευση εννό
Σελ. 5 μων αγαθών αυτού ή τρίτου προσώπου. Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται και για το στάδιο της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ακόμη στην § 68 ΙΙΙ του άρθρου 68 του γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (StPO) προβλέπεται η απόκρυψη όχι μόνο του τόπου διαμονής ή κατοικίας, αλλά και των στοιχείων της ταυτότητας του μάρτυρα, εφόσον βάσιμα πιθανολογείται ότι η δημοσιοποίηση αυτών ως αποτέλεσμα θα έχει τη διακινδύνευση της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ελευθερίας αυτού ή τρίτου προσώπου. Όμως στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και εφόσον ερωτηθεί, οφείλει να αναφέρει ο μάρτυρας υπό ποία ιδιότητα έλαβε γνώση των γεγονότων που καταθέτει. Συγκεκριμένα η εξέταση των μαρτύρων με οπτικοακουστικά μέσα προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 58a, 168e 247a και 255a του γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (StPO). Επίσης εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι η γερμανική θεωρία αντλεί το δικαίωμα του μάρτυρα να αρνηθεί να καταθέσει είτε από το άρθρο 34 του γερμανικού Ποινικού Κώδικα (StGB) (Rechtsfertigender Notstand) είτε εφαρμόζοντας κατ’ αναλογία το άρθρο 55 του γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (StPO), όπου προβλέπεται ότι ο κάθε μάρτυρας μπορεί να αρνηθεί να δώσει πληροφορίες σχετικά με ερωτήσεις των οποίων η απάντηση θα περιήγε τον ίδιο είτε κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 52 του γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (StPO) πρόσωπα (συγγενικά ή τον σύζυγο κ.λπ.) στον κίνδυνο να διωχθούν.

Πάντως το πρόβλημα που ανακύπτει εδώ με τους προστατευόμενους μάρτυρες, δηλ. την ανωνυμία ή την ψευδωνυμία των μαρτύρων, είναι, εκτός από την παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες της κατηγορίας (άρθρ. 6 §3 στοιχ. δ΄ ΕΣΔΑ), και η παραβίαση της αρχής της αμεσότητας.

Ακόμη αποφασιστική σημασία έχει η διαπίστωση ότι ο μάρτυρας κινδυνεύει, το αν δηλ. υπάρχει διακινδύνευση του μάρτυρα ή άλλου προσώπου, έστω και αν αυτή δεν έχει ακόμη συγκεκριμενοποιηθεί.

Βέβαια η προβλεπόμενη υποχρέωση αποκάλυψης του πραγματικού ονόματος του μάρτυρα, αν το ζητήσει ο διάδικος ή ο εισαγγελέας, είναι επαρκής εγγύηση για την προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Άλλωστε ως πρόσθετη εγγύηση ορίζεται ότι αν δεν αποκαλυφθούν τα στοιχεία της ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για να θεμελιώσει καταδίκη του κατηγορουμένου. Για να μην καθίσταται πάντως ανενεργός ο θεσμός της προστασίας των μαρτύρων στην επ’ ακροατηρίου διαδικασία παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει όσα ορίζονται στο άρθρο 354 ΚΠΔ, δηλ. να αναθέσει σε κάποιο από τα μέλη του ή σε άλλον δικαστή την εξέταση του υπό προστασία μάρτυρα στον τόπο διαμονής του με την παρουσία μάλιστα και του συνηγόρου του κατηγορουμένου (άρθρ. 354 σε συνδ. 328 ΚΠΔ – εξέταση των μαρτύρων που έχουν κώλυμα να εμφανισθούν στο δικαστήριο), οπότε η σχετική κατάθεση αναγιγνώσκεται στο ακροατήριο επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας.

5. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, προστατευόμενοι μάρτυρες μπορεί να είναι και οι λεγόμενοι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος (άρθρο 47 ΚΠΔ). Τούτο σημαίνει ότι μπορούν να ζητήσουν την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρ. 218 ΚΠΔ για τη φύλαξή τους και να είναι, ως εκ τούτου, ανώνυμοι ή απόρρητοι με ψευδώνυμο και με απόκρυψη των στοιχείων ταυτότητας. Όμως οι τελευταίοι μπορεί να είναι και μάρτυρες με γνωστά στοιχεία ταυτότητας.
Συγκεκριμένα, με τη διάταξη του άρθρου 47 § 1 ΚΠΔ, όπως αυτή προστέθηκε με την υπό παρ. ΙΕ. 15 του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014 και τροποποιήθηκε με το άρθρ. 103 του Ν. 4855/2021, «1. Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159 (Δωροληψία πολιτικών Αξιωματούχων). 159Α (Δωροδοκία πολιτικών Αξιωματούχων), 235 (Δωροληψία υπαλλήλου), 236 (Δωροδοκία υπαλλήλου), 237 (Δωροδοκία και δωροδοκία δικαστικών Λειτουργών) και 237Α (Εμπορία επιρροής – Μεσάζοντες) του ΠΚ και τις συναφείς με αυτές πράξεις, είναι δυνατόν, μετά από έγκριση του προϊσταμένου εισαγγελέα του τμήματος οικονομικού εγκλήματος να χαρακτηρίζεται ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος με πράξη των εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος ή των αναπληρωτών τους ή των επίκουρων εισαγγελέων του οικονομικού εγκλήματος όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές, στην αποκάλυψη και δίωξή τους. Η, κατά το προηγούμενο, εδάφιο, πράξη του εισαγγελέα ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης, αν ο εισαγγελέας ή ο προϊστάμενος εισαγγελέας του τμήματος
Σελ. 6 οικονομικού εγκλήματος κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι που τον οδήγησαν στην έκδοσή της».

Επίσης πρέπει να παρατηρηθεί ότι τόσο οι προστατευόμενοι μάρτυρες όσο και οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος βρίσκουν και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση στις διατάξεις του άρθρ. 218 ΚΠΔ και αποτελούν μία ιδιαίτερη, έστω, κατηγορία «πληροφοριοδοτών». Συγκεκριμένα έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι, ενώ ο «κανονικός» μάρτυρας δεν «κατασκευάζεται», δηλ. δεν γίνεται μάρτυρας, επειδή «έγινε μάρτυρας» με την κλήτευσή του, αλλά επειδή έζησε τα γεγονότα, ωστόσο αυτοί μπορούν («προστατευόμενοι μάρτυρες και «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος») στην περίπτωση που εκφράζουν και προσωπικές εκτιμητικές κρίσεις σε σχέση με τα γεγονότα, που ισχυρίζονται ότι έζησαν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, να «κατασκευάζουν» τις καταθέσεις τους.
Επίσης από πλευράς συγκριτικού δικαίου πρέπει να αναφερθεί ότι, ενώ ο γερμανικός Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (StPO) δεν έχει συγκεκριμένες διατάξεις για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος, αντίθετα στη Γαλλία με την ψήφιση του νόμου κατά της διαφθοράς (Sapin II) ενισχύθηκε η προστασία των μαρτύρων, δηλ. των καταγγελλόντων υπέρ του δημοσίου συμφέροντος (lanceurs d’ alerte).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη 213 § 6 του Νέου ΚΠΔ η κλήτευση μαρτύρων τα στοιχεία των οποίων δεν έχουν αναγραφεί στην έκθεση κατάθεσης και έχουν λάβει ονομασία, καθώς και η κλήτευση μάρτυρα, ο οποίος έχει μετεγκατασταθεί, γίνεται διαμέσου της υπηρεσίας προστασίας μαρτύρων της Ελληνικής Αστυνομίας. Η βεβαίωση της ταυτότητάς τους καθώς και η κατάθεση των ανωτέρω μαρτύρων στο ακροατήριο γίνεται μόνο με τεχνικά μέσα διαμέσου της Υπηρεσίας Προστασίας Μαρτύρων. Στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4620/2019 επισημαίνεται ότι η εν λόγω προσθήκη εξυπηρετεί την ανάγκη ένταξης στον ΚΠΔ και των ειδικώς προβλεπομένων σε άλλους νόμους διατάξεων, ώστε να εξασφαλίζεται η ζητούμενη ενότητα του νομοθετήματος.
ΙΙΙ. Ανώνυμοι μάρτυρες
Όπως προαναφέρθηκε, η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας (άρθρο 6 § 3 περ. δ΄ ΕΣΔΑ), ώστε να ελέγχει την αξιοπιστία τους, παρεμποδίζεται και όταν ο μάρτυρας είναι μεν παρών, πλην όμως δεν αποκαλύπτει τα στοιχεία της ταυτότητάς του προβάλλοντας την ανωνυμία ή ψευδωνυμία του ως προστατευτικό δικαίωμά του προβλεπόμενο από το εσωτερικό δίκαιο, όπως π.χ. οι διατάξεις των άρθρων 47, 218 ΚΠΔ και παλαιότερα οι διατάξεις του άρθρου 9 §§ 1 και 2 του Ν. 2928/2001.

Ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα αποτελεί το ζήτημα της δυνατότητας εξέτασης ως μαρτύρων ορισμένων προσώπων (ανώνυμοι πληροφοριοδότες) ιδίως αστυνομικών για την ανίχνευση της βαρειάς και οργανωμένης εγκληματικότητας (ναρκωτικά, ανθρωποκτονίες, ληστείες κ.λπ.), που έχουν διεισδύσει στο κύκλωμα του οργανωμένου εγκλήματος και καταθέτουν στο δικαστήριο είτε οι ίδιοι είτε άλλα πρόσωπα ως μάρτυρες εξ ακοής.

Ερωτάται, λοιπόν, αν το ΕΔΔΑ απαγορεύει τη χρήση ανώνυμων καταθέσεων κατά τη διερεύνηση του εγκλήματος παρά το γεγονός ότι η ανωνυμία ή η ψευδωνυμία του μάρτυρα παρεμποδίζουν σημαντικά την αποτελεσματική άσκηση του υπερασπιστικού δικαιώματος του άρθρου 6 § 3 περ. δ΄ ΕΣΔΑ.
Στο σημείο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Doorson κατά Ολλανδίας, όπου ο προσφεύγων είχε κατηγορηθεί για εμπορία ναρκωτικών και
Σελ. 7 είχε καταδικασθεί επί τη βάσει μαρτυρικών καταθέσεων τοξικομανών. Στο πλαίσιο της εν λόγω δίκης ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου είχε τη δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την προδικασία ενώπιον του ανακριτή, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει την ταυτότητά τους. Επιπλέον, οι εν λόγω μάρτυρες ζήτησαν την εφαρμογή των δικονομικών μέτρων προστασίας τους και ειδικότερα την μη γνωστοποίηση των ονομάτων τους, επειδή είχαν απειληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις. Το ΕΔΔΑ, παρά το γεγονός ότι αποδέχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν τους είχε απειλήσει ποτέ, έκανε δεκτό ότι η απόφαση να διατηρηθεί η ανωνυμία τους δεν ήταν παράλογη λόγω του γενικότερου κινδύνου αντιποίνων. Ωστόσο, τόνισε ότι η καταδίκη του κατηγορουμένου δεν πρέπει να βασίζεται είτε αποκλειστικά ή σε καθοριστικό βαθμό σε ανώνυμες καταθέσεις, προϋπόθεση που εν προκειμένω πληρούνταν. Έτσι, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση της δίκαιης δίκης, συνυπολογιζομένου του δικαιολογημένου φόβου αντιποίνων που διέτρεχαν οι μάρτυρες, αν αποκαλυπτόταν η ταυτότητά τους, του ότι ο κατηγορούμενος δεν καταδικάσθηκε μόνο ή κυρίως βάσει των μαρτυρικών καταθέσεων και του ότι η υπεράσπιση είχε τη δυνατότητα να παρίσταται κατά την κατάθεση των εν λόγψ μαρτύρων και να υποβάλλει όλες τις απαραίτητες ερωτήσεις σ’ αυτούς.
Αντίθετα στην υπόθεση Visser κατά Ολλανδίας το ΕΔΔΑ ομόφωνα δέχθηκε παραβίαση του άρθρου 6 § 3 περ. δ΄ ΕΣΔΑ, γιατί το εθνικό δικαστήριο κατεδίκασε τον προσφεύγοντα βασιζόμενο αποφασιστικά στην ανώνυμη κατάθεση του φερόμενου ως θύματος απαγωγής και ξυλοδαρμού χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς το συμφέρον του μάρτυρα να παραμείνει ανώνυμος, ενώ το Εφετείο χρησιμοποίησε ως αποδεικτικό μέσο αυτή την ανώνυμη κατάθεση χωρίς να εξετάσει τους λόγους για τους οποίους ο μάρτυρας επικαλέσθηκε την ανωνυμία του.

Σε διαφορετικό αποτέλεσμα κατέληξε η επίσης σημαντική απόφαση Van Mechelen κατά Ολλανδίας του έτους 1997, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε ότι μολονότι ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του είχαν τη δυνατότητα να ακούσουν, μέσω ηχητικής σύνδεσης της υπόθεση του δικαστηρίου με διπλανό δωμάτιο, όπου κατέθεσαν οι βασικοί μάρτυρες κατηγορίας- αστυνομικοί, όσα αυτοί κατέθεσαν και να τους υποβάλλουν ερωτήσεις με τον αυτόν τρόπο, ένας τέτοιος ακραίος περιορισμός του δικαιώματος του κατηγορουμένου, οι εναντίον του αποδείξεις να δίδονται ενώπιόν του προκειμένου να υποστούν τον ακροαματικό έλεγχο στο πλαίσιο της κατ’ αντιδικίαν διεξαγόμενης δίκης, προσβάλλει τα κατ’ άρθρ. 6 § 1 και 6 § 3 περ. δ΄ ΕΣΔΑ δικαιώματά του. Δηλαδή σύμφωνα με το ΕΔΔΑ καθίσταται αμφίβολη η χρησιμοποίηση μόνο της εξέτασης του προστατευόμενου μάρτυρα με ηλεκτρονικά μέσα κατ’ άρθρ. 218 ΚΠΔ χωρίς να δίνεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εξαναγκάσει τον προστατευόμενο μάρτυρα να υποστεί τον ακροαματικό έλεγχο στο πλαίσιο της κατ’ αντιδικίαν διεξαγόμενης δίκης.
Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι τα τελευταία χρόνια η νομολογία για τους ανώνυμους μάρτυρες έχει προσαρμοσθεί και αυτή στις παραδοχές της απόφασης στην υπόθεση Al-Khawaja και Tawery κατά Ηνωμ. Βασιλείου, όπως συστηματοποιήθηκαν με την απόφαση Schatschashwili κατά Γερμανίας που έχει σχέση με μάρτυρες κατηγορίας που έχουν καταθέσει ενόρκως και επωνύμως στην προδικασία, πλην όμως δεν προσήλθαν να εξετασθούν στο ακροατήριο.
Το ΕΔΔΑ ακολουθώντας την πάγια νομολογία του δέχθηκε ότι η χρήση καταθέσεων μαρτύρων (ανάγνωση της έκθεσης εξέτασης του απολιπόμενου μάρτυρα κατηγορίας, μάρτυρα εξ ακοής, μάρτυρα κατηγορίας που εξετάζεται μέσω μιας οπτικοακουστικής συσκευής κ.λπ.) που αποκτήθηκαν στην προδικασία ή στην κύρια διαδικασία δεν είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 6 §§ 1, 3 στοιχ. δ΄ ΕΣΔΑ, εφόσον έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα της υπεράσπισης, που απαιτούν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν ερωτήσεις στον μάρτυρα κατηγορίας και να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία του, όταν αυτός καταθέτει είτε στην προδικασία είτε σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις αρχές που αναπτύχθηκαν στην ανωτέρω αναφερθείσα υπόθεση το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει: α) αν υπήρχε σπουδαίος λόγος για τη μη συμμετοχή – εμφάνιση του μάρτυρα (φόβος για αντίποινα, εξαφάνιση στο εξωτερικό, θάνατος κ.λπ.),
β) αν η κατάθεση του απολιπόμενου μάρτυρα κατηγορίας ήταν η μόνη ή η αποφασιστική απόδειξη για την καταδίκη του κατηγορουμένου και γ) αν υπήρχαν επαρκείς αντισταθμιστικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρών διαδικασιών εγγυήσεων, που να αντισταθμίζουν τα προκαλούμενα για την υπεράσπιση προβλήματα ως αποτέλεσμα της αποδοχής ανεξέταστων και ανεξέλεγκτων αποδεικτικών στοιχείων και να διασφαλίζουν ότι η δίκη ως σύνολο ήταν δίκαιη.
Στην ανωτέρω, λοιπόν, υπόθεση Schatschaschwili κατά Γερμανίας το ΕΔΔΑ διευκρίνισε ότι και τα τρία στάδια – κριτήρια ήταν αλληλένδετα και από κοινού χρησίμευαν για διαπιστωθεί αν η επίμαχη ποινική διαδικασία ήταν, ως σύνολο, δίκαιη. Όμως δεν βρήκε το ΕΔΔΑ επαρκείς εξισορροπητικούς παράγοντες για να αντισταθμίσουν τα προκαλούμενα για την υπεράσπιση προβλήματα και έκρινε ότι η ποινική διαδικασία ήταν στο σύνολό της μη δικαιοκρατική.
Ακόμα πρέπει να επισημανθεί ότι μετά την έκδοση της Al- Khawaja η σημαντικότερη απόφαση είναι η Ellis Simms and Martin κατά Ηνωμένου Βασιλείου, που εφάρμοσε τα ως άνω στάδια – κριτήρια σύμφωνα με την απόφαση της Al-Khawaja. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ εξετάζει στο πρώτο στάδιο ελέγχου αν υπήρχε σοβαρός λόγος για την ανωνυμία του μάρτυρα, στο δεύτερο στάδιο αν η ανώνυμη κατάθεση είναι το μοναδικό ή το αποφασιστικό στοιχείο για την καταδίκη του κατηγορουμένου και στο τρίτο στάδιο, εάν υπήρχαν επαρκή αντισταθμιστικά μέτρα που να αντισταθμίζουν επαρκώς τα προβλήματα τα συνδεόμενα με την αποδοχή της ανώνυμης μαρτυρίας, ώστε να επιτρέψουν μία ορθή και δίκαιη εκτίμηση της αξιοπιστίας της.
Σελ. 8 Τα ανωτέρω ισχύουν και σε ό,τι αφορά τους εξ ακοής μάρτυρες δηλ. εκείνους που καταθέτουν για γεγονότα, τα οποία δεν αντιλήφθηκαν με τις δικές τους αισθήσεις, αλλά πληροφορήθηκαν από τρίτους.

Συνήθως εξ ακοής μάρτυρες είναι αστυνομικοί, οι οποίοι καταθέτουν στο δικαστήριο ότι πληροφορήθηκαν από ανώνυμους πληροφοριοδότες.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 § 1 ΚΠΔ ο μάρτυς πρέπει να αποκαλύπτει πώς έμαθε όσα καταθέτει: Αν πρόκειται για γεγονότα που άκουσε από άλλους, πρέπει σε κάθε περίπτωση να κατονομάσει ταυτόχρονα και εκείνους από τους οποίους τα άκουσε, εκτός αν στο νόμο ορίζεται διαφορετικά. Κατά τη διάταξη δε του άρθρ. 224 § 2 ΚΠΔ αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει τις πηγές των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατονομαζόμενο στην απόφαση, αποδεικτικό μέσο.

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι το ισχύον άρθρ. 224 § 2 ΚΠΔ, δηλ. μετά την ισχύ του Ν. 4855/2021, αναδιατυπώνεται ορθότερα, αφού η εξ ακοής μαρτυρία δεν μπορεί να θεμελιώσει την καταδικαστική κρίση, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατονομαζόμενο στην απόφαση, αποδεικτικό μέσο.
Με άλλα λόγια θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι η νέα διάταξη του άρθρου 224 ΚΠΔ είναι πιο επιτυχής, δεδομένου ότι, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα που δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, δεν αρκεί η διαβεβαίωση του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδείξεων, αλλά απαιτείται επιπλέον «και μία αξιολογική συσχέτιση και αντιπαραβολή του περιεχομένου ενός τουλάχιστον συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου». Έτσι, θα λαμβάνεται υπόψη και το γεγονός ότι σημαντικοί τομείς της αστυνομικής δράσης δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς τους πληροφοριοδότες, η αποκάλυψη των οποίων αφενός τους αχρηστεύει στο μέλλον και αφετέρου τους εκθέτει σε σοβαρούς κινδύνους για τη ζωή τους.

Το ΕΔΔΑ δέχεται ότι το άρθρο 6 § 3 περ. δ΄ ΕΣΔΑ παραβιάζεται, μόνο όταν η καταδίκη του κατηγορουμένου έχει στηριχθεί αποκλειστικά ή έστω σε μεγάλο βαθμό στην κατάθεση του εξ ακοής μάρτυρα. Αξίζει να αναφερθεί η απόφαση Monika Haas (μέλος της RAF, που κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε τον Οκτώβριο του 1977 στην αεροπειρατεία σκάφους της Lufthansa με τη σύλληψη ομήρων, που κατέληξε στο Μογκαντίσου της Σομαλίας. Η Μonika Haas συνελήφθη το 1922 και δικάσθηκε αμετάκλητα από τα γερμανικά δικαστήρια) κατά Γερμανίας, όπου κρίθηκε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρ. 6 § 3 περ. δ΄ ΕΣΔΑ, επειδή δεν εξετάσθηκαν ουσιώδεις μάρτυρες, δεδομένου ότι το δικαστήριο βασίσθηκε και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, έτσι ώστε η δίκη στο σύνολό της να κρίνεται ως δίκαιη. Στην περίπτωση αυτή η προσφεύγουσα είχε καταδικασθεί αμετάκλητα από τα γερμανικά δικαστήρια μεταξύ άλλων και με σωρευτικές μαρτυρίες εξ ακοής μεταξύ των οποίων και η μαρτυρία συμμετόχου στην πράξη Said S, ο οποίος όμως δεν εξετάσθηκε από την προσφεύγουσα ούτε καν από το δικαστήριο, γιατί εκρατείτο στο Λίβανο και κατέθεσε εκεί παρουσία των W. και S. αξιωματούχων της γερμανικής αστυνομίας, οι οποίοι μετέφεραν στο δικαστήριο όσα κατατέθηκαν, καθώς και με την κατάθεση του μάρτυρα Ρ, ο οποίος μετέφερε στο ακροατήριο πληροφορίες ανωνύμων προσώπων για τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στην αξιόποινη πράξη. Το ΕΔΔΑ απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη κρίνοντας ότι τα κρατικά όργανα δεν ευθύνονται για την αδυναμία εξέτασης του Said S. ούτε για τη διατήρηση της ανωνυμίας των πληροφοριοδοτών της αστυνομίας. Επίσης, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι τα προβλήματα της υπεράσπισης αναφορικά με την αδυναμία εξέτασης του μάρτυρα Said S. αντισταθμίστηκαν από την προσεκτική αξιολόγηση των καταθέσεων των ανωνύμων πληροφοριοδοτών και από τη θεμελίωση της καταδίκης της προσφεύγουσας και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ώστε τελικά η δίκη στο σύνολό της να κρίνεται ως δίκαιη.

IV. «Πρόσωπα εμπιστοσύνης» και οι κεκαλυμμένα δρώντες αστυνομικοί (Verdeckte Ermittler)
Όπως προαναφέρθηκε, έντονο προβληματισμό προκαλεί το ζήτημα της δυνατότητας εξέτασης ως μαρτύρων ορισμένων προσώπων, τα οποία χρησιμοποιούνται από την Αστυνομία για την ανίχνευση της βαρειάς και οργανωμένης εγκληματικότητας. Τα πρόσωπα αυτά είναι είτε αστυνομικά όργανα που δρουν κεκαλυμμένα (Verdeckte Ermitller) ή ιδιώτες που συνεργάζονται με τις διωκτικές αρχές και ενεργούν κατ’ εντολή αυτών, τα επονομαζόμενα «πρόσωπα εμπιστοσύνης» (Vertrauenspersonen, V-Leute).

Σελ. 9 Εδώ πρέπει να επισημανθεί η ειδικότερη περίπτωση αστυνομικών, οι οποίοι προκαλούν στον δράστη την απόφαση να τελέσει κάποιο έγκλημα, με σκοπό να τον συλλάβουν κατά την τέλεση της πράξης. Αυτοί όμως οι αστυνομικοί που ενεργούν ως agents provocateurs (συγκεκαλυμμένη δράση αστυνομικών) και υπερβαίνουν τα όρια της επιτρεπόμενης κεκαλυμμένης δράσης τους, που προβλέπεται ως ειδική αστυνομική πράξη στο άρθρο 254 ΚΠΔ, δεν θα πρέπει να εξετάζονται ως μάρτυρες, δεδομένου ότι η συμπεριφορά τους προβλέπεται ως αξιόποινη κατ’ άρθρ. 46 § 2 ΠΚ.
Στο σημείο αυτό, όμως, ορθά έχει επισημανθεί για την ανακριτική διείσδυση η διάταξη του άρθρ. 28 § 1 του Ν. 4139/2013 κατά την οποία δεν είναι άδικη η πράξη αστυνομικού, τελωνειακού υπαλλήλου του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (βλ. ΠΔ 84/2019, άρθρο 1 παρ. 1) και στελέχους του Λιμενικού Σώματος Ελληνικής Ακτοφυλακής, ο οποίος με εντολή του αρμόδιου για τη δίωξη ναρκωτικών προϊσταμένου του και με σκοπό την ανακάλυψη ή σύλληψη προσώπου, το οποίο διαπράττει έγκλημα από αυτά που αναφέρονται στα άρθρα 20, 22 και 23 του Ν. 4139/2013, αφού τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 294 § 3 ΚΠΔ, δρα ως αγοραστής ή μεσολαβητής ή μεταφορέας ή φύλακας ναρκωτικών ουσιών ή με άλλους τρόπους που δεν δημιουργούν ούτε επιτείνουν κινδύνους για τρίτο πρόσωπο. Το ίδιο ισχύει και για τον ιδιώτη που με τον σκοπό αυτόν τελεί ανάλογες ενέργειες ύστερα από πρόταση των αρμόδιων, για τη δίωξη ναρκωτικών, υπηρεσιών.
Ως εκ τούτου σωστά τίθεται το ερώτημα, πώς είναι δυνατόν από τη μία πλευρά να τιμωρείται ως αξιόποινη μία συμπεριφορά και από την άλλη να γίνεται αποδεκτό το προϊόν αυτής της αξιόποινης συμπεριφοράς;
Επίσης πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο γερμανικός ΚΠΔ (StPO) δεν περιέχει ρυθμίσεις για τη δράση ιδιωτών που δρουν ως πρόσωπα εμπιστοσύνης ή έμπιστα πρόσωπα υπό τις εντολές αστυνομικών, θεωρείται, όμως ότι και οι ενέργειες αυτών των ιδιωτών καταλογίζονται στο κράτος για λογαριασμό του οποίου δρουν.

Οι περιπτώσεις των ανωτέρω «προσώπων εμπιστοσύνης» εντάσσονται στην έννοια των προστατευομένων μαρτύρων του άρθρου 218 ΚΠΔ, που περιέχει τις ρυθμίσεις του άρθρ. 9 του N 2928/2001 για το οργανωμένο έγκλημα, η οποία αφορά στην υπηρεσία των μαρτύρων.

Ωστόσο, όταν η «αστυνομική διείσδυση» υπερβαίνει τα όριά της και συνιστά αξιόποινη πράξη, τότε, όπως ορθά έχει επισημανθεί, η τυχόν μαρτυρία του αστυνομικού δεν λαμβάνεται υπόψη στην ποινική διαδικασία (άρθρ. 177 § 2 ΚΠΔ). Το ίδιο ισχύει και για τα αποκτηθέντα από τον συγκεκριμένο αστυνομικό αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, σε μία τέτοια περίπτωση έχουμε απόλυτη ακυρότητα και παραβίαση της αρχής της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης, που κατοχυρώνεται με τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 εδ. α΄ ΕΣΔΑ.

anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα