Απαγορεύει το Σύνταγμα στον νομοθέτη να καταστήσει ηπιότερους τους όρους του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων; - Σκέψεις για τις αποφάσεις Ολομέλειας ΣτΕ 1828-9/2023 ως προς το επιτρεπτό της δεύτερης προσφυγής

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Η απαγόρευση της εκ νέου άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων έχει διαμορφωθεί νομολογιακά ως μια αρνητική προϋπόθεση του παραδεκτού που συνδέεται με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων. Η παραπεμπτική στην Ολομέλεια ΣτΕ 2460/2021 έθεσε το ερώτημα εάν το ά. 70 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΔΔ κατά συνταγματικώς θεμιτό τρόπο κατέστησε την απαγόρευση άσκησης δεύτερης προσφυγής ηπιότερη, επιτρέποντάς την σε περίπτωση απόρριψης της αρχικής για τυπικούς λόγους. Η εργασία εξετάζει τις αποφάσεις Ολομέλειας ΣτΕ 1828 και 1829/2023 ως προς την αντίληψη του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, ενώ αντιμετωπίζεται κριτικά η μειοψηφήσασα γνώμη περί προσβολής της αρχής της δικονομικής ισότητας από την ένδικη ρύθμιση. Ακόμη, παρουσιάζεται η προβληματική μιας εκ του Συντάγματος αρχής ορθολογικής οργάνωσης της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης την οποία εισηγείται η μειοψηφήσασα γνώμη. Τέλος, εξετάζεται το ερώτημα περί των τυπικών σφαλμάτων που επιδέχονται θεραπείας με την άσκηση δεύτερης προσφυγής. Επισημαίνεται ότι ο κύκλος προβλημάτων που εθίγησαν στις αποφάσεις της Ολομέλειας ΣτΕ 1828 και 1829/2023 εν τέλει ανάγεται στον εν γένει προσανατολισμό της διοικητικής δικονομίας βάσει του άρθρου 20 παρ. 1 Συντ. και, σε δεύτερο επίπεδο, στην έκταση των δυνατοτήτων παρέμβασης του ΣτΕ στη διοικητική δικονομία έναντι του κοινού νομοθέτη.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

I. Εισαγωγικά
Οι αποφάσεις 1828-9/2023 ανήκουν στις εξέχουσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και τους αξίζει οπωσδήποτε θέση σε μια μελλοντική συλλογή grands arrêts. Η σημασία τους έγκειται στον δογματικό διάλογο μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας του Δικαστηρίου επί της λειτουργίας και των συνταγματικών θεμελίων του συστήματος των προϋποθέσεων του παραδεκτού των διαπλαστικών ενδίκων βοηθημάτων, της αιτήσεως ακυρώσεως και της προσφυγής ουσίας, εντέλει δε ως προς την έκταση της εξουσίας του Δικαστηρίου να παρεμβαίνει στις νομοθετικές ρυθμίσεις της διοικητικής δικονομίας. Ιδιαίτερης προσοχής αξίζουν, από τη μία πλευρά, η εμβάθυνση της πλειοψηφίας στις απαιτήσεις του δικαιώματος δικαστικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όπου αποτυπώνεται ευκρινώς η φιλελεύθερη στάση της γνώμης που επικράτησε, και από την άλλη πλευρά η εν σπέρματι διατύπωση από τη μειοψηφία μιας συνταγματικής αρχής ορθολογικής οργάνωσης και λειτουργίας του συστήματος απονομής διοικητικής δικαιοσύνης, με έμφαση στη συστηματική ευταξία των δικονομικών ρυθμίσεων. Οι σχολιαζόμενες αποφάσεις παρουσιάζουν εξαιρετική αρτιότητα στη διατύπωση και την καθαρότητα της επιχειρηματολογίας, συνεκτιμούν δε και τον διεθνή περίγυρο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται μια χαριστική για τους προσφεύγοντες διάταξη του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, το άρθρο 70 παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, το
Σελ. 1242 οποίο κατ΄εξαίρεση από τον κανόνα της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων (και μέσων), επιτρέπει την επανάσκηση προσφυγής, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως για τυπικούς λόγους, σε προθεσμία εξήντα ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης. Η παρέκκλιση αυτή εισήχθη το πρώτον με το άρθρο 83 Ν 4139/2013, ακολουθώντας ρύθμιση που επέτρεψε την άσκησης δεύτερης αγωγής όταν η πρώτη απερρίφθη για τυπικούς λόγους, τροποποιήθηκε δε τελευταία φορά με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν 4509/2017. Η ένδικη ρύθμιση κρίθηκε από το Στ΄ Τμήμα ως αντισυνταγματική στην παραπεμπτική στην Ολομέλεια απόφασή του 2460/2021, καθώς θεωρήθηκε ότι παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της ασφάλειας δικαίου, της δικονομικής ισότητας των δια­δίκων, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της ορθολογικής οργάνωσης της διοικητικής δικαιοσύνης. Τις απόψεις της παραπεμπτικής απόφασης ακολούθησε η γνώμη που μειοψήφησε στις σχολιαζόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας. Η πλειοψηφία στηρίζει την αντίθετη κρίση της προπάντων στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας σύμφωνα με τα άρθρα 20 παρ. 1 Συντ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και στο εκεί κατοχυρούμενο δικαίωμα του διαδίκου να ακουσθεί επί της ουσίας της διαφοράς.
II. Η αρχή της άπαξ ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ως αρνητική προϋπόθεση του παραδεκτού
Οι δικονομικοί κανόνες αναπτύσσουν λειτουργίες που αποσκοπούν γενικά στην εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία του δικαιοδοτικού μηχανισμού: Οι ρυθμίσεις ως προς τον τρόπο άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, την κατάθεση υπομνημάτων και την υποβολή πρόσθετων λόγων, τη δικαστική παράσταση των διαδίκων κ.λπ. έχουν ως σκοπό τη διαδικαστική πρόοδο, ιδίως δε την ταχεία ωρίμανση της υπόθεσης προς κρίση, υπό συνθήκες ισόμετρης και αποτελεσματικής ικανοποίησης του δικαιώματος ακροάσεως των διαδίκων. Ειδικότερα οι προϋποθέσεις του παραδεκτού των διαπλαστικών ενδίκων βοηθημάτων, της αιτήσεως ακυρώσεως και της προσφυγής ουσίας, συνδέονται, τουλάχιστον εν μέρει, και με σκοπούς του ουσιαστικού διοικητικού δικαίου, ιδίως με την προστασία των διοικητικών πράξεων χάριν της ασφάλειας δικαίου, υπό την εκδοχή της αρχής της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων· κατά τούτο, όπως εύστοχα επισημαίνει η μειοψηφία στις σχολιαζόμενες αποφάσεις, η αίτηση ακυρώσεως και η προσφυγή ουσίας διαφέρουν ουσιωδώς από την αγωγή, με την οποία διεκδικείται απλώς χρηματική παροχή και δεν διανοίγεται οδός ακύρωσης της διοικητικής πράξης, αλλά αυτή παραμένει σε ισχύ, ακόμη και αν κριθεί παρεμπιπτόντως ως παράνομη. Η σύνδεση του παραδεκτού με την προστασία της διοικητικής πράξης είναι δε ευθεία και ιδιαίτερα εμφανής στην αποκλειστική προθεσμία άσκησης της αιτήσεως ακυρώσεως και της προσφυγής ουσίας, η οποία συνιστά τη δικονομική έκφανση της γενικής αρχής του ουσιαστικού διοικητικού δικαίου που επικράτησε να αποκαλείται «τεκμήριο νομιμότητας» των διοικητικών πράξεων.

Τον ίδιο στόχο, της προστασίας της ασφάλειας του δικαίου και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων υπηρετεί, κατά τη νομολογία, και η αρχή της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στη διοικητική δικονομία. Σύμφωνα με τη θεωρία, η αρχή αυτή συνδέεται επιπλέον με την ύπαρξη εκκρεμοδικίας και κατατείνει στην αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, με τη συγκέντρωση της διαφοράς σε ένα δικαστήριο. Η απαγόρευση άσκησης δεύτερου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου διαμορφώθηκε από τη νομολογία του ΣτΕ ως μια πρόσθετη αρνητική προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως (ως απαίτηση η κρινόμενη αίτηση να μην είναι δεύτερη του ιδίου αιτούντος κατά της ίδιας πράξης), προϋπόθεση η οποία δεν αναφέρεται μεν ρητά στον νόμο, αλλά θεωρήθηκε ότι συνιστά γενική αρχή του διοικητικού (δικονομικού) δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 45 και 50 του ΝΔ/τος 170/1973, αρχικά, και στη συνέχεια από το άρθρο 50 ΠΔ 18/1989. Κατά την τελευταία εικοσαετία, η απαγόρευση δεύτερης αιτήσεως ακυρώσεως κατά της ίδιας πράξης περιγράφεται στη νομολογία ως μια γενική αρχή του διοικητικού (δικονομικού) δικαίου, χωρίς ειδικότερη θεμελίωση σε δικονομικές διατάξεις, επεκτείνεται δε και στα ένδικα μέσα ενώπιον του ΣτΕ (αίτηση αναιρέσεως, αίτηση επανάληψης της διαδικασίας), ενώ τη δεύτερη έφεση σε ακυρωτικές διαφορές απαγορεύει ρητά το άρθρο 59 ΠΔ 18/1989. Όσον αφορά τις διαφορές ουσίας, ο νομοθέτης θέσπισε το απαράδεκτο της δεύτερης προσφυγής κατά της ίδιας πράξης με το άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ (το οποίο ακολούθησε το άρθρο 83 ΚΦΔ και το άρθρο 29 παρ. 1 ΠΔ 341/1978) και της δεύτερης αγωγής με το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΔΔ. Αν και ο Κώδικας δεν προέβλεψε απαγόρευση δεύτερης ανακοπής κατά της ίδιας πράξης διοικητικής εκτέλεσης ή δεύτερης ένστασης κατά του κύρους του αποτελέσματος δημοτικών εκλογών, η νομολογία ΣτΕ δέχθηκε ότι και αυτά τα διαπλαστικά ένδικα βοηθήματα καταλαμβάνονται από τον γενικό απαγορευτικό κανόνα, με το άρθρο 70 ΚΔΔ να
Σελ. 1243 εφαρμόζεται αναλογικά. Πάντως η απαγόρευση δεν στερείται εξαιρέσεων, καθώς είναι επιτρεπτή η άσκηση δεύτερου ένδικου βοηθήματος ή μέσου εάν έχει χωρήσει παραίτηση από το πρώτο, εφόσον συντρέχουν, πάντως, οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού και ιδίως η αποκλειστική προθεσμία. Επίσης, η αρχή της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων δεν καταλαμβάνει τις περιπτώσεις στις οποίες ασκήθηκε στην ίδια διαφορά διαφορετικό ένδικο βοήθημα (αγωγή μετά από προσφυγή), με άλλη νομική βάση.

Η κλασική αντίληψη αντιμετωπίζει τους όρους του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων ως περιορισμούς του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, οι οποίοι γενικώς θεωρούνται ανεκτοί, εφόσον κατατείνουν στην ομαλή και εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης και δεν καθιστούν υπέρμετρα δυσχερή την πρόσβαση στο δικαστήριο, συνιστώντας άμεση ή έμμεση κατάλυση του δικαιώματος. Αντίστοιχα κρίθηκε, όπως εύλογα θα ανέμενε κανείς ενόψει της νομολογιακής προέλευσης του κανόνα, ότι η απαγόρευση άσκησης δεύτερου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου δεν παραβιάζει το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ., ούτε το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Και τούτο διότι η αρνητική αυτή προϋπόθεση του παραδεκτού δικαιολογείται χάριν της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, με την αποτροπή του κινδύνου παρατάσεως της εκκρεμότητας την οποία προκαλεί η αμφισβήτηση της νομιμότητας διοικητικών πράξεων που προστατεύονται από το τεκμήριο νομιμότητας, ενώ επίσης δεν συνεπάγεται άμεση ή έμμεση κατάλυση του δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας, καθώς ο διάδικος είχε ήδη τη δυνατότητα να προσφύγει (μία φορά) παραδεκτώς στη δικαιοσύνη· το δικαίωμα δικαστικής προστασίας δεν εγγυάται δυνατότητα ίασης τυπικών ελαττωμάτων των ενδίκων βοηθημάτων με δεύτερη κρίση επί της ίδιας διαφοράς.

III. Το άρθρο 70 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΔΔ υπό το φως του δικαιώματος δικαστικής προστασίας καθώς και των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικονομικής ισότητας
Στις προκείμενες αποφάσεις 1828 και 1829/2023 της Ολομέλειας ΣτΕ, το ζήτημα τέθηκε αντίστροφα: Ενόψει της διάνοιξης δυνατότητας άσκησης δεύτερης προσφυγής από το άρθρο 70 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΔΔ, για την ίαση τυπικών σφαλμάτων εξαιτίας των οποίων απερρίφθη τελεσίδικα η αρχική προσφυγή, τέθηκε το ερώτημα εάν το Σύνταγμα όχι μόνον ανέχεται, αλλά και επιβάλλει την προκείμενη αρνητική προϋπόθεση παραδεκτού της προσφυγής , απαγορεύοντας στον νομοθέτη να την αποδυναμώσει ουσιωδώς. Υπό το φως της παραπεμπτικής απόφασης ΣτΕ 2460/2021 το Δικαστήριο διερωτάται πλέον όχι εάν οι νομοθετικές επιλογές ως προς τους όρους του παραδεκτού στη διοικητική δικονομία είναι υπέρμετρα επαχθείς, αλλά εάν είναι υπέρμετρα επιεικείς για τον αιτούντα δικαστική προστασία.
Είναι αληθές ότι το Σύνταγμα κάνει άμεση ή έμμεση αναφορά σε προϋποθέσεις του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων σε περισσότερες περιπτώσεις: Έτσι, το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. απαιτεί τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων, διότι συναρτά το δικαίωμα δικαστικής προστασίας με τη δυνατότητα του αιτούντος να επικαλεσθεί προσβολή σε δικαιώματα ή έννομα συμφέροντά του. Παρομοίως, ο περιορισμός των διαπλαστικών ενδίκων βοηθημάτων στην προσβολή εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών προκύπτει με σαφήνεια από το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α) Συντάγματος. Τέλος, από το άρθρο 94 Συντ. προκύπτει ότι παραδεκτώς ασκούνται ένδικα βοηθήματα μόνον ενώπιον δικαστηρίων του κλάδου δικαιοδοσίας που αντιστοιχεί στη φύση της ένδικης διαφοράς, κατά τις διακρίσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου.
Η μειοψηφήσασα γνώμη στις σχολιαζόμενες αποφάσεις υποστηρίζει την άποψη ότι πέραν του πυρήνα αυτού, το Σύνταγμα, ερμηνευόμενο κυριαρχικά από τη νομολογία, εγκιβωτίζει συνολικά τις δυνατότητες παρέμβασης του κοινού νομοθέτη στις προϋποθέσεις του παραδεκτού στη διοικητική δικονομία. Προς τούτο, επικαλείται μια συνταγματική αρχή του ουσιαστικού δικαίου, εκείνη της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, προτείνει δε και μια νέα δικονομική αρχή συνταγματικής περιωπής, την επιταγή ορθολογικής οργάνωσης της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης. Κατά τη μειοψηφία, η αρχή της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων εμποδίζει τον δικονομικό νομοθέτη να διαιωνίζει τη διαφορά ως προς το κύρος διοικητικής πράξης που καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας. Προπάντων προσάπτεται στην επίδικη ρύθμιση ότι πλήττει χωρίς αποχρώντα λόγο την ορθολογική οργάνωση της διοικητικής δίκης, διότι υπονομεύει το σύστημα των προϋποθέσεων του παραδεκτού ανατρέποντας τις επαπειλούμενες συνέπειες και, εφόσον επιτρέπει τη δεύτερη προσφυγή μετά την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης, οδηγεί στην εκ νέου εκδίκαση ενδίκων βοηθημάτων που μπορεί να είχαν ασκηθεί για πρώτη φορά πριν πολλά χρόνια. Το πρόβλημα συνταγματικότητας της επίδικης διάταξης προκύπτει κατά τη μειοψηφία κυρίως από το γεγονός ότι η αιτιολογία της δεν είναι η δέουσα, υπό την έννοια ότι η ίαση του απαραδέκτου της αρχικής προσφυγής δεν συνδέεται με εξαιρετικούς λόγους, ιδίως δημοσίου συμφέροντος, αλλά καλύπτει απλώς μιαν αστοχία του προσφεύγοντος (για την ακρίβεια: του δικηγόρου του), ο οποίος μπορεί να προστατευθεί από τις δυσμενείς συνέπειες της διοικητικής πράξης και μέσω αγωγής. Η μειοψηφία επισημαίνει τις αδυναμίες της αιτιολογίας του νόμου 4139/2013 που εισήγαγε την κρίσιμη διάταξη, στο μέτρο που κατά την ψήφιση στη Βουλή η ευεργετική ρύθμιση συνδέθηκε, κατ’ εσφαλμένη επίκληση της αρχής της δικο
Σελ. 1244 νομικής ισότητας, με τη δυνατότητα της Διοίκησης να εκδώσει την ίδια κατά περιεχόμενο διοικητική πράξη μετά από δικαστική ακύρωση της πράξης για τυπικό λόγο. Τέλος, η μειοψηφία εύλογα διαφοροποιεί την αγωγή, η οποία οδηγεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, από την προσφυγή, καθώς η αγωγή δεν οδηγεί στην ακύρωση της διοικητικής πράξης.

Η πλειοψηφήσασα γνώμη αντιλαμβάνεται ότι η δικονομική αρχή της απαγόρευσης άσκησης δεύτερων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ναι μεν δικαιολογείται ως θεμιτός περιορισμός του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, αλλά δεν επιβάλλεται ανελαστικά στον κοινό νομοθέτη από το Σύνταγμα. Προς τούτο επισημαίνει ότι το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. και το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ υπόσχονται στον ιδιώτη διάδικο ότι η έννομη τάξη θα του παράσχει τη δυνατότητα να υποστηρίξει, με κατάλληλο ένδικο βοήθημα, τα δικαιώματα και έννομα συμφέροντα που του απονέμει το ουσιαστικό δίκαιο ενώπιον δικαστηρίου: ubi jus, ibi remedium. Το παρεχόμενο δικαίωμα τελεί υπό διαδικαστικές προϋποθέσεις που τάσσει ο δικονομικός νομοθέτης και συνιστούν τους όρους του παραδεκτού. Εφόσον τηρούνται στο ένδικο βοήθημα οι προϋποθέσεις αυτές, το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία εγγυάται στον διάδικο, όπως δέχεται η πλειοψηφία, ότι το δικαστήριο θα κρίνει ως προς το βάσιμο τους ισχυρισμούς του και θα απαγγείλει τις έννομες συνέπειες που προκύπτουν από το ουσιαστικό δίκαιο. Ενόψει τούτων, οι δικονομικοί κανόνες πράγματι υπηρετούν, ως σύνολο, το ουσιαστικό δίκαιο, όπως επισημαίνει η κρατήσασα γνώμη στις σχολιαζόμενες αποφάσεις, και η δικονομία όντως έχει ως αποστολή της την επιβολή από τα δικαστήρια, με εύρυθμες και αποτελεσματικές διαδικασίες, των επιταγών του ουσιαστικού διοικητικού δικαίου, από το οποίο απορρέει και η ακυρωτική εξουσία του διοικητικού δικαστή. Έτσι, το συνταγματικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας συνιστά, κατά την πλειοψηφία, ικανό δικαιολογητικό λόγο για τη ρύθμιση του άρθρου 70 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΔΔ που επιτρέπει στον διάδικο να διεκδικήσει εκ νέου την ουσιαστική κρίση της προσφυγής που είχε προηγουμένως απορριφθεί λόγω παραβίασης «τυπικών» δικονομικών απαιτήσεων.
Ιδιαίτερη δε σημασία έχει -και αποτελεί σημείο καμπής στη νομολογία του Δικαστηρίου- η τοποθέτηση της πλειοψηφίας ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν μπορεί να οδηγεί «σε ουσιώδη περιορισμό ή σε αδυναμία διαγνώσεως της υπάρξεως δικαιωμάτων των πολιτών». Η πλειοψηφήσασα γνώμη αποστρέφεται έτσι την έννοια του «διοικούμενου», στην οποία προσκολλάται η μειοψηφία, και αναδεικνύει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας: Η προστασία των κρατικών πράξεων δεν αποτελεί τον κύριο άξονα του διοικητικού δικονομικού δικαίου, αλλά προέχει η προστασία των δικαιωμάτων που απονέμει στους πολίτες το ουσιαστικό δίκαιο. Είναι σημαντική η αναγνώριση από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου μιας ερμηνευτικής αρχής που ανάγεται στην κλασική φιλελεύθερη αντίληψη του άρθρου 20 παρ. 1 Συντ., ότι η ερμηνεία των δικονομικών κανόνων οφείλει να προάγει και όχι να ματαιώνει την αποτελεσματική δικαστική προστασία του αιτούντος.

Κατά τα λοιπά, η γνώμη που επικράτησε θεωρεί ως θεμιτή την εισαγωγή της παρέκκλισης από τον κανόνα της άπαξ ασκήσεως της προσφυγής από τον νομοθέτη του άρθρου 83 Ν 4139/2013 ιδίως διότι συνεκτιμάται ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου πλήττεται από την ένδικη ρύθμιση σε περιορισμένο μόνον βαθμό, εφόσον ο νομοθέτης έθεσε προϋποθέσεις και αποκλειστική προθεσμία για τη δεύτερη άσκηση της προσφυγής. Η διάταξη, όπως τελικά δια­μορφώθηκε από το άρθρο 25 παρ. 1 Ν 4509/2017, δεν επιτρέπει την άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, καθώς και όταν το δικαστήριο είχε καλέσει τον διάδικο να καλύψει τα τυπικά ελαττώματα σύμφωνα με το άρθρο 139Α ΚΔΔ, άλλως σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 3 ΚΔΔ προκειμένου για ελλείψεις στα νομιμοποιητικά έγγραφα ή σύμφωνα με το άρθρο 277 παρ. 1 ΚΔΔ όσον αφορά την καταβολή παραβόλου. Ο νόμος επιτρέπει δε την άσκηση της δεύτερης προσφυγής μόνον εντός προθεσμίας εξήντα ημερών από την κοινοποίηση τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης. Επιπροσθέτως, η πλειοψηφία κρίνει σημαντικό να επισημάνει ότι δεν πρέπει να υπερεκτιμάται η σημασία της αρχής της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων για την ασφάλεια δικαίου, δεδομένου ότι η αμφισβήτηση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης δεν συνδέεται μόνον με την άσκηση προσφυγής και τα στενά χρονικά περιθώρια που διέπουν αυτό το ένδικο βοήθημα, αλλά μπορεί να ανακύψει και με την άσκηση αγωγής, η οποία επιτρέπει παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής πράξης χωρίς χρονικούς περιορισμούς.
Η κρινόμενη ρύθμιση δεν είναι η πρώτη νομοθετική παρέμβαση που καθιστά ηπιότερους τους κανόνες του παραδεκτού των διαπλαστικών ενδίκων βοηθημάτων. Σημειώνεται ενδεικτικά η πρόβλεψη του άρθρου 22 παρ. 9 και 10 Ν 3226/2004, η οποία εισήγαγε την έκτη παράγραφο του άρθρου 45 ΠΔ 18/1989. Η διάταξη προέβλεψε ότι στην περίπτωση έλλειψης των προϋποθέσεων της συνάφειας ή της ομοδικίας δεν θα πρέπει πλέον να απορρίπτεται άνευ ετέρου ως απαράδεκτη η αίτηση ακυρώσεως, είτε ως προς τις διοικητικές πράξεις που θεωρούνται ως μη συναφείς με την προτασσόμενη στο δικόγραφο, είτε ως προς ομοδίκους που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ομοδικίας με τον πρώτο αιτούντα. Η ρύθμιση αυτή ανέτρεψε πάγια προηγούμενη νομολογία περί του αντιθέτου. Το ΣτΕ, κατά την εφαρμογή της νέας διάταξης, δεν διερωτήθηκε ως προς τη συνταγματικότητα της ευνοϊκής ρύθμισης, παρά μάλιστα το γεγονός ότι διέσωζε όλες τις ελαττωματικές (ελλείψει προϋπο
Σελ. 1245θέσεων συνάφειας ή ομοδικίας) αιτήσεις ακυρώσεως που ήδη εκκρεμούσαν κατά τη δημοσίευση του νόμου 3226/2004, ανατρέποντας τις δυσμενείς συνέπειες της παραβίασης των κανόνων περί συνάφειας και ομοδικίας.
Πέραν των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, η μειοψηφήσασα γνώμη αντιτάσσει στην επίδικη ρύθμιση την αρχή της δικονομικής ισότητας, συγκρίνοντας την προνομιακή μεταχείριση των διαδίκων που δεν τήρησαν τους τυπικούς όρους άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων και αποκτούν πλέον τη δυνατότητα επανάσκησης του ενδίκου βοηθήματος που απερρίφθη τελεσίδικα ως απαράδεκτο, με όσους ασκούν με επιμέλεια και επομένως παραδεκτώς τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα. Οι δύο συγκρινόμενες ομάδες διαδίκων (μη επιμελείς αφενός και επιμελείς αφετέρου) αναφέρονται από τη μειοψηφήσασα γνώμη αφηρημένα, χωρίς να προσδιορίζεται αντίθεση συμφερόντων τους· όμως, η παραβίαση της αρχής της ισότητας κατά τη μεταχείριση των διαδίκων από τον δικονομικό νομοθέτη προϋποθέτει ορισμένη (δικονομική, έστω) βλάβη. Η θέση της πλειοψηφίας εν προκειμένω είναι ότι παραβίαση της δικονομικής ισότητας δεν υπάρχει διότι ο διάδικος που τήρησε τους τυπικούς όρους άσκησης προσφυγής δεν υφίσταται δικονομική βλάβη από την επίδικη ρύθμιση, ήτοι δεν στερείται ορισμένη δυνατότητα υπεράσπισης των εννόμων συμφερόντων του. Η προσέγγιση αυτή εναρμονίζεται με την προηγηθείσα νομολογία ΣτΕ κατά την εφαρμογή της αρχής της δικονομικής ισότητας σε σχέση με προνομιακές ρυθμίσεις υπέρ διαδίκων που ανήκουν στη δημόσια διοίκηση: Παγίως γίνεται δεκτό ότι η ρύθμιση του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν 3144/2003, η οποία θεράπευσε σε όλες τις εκκρεμείς δίκες την ακυρότητα του δικογράφου των (ενδοστρεφών) προσφυγών που υπογράφονταν από υπαλλήλους των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (αντί των δικαστικών πληρεξουσίων των οργανισμών), δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας των διαδίκων, με το αιτιολογικό ότι επέρχεται ίαση απλώς «τυπικής» δικονομικής ακυρότητας που δεν προβλεπόταν στο προϊσχύσαν δίκαιο και δεν επιλύεται η διαφορά υπέρ του προσφεύγοντος οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης. Είναι αξιοσημείωτο δε ότι η προκείμενη ζωηρή συζήτηση στους κόλπους της Ολομέλειας δεν έγινε για τη συνταγματικότητα του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν 3144/2003, η οποία απασχόλησε την επταμελή σύνθεση του Α΄ Τμήματος που έκρινε ευνοϊκά χωρίς εσωτερική διαφωνία, αλλά λαμβάνει χώρα ενόψει μιας ρύθμισης που προστατεύει προεχόντως ιδιώτες προσφεύγοντες.
IV. Συνταγματική επιταγή ορθολογικής οργάνωσης της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης;
Το πιο ενδιαφέρον επιχείρημα της άποψης που μειοψήφησε επικαλείται την αποτελεσματική παροχή δικαστικής προστασίας, η οποία εμπεριέχει την επιταγή ταχείας απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης, καθώς και ορθολογικής προς τούτο οργάνωσης και λειτουργίας της κατά τα άρθρα 94 και 95 του Συντάγματος. Οι συνταγματικές αρχές αυτές αντίκεινται, σύμφωνα με τη μειοψηφία, στον επίδικο δικονομικό κανόνα, διότι αυτός διασπά τη συστηματική ενότητα των ρυθμίσεων ως προς το παραδεκτό της προσφυγής, εφόσον επιτρέπει, χωρίς αποχρώντα λόγο, τη μετά την τελεσιδικία θεραπεία πλημμελειών τις οποίες ο ίδιος ο δικονομικός νομοθέτης χαρακτήρισε ως προϋποθέσεις του παραδεκτού, χωρίς μάλιστα να επιτρέπει την ίασή τους εντός της δίκης με τη διαδικασία του άρθρου 139α ΚΔΔ. Επισημαίνει δε η μειοψηφία ότι η επίδικη ρύθμιση επιτρέπει την αναβίωση της διαφοράς μετά την τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης, με τρόπο που διαιωνίζει την αμφισβήτηση ως προς το κύρος της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και υπονομεύει την προθεσμία άσκησης της προσφυγής, χωρίς να συντρέχει προς τούτο αποχρών λόγος.
Οι διατάξεις που επικαλείται η μειοψηφία για να θεμελιώσει τη συνταγματική αρχή ορθολογικής οργάνωσης της δικαιοσύνης κινούνται παράλληλα σε δύο διαφορετικά επίπεδα συνταγματικών κανόνων: Καταρχάς, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. αποτελεί μια συνταγματική εγγύηση υπέρ των φορέων του δικαιώματος, στους οποίους αναγνωρίζει αξίωση για αποτελεσματική και ταχύρρυθμη δικαστική προστασία. Το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. συνδέεται με το πρόσωπο ιδιώτη διαδίκου, φορέα συνταγματικών δικαιωμάτων, και την αποτελεσματική υπεράσπιση των συμφερόντων του. Στην περίπτωση της προκείμενης διάταξης δεν είναι ευκρινής ο σύνδεσμος αυτός, αντιθέτως δε, όπως επισημαίνει η γνώμη που πλειοψήφησε, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας συνηγορεί υπέρ της ένδικης ρύθμισης. Τα άρθρα 94 και 95 Συντ., που επίσης επικαλείται η μειοψηφία, περιλαμβάνουν αντικειμενικούς κανόνες οργάνωσης της Δικαιοσύνης, αναφέρονται στην κατανομή της δικαιοδοτικής εξουσίας μεταξύ των δικαστικών κλάδων και των αρμοδιοτήτων εντός των κόλπων των διοικητικών δικαστηρίων, με πρόβλεψη ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, καθώς και της υποχρέωσης συμμόρφωσης της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις. Στο παρελθόν, η νομολογία είχε θεμελιώσει στο άρθρο 95 παρ. 1 περ. α) Συντ. την εξουσία του ΣτΕ να συμπληρώνει την ατελή δικονομία των ακυρωτικών διαφορών, διαμορφώνοντας κατά τρόπο ευέλικτο τους κανόνες της διοικητικής δίκης, αλλά και τις συνέπειες των αποφάσεών του. Στην προκείμενη υπόθεση, η γνώμη που μειοψήφησε αξιοποιεί εκ νέου την ίδια, ουσιαστικά, διάταξη, προκειμένου να θεμελιώσει την εξουσία του Δικαστηρίου να αποκρούει δικονομικούς κανόνες που εισήγαγε ο νομοθέτης, όταν αυτοί δεν εναρμονίζονται με το υφιστάμενο σύστημα ρυθμίσεων.
Μια συνταγματική επιταγή ορθολογικής οργάνωσης της δικαιοσύνης θα μπορούσε να αποτελέσει θεμέλιο εξορθολογισμού της όλης διοικητικής δικονομίας, η οποία πάσχει από εμβαλωματικές διατάξεις και άνιση κατανομή των περιορισμένων δικαστικών πόρων. Είναι αλήθεια ότι την τελευταία εικοσαετία η δικονομία μας έχει σημειώσει ορισμένα βήματα προς την κατεύθυνση της αποτελεσματικότερης και ορθολογικής λειτουργίας· σκέπτεται κανείς λ.χ. την πρότυπη δίκη του Ν
Σελ. 1246 3900/2010, κατόπιν αιτήματος διαδίκου ή προδικαστικού ερωτήματος δικαστηρίου, τον μηχανισμό συνοπτικής κρίσης εν συμβουλίω προδήλως απαραδέκτων, προδήλως βασίμων και προδήλως αβάσιμων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων (άρθρα 34α και 34β ΠΔ 18/1989· άρθρο 126α ΚΔΔ), καθώς και τη δυνατότητα διεύρυνσης του αντικειμένου της ακυρωτικής δίκης με νέες διοικητικές πράξεις που διαδέχθηκαν την προσβαλλόμενη κατ΄άρθρο 32 παρ. 3 ΠΔ 18/1989. Ωστόσο, η εσωτερική συνοχή του συστήματος των δικονομικών κανόνων και η έλλειψη αντιφάσεων του δικονομικού συστήματος, την οποία προβάλλει η μειοψηφία, δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ουσιώδους νομολογιακής μέριμνας μέχρι τώρα. Ας περιορισθεί κανείς στα προφανή: Υπό το καθεστώς ισχύος της προϋπόθεσης του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως του άρθρου 12 παρ. 1 Ν 3900/2010 που ανάγεται σε εισήγηση της Διοικητικής Ολομέλειας ΣτΕ, ένας λόγος αναιρέσεως που συνεχίζει να αναφέρει το άρθρο 56 ΠΔ 18/1989, η πλημμελής εφαρμογή του νόμου, κατέστη κατά κανόνα εν τοις πράγμασι ανενεργός, εφόσον ο αναιρεσείων καταρχήν δεν μπορεί να επικαλεσθεί πλέον παραδεκτώς σφάλματα νομικής υπαγωγής· ουσιώδη αλλοίωση υπέστη εξ αυτού και ο λόγος αναιρέσεως περί πλημμέλειας της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης που ρυθμίζεται στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου. Και καθώς η ίδια προϋπόθεση του παραδεκτού διέπει, βάσει του άρθρου 12 παρ. 2 Ν 3900/2010, την έφεση στις ακυρωτικές διαφορές, το ένδικο μέσο αυτό έχει παύσει να εισάγει δεύτερο βαθμό δικαστικής κρίσης, αδιαφόρως της πρόβλεψης του άρθρου 95 παρ. 3 Συντ. Εξάλλου, σταχυολογώντας από τον άναρχο αγρό της διοικητικής δικονομίας, διερωτάται κανείς εάν μια συνταγματική αρχή ορθολογικής οργάνωσης της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης θα ήταν συμβατή με την αποκλίνουσα από τον γενικό, δικονομικό κανόνα, αλλά κατά τα λοιπά ανεκτή από το Σύνταγμα σύμφωνα με πάγια νομολογία, ενδοστρεφή προσφυγή των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης κατά των αποφάσεων των οργάνων τους, όπως η αόριστη προσφυγή του ΕΟΠΥΥ που οδήγησε στην απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ 1829/2023. Πρόκειται βέβαια για μια ευρύτερη συζήτηση ως προς την ύπαρξη αποχρώντος λόγου για την πρόβλεψη της κοινωνικοασφαλιστικής ενδοστρεφούς προσφυγής, η οποία εκφεύγει του πλαισίου του παρόντος.
Ενόψει των δεδομένων αυτών, η τοποθέτηση της μειοψηφίας ότι το Σύνταγμα δεν συγχωρεί στον νομοθέτη να υπονομεύει τις τυπικές προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής, αν και γοητευτική για όσους αγαπούν τη διοικητική δικονομία, δεν πείθει απολύτως, εφόσον δεν προκύπτει ποιο είναι το ακριβές περίγραμμα και το ουσιαστικό περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής ορθολογικής οργάνωσης της διοικητικής δίκης, ενόψει μιας δικονομίας που πάσχει από γενική πολυδιάσπαση και βρίθει εμπειρικών εμβαλωμάτων. Από την απλή αναφορά της αρχής έως την περιγραφή του συγκεκριμένου κανονιστικού περιεχομένου που θα μπορούσε εύλογα να αντιταχθεί στον δικονομικό νομοθέτη μεσολαβεί ορισμένη απόσταση.
V. Ελαττώματα που επιδέχονται ίασης με την άσκηση δεύτερης προσφυγής
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, με δεδομένη τη συνταγματικότητα του άρθρου 70 παρ. 1 εδ. β΄ΚΔΔ βάσει της γνώμης που πλειοψήφησε, οι προκείμενες αποφάσεις της Ολομέλειας ΣτΕ κλήθηκαν να οριοθετήσουν το πεδίο εφαρμογής της διάταξης, να κρίνουν δηλαδή ως προς τα ελαττώματα που επιδέχονται θεραπείας με την άσκηση δεύτερης προσφυγής. Στην απόφαση 1828/2023 τέθηκε το ερώτημα εάν στους τυπικούς λόγους απόρριψης της προσφυγής που δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 70 παρ. 1 εδ. β΄ΚΔΔ περιλαμβάνεται η ακυρότητα του δικογράφου λόγω έλλειψης υπογραφής δικηγόρου, ενώ στην απόφαση 1829/2023, η οποία εκδόθηκε κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, απασχόλησε το απαράδεκτο της αρχικής προσφυγής που οφειλόταν στην αοριστία των προβληθέντων λόγων. Το ζήτημα προέκυψε ιδίως ενόψει των κριθέντων στην απόφαση ΣτΕ 2800/2018, η οποία διέκρινε μεταξύ δικονομικών προϋποθέσεων (όπως η προθεσμία άσκησης της προσφυγής), οι οποίες κατά την απόφαση αυτή δεν δύνανται να θεραπευθούν με την εφαρμογή του άρθρου 70 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΔΔ (όπως αυτό είχε πριν τον ρητό αποκλεισμό του εκπροθέσμου από τα ιάσιμα σφάλματα με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν 4509/2017), και «διαδικαστικού χαρακτήρα ελλείψεων». Εξάλλου, σε άλλη νεότερη απόφαση του Δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι η δυνατότητα άσκησης δεύτερης προσφυγής ως εξαιρετική υπόκειται σε συσταλτική ερμηνεία. Σημαντική φωνή στη θεωρία συμμερίσθηκε την άποψη αυτή, υποστηρίζοντας ότι στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης διάταξης εμπίπτουν ως τυπικές διαδικαστικές ελλείψεις αποκλειστικά οι πλημμέλειες εκείνες που θεραπεύονται και εντός της δίκης με τη διαδικασία του άρθρου 139α ΚΔΔ, δηλαδή ουσιαστικά μόνον η καταβολή παραβόλου και δικαστικού ενσήμου (επί καταψηφιστικών αγωγών), καθώς και η υποβολή γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής.
Οι όροι του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων αποτελούν δικονομικές προϋποθέσεις, των οποίων η πλήρωση συνιστά αναγκαίο όρο για την εξέταση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που επικαλείται ο αιτών δικαστική προστασία. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι θεμελιώδεις και χαρακτηριστικές προϋποθέσεις του παραδεκτού των διαπλαστικών ενδίκων βοηθημάτων έχουν ευρύτερες στοχεύσεις, οι οποίες δεν περιορίζονται στην εκάστοτε διαδικασία της δίκης και συνδέονται είτε με το πρόσωπο του αιτούντος δικαστική προστασία, είτε με τη διαμόρφωση της έννομης σχέσης στο ουσιαστικό δίκαιο. Όπως εύλογα δέχθηκε η ΣτΕ 2800/2018, δεν επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής κατ΄άρθρο 70 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΔΔ όταν
Σελ. 1247η πρώτη έχει απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, για τον λόγο ότι δεν είναι επιτρεπτό να καταστεί απρόθεσμο διαπλαστικό ένδικο βοήθημα, ενόψει της αρχής της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων που προστατεύει τις διοικητικές πράξεις. Και φυσικά, δεδομένου ότι το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος προσδιορίζεται σε σχέση με την προσβαλλόμενη πράξη, η απουσία εννόμου συμφέροντος αυτονόητα δεν θεραπεύεται με την άσκηση δεύτερης προσφυγής· το αυτό ισχύει και για την έλλειψη εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης πράξης. Αδυναμία θεραπείας του απαραδέκτου υφίσταται και όταν ο προσφεύγων παρέλειψε να ασκήσει την προβλεπόμενη ενδικοφανή προσφυγή για την οποία είχε ενημερωθεί προσηκόντως, εφόσον διαφορετικά θα καταργούνταν η λειτουργία διήθησης την οποία υπηρετεί η προϋπόθεση αυτή του παραδεκτού.
Από αυτές τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής, το άρθρο 70 παρ. 1 εδ. β΄ΚΔΔ διακρίνει τις «τυπικές», για την αναπλήρωση των οποίων διανοίγεται η δυνατότητα άσκησης δεύτερης προσφυγής. Ο νόμος απηχεί εν προκειμένω τη διδασκαλία του Πρόδρομου Δαγτόγλου, ο οποίος έκανε συναφώς λόγο για προϋποθέσεις που συνδέονται με την «τυπική ορθότητα» της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (ή μέσου) και αφορούν την κατά νόμο πληρότητα του περιεχομένου του δικογράφου, τη σύννομη κατάθεση και (όπου απαιτείται) κοινοποίηση του ενδίκου βοηθήματος, καθώς και την καταβολή των προβλεπόμενων δικαστικών δαπανημάτων (τελών, παραβόλων και ενσήμου). Σε αυτή τη γραμμή κινείται και η άποψη που πλειοψήφησε στην απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ 1829/2023, η οποία προσδιορίζει το κύριο πεδίο εφαρμογής της επίδικης διάταξης στα τυπικά σφάλματα «του συντάξαντος το οικείο δικόγραφο». Κατά τα λοιπά, η πλειοψηφήσασα γνώμη δεν θέλει να κατονομάσει περιοριστικά τα τυπικά αυτά σφάλματα, αλλά επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της διάταξης σε κάθε ελάττωμα το οποίο «ως εκ της φύσεώς του» δύναται «αντικειμενικώς» να καλυφθεί με την εκ νέου άσκηση προσφυγής, με την αυτονόητη επιφύλαξη των εξαιρέσεων που ρητώς προβλέπονται στο άρθρο 70 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΔΔ. Προς υποστήριξη της ερμηνευτικής της προσέγγισης, η κρατήσασα γνώμη επικαλείται στοιχεία της βούλησης του νομοθέτη, ήτοι: την ευρεία διατύπωση και τη ratio του νόμου,την ιστορική εξέλιξη της επίδικης διάταξης, καθώς και τα ισχύοντα στην πολιτική δικονομία, από την οποία ο ιστορικός νομοθέτης άντλησε την έμπνευσή του.
Σύμφωνα με τις σχολιαζόμενες αποφάσεις, σε αυτά τα τυπικά ελαττώματα που επιδέχονται ίασης με την άσκηση δεύτερης προσφυγής κατατάσσονται εκείνα που οδηγούν στην ακυρότητα του δικογράφου, όπως είναι η έλλειψη υπογραφής δικηγόρου, καθώς και η αοριστία των προβαλλόμενων λόγων, διότι πρόκειται για ελαττώματα του δικογράφου, το οποίο αντικαθίσταται με τη δεύτερη προσφυγή. Όσον αφορά την έλλειψη υπογραφής, η πλειοψηφία εκτιμά ότι η παλαιότερη νομολογία που αντιμετώπιζε το άκυρο δικόγραφο ως μηδέποτε ασκηθέν και επέτρεπε ούτως ή άλλως την επανάσκηση της προσφυγής εντός της προθεσμίας δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως επιχείρημα, εφόσον αναφέρεται στη δικονομική νομοθεσία που προηγήθηκε της ένδικης ρύθμισης, ενώ ο νόμος προβλέπει πλέον την ίαση με την άσκηση δεύτερης προσφυγής. Σε σχέση με το αόριστο δικόγραφο, αποφασιστική σημασία φαίνεται να είχε η παράλληλη, και ανάλογη κατά περιεχόμενο, ρύθμιση της πολιτικής δικονομίας ως προς την αόριστη αγωγή. Θα μπορούσε κανείς πάντως να πει ότι η λύση που έδωσε η πλειοψηφία της απόφασης 1829/2023 είχε προδιαγραφεί ήδη από την απόφαση της Ολομέλειας ΣτΕ 3840/2009, εφόσον στην απόφαση εκείνη έγινε δεκτό ότι το απαράδεκτο δεύτερης αγωγής αφορά και τις περιπτώσεις αοριστίας εκείνης που ασκήθηκε αρχικά, με την επισήμανση ότι η δυνατότητα δεύτερης αγωγής κατ’ άρθρο 76 παρ. 2 ΚΔΔ (η οποία προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν 3659/2008) δεν εύρισκε ratione temporis εφαρμογή στην κριθείσα υπόθεση. Η γνώμη που μειοψήφησε στην απόφαση 1829/2023 αντιτείνει ότι η αοριστία αποτελεί ουσιαστικό και όχι τυπικό ελάττωμα της προσφυγής, το οποίο διαγιγνώσκεται μετά από δικαστική αξιολόγηση του περιεχομένου του δικογράφου.
Την πρόσφατη νομολογία έχει απασχολήσει επίσης το πρόβλημα της παράλληλης συνδρομής στην ίδια προσφυγή λόγου απαραδέκτου που δεν επιδέχεται ίαση (εκπρόθεσμο) με τυπικό ελάττωμα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρο 70 παρ. 1 εδ. β΄ΚΔΔ. Στην περίπτωση αυτή, κρίθηκε ότι η συνδρομή λόγου απαραδέκτου δεν κωλύει την άσκηση δεύτερης προσφυγής, με θεραπεία της τυπικής πλημμέλειας, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη· όμως το δικάζον δικαστήριο θα υποχρεούται, εφόσον διαγνώσει το απαράδεκτο, να απορρίψει για τον λόγο αυτό και το δεύτερο ένδικο βοήθημα.
VI. Καταληκτικές σκέψεις
Τα θέματα που κρίνουν οι αποφάσεις 1828-9/2023 της Ολομέλειας ΣτΕ άπτονται του όλου προσανατολισμού της διοικητικής δικονομίας. Σύμφωνα με μία σχολή σκέψης, στους θεμιτούς σκοπούς της διοικητικής δικονομίας περιλαμβάνεται η προστασία της κρατικής δράσης, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, από ιδιοτελή ένδικα βοηθήματα των ιδιωτών. Η ιδεολογική αυτή τάση, βαθιά ριζωμένη στην παράδοση του ελληνικού διοικητικού δικαίου, ενισχύθηκε καθοριστικά κατά τη δεκαετία του Μνημονίου, στην οποία είχαμε δύο παράλληλες και μείζονες δικονομικές εξελίξεις: Αφενός, με μια σειρά από νέα εργαλεία (όπως οι ρυθμίσεις του άρθρου 22 Ν 4274/2014 και οι διάφορες εκδοχές της θεωρίας της αλυσιτέλειας της επίκλησης διαδικαστικών σφαλμάτων) η διατήρηση σε ισχύ διοικητικών πράξεων που διαγιγνώσκονται από τον δικαστή ως παράνομες εδραιώθηκε στην τρέχουσα πρακτική των διοικητικών δικαστηρίων, με δικαιολογητικό λόγο προεχόντως την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Αφετέρου, η αναμφίβολη ανάγκη για επιτάχυνση και εξορθολογισμό της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης, όπως διαγνώσθηκε από το ΕΔΔΑ,
Σελ. 1248μεταφράσθηκε σε μονομερή περιορισμό της πρόσβασης του ιδιώτη διαδίκου σε ένδικα βοηθήματα και μέσα, με ποικίλους μηχανισμούς, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση έχει η ιδιάζουσα προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης στις ακυρωτικές διαφορές και της αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ άρθρο 12 Ν 3900/2010. Η παράδοση αυτή δύσκολα μπορεί να συμβιβασθεί με επιλογές του νομοθέτη, όπως η προκείμενη, η οποία χάριν της θεραπείας δικηγορικών σφαλμάτων πράγματι διατηρεί για μακρό χρόνο την εκκρεμοδικία ως προς το κύρος διοικητικών πράξεων.
Το Σύνταγμα, ωστόσο, δεν παρέχει επαρκή ερείσματα για τον προσανατολισμό της διοικητικής δικονομίας στην προστασία της κρατικής δράσης. Το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ., με πηγή έμπνευσης το άρθρο 19 IV του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης, προσανατολίζει τη δίκη στην προστασία του ιδιώτη-φορέα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και των (εξ ορισμού ιδιοτελών) εννόμων συμφερόντων του. Η αόριστη επίκληση των οργανωτικών ρυθμίσεων του Συντάγματος στα άρθρα 94 και 95 δεν επαρκεί για να αντιστρέψει τον φιλελεύθερο προσανατολισμό του διοικητικού δικονομικού δικαίου ως επιλογή του συνταγματισμού, τόσο στο εθνικό, όσο και στο διεθνές επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και για την αρχή της ασφάλειας δικαίου, της οποίας η διαρκής και αόριστη επίκληση δεν έχει επαρκή νομική ουσία για να ανατρέψει τη ρητή επιταγή του άρθρου 20 παρ. 1 Συντ.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, με τις προκείμενες αποφάσεις του το Δικαστήριο συνεχίζει έναν εσωτερικό διάλογο που διαρκεί ήδη μια δεκαετία ως προς τις δυνατότητές του να επέμβει μονομερώς στη διοικητική δικονομία, διορθώνοντας άστοχες επιλογές του νομοθέτη. Στην κεντρική αφήγηση των μεγάλων αποφάσεων της Ολομέλειας 4003 και 4741/2014, το ίδιο άρθρο 95 παρ. 1 περ. α) Συντ. παρέχει ιστορικά στη νομολογία του ΣτΕ την εξουσία να ρυθμίζει το ίδιο τη διοικητική δικονομία, κατ’ ουσίαν ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων της κείμενης δικονομικής νομοθεσίας. Όμως, από το 2018 εμφανίζεται στην Ολομέλεια ΣτΕ και η άποψη ότι η εξαιρετική εξουσία του δικαστηρίου να περιορίζει την αναδρομικότητα του ακυρωτικού αποτελέσματος των αποφάσεών του (ή των συνεπειών της κρίσης του ως προς την αντισυνταγματικότητα διάταξης νόμου) απορρέει από το άρθρο 22 Ν 4274/2014, το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά και στις διαφορές ουσίας, και όχι ευθέως από το Σύνταγμα. Άλλες συνθέσεις του Δικαστηρίου επαναλαμβάνουν εντούτοις μέχρι σήμερα την τοποθέτηση ότι οι εξουσίες αυτές απορρέουν «κατ’ ορθή ερμηνεία» από το άρθρο 95 παρ. 1 Συντ.. Με τις σχολιαζόμενες αποφάσεις της, η Ολομέλεια ΣτΕ συντάσσεται με την άποψη που αναγνωρίζει κατά πρώτο λόγο στον νομοθέτη την εξουσία να καθορίζει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων και τους κανόνες διεξαγωγής της διοικητικής δίκης, έστω κι αν οι επιλογές του, όπως εν προκειμένω, δημιουργούν τριβές με τη συστηματική της διοικητικής δικονομίας. Προφανώς, το Δικαστήριο δεν αποποιείται την εξουσία διορθωτικών παρεμβάσεων όταν αυτές είναι επιτακτικά αναγκαίες, αυτοπεριορίζεται όμως εν προκειμένω, με σεβασμό στη συνταγματική κατανομή εξουσιών.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα