Τεχνητή νοημοσύνη και βιωσιμότητα - Μία νομική προσέγγιση

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εξέταση της αλληλεπίδρασης μεταξύ της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) και της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας από νομική σκοπιά. Οι δύο πρώτες ενότητες αποτελούν εισαγωγή στην ΤΝ και καταγραφή των σημαντικότερων νομικών και δεοντολογικών επιπτώσεων της χρήσης της, ενώ στην τρίτη ενότητα επισημαίνονται οι περιβαλλοντικοί και νομικοί κίνδυνοι καθώς και τα οφέλη από την αξιοποίηση της ΤΝ για την Πράσινη Μετάβαση. Τέλος, διατυπώνονται συμπεράσματα αναφορικά με την κατάλληλη ρύθμιση και διακυβέρνηση της ΤΝ, προς την επίτευξη «Βιώσιμης ΤΝ (Sustainable AI)».

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

Η παρούσα μελέτη αποτελεί μία στοχευμένη καταγραφή των σημαντικότερων σημείων της ∆ιπλωματικής εργασίας μου με τίτλο: «Η ∆ίδυμη Μετάβαση: Χαρτογράφηση της χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης στη Βιωσιμότητα - Ο ρόλος της Νομοθεσίας και της ∆εοντολογίας», η οποία υπεβλήθη στο πλαίσιο ολοκλήρωσης του ∆ιεπιστημονικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών (MSc) «Κλιματική Κρίση και Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών» στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
∆ιαθέσιμη η διπλωματική εργασία στην αγγλική γλώσσα στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://dx.doi.org/10.26267/unipi_dione/3092.
1. Εισαγωγή
Όπως τόνισε ο Sir David Attenborough κατά την COP 24 στην Πολωνία, η κλιματική αλλαγή, που αναφέρεται επίσης ευρέως ως «κλιματική κρίση» ή «κλιματική κατάρρευση», θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει στην κατάρρευση του ανθρώπινου πολιτισμού και στην εξαφάνιση «μεγάλου μέρους του φυσικού κόσμου». Ήδη από το 1992, η δράση για την ανάσχεση και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής αποτέλεσε αντικείμενο διεθνών δεσμεύσεων, με τη Σύμβαση – Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Μεταβολές (UNFCCC) να δίνει τον ορισμό της ως «μια αλλαγή του κλίματος που αποδίδεται άμεσα ή έμμεσα στην ανθρώπινη δραστηριότητα, η οποία μεταβάλλει τη σύνθεση της παγκόσμιας ατμόσφαιρας και η οποία προστίθεται στη φυσική κλιματική μεταβλητότητα που παρατηρείται σε συγκρίσιμες χρονικές περιόδους». Φτάνοντας στην έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) για το 2023, οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου συνεχίζουν να αυξάνονται εξαιτίας της «άνευ προηγουμένου, ιστορικής ανθρώπινης συμβολής» μέσω της μη βιώσιμης χρήσης ενέργειας, της χρήσης γης, του τρόπου ζωής και των προτύπων κατανάλωσης και παραγωγής σε εθνικό, περιφερειακό, τοπικό και ατομικό επίπεδο.

Ταυτοχρόνως με τις προσπάθειες, ιδίως από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη διαμόρφωση «κλιματικής πολιτικής» και, εντονότερα, «κλιματικής νομοθεσίας», η συζήτηση για την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών για τον μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και της προσαρμογής σε αυτή, έχει αυξηθεί εκθετικά τα τελευταία χρόνια – προς τούτο, έχει προταθεί η αξιοποίηση ιδίως των δυνατοτήτων των τεχνο
λογιών Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ). Καθώς η κλιματική αλλαγή κάθε άλλο παρά σημάδια επιβράδυνσης δείχνει, μία εξίσου ταχύτατα εξελισσόμενη απόκριση εκ μέρους του κόσμου των Νέων Τεχνολογιών φαίνεται ενδεχομένως να αποτελεί ένα από τα ιδανικά «όπλα» του ανθρώπου προς την ανάσχεση της κλιματικής καταστροφής.
Ενώ αρχικά περιοριζόταν σε θεωρητικές, τεχνικές, ή και ακαδημαϊκές συζητήσεις, το ζήτημα της διακυβέρνησης της ΤΝ έχει πρόσφατα εμφανιστεί ως επικρατούσα τάση, καθώς σταδιακά τόσο οι εθνικοί νομοθέτες όσο και ιδιωτικές εταιρείες δημοσιεύουν δεσμευτικά και μη κείμενα και διατυπώνουν δηλώσεις και πολιτικές σχετικά με την ΤΝ και την δεοντολογία που την αφορά.

2. Οι νομικές και δεοντολογικές προεκτάσεις στην ΤΝ
Το έτος 2023, η ανάπτυξη των αλγορίθμων και των τεχνολογιών ΤΝ είναι πανταχού παρούσα - από την εικονική βοηθό Siri της Apple μέχρι τη λειτουργία αυτόματης οδήγησης των αυτοκινήτων Tesla, οι αλγόριθμοι χρησιμοποιούνται πλέον εκτενώς σε διάφορους τομείς της σύγχρονης ζωής- χωρίς, βέβαια, να παύουν να αποτελούν πηγή προβληματισμών και αντιπαραθέσεων, από τη λογοκλοπή, την αύξηση της ανεργίας λόγω της αυτοματοποίησης και τις ανησυχίες για την ασφάλεια οπλικών συστημάτων ΤΝ.

Ξεκινώντας από τη νομική οριοθέτηση του όρου «Τεχνητή Νοημοσύνη», ήδη από το 1950, ο Alan Turing έθεσε το ερώτημα αν οι μηχανές μπορούν πραγματικά να σκέφτονται, και πιο συγκεκριμένα, αν είναι σε θέση να αποκρύψουν την τεχνητή φύση τους από τον άνθρωπο μέσω συνομιλίας. Σε γενικές γραμμές, η ΤΝ ασχολείται με την κατασκευή ευφυών συστημάτων συμπεριφοράς που έχουν την ικανότητα να αναλύουν το περιβάλλον τους και να ενεργούν - με διάφορους βαθμούς αυτονομίας - για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Ο όρος «Τεχνητή Νοημοσύνη» επινοήθηκε σε ένα εργαστήριο του θερινού ερευνητικού προγράμματος Dartmouth για την ΤΝ που οργανώθηκε από τον επιστήμονα υπολογιστών και γνωστικών επιστημών John McCarthy το 1956, ο οποίος πιστώνεται ως ο πρώτος χρήστης του όρου στην πρόταση που συνυπέγραψε με τους M. Minsky, N. Rochester και C. Shannon, ορίζοντας την ΤΝ ως «την επιστήμη και τη μηχανική της κατασκευής ευφυών μηχανών, ιδιαίτερα ευφυών προγραμμάτων υπολογιστών». Έτσι, ο όρος «ΤΝ» θα μπορούσε να θεωρηθεί ως όρος-«ομπρέλα» για μια σειρά από αλγορίθμους που βασίζονται σε τεχνολογίες και προσεγγίσεις που προσπαθούν να μιμηθούν τον ανθρώπινο τρόπο σκέψης, και, κυρίως, την ανθρώπινη ικανότητα να λαμβάνει αποφάσεις και να ενεργεί αυτόνομα. Βέβαια, η συμφωνία για έναν κοινό τεχνικό ορισμό της ΤΝ φαίνεται να είναι ένα δύσκολο έργο - το ίδιο ισχύει και για τον νομικό ορισμό της, καθώς η πολυπλοκότητα του συστήματος και οι αναρίθμητες -και ίσως ακόμη όχι πλήρως γνωστές - δυνατότητές του το καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο να του δοθεί ένας κατάλληλος, πλήρως αποδεκτός ορισμός. Αντίστοιχα, αυτή η δυσκολία οδηγεί σε αγκυλώσεις στη ρύθμιση της ΤΝ, καθώς αφενός ένας ευρύτατος ορισμός θα σήμαινε ενδεχομένως «υπερρύθμιση» (overregulation) της ΤΝ και αποθάρρυνση της τεχνολογικής προόδου – αντιθέτως, με μία εξαιρετικά περιοριστική προσέγγιση η ρύθμιση της ΤΝ θα έμενε ελλιπής.
Μεταξύ προβληματισμών για την απόδοση νομικής προσωπικότητας στην ΤΝ, ειδικά όσον αφορά την νομοθεσία περί ευθύνης, έχει προκύψει ένα ευρύτερο φάσμα ερωτημάτων σχετικά με το πώς θα διασφαλιστεί λογοδοσία, απόδοση και κατανομή ευθύνης όταν ένα σύστημα ΤΝ «τρέχει» και «αποφασίζει» αυτόνομα. Σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, η ΤΝ δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη αυτή καθαυτή για πράξεις ή παραλείψεις που προκαλούν ζημίες σε τρίτους- ομοίως, οι
ισχύοντες κανόνες περί ευθύνης καλύπτουν περιπτώσεις στις οποίες η αιτία της πράξης ή της παράλειψης της ΤΝ μπορεί να αποδοθεί σε συγκεκριμένο ανθρώπινο παράγοντα, όπως ο κατασκευαστής, ο προγραμματιστής, ο χειριστής, ο ιδιοκτήτης ή ο χρήστης, και στις οποίες ο εν λόγω παράγοντας θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει την επιβλαβή συμπεριφορά του συστήματος. Στην ΕΕ, προκειμένου να υιοθετηθεί μια πιο ευέλικτη προσέγγιση που θα επιτρέπει τον καινοτόμο τεχνικό πειραματισμό διασφαλίζοντας παράλληλα τη δημόσια ασφάλεια, η πρόταση Οδηγίας για την αστική ευθύνη στην τεχνητή νοημοσύνη (AI Liability Directive) και η αναθεώρηση της Οδηγίας για την ευθύνη για τα προϊόντα δημοσιεύθηκαν στα τέλη του 2022. Χωρίς εμβάθυνση στις λεπτομέρειες αυτού του νέου προτεινόμενου πλαισίου, είναι προφανές ότι επιχειρεί να αντιμετωπίσει τη νομική αβεβαιότητα που περιβάλλει τα συστήματα ΤΝ και αποτελεί ένα καλό πρώτο βήμα προς ένα πιο ολοκληρωμένο και επικαιροποιημένο πλαίσιο - ωστόσο, είναι ζωτικής σημασίας να αντιμετωπιστούν τα αναπόφευκτα θεσμικά κενά και να διασφαλιστεί η ενότητα περιεχομένου και η συμβατότητα μεταξύ αυτού και της πρότασης του πρώτου Ευρωπαϊκού Κανονισμού περί ΤΝ (AI Act).

Η εν λόγω πρόταση Κανονισμού αποτελεί σημαντικό ορόσημο στην παγκόσμια διακυβέρνηση της ΤΝ και ως το πρώτο ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο, παρέχει στην ΕΕ πρωτοποριακό ρόλο στη διαμόρφωση της ανάπτυξης, της ανάπτυξης και της ρύθμισης της ΤΝ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωσή της με τις πιο θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αξίες και δικαιώματα. Όπως το έθεσε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρόκειται για «νομοθεσία που αναμφίβολα θα καθορίσει το παγκόσμιο πρότυπο για τα επόμενα χρόνια». Η Πρόταση Κανονισμού υιοθετεί μια προσέγγιση με βάση τον κίνδυνο (risk-based approach), διακρίνοντας μεταξύ απαράδεκτων πρακτικών ΤΝ, συστημάτων ΤΝ υψηλού κινδύνου και εφαρμογών ΤΝ που ενέχουν ελάχιστους κινδύνους. Μέσω αυτού του κλιμακωτού συστήματος, διευκολύνεται μια ισορροπημένη προσέγγιση για τη ρύθμιση της ΤΝ, με στόχο την πρόληψη της βλάβης, και την παράλληλη προώθηση της καινοτομίας και της οικονομικής ανάπτυξης. Μάλιστα, στις 9 Δεκεμβρίου 2023 επετεύχθη ιστορική πολιτική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόταση Κανονισμού, η οποία αναμένεται να δημοσιευθεί στην τελική της μορφή εντός του 2024. Οι τρεις θέσεις στις συζητήσεις προβλήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Επιπλέον, η ενσωμάτωση θεμελιωδών ηθικών αρχών στην ανάπτυξη και χρήση της ΤΝ τίθεται στο επίκεντρο της σχετικής ανάλυσης. Κατά πρώτον, τονίζεται η σημασία της Διαφάνειας (Transparency) των σχετικών πληροφοριών ενός συστήματος ΤΝ, ώστε οι χρήστες, οι τρίτοι, οι ρυθμιστικές αρχές κ.λπ. να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις για την χρήση της ΤΝ. Εν ολίγοις, η διαφάνεια της ΤΝ αναφέρεται στην πρόσβαση στον τρόπο λειτουργίας της ΤΝ και στη δομή της, ώστε να μπορεί να εξεταστεί και να γίνει κατανοητή από την αρχή της ανάπτυξης του συστήματος ΤΝ και την εκπαίδευσή του, τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας του. Για παράδειγμα, όσον αφορά την αλληλεπίδραση μεταξύ ΤΝ και περιβάλλοντος που αφορά την παρούσα ανάλυση, θα έπρεπε να είναι
προσβάσιμες σε κάθε ενδιαφερόμενο οι πληροφορίες για την ενέργεια που καταναλώνει ένα σύστημα ΤΝ κατά το στάδιο της εκπαίδευσής του (είδος ενέργειας, π.χ. «πράσινης», ήτοι προερχόμενης από Ανανεώσιμες Πηγές, είτε από ορυκτά καύσιμα, καθώς και ποσότητα καταναλισκόμενης ενέργειας), το εάν προβλέπεται να ακολουθηθεί σύστημα κυκλικής οικονομίας – ανακύκλωσης για τον τεχνικό εξοπλισμό του συστήματος στο τέλος της ζωής του, καθώς και αν έχουν σχεδιαστεί αντισταθμιστικά μέτρα του περιβαλλοντικού αντικτύπου του συστήματος. Σημειώνεται ως σχετική η Σύμβαση του Aarhus σχετικά με την πρόσβαση στις περιβαλλοντικές πληροφορίες, η οποία όχι μόνο κατοχυρώνει τη διάδοση των πληροφοριών, δηλαδή την υποχρέωση ανοικτής παροχής περιβαλλοντικών πληροφοριών στο κοινό, αλλά επιβάλλει και συγκεκριμένη υποχρέωση για τις αρμόδιες αρχές να μοιράζονται με δική τους πρωτοβουλία όλες τις περιβαλλοντικές πληροφορίες «όταν όλες οι επιλογές είναι ανοικτές και μπορεί να πραγματοποιηθεί αποτελεσματική συμμετοχή του κοινού» (άρθρο 6 παρ. 4). Ομοίως, οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ΤΝ ή ο θετικός αντίκτυπος της ΤΝ θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως «περιβαλλοντικές πληροφορίες» και συνεπώς να υπόκεινται σε υποχρεώσεις διαφάνειας σύμφωνα με την εν λόγω Σύμβαση.
Δεύτερον, η Επεξηγησιμότητα (Explainability), δηλαδή η «αποκρυπτογράφηση» ή «αποκωδικοποίηση» του τρόπου λειτουργίας ενός πολύπλοκου συστήματος τεχνητής νοημοσύνης είναι υψίστης σημασίας για την κατανόησή του τόσο από το ευρύ κοινό, όσο και από τους μη εξοικειωμένους με την ΤΝ Νομοθέτες. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καθοριστεί μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος μεταξύ της «απόφασης» της ΤΝ και του τι ακριβώς οδήγησε σε αυτήν. Όπως αποδεικνύεται από την ανάλυση των Adadi και Berrada, η σημασία της διασφάλισης υψηλών επιπέδων επεξηγησιμότητας είναι σημαντική προκειμένου «να ανακαλύψουμε, να δικαιολογήσουμε, να βελτιώσουμε και, ίσως το πιο σημαντικό, να ελέγξουμε [την ΤΝ]. Τελικά, η διαφανής και επεξηγήσιμη τεχνολογία ΤΝ επιτρέπει την καλύτερη λήψη αποφάσεων και, ως εκ τούτου, την απόδοση ευθύνης - λογοδοσία.
Ως τρίτη δεοντολογική αρχή, η Λογοδοσία (Accountability) αναφέρεται στην απόδοση ευθύνης για τα συστήματα ΤΝ. Οι αρχές του ΟΟΣΑ για την ΤΝ αναφέρουν ότι «οι φορείς της ΤΝ θα πρέπει να είναι υπόλογοι για την ορθή λειτουργία των συστημάτων ΤΝ (...) με βάση τους ρόλους τους, το πλαίσιο και σύμφωνα με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας», ενώ σύμφωνα με τον ίδιο Οργανισμό, η λογοδοσία στο οικοσύστημα της ΤΝ θα πρέπει να μοιράζεται από όλους άμεσα και έμμεσα εμπλεκόμενους ή επηρεαζόμενους από την ανάπτυξη ή τη χρήση ενός συστήματος ΤΝ, από τους προμηθευτές γνώσεων και πόρων ΤΝ, τους παράγοντες στον κύκλο ζωής της ΤΝ (π.χ. επιστήμονες δεδομένων), μέχρι τους χρήστες και τους τρίτους. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τη σύσταση της UNESCO για τη δεοντολογία της ΤΝ το 2020: «η δεοντολογική ευθύνη για τις αποφάσεις και τις ενέργειες που βασίζονται με οποιονδήποτε τρόπο σε ένα σύστημα ΤΝ θα πρέπει πάντα τελικά να αποδίδεται στους φορείς της ΤΝ που αντιστοιχούν στον ρόλο τους στον κύκλο ζωής του συστήματος ΤΝ. Κατάλληλοι μηχανισμοί εποπτείας, εκτίμησης επιπτώσεων, ελέγχου και δέουσας επιμέλειας, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των πληροφοριοδοτών (whistleblowers), θα πρέπει να αναπτυχθούν για να διασφαλιστεί η λογοδοσία για τα συστήματα ΤΝ και τις επιπτώσεις τους καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους».
Ως ανθρώπινο δημιούργημα, η ΤΝ φέρει επίσης τα προβληματικά στοιχεία των ανθρώπινων κοινωνιών, με τα ανθρώπινα λάθη να αναδεικνύονται και να εντείνονται περαιτέρω όταν ενσωματώνονται σε έναν τεχνητό παράγοντα όπως αυτή. Για παράδειγμα, ορισμένα συστήματα ΤΝ έχουν ήδη προκαλέσει ηχηρές αντιδράσεις με τη διάδοση εξτρεμιστικού περιεχομένου, την επίδειξη προκαταλήψεων ή την ακούσια αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων, ενώ ένα chatbot που κατασκευάστηκε με τη χρήση GPT-3 είπε σε ένα άτομο να αυτοκτονήσει. Σε άμεση συνάφεια με τους κινδύνους για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα είναι το ηθικό-φιλοσοφικό ερώτημα αν η ΤΝ μπορεί εν τέλει να κατανοήσει και να ενσωματώσει ηθικούς κανόνες στη λειτουργία και τα αποτελέσματά της και εάν μπορούν τα συστήματα ΤΝ να γίνουν «ηθικές μηχανές» (moral
machines). Η ηθική, ωστόσο, είναι μια αξία που συνδέεται με την προσωπική συνείδηση και η οποία δεν έχει ενιαία προσέγγιση αλλά, αντιθέτως, εξαρτάται από το πολιτισμικό υπόβαθρο, την ανατροφή, την εκπαίδευση την παιδεία και τις προσωπικές αξίες του κάθε ατόμου. Επομένως, πώς μπορεί να προσδιοριστεί η ηθική; Και πώς μπορεί η ηθική να θέσει κατευθυντήριες γραμμές σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ώστε να ενσωματωθούν αυτές σε ένα σύστημα ΤΝ; Στην προσπάθεια να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, η Σύσταση της UNESCO για τη Δεοντολογία της ΤΝ και η ανεξάρτητη ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου (HLEG) για την ΤΝ έφεραν στον πυρήνα της συζήτησης τον σεβασμό της ανθρώπινης υπόστασης και αξιοπρέπειας, την αρχή της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων και την πρόληψη επέλευσης ζημίας στον άνθρωπο (no-harm principle) από τη χρήση ΤΝ. Έτσι, είναι κοινή παραδοχή πως τα συστήματα ΤΝ πρέπει να κατασκευάζονται με γνώμονα τη σωματική και ψυχική ευημερία του ανθρώπου, τον σεβασμό στην προσωπική και πολιτιστική του ταυτότητα και την ικανοποίηση των ανθρωπίνων αναγκών. Προς τούτο, έχει προταθεί η ηθική αξιολόγηση των συστημάτων ΤΝ (Ethical Impact Assessment) σε όλα τα στάδια της λειτουργίας τους, ώστε να εξετάζεται κάθε φορά ποιος τα ελέγχει, ποιος επωφελείται από τη λειτουργία τους, ποιος επηρεάζεται αρνητικά, πώς χρησιμοποιούνται, αν παρουσιάζουν διακρίσεις στη συμπεριφορά τους (biases) και, γενικά, κατά πόσον τηρούν τις εκάστοτε ηθικές και νομικές απαιτήσεις – ταυτόχρονα, ο ΟΟΣΑ προωθεί τη δέουσα επιμέλεια ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα μέσω αξιολόγησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Human-Rights Impact Assessments).
3. Η δίδυμη μετάβαση: ΤΝ και ο πράσινος μετασχηματισμός
Ύστερα από την ανωτέρω στοχευμένη ανάλυση των σημαντικότερων νομικών και δεοντολογικών προεκτάσεων της ΤΝ, η μέχρι στιγμής ανεκμετάλλευτη ευκαιρία της τεχνολογίας, και ειδικότερα της ΤΝ, να προωθήσει την περιβαλλοντική και «κλιματική» βιωσιμότητα αξίζει να τεθεί στον πυρήνα της πολιτικής για την ΤΝ. Αυτή η παραδοχή έχει οδηγήσει στον όρο «Δίδυμη Μετάβαση», ο οποίος αναφέρεται όχι μόνο στην ταυτόχρονη Ψηφιακή (Digital Transition) και Πράσινη Μετάβαση (Green Transition), αλλά και στην ένωση των δύο, η οποία θα μπορούσε να επιταχύνει τις απαιτούμενες αλλαγές και να φέρει τις κοινωνίες πιο κοντά στο επίπεδο του μετασχηματισμού που απαιτείται.

Αν και η Ψηφιακή και η Πράσινη Μετάβαση είναι διαφορετικής φύσης και υπόκεινται σε διακριτές δυναμικές, η «αδελφοποίησή» τους (“twinning”) - δηλαδή η ικανότητά τους να ενισχύουν η μία την άλλη - αξίζει να εξεταστεί προσεκτικότερα. Ακόμα περισσότερο, εάν ρυθμιστεί σωστά, έχει υποστηριχθεί πως η ψηφιοποίηση μέσω της ΤΝ θα μπορούσε να συμβάλει αποφασιστικά στην εγκαθίδρυση μιας κλιματικά ουδέτερης οικονομίας και κοινωνίας. Αυτό όμως δεν είναι εύκολο εγχείρημα, καθώς η εκπαίδευση και η χρήση συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης μεγάλης κλίμακας μπορεί να έχει σημαντικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα (π.χ. χρησιμοποιείται εκτενώς στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων κατά την έρευνα και την εξόρυξη), από τη χρήση ενέργειας και νερού, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και το επιβαρυντικό τέλος του κύκλου ζωής τους (π.χ. μέσω της μη ανακυκλωσιμότητας των υλικών των συστημάτων) και μπορεί επίσης να εγείρει ζητήματα ηθικής και κανονιστικής, άλλως νομικής, φύσης.
Α) Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της ΤΝ
Καταρχάς, η υπολογιστική ισχύς των συστημάτων ΤΝ αναφέρεται στον αριθμό των πόρων που απαιτούνται για την εκπαίδευση και την εκτέλεση ενός συστήματος Μηχανικής Μάθησης (Machine Learning) και συνήθως, όσο μεγαλύτερο και πιο πολύπλοκο είναι ένα σύστημα και το σύνολο δεδομένων στο οποίο εκπαιδεύεται, τόσο μεγαλύτερη είναι η απαιτούμενη υπολογιστική ισχύς. Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις του σε χρήση ενέργειας, κατανάλωση νερού και ανάγκη για υλικά κατασκευής αυξάνονται. Για παράδειγμα, πρόσφατα ευρήματα σχετικά με το BLOOM, ένα Μεγάλο Γλωσσικό Μοντέλο (Large Language Model, LLM) με 176 δισεκατομμύρια παραμέτρους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η εκπαίδευσή του οδήγησε στην εκπομπή 25 φορές περισσότερων αερίων του θερμοκηπίου σε σύγκριση με μία πτήση από τη Νέα Υόρκη στο Σαν Φρανσίσκο. Βέβαια ο ακριβής υπολογισμός του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των συστημάτων ΤΝ δεν είναι τόσο εύ
κολο να προσδιοριστεί, καθώς η ορθότερη εκτίμησή του – η οποία ακόμη δεν εφαρμόζεται τουλάχιστον σε ευρεία κλίμακα - εξετάζει τις εκπομπές που προκύπτουν κατά την εξόρυξη των πρώτων υλών που θα χρησιμοποιηθούν για το σύστημα, τη διαδικασία κατασκευής αυτή καθαυτή, τη μεταφορά προς τον προορισμό λειτουργίας, τη χρήση κατά τη διάρκεια της ζωής του συστήματος καθώς και τον τρόπο απόρριψης των υλικών του. Με άλλα λόγια, θα ήταν ορθότερο να υπολογίσει κανείς το ανθρακικό (ή γενικότερα το περιβαλλοντικό) αποτύπωμα ενός προϊόντος εξετάζοντας ολόκληρο τον «κύκλο ζωής» του και όχι μόνο τη φάση εκπαίδευσης και λειτουργίας του.

Είναι ενθαρρυντικό πως η Πρόταση Κανονισμού για την ΤΝ περιέχει κάποιες περιβαλλοντικές προβλέψεις οι οποίες είναι επί του παρόντος σε φάση διαλόγου και οριστικοποίησης (σημειώνεται ότι τα αναφερόμενα στο παρόν βασίστηκαν στο σχέδιο της Πρότασης Κανονισμού, ως ίσχυε έως και τον Νοέμβριο 2023): ενδεικτικά, το ότι ο σχεδιασμός συστημάτων ΤΝ θα πρέπει να επιτρέπει τη μέτρηση και την καταγραφή της κατανάλωσης ενέργειας και φυσικών πόρων και, όπου είναι τεχνικά εφικτό, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ανάπτυξη και η χρήση αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους (παρ. δ άρθρου 28β), όπως και την συμπερίληψη της περιβαλλοντικής βλάβης στην αξιολόγηση των συστημάτων ΤΝ ως υψηλού κινδύνου, πρόβλεψη η οποία έχει εγείρει αντιδράσεις. Σε κάθε περίπτωση, η ενσωμάτωση περιβαλλοντικών «δικλείδων ασφαλείας» θα πρέπει να γίνει ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο ύπαρξης αλληλεπικαλυπτόμενων δεσμεύσεων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αντικρουόμενες απαιτήσεις με το υφιστάμενο πλαίσιο Βιωσιμότητας (όπως η νέα Οδηγία για την ενεργειακή απόδοση, η Οδηγία για τον Οικολογικό Σχεδιασμό και η πρόταση του νέου Κανονισμού που θα την καταργήσει, η οδηγία της ΕΕ για την υποβολή εκθέσεων εταιρικής βιωσιμότητας κ.α.).
Η εφαρμογή υφιστάμενων εργαλείων, όπως οι αξιολογήσεις του κύκλου ζωής του προϊόντος, είναι πρόκληση λόγω της απροθυμίας των εταιρειών να μοιραστούν λεπτομέρειες για τα συστήματα ΤΝ τους και των ξεχωριστών υπολογιστικών αναγκών και του λογισμικού του εκάστοτε συστήματος ΤΝ, τα οποία μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ως προς τη σύνθεσή τους και να περιλαμβάνουν πολλά διαφορετικά μεμονωμένα και πολύ εξειδικευμένα προϊόντα. Επιπλέον, η συντριπτική πλειονότητα της έρευνας και της ανάπτυξης Μηχανικής Μάθησης εξακολουθεί να επικεντρώνεται στη βελτίωση της ακρίβειας του μοντέλου και όχι στην εξισορρόπηση της ακρίβειας και της ενεργειακής απόδοσης. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να επέλθει μια αλλαγή στη νοοτροπία της βιομηχανίας ΤΝ, για παράδειγμα όπως το θέτουν εύστοχα οι Wu κ.ά.: «Για να αναπτύξουμε τεχνολογίες ΤΝ με υπευθυνότητα, πρέπει να επιτύχουμε ανταγωνιστική ακρίβεια μοντέλων με σταθερό ή ακόμη και μειωμένο υπολογιστικό και περιβαλλοντικό κόστος» και να αναπτύξουμε και να υιοθετήσουμε μια «νοοτροπία βιωσιμότητας» για την ΤΝ.

Β) Η ΤΝ και η περιβαλλοντική βιωσιμότητα
Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τη θετική συμβολή της ΤΝ στο πεδίο του περιβάλλοντος. Πρωταρχικά, η χρήση της ΤΝ μπορεί να συμβάλει στην ακρίβεια και την αποτελεσματικό
τητα της βραχυπρόθεσμης πρόβλεψης- για παράδειγμα, το Διακυβερνητικό Υδρολογικό Πρόγραμμα της UNESCO έχει αναπτύξει ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για πλημμύρες και ξηρασία σε 11 αφρικανικές χώρες, το οποίο θα συλλέγει, θα αναλύει και θα απεικονίζει εικόνες που σχετίζονται με πλημμύρες για να εντοπίζει και να αποστέλλει πρακτικές λύσεις στις πληγείσες κοινότητες σε πραγματικό χρόνο. Στο πεδίο της κλιματικής αλλαγής, η ΤΝ έχει επίσης φέρει επανάσταση στη μοντελοποίηση και την πρόβλεψη του κλίματος, καθώς τεράστιες ποσότητες δεδομένων τίθενται υπό επεξεργασία και παράγονται εξελιγμένα κλιματικά μοντέλα, επιτρέποντας τον εντοπισμό πολύπλοκων κλιματικών προτύπων και οδηγώντας σε βελτιωμένες προβλέψεις των μεταβολών της θερμοκρασίας, των εντάσεων των καιρικών φαινομένων και άλλων μεταβλητών. Ως εκ τούτου, η ΤΝ συμβάλλει στην ενισχυμένη εκτίμηση του κλιματικού κινδύνου (climate risk), καθώς οι αλγόριθμοι Μηχανικής Μάθησης είναι σε θέση να ποσοτικοποιήσουν τους κλιματικούς κινδύνους σε διαφορετικές χωρικές και χρονικές κλίμακες, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην πολιτική και τα μέτρα προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Στον τομέα της ενέργειας, με τη βοήθεια της ΤΝ, είναι δυνατή η αποτελεσματική καταπολέμηση των εκπομπών στον τομέα της ενέργειας με τη χρήση ακριβών μεθόδων πρόβλεψης για τον προσδιορισμό της προσφοράς και της ζήτησης ενέργειας στο δίκτυο, την ενίσχυση του προγραμματισμού των ΑΠΕ και την μείωση των εκπομπών ορυκτών καυσίμων κατά τον κύκλο ζωής τους μέσω της προληπτικής συντήρησης των υποδομών. Η ΤΝ μπορεί επίσης να συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης, ενεργοποιώντας μηχανισμούς ακριβούς ανταπόκρισης στη ζήτηση, ενώ παράλληλα βελτιστοποιεί την ενεργειακή παραγωγή και την ανίχνευση βλαβών στις ενεργειακές υποδομές. Βέβαια, η μείωση του λειτουργικού κόστους και ο εξορθολογισμός των λειτουργιών λόγω της χρήσης συστημάτων ΤΝ σε ενεργοβόρες βιομηχανίες ορυκτών καυσίμων θα μπορούσε εν τέλει να οδηγήσει σε αύξηση των εκπομπών, εις βάρος του περιβάλλοντος. Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης, η στενή συνεργασία μεταξύ των κατασκευαστών και χρηστών ΤΝ και των υπευθύνων λήψης αποφάσεων στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας είναι απαραίτητες, ώστε να διασφαλίζουν την ευθυγράμμιση των καινοτόμων συστημάτων ΤΝ με τους ευρύτερους στόχους βιωσιμότητας.
Η ενσωμάτωση της ΤΝ στην έννοια των έξυπνων πόλεων (smart cities) έχει τη δυνατότητα να φέρει επανάσταση στην αστική ζωή, καθώς μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία πιο βιώσιμων και ενεργειακά αποδοτικών πόλεων. Με την ανάλυση δεδομένων από διάφορες πηγές, όπως την κυκλοφορία, τον καιρό και τη χρήση ενέργειας, οι αλγόριθμοι ΤΝ μπορούν να παρέχουν πληροφορίες για τη βελτιστοποίηση των λειτουργιών της πόλης, τη μείωση των εκπομπών και της κατανάλωσης ενέργειας και την βελτίωση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα και της διαχείρισης αστικών αποβλήτων. Ταυτόχρονα, η ΤΝ επιτρέπει τη διαδραστική και ευέλικτη διοίκηση της πόλης μέσω της μοντελοποίησης κοινωνικών φαινομένων (π.χ. εγκλημάτων σε περιοχές «γκέτο») και την ανάπτυξη ψηφιακών πλατφορμών για δημόσιες διαβουλεύσεις, προς την δημιουργία του “E-citizen”. Βέβαια, παρά τα πολυάριθμα πλεονεκτήματα, η ΤΝ στις έξυπνες πόλεις παρουσιάζει επίσης νομικές προκλήσεις και δεοντολογικές ανησυχίες: από την παραβίαση της ιδιωτικότητας των πολιτών, την ευπάθεια σε απειλές στον κυβερνοχώρο και στο κυβερνοέγκλημα, μέχρι την άνιση πρόσβαση σε πόρους ανά κοινωνικά στρώματα και το αυξημένο οικολογικό αποτύπωμα της χρήσης ενεργοβόρων «έξυπνων» συστημάτων, ο προσεκτικός σχεδιασμός των αστικών παρεμβάσεων από τις αρμόδιες αρχές καθίσταται απαραίτητος.
Η ΤΝ έχει επίσης αναδειχθεί ως μια μετασχηματιστική τεχνολογία στον τομέα των Μεταφορών: τα συστήματα ΤΝ μπορούν να παρέχουν προβλέψεις σχετικά με τα πρότυπα κινητικότητας (αεροπορία, τρένα, ναυτιλία), να βελτιστοποιούν την εφοδιαστική αλυσίδα (logistics), να διαχειρίζονται και να ελέγχουν την κυκλοφορία σε πραγματικό χρόνο (π.χ. φανάρια, φωτισμός) και να υποστηρίζουν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με στρατηγικές ελέγχου της κυκλοφορίας και τη βελτίωση της απόδοσης του συνολικού δικτύου με αποτέλεσμα
τη μείωση των εκπομπών και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Όσον αφορά τα αυτόματα οχήματα (ΑΟ), εφόσον αυτά κινούνται όπως τα συμβατικά οχήματα, ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι εντελώς ηλεκτρικά, τότε είναι πιθανό ότι θα οδηγήσουν σε αύξηση της συνολικής απόστασης που καλύπτεται και σε κάθε περίπτωση σε αύξηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος του τομέα λόγω της ευκολότερης μετακίνησης. Στο πλαίσιο αυτό, η εξασφάλιση της ηλεκτροκίνησης της βιομηχανίας ΑΟ είναι υψίστης σημασίας, σε συνδυασμό με την θέση σε ισχύ ενός σαφούς νομικού πλαισίου σχετικά με την ευθύνη σε περίπτωση ατυχημάτων.

Ουσιαστική είναι η θετική συμβολή της ΤΝ στον πρωτογενή τομέα και τη διαχείριση της βιοποικιλότητας: μέσω της «Γεωργίας Ακριβείας» (Precision Agriculture) είναι δυνατή η γεωργική χαρτογράφηση, η ανίχνευση πεδίου, η βελτιστοποίηση της παραγωγής καλλιεργειών και η διαχείριση παρασίτων και ασθενειών, ενώ η ΤΝ συμβάλλει και στην παρακολούθηση του ζωικού κεφαλαίου. Παράλληλα, η προγνωστική μοντελοποίηση και η χρήση ΤΝ στη διαχείριση των δασών βοηθούν στη σύνταξη σχεδίων δασικής διαχείρισης, την αντιμετώπιση της λαθροθηρίας, τον σχεδιασμό της υλοτομίας, την πρόληψη και αντιμετώπιση πυρκαγιών και την παρακολούθηση της προστατευόμενης πανίδας.

Τέλος, η ΤΝ μπορεί να οδηγήσει στην επίτευξη της «Κυκλικής Οικονομίας». Συνοπτικά, η κυκλικότητα ή η κυκλική οικονομία είναι ένα οικονομικό σύστημα που στοχεύει στην ελαχιστοποίηση των αποβλήτων και στην προώθηση την αποδοτικότητας των πόρων. Σε μία κυκλική οικονομία, τα προϊόντα σχεδιάζονται έτσι ώστε να είναι ανθεκτικά, επισκευάσιμα και ανακυκλώσιμα και τα απόβλητα θεωρούνται δυνητικός πόρος. Η ΤΝ μπορεί να αξιοποιηθεί για τη δημιουργία ηλεκτρονικών συσκευών που είναι ευκολότερο να επισκευάζονται, να αναβαθμίζονται και να ανακυκλώνονται, όπως και για τη σχεδίαση επιχειρηματικών μοντέλων που προωθούν τα ανακυκλωμένα ή ανακυκλώσιμα υλικά για την παραγωγή υφασμάτων. Βέβαια, υπάρχουν ορισμένες νομικές και δεοντολογικές πτυχές που απαιτούν προσοχή, όπως η χρήση προσωπικών δεδομένων των χρηστών κυκλικών προϊόντων, η αύξηση της ανεργίας λόγω της αυτοματοποίησης «κυκλικών διαδικασιών» και η υπερσυγκέντρωση αποβλήτων και μονάδων ανακύκλωσης σε περιθωριοποιημένες κοινότητες. Επίσης, οι κυκλικές διαδικασίες συχνά απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού και σημαντικές εισροές ενέργειας, ενώ η «ετικέτα» της κυκλικής οικονομίας μπορεί ακούσια να οδηγήσει σε υπερκατανάλωση και σε ψευδή αίσθηση «ασφάλειας», και άρα σε αυξημένη παραγωγή αποβλήτων. Αυτές οι περιβαλλοντικές «αντισταθμίσεις» (trade-offs) θα πρέπει να αντιμετωπιστούν κατάλληλα από τους επιστήμονες και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, καθώς χωρίς προσεκτικό σχεδιασμό και στρατηγικές που σταθμίζουν τα αρνητικά έναντι των θετικών των κυκλικών πρακτικών, η προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος και της βιωσιμότητας δεν θα μπορεί να διασφαλιστεί.
4. Αντί επιλόγου - Προς την επίτευξη «Βιώσιμης ΤΝ» (“Sustainable AI”)
Κατά την προσπάθεια δημιουργίας ενός ρυθμιστικού οικοσυστήματος για την παραγωγή, την εκπαίδευση και την ανάπτυξη συστημάτων ΤΝ, είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι το νομικό κεκτημένο δεν έχει ακόμη αντιμετωπίσει μια πρόκληση τόσο πολύπλοκη και πολύπλευρη όπως η ΤΝ – με μόνο «ανταγωνιστή» σε αυτό την κλιματική αλλαγή. Στο πεδίο της νομοθεσίας και της δεοντολογίας, είναι σαφές πως απαιτείται προσαρμογή στα νέα διαρκώς μεταβαλλόμενα δεδομένα, χωρίς να τίθενται αναιτιολόγητα εμπόδια στην καινοτομία και την ανάπτυξη της ΤΝ.
Προς τούτο, έχει προταθεί και από την ίδια την Πρόταση Κανονισμού για την ΤΝ η εγκαθίδρυση Ελεγχόμενων Κανονιστικών Περιβαλλόντων (Regulatory Sandboxes), δηλαδή ενός ελεγχόμενου από δημόσια αρχή περιβάλλοντος το οποίο θα διευκολύνει την ασφαλή ανάπτυξη, δοκιμή και επικύρωση καινοτόμων συστημάτων ΤΝ για περιορισμένο χρονικό διάστημα πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά ή τη θέση τους σε λει
τουργία σύμφωνα με συγκεκριμένο σχέδιο υπό κανονιστική εποπτεία. Ουσιαστικά, αποτελούν μία υβριδική μορφή χαλαρής ρύθμισης και ελεγχόμενης καινοτομίας – ένα ημιελεγχόμενο περιβάλλον για την ανάπτυξη της ΤΝ, το οποίο επιτρέπει την συνεργασία και ανταλλαγή εμπειρικών στοιχείων και απόψεων μεταξύ των καινοτόμων φορέων και των ρυθμιστικών αρχών. Στο πλαίσιο των κανόνων λειτουργίας αυτών που αναμένονται και προς την δημιουργία «Βιώσιμης ΤΝ», θεωρείται ουσιώδες να ενσωματωθεί η περιβαλλοντική διάσταση στα κριτήρια εισόδου και λειτουργίας τους, π.χ. μέσω περιβαλλοντικής αξιολόγησης συμμόρφωσης για την έξοδο και διάθεση του εκάστοτε συστήματος ΤΝ στην αγορά.
Σχετικώς, είναι υψίστης σημασίας η ενσωμάτωση του περιβαλλοντικού παράγοντα, π.χ. η προστασία του περιβάλλοντος, η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων, η πρόληψη και μετριασμός των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής κ.λπ. στο σύνολο της πολιτικής για την ΤΝ (environmental mainstreaming) και σε κάθε απόφαση που λαμβάνεται σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, καθώς με το να μην αντιμετωπίζεται η περιβαλλοντική βιωσιμότητα ως ανεξάρτητο ζήτημα μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος να υπάρχουν διάφορες πολιτικές που έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Αυτή η συνοχή μεταξύ των τομέων της κοινωνίας και οικονομίας (διατομεατικότητα) ενισχύεται περαιτέρω με την έντονη ανάγκη για συνεργασία μεταξύ διαφορετικών ειδικοτήτων (διεπιστημονικότητα) για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προκλήσεων σε συνδυασμό με την ανάπτυξη τεχνολογιών ΤΝ, με στόχο την μείωση της αποσπασματικότητας των ρυθμίσεων και την επίτευξη συναινέσεων μεταξύ νομοθετών, πολιτικών, τεχνολογικών παραγόντων αλλά και της κοινωνίας.
Καταλήγοντας, η διαρκώς εξελισσόμενη παγκόσμια έρευνα και η έγκαιρη προσαρμογή της νομοθεσίας που προσπαθεί να συμβαδίσει με αυτήν, μπορεί να προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για τη δημιουργία μιας πραγματικά Δίκαιης και Βιώσιμης ΤΝ. Τελικώς, ο τρόπος με τον οποίο που θα προσεγγίσουμε την ΤΝ, όπως και την κλιματική αλλαγή, θα καθορίσει τον κόσμο στον οποίο θα ζήσουμε.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα