Επίδοση της αγωγής ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας στο παθητικώς νομιμοποιούμενο Ελληνικό Δημόσιο ως δανειστή της κληρονομίας

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται το ζήτημα της δικαστικής εκπροσώπησης του Ελληνικού Δημοσίου στη δίκη που διανοίγεται με την αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, όπου αυτό ενάγεται ως δανειστής της κληρονομίας. Στη νομολογία υποστηρίζονται αντικρουόμενες απόψεις χωρίς κάποια από αυτές να μπορεί να χαρακτηριστεί κρατούσα, με αποτέλεσμα να επικρατεί σύγχυση αναφορικά με το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να επιδοθεί η αγωγή. Ανάλογα με την υιοθετούμενη άποψη η αγωγή επιδίδεται σε διαφορετικό πρόσωπο ή και σε περισσότερα πρόσωπα (Υπουργός Οικονομικών, Διοικητής της ΑΑΔΕ, Προϊστάμενος της αρμόδιας υπηρεσίας της ΑΑΔΕ). Στη μελέτη προκρίνεται ως ορθότερη η θέση ότι το Δημόσιο εκπροσωπείται στην προκείμενη δίκη από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ και συνεπώς επίδοση της αγωγής απαιτείται να γίνει μόνο σε αυτόν.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

Οφείλω θερμές ευχαριστίες στους πολλούς συναδέλφους δικηγόρους για την αποστολή τόσων αδημοσίευτων αποφάσεων πάνω στο θέμα και ιδιαίτερα στην κα Δήμητρα Χατζηκώστα, δικηγόρο Κοζάνης, που μου υπέδειξε την αδημοσίευτη ως τότε ΑΠ 1498/2023. Τέλος, ειδική μνεία πρέπει να γίνει στον υπάλληλο του τμήματος Πληροφορικής του Αρείου Πάγου, κο Δημήτρη Παπαγιαννίδη, που φρόντισε για την ταχύτατη κι εντελώς εκτός σειράς ανωνυμοποίηση και δημοσίευση της παραπάνω απόφασης στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου (www.areiospagos.gr) μόνο για τις ανάγκες εκπόνησης της παρούσας.
I. Εισαγωγή
Στην περίπτωση της αγωγής ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας κατ’ άρθρο 1857 ΑΚ με εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο ως δανειστή της κληρονομίας τίθεται το ζήτημα από ποιον εκπροσωπείται αυτό και συνακόλουθα σε ποιον θα πρέπει να γίνεται η επίδοση της αγωγής (βλ. άρθρο 126 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠολΔ). Το ζήτημα ετέθη με την εισαγωγή του N 4389/2016, με τον οποίο συστάθηκε η ΑΑΔΕ (άρθρο 1 παρ. 1 N 4389/2016) και ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από την 01.01.2017 (άρθρο 43 N 4389/2016). Μέχρι τότε η εκπροσώπηση του Δημοσίου και οι σχετικές επιδόσεις καθορίζονταν βάσει του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), σύμφωνα με το οποίο οποιοδήποτε δικόγραφο κατά του Δημοσίου πρέπει να επιδίδεται στον Υπουργό Οικονομικών και σε περίπτωση που το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλο αρμόδιο όργανο απαιτείται επίδοση στο όργανο αυτό σωρευτικά με την επίδοση στον Υπουργό Οικονομικών. Αντίστοιχη, άλλωστε, ήταν και η διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974), που καταργήθηκε πρόσφατα από τον N 4978/2022 και όριζε ότι στις δίκες του ΚΕΔΕ επίδοση δικογράφου απαιτείτο να γίνεται όχι μόνο στον Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου (ήδη Προϊστάμενος ΔΟΥ) αλλά και στον Υπουργό Οικονομικών.
II. Διχογνωμία περί του ζητήματος της δικαστικής εκπροσώπησης του Δημοσίου
Με το άρθρο 36 παρ. 1 N 4389/2016 προβλέφθηκε ότι στις δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ΑΑΔΕ ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Διοικητή αυτής και ότι οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται προς αυτόν (τον Διοικητή) αντί του Υπουργού Οικονομικών. Η διάταξη αυτή προκάλεσε σύγχυση στη νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας με αποτέλεσμα για την περίπτωση της αγωγής ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας να διατυπωθούν διάφορες απόψεις σχετικά με τις απαιτούμενες επιδόσεις προς το Δημόσιο, χωρίς κάποια συγκεκριμένη θέση να μπορεί να χαρακτηριστεί με ασφάλεια κρατούσα. Η βασική διχογνωμία, επί της οποίας πολύ πρόσφατα κλήθηκε να τοποθετηθεί για πρώτη φορά και ο Άρειος Πάγος, έχει να κάνει με το
Σελ. 27 κατά πόσο εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση το άρθρο 36 παρ. 1 N 4389/2016, αν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ ή από τον Υπουργό Οικονομικών. Σε δεύτερο επίπεδο και στο πλαίσιο υιοθέτησης και των δύο ως άνω αντίθετων θέσεων τίθεται, αν και συνήθως με τρόπο μάλλον σιωπηρό, το ζήτημα αν απαιτείται επίδοση της αγωγής εκτός από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ ή τον Υπουργό Οικονομικών αντίστοιχα και προς τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ (ή άλλης αρμόδιας κατά περίπτωση υπηρεσίας).

Η όλη θεματική χρήζει επιστημονικής διερεύνησης, ακόμα και αν είναι κανείς πρόθυμος να δεχθεί πως σε κάθε περίπτωση είναι επιμελέστερο (και πάντως δεν συνιστά ανυπόφορο δικονομικό βάρος) να προβαίνει ο ενάγων σε επίδοση της αγωγής και στα τρία ως άνω πρόσωπα είτε αυτό απαιτείται είτε όχι. Πράγματι, αυτή η τύποις επιμελέστερη συμπεριφορά του ενάγοντος φαίνεται να επιλύει με πρακτικό τρόπο συνολικά το πρόβλημα, ιδίως αφού η τυχόν επιπλέον επίδοση του δικογράφου δεν προκαλεί κάποια ακυρότητα ή απαράδεκτο. Η πιθανότητα, όμως, κήρυξης απαραδέκτου ενός δικογράφου λόγω μη τήρησης μιας ενδεχομένως περιττής δικονομικής υποχρέωσης, η οποία κήρυξη απαραδέκτου σε μια τέτοια περίπτωση ουσιαστικά θα συνιστούσε έμμεση αρνησιδικία, καθιστά την αναζήτηση νομικής λύσης επί του ζητήματος επιβεβλημένη.

III. Οι θέσεις της νομολογίας
1. Εκπροσώπηση του Δημοσίου από τον Υπουργό Οικονομικών
Στο ερώτημα, λοιπόν, αν η δίκη που διανοίγεται με την αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας που στρέφεται κατά του Δημοσίου ως δανειστή της κληρονομίας εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016, σημαντική μερίδα της νομολογίας έχει δώσει αρνητική απάντηση, εκκινώντας από τη σκέψη ότι η αναγκαιότητα επίδοσης της αγωγής στην ΑΑΔΕ δεν αφορά σε όλες τις δίκες, στις οποίες μετέχει το Δημόσιο ως διάδικος, αλλά μόνον σε εκείνες οι οποίες άπτονται του σκοπού και των αρμοδιοτήτων της εν λόγω Αρχής, όπως αυτά περιγράφονται στα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 2 N 4389/2016 αντίστοιχα. Και κατά τη θέση που υιοθετεί αυτή η μερίδα της νομολογίας η προκείμενη δίκη λόγω του ότι στηρίζεται αμιγώς στις διατάξεις του ουσιαστικού αστικού δικαίου και συγκεκριμένα σε εκείνες του κληρονομικού δικαίου, διώκουσα την οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος, δεν υπάγεται στην προαναφερόμενη ρύθμιση του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016, έστω και αν η ουσιαστική συνέπεια της τυχόν ευδοκίμησης της αγωγής θα είναι η απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Δημοσίου από το πρόσωπο του ενάγοντος, καθώς η τελευταία αυτή συνέπεια είναι απλώς αντανακλαστική του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί με αφορμή την προκείμενη δίκη. Αντιπαραβάλλει, μάλιστα, στο σκεπτικό της η νομολογία αυτή τη συγκεκριμένη δίκη με τη δίκη που τυχόν θα διανοίγετο με αφορμή ειδικώς την είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, όπου χωρίς αμφιβολία η ως άνω ρύθμιση θα καλούνταν σε εφαρμογή. Κατά την άποψη αυτή, επομένως, η αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας θα πρέπει να επιδίδεται κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Κώδικα των νόμων περί Δικών Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), το οποίο παραμένει σε ισχύ για τις δίκες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016, στον Υπουργό Οικονομικών, μη αρκούσης της επίδοσης στον Διοικητή της ΑΑΔΕ.
2. Εκπροσώπηση του Δημοσίου από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ
Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε, στη νομολογία αλλά και μεμονωμένα στη θεωρία έχει υποστηριχθεί και η εντελώς αντίθετη και μάλλον ορθότερη άποψη, ότι δηλαδή η προκείμενη δίκη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016, βασιζόμενη πρωτίστως στο γράμμα της διάταξης αυτής, σύμφωνα με το οποίο στο πεδίο εφαρμογής της εντάσσονται, πλην άλλων, οι δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις έννομες σχέσεις που αφορούν την ΑΑΔΕ. Πράγματι, η ως άνω διάταξη θα πρέπει να ερμηνεύεται συνδυαστικά με το άρθρο 1 παρ. 1 N 4389/2016, στο οποίο περιγράφεται ο σκοπός της ΑΑΔΕ, όπως επισημαίνει και η προαναφερθείσα μερίδα της νομολογίας, καθώς βάσει αυτού του άρθρου θα
Σελ. 28προσδιοριστεί τελικώς ποιες είναι οι έννομες σχέσεις που την αφορούν.
Από την παραδοχή, όμως, ότι για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016 κρίνεται αναγκαίο να ληφθεί υπόψη ο σκοπός της ΑΑΔΕ, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 1 N 4389/2016, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το πεδίο εφαρμογής της πρώτης διάταξης ταυτίζεται με τον σκοπό της ΑΑΔΕ, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση ο νομοθέτης δεν θα έκανε λόγο στο άρθρο 36 παρ. 1 εδ. α΄ N 4389/2016 για «έννομες σχέσεις που αφορούν την ΑΑΔΕ», αλλά θα αρκούνταν να αναφερθεί στις «πράξεις ή παραλείψεις που εξυπηρετούν τον σκοπό της ΑΑΔΕ», δηλαδή τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων. Μάλιστα, από το τρίτο εδάφιο του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016 προκύπτει εξ αντιδιαστολής ότι το πρώτο εδάφιο αυτού καλύπτει και άλλες δίκες πλην αυτών που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, χωρίς επομένως να μπορούν να αποκλειστούν εκ των προτέρων από το πεδίο εφαρμογής του δίκες που στηρίζονται αμιγώς στις διατάξεις του αστικού δικαίου, όπως η προκείμενη.

Εν προκειμένω, με την αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας κατά του Δημοσίου διανοίγεται μια δίκη που έχει ως αντικείμενο έννομη σχέση που αφορά έστω έμμεσα την ΑΑΔΕ. Πιο συγκεκριμένα, η πλασματική αποδοχή κληρονομίας αποτελεί περίπτωση δικαιοπρακτικής παράλειψης, μη άσκησης δηλαδή του διαπλαστικού δικαιώματος της αποποίησης, όπου η σιωπή του κληρονόμου ταυτίζεται από τον νόμο με δήλωση βούλησης συγκεκριμένου περιεχομένου αναγνωρίζοντας σε αυτήν κατά πλάσμα τα αποτελέσματα (μονομερούς) δικαιοπραξίας. Πρόκειται μάλιστα για δικαιοπρακτική παράλειψη που ιδρύει έννομη σχέση, δηλαδή για δικαιοπρακτική παράλειψη με θετικό αποτέλεσμα. Έτσι, εφόσον υπήρχαν οφειλές του κληρονομούμενου προς το Δημόσιο, οι οποίες άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της ΑΑΔΕ, με την πλασματική αποδοχή της κληρονομίας ιδρύεται έννομη σχέση μεταξύ του κληρονόμου και του Δημοσίου, η οποία σαφώς αφορά την ΑΑΔΕ.
Επομένως, με την αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας ουσιαστικά αμφισβητείται και επιδιώκεται να ακυρωθεί αυτή καθ’ εαυτή η έννομη σχέση που δημιουργήθηκε από την κατά πλάσμα δικαίου δήλωση βούλησης, όπως ακριβώς στις περιπτώσεις των άρθρων 140 επ., 147 επ. και 150 επ. ΑΚ, στα οποία και παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 εδ. α΄ ΑΚ, καθώς η δήλωση βούλησης δεν μπορεί να ιδωθεί αυτόνομα από την έννομη σχέση που αυτή ιδρύει. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η ίδια η έννομη σχέση του ενάγοντος με το Δημόσιο, περιεχόμενο της οποίας είναι η υποχρέωση του ενάγοντος για καταβολή οφειλών προς το Δημόσιο, και εφόσον η είσπραξη των συγκεκριμένων οφειλών εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητας της ΑΑΔΕ, η σχετική αγωγή θα πρέπει να επιδίδεται στον Διοικητή της ΑΑΔΕ και όχι στον Υπουργό Οικονομικών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι τυχόν επίδοση της αγωγής σε κάποια υπηρεσία της ΑΑΔΕ (π.χ. ΔΟΥ) δεν αναπληρώνει την επίδοση στον Διοικητή αυτής, καθώς κατά την πάγια θέση της νομολογίας ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου ή της παράστασής του ενώπιον του δικαστηρίου επέρχεται ακυρότητα (ή απαράδεκτο στις δίκες του ΚΕΔΕ) της επίδοσης, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
3. Δυνατότητα διαζευκτικής εκπροσώπησης του Δημοσίου από τον Υπουργό Οικονομικών ή τον Διοικητή της ΑΑΔΕ
Στη νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας έχει υποστηριχθεί μεμονωμένα και μια τρίτη, ενδιάμεση άποψη κατά την οποία υφίσταται δυνατότητα διαζευκτικής εκπροσώπησης και αντιστοίχως επίδοσης της προκείμενης αγωγής είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της ΑΑΔΕ. Ως επιχείρημα προς υποστήριξη της θέσης αυτής προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016 δεν κατήργησε τη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), καθώς κατά την άποψη αυτή όπου ο νομοθέτης ήθελε η υποχρέωση επίδοσης στον Διοικητή της ΑΑΔΕ να καταργεί την υποχρέωση επίδοσης στον Υπουργό Οικονομικών το όρισε ρητά, όπως έπραξε με τις δίκες του ΚΕΔΕ. Επισημαίνεται, μάλιστα, από τη νομολογία αυτή ότι προς αυτήν την κατεύθυνση συνηγορεί και το γεγονός ότι
Σελ. 29 η επίδοση και στα δύο ως άνω πρόσωπα πραγματοποιείται με τον ίδιο τρόπο, ήτοι στην έδρα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (βλ. άρθρο 19 παρ. 28 N 2386/1996 και άρθρο 36 N 4389/2016).

Η νομολογία που υιοθετεί αυτή τη θέση δεν εξειδικεύει περαιτέρω τη σκέψη της. Το πιθανότερο όμως είναι ότι για την παραδειγματική αναφορά της στις δίκες του ΚΕΔΕ βασίζεται στο τελευταίο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016, όπου γίνεται αναφορά ειδικά στο άρθρο 85 παρ. 1 πΚΕΔΕ και ορίζεται ότι η προβλεπόμενη στην περίπτωση αυτή κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ. Το συγκεκριμένο εδάφιο, όμως, έχει μάλλον διευκρινιστικό απλώς χαρακτήρα και από αυτό δεν μπορεί πειστικά να συναχθεί το γενικό συμπέρασμα ότι στις υπόλοιπες δίκες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης υφίσταται δυνατότητα διαζευκτικής επίδοσης της αγωγής, όπως υποστηρίζει η συγκεκριμένη μερίδα της νομολογίας.
Πιο συγκεκριμένα, η διάρθρωση της διάταξης του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016 έχει ως εξής: τα πρώτα δύο εδάφια της διάταξης αφορούν γενικά στις δίκες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, ενώ το τρίτο εδάφιο αφορά ειδικά στις δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Σχετικά με τις δεύτερες γίνεται ρητή μνεία στο τρίτο εδάφιο ότι καλείται σε εφαρμογή το άρθρο 85 παρ. 1 πΚΕΔΕ, το οποίο όριζε ότι στις δίκες του ΚΕΔΕ κάθε είδους δικόγραφο πρέπει να επιδίδεται εκτός από τον Υπουργό Οικονομικών και στον Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου (πλέον Προϊστάμενο ΔΟΥ), ο οποίος εκπροσωπεί το Δημόσιο στις συγκεκριμένες δίκες. Ο νομοθέτης όρισε ρητά στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016 ότι στις δίκες που αφορούν σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων εφαρμόζεται το άρθρο 85 παρ. 1 πΚΕΔΕ, προκειμένου να καταστήσει απολύτως σαφές ότι στις δίκες του ΚΕΔΕ η εκπροσώπηση του Δημοσίου από τον Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου (πλέον Προϊστάμενο ΔΟΥ) και η συνακόλουθη υποχρέωση επίδοσης των σχετικών δικογράφων προς αυτόν συνεχίζουν να υφίστανται και δεν καταργούνται σιωπηρώς λόγω της μη αναφοράς αυτών στα πρώτα δύο εδάφια της διάταξης. Επειδή όμως μια εν λευκώ αναφορά στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 85 παρ. 1 πΚΕΔΕ θα ενείχε τον κίνδυνο σύγχυσης αναφορικά με το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η δεύτερη επίδοση του δικογράφου, αφού το άρθρο 85 παρ. 1 πΚΕΔΕ κάνει λόγο για επίδοση στον Υπουργό Οικονομικών, ο νομοθέτης επέλεξε να εισάγει μάλλον ως εκ περισσού και τέταρτο εδάφιο στο άρθρο 36 παρ. 1 N 4389/2016, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν παρανοήσεις, διευκρινίζοντας ότι συγκεκριμένα στο άρθρο 85 παρ. 1 πΚΕΔΕ η επίδοση προς τον Υπουργό Οικονομικών θα γίνεται προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ, επαναλαμβάνοντας απλώς τον γενικό κανόνα των πρώτων δύο εδαφίων. Φυσικά, το τέταρτο εδάφιο δεν έχει πλέον κανέναν λόγο ύπαρξης, καθώς στον νέο ΚΕΔΕ, ο οποίος κυρώθηκε με τον N 4978/2022, η διάταξη του άρθρου 77 παρ. 1 (που αντικατέστησε ουσιαστικά το άρθρο 85 παρ. 1 πΚΕΔΕ) ορίζει ρητά ότι η επίδοση κάθε δικογράφου γίνεται προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ και προς τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας της ΑΑΔΕ που είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της εκάστοτε οφειλής, δηλαδή συνήθως προς τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ.
Το βασικό επιχείρημα, λοιπόν, αυτής της μερίδας της νομολογίας προς υποστήριξη της θέσης ότι υφίσταται δυνατότητα διαζευκτικής εκπροσώπησης και επίδοσης της αγωγής ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της ΑΑΔΕ δεν μπορεί να γίνει δεκτό, καθώς βασίζεται σε μια αβάσιμη ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016 και αντίκειται μάλιστα ευθέως στο γράμμα αυτής και συγκεκριμένα στο δεύτερο εδάφιό της, το οποίο δεν καταλείπει περιθώριο αμφισβήτησης ότι στις δίκες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης η υποχρέωση επίδοσης των δικογράφων προς τον Υπουργό Οικονομικών έχει αντικατασταθεί από την υποχρέωση επίδοσης αυτών προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ. Το επιχείρημα δε ότι οι επιδόσεις στον Υπουργό Οικονομικών και στον Διοικητή της ΑΑΔΕ πραγματοποιούνται με τον ίδιο τρόπο, στην έδρα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνο του επαρκές έρεισμα για την υποστήριξη της συγκεκριμένης θέσης.
4. Η θέση του Αρείου Πάγου
Επί του κρινόμενου ζητήματος πρόσφατα κλήθηκε να τοποθετηθεί για πρώτη φορά, όπως ήδη σημειώθηκε, ο Άρειος Πάγος υιοθετώντας τελικώς την τρίτη ως άνω ενδιάμεση άποψη, ότι στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται δυνατότητα διαζευκτικής εκπροσώπησης του Δημοσίου και αντιστοίχως επίδοσης του δικογράφου της αγωγής είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της ΑΑΔΕ, χωρίς πάντως να προβάλλει επαρκή αιτιολογία προς τούτο. Πιο συγκεκριμένα, ο Άρειος Πάγος δεν προέβαλε προς υποστήριξη της θέσης του το ως άνω επιχείρημα της νομολογίας των δικαστηρίων της ουσίας συναγόμενο κατ’ αυτήν από το άρθρο 36 παρ. 1 εδ. δ΄ N 4389/2016, το οποίο, βέβαια, ούτως ή άλλως δεν είναι βάσιμο κατά τα όσα ήδη εκτέθηκαν, αλλά αρκέστηκε απλώς να αναφέρει πως η δυνατότητα διαζευκτικής επίδοσης της αγωγής συνάγεται από το γεγονός ότι η προκείμενη αγωγή αφορά σε έννομες σχέσεις οι οποίες στηρίζονται στις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου και έμμεσα μόνο αφορούν την ΑΑΔΕ.
Η αιτιολογία αυτή δεν κρίνεται επαρκής κυρίως για τον ακόλουθο λόγο: η επιμέρους θέση ότι η προκείμενη διαφορά είναι κληρονομικού δικαίου και αφορά μόνο έμμεσα την ΑΑΔΕ δεν έχει αμφισβητηθεί ουσιαστικά από καμία μερίδα της νομολογίας, όπως αυτές διακρίθηκαν ανωτέρω. Αντίθετα, αυτή είναι η βάση από την οποία εκκινεί η σκέψη της νομολογίας των δικαστηρίων της ουσίας σε κάθε περίπτωση. Η διαφορετική κατάληξη του σκεπτικού της νομολογίας κάθε φορά έχει να κάνει ουσιαστικά με το ότι στη μία περίπτωση δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο πρώτο σκέλος της ως άνω επιμέρους θέσης, δηλαδή στη φύση της διαφοράς ως κληρονομικού δικαίου, οπότε συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, και στην άλλη περίπτωση δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο δεύτερο σκέλος της, δηλαδή στο γεγονός ότι η διαφορά αυτή αφορά έστω έμμεσα την ΑΑΔΕ, οπότε συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ.
Σελ. 30Σε κάθε περίπτωση, πάντως, και ανεξάρτητα από την προβαλλόμενη από τον Άρειο Πάγο αιτιολογία, στη θέση που τελικώς υιοθέτησε δεν εντοπίζεται επαρκές δογματικό έρεισμα. Όπως ήδη εκτέθηκε, βάση του προβληματισμού εν προκειμένω αποτελεί το ερώτημα αν η δίκη που διανοίγεται με την αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016. H απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να είναι είτε θετική είτε αρνητική, χωρίς επομένως να μπορεί να διακριθεί κάποια ενδιάμεση κατάσταση, στην οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να θεμελιωθεί η θέση του Αρείου Πάγου, δεδομένου μάλιστα ότι η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944).
Κατά συνέπεια, μολονότι η παραπάνω νομολογιακή θέση περί δυνατότητας διαζευκτικής εκπροσώπησης του Δημοσίου και αντιστοίχως επίδοσης της αγωγής διαπνέεται από σαφή έκφραση επιείκειας προς τους ενάγοντες των αγωγών ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας και προσπαθεί να ξεπεράσει το πρόβλημα της διάσπασης της νομολογίας και της συνακόλουθης σύγχυσης ως προς την εκπροσώπηση του Δημοσίου στις συγκεκριμένες δίκες, διασώζοντας πράγματι σε πρακτικό επίπεδο δικόγραφα που άλλως θα κηρύσσονταν απαράδεκτα, δεν απολαμβάνει ισχυρού ερείσματος και δεν προκρίνεται τελικά ως απολύτως πειστική.
Σε κάθε περίπτωση θα ήταν, βέβαια, πρόωρο από μία μόνο απόφαση του Αρείου Πάγου να καταλήξει κανείς σε οριστικό συμπέρασμα ως προς την κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν τα δικαστήρια της ουσίας απασχολούμενα με το κρινόμενο ζήτημα λαμβάνοντας υπόψη τους πια το αρεοπαγιτικό αυτό προηγούμενο . Μένει, λοιπόν, να αναδειχθεί με επόμενες αποφάσεις τόσο των δικαστηρίων της ουσίας όσο ενδεχομένως και του Αρείου Πάγου, αν η θέση που αυτός υιοθέτησε θα παγιωθεί στη νομολογία.
IV. Το ζήτημα της σωρευτικής επίδοσης της αγωγής και στον Προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας της ΑΑΔΕ
Όσον αφορά το ζήτημα της επίδοσης της προκείμενης αγωγής και στον Προϊστάμενο της υπηρεσίας της ΑΑΔΕ που είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της εκάστοτε οφειλής (π.χ. Προϊστάμενος ΔΟΥ), στη νομολογία φαίνεται να υποστηρίζονται αντικρουόμενες απόψεις, όπως ήδη αναφέρθηκε. Η μερίδα της νομολογίας που τάσσεται υπέρ της θέσης ότι στην προκείμενη δίκη το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και όχι από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ υποστηρίζει στην πλειοψηφία της ότι δεν απαιτείται επίδοση και στον Προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας της ΑΑΔΕ. Αυτό είναι, άλλωστε, συνεπές με τη βασική θέση που υιοθετεί η νομολογία αυτή, αφού θα ήταν παράλογο να υποστηρίζεται ότι το Δημόσιο δεν εκπροσωπείται στη συγκεκριμένη δίκη από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ και επομένως δεν απαιτείται επίδοση της αγωγής σε αυτόν, αλλά απαιτείται επίδοση της αγωγής στον Προϊστάμενο μιας υπηρεσίας της ΑΑΔΕ, ως εκπρόσωπο του Δημοσίου. Το επιχείρημα, βέβαια, που προβάλλεται συχνά από τη νομολογία αυτή προς υποστήριξη της θέσης ότι δεν απαιτείται επίδοση της αγωγής στον Προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας της ΑΑΔΕ είναι ότι η υπηρεσία αυτή (π.χ. ΔΟΥ) δεν έχει αυτοτελώς την ικανότητα διαδίκου κατ’ άρθρο 62 ΚΠολΔ. Πράγματι, οι υπηρεσίες του Δημοσίου δεν έχουν ικανότητα διαδίκου, όπως έχει το Δημόσιο, αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελέσει εν προκειμένω επιχείρημα, καθώς διάδικος είναι το ίδιο το Δημόσιο και η κατάφαση τυχόν δικονομικής υποχρέωσης για επίδοση της αγωγής στον Προϊστάμενο κάποιας υπηρεσίας της ΑΑΔΕ θα βασιζόταν στην ιδιότητα της τελευταίας ως εκπροσώπου του Δημοσίου.
Από την άλλη, στη μερίδα της νομολογίας που τάσσεται υπέρ της θέσης ότι στην προκείμενη δίκη το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ κρατεί η άποψη ότι εκτός από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ απαιτείται επίδοση της αγωγής και στον Προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας της ΑΑΔΕ. Η θέση αυτή της νομολογίας, όμως, για την οποία δεν προβάλλει κάποια ειδική αιτιολογία, είναι μάλλον αυθαίρετη, αφού παραβλέπει το συστηματικής ερμηνείας επιχείρημα πως, όπου ο νομοθέτης ήθελε το δικόγραφο να επιδίδεται και στα δύο ως άνω πρόσωπα ή μόνο στον Προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας της ΑΑΔΕ, το όρισε ρητά.

Σελ. 31Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 36 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ N 4389/ 2016 προβλέπεται ουσιαστικά ότι το Δημόσιο εκπροσωπείται από μόνο τον Διοικητή της ΑΑΔΕ, χωρίς να γίνεται αναφορά σε καμία υπηρεσία αυτής. Αντίθετα, στο άρθρο 77 παρ. 1 ΚΕΔΕ (άρθρο 85 παρ. 1 πΚΕΔΕ) προβλέπεται ότι στις δίκες του ΚΕΔΕ το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας της ΑΑΔΕ που είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής, στον οποίο κοινοποιείται κάθε δικόγραφο επί ποινή απαραδέκτου αυτού. Ρητά ορίζεται, επίσης, στην ίδια αυτή διάταξη ότι επί ποινή απαραδέκτου απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Διοικητή της ΑΑΔΕ. Από τη διατύπωση της διάταξης, μάλιστα, προκύπτει ότι η επίδοση του δικογράφου στον Προϊστάμενο της αρμόδιας υπηρεσίας έχει πρωταρχικό ρόλο, αφού αυτός εκπροσωπεί το Δημόσιο στις δίκες του ΚΕΔΕ, ενώ η επίδοση προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ έχει συμπληρωματικό ρόλο, εξυπηρετώντας κυρίως τον σκοπό της γενικής εποπτείας από τον τελευταίο και της εξασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου.
Η συνειδητή επιλογή του νομοθέτη να διαφοροποιήσει τις δύο περιπτώσεις, δηλαδή την εκπροσώπηση του Δημοσίου στις δίκες του ΚΕΔΕ και την εκπροσώπηση του Δημοσίου στις λοιπές δίκες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των πρώτων δύο εδαφίων του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016, προκύπτει όχι μόνο από το σαφές γράμμα των ως άνω διατάξεων, αλλά και εξ αντιδιαστολής από το τρίτο εδάφιο του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016, όπου εισάγεται εξαίρεση από τον γενικό κανόνα των πρώτων δύο εδαφίων με ρητή αναφορά στο άρθρο 85 παρ. 1 πΚΕΔΕ (πλέον άρθρο 77 παρ. 1 ΚΕΔΕ).

Στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 36 παρ. 1 N 4389/2016, όμως, γίνεται αναφορά και στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 περ. α΄ και 49 παρ. 2 και 4 ΚΔΔ, τα οποία αφορούν στις φορολογικές εν γένει διαφορές και στα οποία ορίζεται ότι στις δίκες αυτές το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς όχι από τον Υπουργό Οικονομικών αλλά από την αρχή που εξέδωσε τη σχετική πράξη ή που παρά τον νόμο παρέλειψε την έκδοσή της, στην οποία αρχή (μόνο) γίνεται και η επίδοση των σχετικών δικογράφων. Από το τρίτο εδάφιο της επίμαχης διάταξης, λοιπόν, συνάγεται το επιπρόσθετο συμπέρασμα ότι όπου ο νομοθέτης ήθελε το Δημόσιο να εκπροσωπείται από κάποια υπηρεσία της ΑΑΔΕ και όχι από τον Διοικητή αυτής και η επίδοση των δικογράφων να γίνεται μόνο σε αυτήν (την υπηρεσία), το όρισε επίσης ρητά.

V. Σύνοψη
Μετά την εισαγωγή του N 4389/2016, με τον οποίο συστάθηκε η ΑΑΔΕ, και τη θέση αυτού σε ισχύ, έχουν υποστηριχθεί στη νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας αντικρουόμενες απόψεις αναφορικά με το ζήτημα της εκπροσώπησης του Δημοσίου στη δίκη που διανοίγεται με την αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, όπου αυτό ενάγεται ως δανειστής της κληρονομίας. Ανάλογα με την υιοθετούμενη άποψη, απαιτείται επί ποινή ακυρότητας επίδοση της αγωγής σε διαφορετικό πρόσωπο ή και σε περισσότερα πρόσωπα (Υπουργός Οικονομικών, Διοικητής της ΑΑΔΕ, Προϊστάμενος της αρμόδιας υπηρεσίας της ΑΑΔΕ).
Στην παρούσα μελέτη προκρίνεται ως ερμηνευτικά ορθότερη η θέση ότι το Δημόσιο εκπροσωπείται στην προκείμενη δίκη από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ και συνεπώς επίδοση της αγωγής απαιτείται να γίνεται μόνο σε αυτόν. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να μην εξαρθεί η υπολανθάνουσα πλην απόλυτα σαφής πρόθεση του Αρείου Πάγου να επιδείξει -με την υιοθέτηση της θέσης περί διαζευκτικής δυνατότητας εκπροσώπησης του Δημοσίου και αντιστοίχως επίδοσης του δικογράφου της αγωγής είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της ΑΑΔΕ- τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς τους ενάγοντες των αντίστοιχων αγωγών, έχοντας αντιληφθεί τις συνέπειες που έχει στην πράξη η ύπαρξη αντιφατικής νομολογίας επί ενός τόσο συχνά εμφανιζόμενου ζητήματος. Με ιδιαίτερο, επομένως, ενδιαφέρον αναμένεται αν τα δικαστήρια της ουσίας θα ακολουθήσουν την αρχική αυτή προσέγγιση του ζητήματος από το Ανώτατο Ακυρωτικό ή αν θα υπάρξουν στο μέλλον αφορμές για νέα συζήτηση του πράγματος και πάλι στο ανώτατο επίπεδο.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα