Περίληψη

Ο Κανονισμός για τις ξένες επιδοτήσεις συμπληρώνει τα υφιστάμενα μέσα της Ένωσης για τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, γεφυρώνοντας το υφιστάμενο κανονιστικό κενό σχετικά με τον έλεγχο των χρηματοδοτικών συνεισφορών που χορηγούνται σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις από τρίτες χώρες. Δυνάμει των εργαλείων που παρέχουν οι νέοι κανόνες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί πλέον να λαμβάνει λεπτομερή γνώση των ξένων επιδοτήσεων και να εξετάζει τις τυχόν στρεβλωτικές επιπτώσεις τους, ενεργώντας με τη λήψη κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπισή τους.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Η παροχή κρατικών επιδοτήσεων σε μεμονωμένες επιχειρήσεις ή ολόκληρους κλάδους της οικονομίας αποτελεί συχνό φαινόμενο σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδίως στο πλαίσιο προώθησης ορισμένης βιομηχανικής πολιτικής ή μέτρων για την ψηφιακή και πράσινη μετάβαση ή την αντιμετώπιση κρίσεων, όπως της πανδημίας του κορωνοϊού. Ανεξάρτητα, όμως, από τον απώτερο σκοπό τους και τις διάφορες μορφές υπό τις οποίες χορηγούνται, οι επιδοτήσεις ενδέχεται να στρεβλώνουν το εμπόριο και τον ανταγωνισμό στις αγορές όπου δραστηριοποιούνται οι αποδέκτες τους.

Πράγματι, η άμεση ή έμμεση χρηματοδοτική συνεισφορά που λαμβάνει μια επιχείρηση από το κράτος μπορεί να βελτιώσει τη διάρθρωση του κόστους και των εσόδων της, επηρεάζοντας τη λειτουργία της εκάστοτε οικείας αγοράς. Με τη συνακόλουθη αύξηση της οικονομικής της ισχύος, η επιδοτούμενη επιχείρηση ενδέχεται να αποκτά σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα εις βάρος των μη επιδοτούμενων ανταγωνιστών της, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι είναι ενδεχομένως πιο αποτελεσματικοί. Τα αποτελέσματα αυτά επιτείνονται στην περίπτωση που οι εκάστοτε επιδοτούμενες επιχειρήσεις ανήκουν στο ίδιο το κράτος που τις χρηματοδοτεί (“State-owned enterprises”) ή διαθέτουν ήδη ισχυρή θέση στην εγχώρια αγορά προέλευσης.
Για τους σκοπούς επίτευξης συνθηκών ανόθευτου και υγιούς ανταγωνισμού στο πλαίσιο της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, οι επιδοτήσεις που χορηγούνται από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΕΕ») υπόκεινται ήδη, από ιδρύσεώς της, σε έλεγχο σύμφωνα με τις διατάξεις για τις κρατικές ενισχύσεις, όπως διαλαμβάνονται στα άρθρα 107 και 108 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ (εφεξής «ΣΛΕΕ»). Αντιθέτως, κρατικά μέτρα στήριξης προερχόμενα από τρίτες (εκτός ΕΕ) χώρες, γνωστά και ως «ξένες επιδοτήσεις» (“foreign subsidies”), παραμέναν μέχρι πρότινος εν πολλοίς ανέλεγκτα, εγκυμονώντας τον κίνδυνο πρόκλησης στρεβλώσεων στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, η οποία αποτελεί συχνά πόλο έλξης σημαντικών επενδύσεων στο πλαίσιο του παγκόσμιου επιχειρηματικού γίγνεσθαι.
IΙ. Το κανονιστικό κενό
Παρά την ύπαρξη ενός πλέγματος διαφορετικών κανόνων που συντείνουν στη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού για όλες τις δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις στην ενιαία αγορά, κανένα από τα υφιστάμενα νομικά εργαλεία της Ένωσης δεν αντιμετώπιζε επαρκώς τις στρεβλώσεις που μπορεί να προκαλούνται από ξένες επιδοτήσεις. Πιο συγκεκριμένα:
i. Βάσει της ρητής διατύπωσης του αρθ. 107 ΣΛΕΕ, οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων εφαρμόζονται αποκλειστικά σε μέτρα χρηματοδοτικής στήριξης που παρέχονται από κράτη μέλη της Ένωσης, δίχως να καταλαμβάνουν συνεισφορές από μέρους τρίτων χωρών.
Σελ. 15ii. Τα αρθ. 101 και 102 ΣΛΕΕ απαγορεύουν κάθε είδους αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές που απορρέουν είτε από συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων είτε από την καταχρηστική εκμετάλλευση μιας δεσπόζουσας θέσης στην οικεία αγορά. Μολονότι, στο πλαίσιο αυτό, η χορήγηση ξένων επιδοτήσεων μπορεί ενδεχομένως να συνεκτιμηθεί για τον προσδιορισμό της εν γένει οικονομικής ισχύος των εκάστοτε εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτοτελώς ως απαγορευμένη πρακτική, ούτε και μπορούν να αντιμετωπιστούν στοχευμένα οι στρεβλώσεις που τυχόν δημιουργούνται στην αγορά από τη χορήγησή τους.
iii. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τον Κανονισμό για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων (“EU Merger Regulation”, εφεξής «ο Κανονισμός Συγκεντρώσεων»), προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ορισμένη συγκέντρωση είναι συμβατή με την κοινή αγορά, κρίσιμο είναι κατά πόσον ενδέχεται να παρακωλύει σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό (“significantly impede effective competition”, άσκηση γνωστή ως “SIEC test”). Στο πλαίσιο αυτό, η παροχή επιδοτήσεων από τρίτες χώρες προς τα συμμετέχοντα μέρη μιας συγκέντρωσης έχει κατά καιρούς ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή, ιδίως για την εκτίμηση της χρηματοοικονομικής θέσης των μερών ή των ανταγωνιστών τους. Λόγω, όμως, των αυστηρών προϋποθέσεων που θέτει η Επιτροπή για τη συνεκτίμηση τυχόν ξένων επιδοτήσεων κατά τον έλεγχο μιας συγκέντρωσης (ύπαρξη ή πιθανολόγηση επιδοτήσεων, ικανότητα και κίνητρο των επιδοτούμενων επιχειρήσεων να προβούν σε επιθετικές τιμολογιακές πρακτικές) τέτοιες επιδοτήσεις δεν έχουν ασκήσει έως τώρα αποφασιστική επιρροή στην τελική αξιολόγησή της.
iv. Τα μέσα εμπορικής άμυνας που διαθέτει η ΕΕ, τόσο σε επίπεδο Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (“World Trade Organization”, εφεξής «ΠΟΕ») όσο και σε μονομερές επίπεδο, δίνουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ενεργεί (με την επιβολή αντισταθμιστικών δασμών) μόνο σε περίπτωση εισαγωγής στην Ένωση επιδοτούμενων αγαθών, και όχι όταν οι ξένες επιδοτήσεις αφορούν σε επενδύσεις, υπηρεσίες και χρηματοοικονομικές ροές.
v. Ο Κανονισμός για τον έλεγχο των ξένων άμεσων επενδύσεων (“Foreign Direct Investment Screening Regulation”) καθορίζει το πλαίσιο ελέγχου των επενδύσεων, οι οποίες δημιουργούν σταθερές και άμεσες σχέσεις μεταξύ επενδυτών από τρίτες χώρες και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, για λόγους ασφάλειας και δημόσιας τάξης, καθιερώνοντας, συναφώς, ένα μηχανισμό συνεργασίας σε επίπεδο Ένωσης. Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει συγκεκριμένα το ζήτημα τυχόν στρεβλώσεων που προκαλούνται από ξένες επιδοτήσεις.
vi. Στο πεδίο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, προβλέπεται ότι σε περίπτωση υποβολής μιας προσφοράς που είναι ασυνήθιστα χαμηλή λόγω χορήγησης κρατικής ενίσχυσης, η προσφορά αυτή μπορεί να απορριφθεί αν η εν λόγω ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. Αντίστοιχες ρυθμίσεις δεν διαλαμβάνονται, όμως, για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από επιδοτήσεις τρίτων χωρών.
IIΙ. Συνοπτική επισκόπηση των κανόνων για τις ξένες επιδοτήσεις
Ο νέος Κανονισμός για τις ξένες επιδοτήσεις (“Foreign Subsidies Regulation”, εφεξής «ο Κανονισμός για τις ξένες επιδοτήσεις» ή «ο Κανονισμός») θεσπίζει την αρμοδιότητα και εξουσιοδοτεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάζει και να λαμβάνει τυχόν κατάλληλα επανορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση επιδοτήσεων που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμού και χορηγούνται από τρίτες (εκτός ΕΕ) χώρες σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ε.Ε.
1. Αιτιολογική βάση
Ελλείψει κατάλληλου κανονιστικού πλαισίου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε αναφερθεί ήδη από το 2019 στην πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (εφεξής «η Επιτροπή») να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο «θα καλυφθούν τα κενά στο ενωσιακό δίκαιο, προκειμένου να αντιμετωπιστούν πλήρως οι στρεβλωτικές επιπτώσεις της ξένης κρατικής ιδιοκτησίας και της χρηματοδότησης μέσω κρατικών ενισχύσεων στην ενιαία αγο
Σελ. 16 ρά». Πράγματι, ύστερα από πρόταση της Επιτροπής τον Μάιο του 2021, ο Κανονισμός για τις ξένες επιδοτήσεις υιοθετήθηκε από τα ενωσιακά νομοθετικά όργανα τον Νοέμβριο του 2022 και τέθηκε σε ισχύ την 12η Ιανουαρίου 2023.
Σκοπός του νέου Κανονισμού, σύμφωνα με το αρθ. 1(1) αυτού, είναι «να συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με τη θέσπιση εναρμονισμένου πλαισίου για την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που προκαλούνται, άμεσα ή έμμεσα, από ξένες επιδοτήσεις, με σκοπό την εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού». Τέτοιου είδους στρεβλώσεις μπορεί να προκύπτουν σε σχέση με οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα στην Ένωση, ιδίως σε πράξεις συγκέντρωσης που επιφέρουν αλλαγή ελέγχου για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων.
2. Αρμόδια Αρχή
Προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη και συνεπής εφαρμογή των κανόνων για τις ξένες επιδοτήσεις, αποκλειστικά αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του Κανονισμού καθίσταται η Επιτροπή. Ειδικότερα, ο έλεγχος των επιδοτούμενων συγκεντρώσεων και των στρεβλώσεων που προκαλούνται από ξένες χρηματοδοτικές συνεισφορές εκτός πλαισίου δημοσίων συμβάσεων εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού (DG COMP), ενώ για τον έλεγχο των επιδοτήσεων σε διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων αρμόδια είναι η Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης (DG GROW).
3. Εξουσίες ελέγχου
Ο Κανονισμός παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να διερευνά τις χρηματοδοτικές συνεισφορές, οι οποίες χορηγούνται από τρίτες χώρες σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης, και να επιβάλλει, όπου αυτό απαιτείται, επανορθωτικά μέτρα για να αποκαταστήσει τις στρεβλωτικές επιπτώσεις των επιδοτήσεων αυτών ή να αποδέχεται τυχόν δεσμεύσεις των εμπλεκόμενων μερών. Προς την κατεύθυνση αυτή, καθιερώνονται τρία (3) νέα εργαλεία ελέγχου:
α) Υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης συγκεντρώσεων στις οποίες υπάρχει χρηματοδοτική συνεισφορά από κυβέρνηση τρίτης χώρας, όταν είτε η εξαγοραζόμενη επιχείρηση είτε μία από τις συγχωνευόμενες επιχειρήσεις είτε η κοινή επιχείρηση έχει κύκλο εργασιών στην Ένωση τουλάχιστον 500 εκατ. ευρώ και (σωρευτικά) η ξένη χρηματοδοτική συνεισφορά ανέρχεται σε πάνω από 50 εκατ. Ευρώ (βλ. αναλυτικότερα ενότητα IV.5 κατωτέρω)·
β) Υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης χρηματοδοτικής συνεισφοράς σε διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, όταν η εκτιμώμενη αξία της σύμβασης ανέρχεται σε τουλάχιστον 250 εκατ. ευρώ και (σωρευτικά) η εκάστοτε ξένη χρηματοδοτική συνεισφορά ισούται με τουλάχιστον 4 εκατ. ευρώ ανά τρίτη χώρα·
γ) Δυνατότητα αυτεπάγγελτης (ex officio) έρευνας της Επιτροπής για όλες τις άλλες καταστάσεις της αγοράς, αν υπάρχουν υπόνοιες για την ύπαρξη στρεβλωτικής ξένης επιδότησης (βλ. αναλυτικότερα ενότητα IV.4 κατωτέρω).
4. Έναρξη ισχύος
Η έναρξη εφαρμογής του Κανονισμού για τις ξένες επιδοτήσεις τοποθετείται την 12η Ιουλίου 2023, οπότε η Επιτροπή θα μπορεί να διεξάγει αυτεπάγγελτες έρευνες από την ημερομηνία αυτή και έπειτα. Ωστόσο, βάσει του αρθ. 54(4) του Κανονισμού, οι υποχρεώσεις κοινοποίησης για τις επιχειρήσεις προβλέπεται να τεθούν σε εφαρμογή λίγους μήνες αργότερα, αρχής γενομένης από τη 12η Οκτωβρίου 2023. Μάλιστα, τέτοια υποχρέωση κοινοποίησης υφίσταται και σε σχέση με πράξεις συγκέντρωσης οι οποίες συνήφθησαν μεν μετά τη 12η Ιουλίου, αλλά δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί μέχρι τη 12η Οκτωβρίου 2023. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν, επίσης, οι μεταβατικές διατάξεις του Κανονισμού, οι οποίες παρουσιάζουν κάποιο βαθμό αναδρομικότητας. Σύμφωνα με το αρθ. 53, οι νέοι κανόνες καταλαμβάνουν επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν εντός των πέντε (5) ετών πριν από τις 12 Ιουλίου 2023, όταν αυτές οι επιδοτήσεις προκαλούν στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά μετά την ως άνω ημερομηνία έναρξης εφαρμογής. Κατ’ εξαίρεση, όμως, για συγκεντρώσεις και διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων που έλαβαν χώρα μετά τις 12 Ιουλίου 2023 και χρήζουν κοινοποίησης, η Επιτροπή μπορεί να εξετάζει ξένες επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν κατά την τριετία πριν από την ημερομηνία αυτή.
5. Συνάφεια με άλλες ενωσιακές διατάξεις
Ήδη εκ προοιμίου, τονίζεται ότι ο νέος Κανονισμός συνιστά ένα ειδικό, συμπληρωματικό εργαλείο που εντάσσεται στο σύστημα των λοιπών ευρωπαϊκών και διεθνών ρυθμίσεων, καλύπτοντας τα κενά των υφιστάμενων μέσων της Ένωσης, ιδίως δε των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, όπως καταδείχθηκαν ανωτέρω, σε σχέση με την αποτελεσματική αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που προκαλούνται από επιδοτήσεις τρίτων χωρών. Για το λόγο αυτό, επιβάλλεται ρητά η εφαρμογή και ερμηνεία του υπό το πρίσμα της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας, «συμπεριλαμβανομένης της σχετικής με τις κρατικές ενισχύσεις, τις συγχωνεύσεις και τις δημόσιες συμβάσεις». Στο ίδιο πνεύμα, το αρθ. 44(9) του Κανονισμού επιτάσσει το σεβασμό των υποχρεώσεων της Ένωσης που απορρέουν από διεθνείς συμβάσεις, απαγορεύοντας την ανάληψη οποιασδήποτε δράσης η οποία θα ισοδυναμούσε με λήψη συγκεκριμένων μέτρων κατά επιδοτήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συμφωνίας για τις Επιδοτήσεις και τα Αντισταθμιστικά Μέτρα του ΠΟΕ.
Ακολούθως, επιχειρείται η ανάλυση και κριτική αποτίμηση των βασικότερων επιμέρους κανόνων του νέου πλαισίου για τον έλεγχο των ξένων επιδοτήσεων, με έμφαση σε εκείνους που αφορούν στις συγκεντρώσεις (συγχωνεύσεις & εξαγορές) μεταξύ επιχειρήσεων.
Σελ. 17IV. Ανάλυση των νέων ρυθμίσεων
1. Πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού
Αντικείμενο του νέου Κανονισμού είναι η διερεύνηση των ξένων επιδοτήσεων που χορηγούνται σε επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από το κράτος, οι οποίες ασκούν οικονομική δραστηριότητα στην εσωτερική αγορά της Ένωσης.
1.1. Η έννοια της ξένης επιδότησης
Πρωταρχικής σημασίας για την εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων είναι η αποσαφήνιση της έννοιας της «ξένης επιδότησης». Σύμφωνα με το αρθ. 3(1) του Κανονισμού, πρόκειται για κάθε χρηματοδοτική συνεισφορά η οποία παρέχεται άμεσα ή έμμεσα από τρίτη χώρα, αποφέρει όφελος σε επιχείρηση που ασκεί οικονομική δραστηριότητα στην εσωτερική αγορά και περιορίζεται σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις ή κλάδους. Από τον ορισμό αυτό συνάγεται ότι η ύπαρξη ξένης επιδότησης προϋποθέτει τη σωρευτική συνδρομή επιμέρους στοιχείων, τα οποία ο Κανονισμός εξειδικεύει περαιτέρω, αντικατοπτρίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις αντίστοιχες έννοιες του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων. Συγκεκριμένα:
i. χρηματοδοτική συνεισφορά: Βάσει του ενδεικτικού καταλόγου που περιέχεται στο αρθ. 3(2) του Κανονισμού, η συνεισφορά μπορεί να συνίσταται σε ένα ευρύ φάσμα μέτρων στήριξης, τα οποία δεν περιορίζονται σε χρηματικές μεταβιβάσεις (όπως π.χ. εισφορές κεφαλαίων, επιχορηγήσεις, δάνεια, εγγυήσεις κλπ.), αλλά περιλαμβάνουν και την παραίτηση από έσοδα που διαφορετικά θα οφείλονταν (όπως π.χ. φορολογικές απαλλαγές ή χορήγηση ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων χωρίς επαρκή αποζημίωση κλπ.), καθώς και την παροχή/προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών.
ii. παροχή από τρίτη χώρα: Η έννοια της ξένης επιδότησης προϋποθέτει εξ ορισμού ότι η εκάστοτε επίμαχη συνεισφορά παρέχεται από τρίτη χώρα – μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που αποτελεί και ειδοποιό διαφορά μεταξύ των νέων ρυθμίσεων και των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Κατά τα λοιπά, όμως, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αρχές του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων σχετικά με τη δυνατότητα καταλογισμού ενός μέτρου στο κράτος εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στο πλαίσιο του ελέγχου των ξένων επιδοτήσεων. Πιο συγκεκριμένα, η οικονομική συνεισφορά μπορεί να προέρχεται όχι μόνο από την κεντρική διοίκηση και τις δημόσιες αρχές της τρίτης χώρας σε όλα τα άλλα επίπεδα, αλλά και από ξένη δημόσια ή ιδιωτική οντότητα, οι ενέργειες της οποίας μπορούν να αποδοθούν στην τρίτη χώρα. Για την κατάφαση του καταλογισμού ενός μέτρου στήριξης στο κράτος, λαμβάνεται υπόψη ένα σύνολο περιστάσεων, ιδίως δε το νομικό και οικονομικό περιβάλλον που επικρατεί στο εν λόγω κράτος όπου δραστηριοποιείται η εκάστοτε υπό κρίση οντότητα, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της κυβέρνησης στην οικονομία του κράτους αυτού (π.χ. αν πρόκειται για κεντρικά ρυθμιζόμενο οικονομικό μοντέλο).
iii. προσπορισμός οφέλους σε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην ευρωπαϊκή αγορά: Προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια χρηματοδοτική συνεισφορά αποφέρει όφελος, κρίσιμο είναι το κατά πόσον το όφελος αυτό θα μπορούσε να έχει αποκτηθεί υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς. Ως προς τούτο, είναι εμφανής η επικάλυψη με τις αρχές που διέπουν την έννοια του «πλεονεκτήματος» στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων, οι οποίες μπορούν να τύχουν αναλογικής εφαρμογής mutatis mutandis και εν προκειμένω. Η ύπαρξη οφέλους θα πρέπει να προσδιορίζεται βάσει συγκριτικών δεικτών αναφοράς, όπως η επενδυτική πρακτική των ιδιωτών επενδυτών, τα επιτόκια χρηματοδότησης που μπορούν να εξασφαλιστούν στην αγορά, η συγκρίσιμη φορολογική μεταχείριση ή η επαρκής αμοιβή για ένα δεδομένο αγαθό ή μια δεδομένη υπηρεσία. Οι δείκτες αυτοί προσιδιάζουν στο κριτήριο του «φορέα της οικονομίας της αγοράς», το οποίο επιστρατεύει η Επιτροπή στο δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων για να διαπιστώσει κατά πόσον μια οικονομική συναλλαγή που διενεργείται από δημόσιους οργανισμούς πραγματοποιείται υπό συνήθεις συνθήκες της αγοράς και, ως εκ τούτου, συνεπάγεται τη χορήγηση πλεονεκτήματος σε συγκεκριμένη επιχείρηση.
iv. παροχή οφέλους σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις ή κλάδους: σε σύμπλευση με το κριτήριο της επιλεκτικότητας που ισχύει στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων, στην έννοια της ξένης επιδότησης δεν εμπίπτουν τα μέτρα που ωφελούν εν γένει όλους τους οικονομικούς φορείς, αλλά μόνο εκείνα που παρέχουν όφελος με επιλεκτικό τρόπο σε ορισμένες επιχειρήσεις ή κατηγορίες επιχειρήσεων ή σε ορισμένους κλάδους της οικονομίας. Η εξατομίκευση της ξένης επιδότησης μπορεί να καθορίζεται από τον νόμο (de jure) ή βάσει πραγματικών στοιχείων (de facto). Η de jure εξατομίκευση προκύπτει απευθείας από τα νομικά κριτήρια που περιορίζουν τους δικαιούχους ενός μέτρου επιδότησης σε ορισμένες μόνο επιχειρήσεις (π.χ. εταιρείες που έχουν συγκεκριμένο μέγεθος ή συγκεκριμένη νομική μορφή), ενώ de facto στοιχειοθετείται σε περιπτώσεις στις οποίες, μολονότι τα τυπικά κριτήρια για την εφαρμογή του μέτρου διατυπώνονται κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, η ίδια η δομή του μέτρου είναι τέτοια, ώστε να καταλήγει να ευνοεί σημαντικά μια συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων.
Μολονότι τα παραπάνω συστατικά στοιχεία μιας ξένης επιδότησης φαίνεται να παραπέμπουν εν πολλοίς στις αντίστοιχες έννοιες των κρατικών ενισχύσεων του αρθ. 107(1) ΣΛΕΕ,
Σελ. 18 εντούτοις απηχούν κατά κύριο λόγο τους ορισμούς των επιδοτήσεων που απαντούν σε άλλα κανονιστικά πεδία: αφενός, στον Κανονισμό για την άμυνα κατά των επιδοτούμενων εισαγωγών και, αφετέρου, σε τομεακούς κανόνες, όπως π.χ. για τη διασφάλιση του ανταγωνισμού στις αεροπορικές μεταφορές. Οι εν λόγω ορισμοί βασίζονται με τη σειρά τους στους αντίστοιχους κανόνες του ΠΟΕ, ιδίως στη Συμφωνία για τις Επιδοτήσεις και τα Αντισταθμιστικά Μέτρα. Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των ενωσιακών δικαστηρίων, για την εκτίμηση του χαρακτηρισμού ενός μέτρου ως κρατικής ενίσχυσης δεν προσήκει η παραπομπή στη έννοια της «επιδότησης» της ως άνω Συμφωνίας του ΠΟΕ, και, ομοίως, το γεγονός ότι στο πλαίσιο της εν λόγω Συμφωνίας ορισμένες ενισχύσεις δεν θα θεωρούνταν ενδεχομένως «ειδική επιδότηση», δεν μπορεί να περιορίσει το εύρος του ορισμού της έννοιας της κρατικής ενίσχυσης.
1.2. Επιχειρήσεις
Ο λήπτης μιας ξένης επιδότησης πρέπει να αποτελεί «επιχείρηση». Το αρθ. 2 στ. 1 του Κανονισμού προβλέπει ότι στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, ως «επιχείρηση» νοείται ο «οικονομικός φορέας» όπως ορίζεται στις Οδηγίες περί Δημοσίων Συμβάσεων. Κατά τα λοιπά, όμως, τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω ο σχετικός ορισμός που έχει παγιωθεί νομολογιακώς στο δίκαιο του ανταγωνισμού και των κρατικών ενισχύσεων, σύμφωνα με τον οποίο «επιχείρηση» θεωρείται κάθε οντότητα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τη διέπει και τον τρόπο χρηματοδότησής της. Η έμφαση στην άσκηση οικονομικής δραστηριότητας συνεπάγεται ότι ορισμένη χρηματοδοτική συνεισφορά που παρέχεται αποκλειστικά για μη οικονομικές δραστηριότητες μιας επιχείρησης (οι οποίες αφορούν π.χ. στην άσκηση δημόσιας εξουσίας) δεν συνιστά ξένη επιδότηση, εκτός αν χρησιμοποιείται για τη διεπιδότηση (“cross-subsidization”) των οικονομικών δραστηριοτήτων της επιχείρησης. Μάλιστα, προς άρση κάθε αμφιβολίας, το αρθ. 1(2) του Κανονισμού διευκρινίζει ότι «η επιχείρηση που αποκτά τον έλεγχο ή συγχωνεύεται με επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ένωση ή η επιχείρηση που συμμετέχει σε διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων στην Ένωση θεωρείται ότι ασκεί οικονομική δραστηριότητα στην εσωτερική αγορά».
Περαιτέρω, στο πεδίο των κανόνων για τις ξένες επιδοτήσεις εμπίπτουν αδιακρίτως όλες οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσης ή της χώρας κύριας εγκατάστασής τους, και ανεξαρτήτως του απώτατου ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος. Καταλαμβάνονται, δηλαδή, όχι μόνο επιχειρήσεις τρίτων χωρών, αλλά και επιχειρήσεις με έδρα εντός ορισμένου κράτους μέλους της Ένωσης.
2. Η αξιολόγηση των ξένων επιδοτήσεων
Εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ξένης επιδότησης κατά τα ανωτέρω, η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί ακολούθως ανά περίπτωση σε μια ανάλυση αποτελεσμάτων (“effects-based analysis”) ως προς το αν η επίμαχη συνεισφορά προκαλεί στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά. Και τούτο, διότι, σε αντίθεση με τις χρηματοδοτικές ενισχύσεις από κράτη μέλη της Ένωσης που θεωρούνται καταρχήν ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά από το αρθ. 107(1) ΣΛΕΕ, οι ξένες επιδοτήσεις δεν απαγορεύονται γενικά a priori. Συναφώς, ο έλεγχος των τυχόν στρεβλωτικών επιπτώσεων μιας ξένης επιδότησης στη βάση του νέου Κανονισμού διενεργείται σε δύο διαδοχικά στάδια: πρώτον, η Επιτροπή εξετάζει αν εξαιτίας της εκάστοτε υπό κρίση ξένης επιδότησης υφίσταται στρέβλωση στην εσωτερική αγορά [αρθ. 4 και 5 του Κανονισμού], και στη συνέχεια, εξισορροπεί τα αρνητικά με τα θετικά αποτελέσματα της εν λόγω επιδότησης [αρθ. 6 του Κανονισμού].
2.1. Στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά
Σύμφωνα με το αρθ. 4(1) του Κανονισμού, τέτοια στρέβλωση θεωρείται ότι υπάρχει «όταν ξένη επιδότηση ενδέχεται να βελτιώνει την ανταγωνιστική θέση μιας επιχείρησης στην εσωτερική αγορά και όταν, με τον τρόπο αυτό, η εν λόγω ξένη επιδότηση επηρεάζει πραγματικά ή δυνητικά αρνητικά τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά». Η διατύπωση αυτή παρουσιάζει εμφανείς ομοιότητες με το αντίστοιχο κριτήριο της «νόθευσης του ανταγωνισμού» που απαντάται στο δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων, γεγονός που επιτρέπει – τηρουμένων, ασφαλώς, των αναλογιών - την αξιοποίηση των εκεί υφιστάμενων ερμηνευτικών παραδοχών. Ως προς τούτο, η Επιτροπή έχει τονίσει ότι νόθευση του ανταγωνισμού, κατά την έννοια του αρθ. 107(1) ΣΛΕΕ, «διαπιστώνεται εν γένει όταν το Δημόσιο παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα σε μια επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται σε έναν απελευθερωμένο τομέα όπου υπάρ
Σελ. 19 χει ή θα μπορούσε να υπάρχει ανταγωνισμός». Αντίστοιχα, για τη διαπίστωση της ικανότητας ενός μέτρου δημόσιας ενίσχυσης να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, αρκεί το γεγονός ότι η εν λόγω ενίσχυση επιτρέπει στη δικαιούχο επιχείρηση να διατηρεί μια ισχυρότερη ανταγωνιστική θέση από αυτή που θα κατείχε δίχως την ενίσχυση, ακόμη και αν δεν τη βοηθά να επεκταθεί και να αποκτήσει μερίδιο αγοράς.
Για τη θεμελίωση στρεβλώσεων συνεπεία μιας ξένης επιδότησης, αρκεί απλώς το ενδεχόμενο αρνητικού επηρεασμού του ανταγωνισμού, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του Κανονισμού. Η (δυνητική) απειλή νόθευσης του ανταγωνισμού είναι, άλλωστε, αρκετή και στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «για να χαρακτηριστεί εθνικό μέτρο ως κρατική ενίσχυση δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι [...] υπήρξε όντως στρέβλωση του ανταγωνισμού, αλλά πρέπει απλώς να εξεταστεί αν [η επίμαχη ενίσχυση] ενδέχεται [...] να νοθεύσει τον ανταγωνισμό». Ωστόσο, η έλλειψη διαφάνειας σχετικά με πολλές ξένες επιδοτήσεις και η πολυπλοκότητα της εμπορικής πραγματικότητας καθιστούν συχνά δυσχερή τον ακριβή προσδιορισμό ή την ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων μιας δεδομένης επιδότησης στην εσωτερική αγορά. Υπό τις συνθήκες αυτές, για να εκτιμήσει την ύπαρξη τυχόν στρέβλωσης, η Επιτροπή δύναται να λαμβάνει υπόψη ορισμένους δείκτες που απαριθμούνται κατά τρόπο μη εξαντλητικό στο αρθ. 4(1) του Κανονισμού, όπως το ποσό και τη φύση της επίμαχης επιδότησης, το σκοπό και τις προϋποθέσεις που συνδέονται με αυτήν, καθώς και τη χρήση της στην εσωτερική αγορά. Περαιτέρω καθοδήγηση σχετικά με τη χρήση των δεικτών αυτών παρέχεται στην αιτιολογική σκέψη 19 του Κανονισμού, όπου αναφέρεται, για παράδειγμα, ότι ξένες επιδοτήσεις που καλύπτουν σημαντικό μέρος της τιμής αγοράς της επιχείρησης-στόχου μιας συγκέντρωσης ή χορηγούνται σε μεγάλες επιχειρήσεις ή για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών είναι πιθανότερο να προκαλούν στρεβλώσεις. Παράλληλα, θα πρέπει να συνεκτιμώνται τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε οικείας αγοράς και ιδίως οι συνθήκες ανταγωνισμού, όπως ενδεχόμενοι φραγμοί εισόδου.
Για λόγους ενίσχυσης της ασφάλειας δικαίου, ο Κανονισμός διακρίνει δύο (2) ευρείες κατηγορίες επιδοτήσεων με κριτήριο την πιθανότητα πρόκλησης στρεβλώσεων στην εσωτερική αγορά:
A. Αφενός, ξένες επιδοτήσεις που δεν θεωρείται ότι προκαλούν στρεβλώσεις [αρθ. 4]. Ειδικότερα, επιδοτήσεις που δεν υπερβαίνουν τα 4 εκατ. ευρώ για περίοδο τριών συνεχών ετών θεωρούνται, κατά γενικό κανόνα, ότι δεν είναι πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες στρεβλώσεις [παρ. 2]. Από την άλλη, οι επιδοτήσεις προς μία και μόνη επιχείρηση που δεν υπερβαίνουν το ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας (de minimis), ήτοι τα 200.000 ευρώ, ανά τρίτη χώρα για συνεχή περίοδο τριών ετών, δεν λογίζονται ως στρεβλωτικές [παρ. 3], σε πλήρη ευθυγράμμιση με το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων. Παρομοίως, όσες επιδοτήσεις αποσκοπούν στην επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα μπορούν να θεωρηθούν ότι δεν στρεβλώνουν την εσωτερική αγορά της Ένωσης [παρ. 4]. Η τελευταία αυτή περίπτωση αντανακλά τη διάταξη του αρθ. 107(2)(β) ΣΛΕΕ, με τη διαφορά όμως ότι καταλείπει ορισμένη ευχέρεια στην Επιτροπή κατά τη σχετική εκτίμηση.
B. Αφετέρου, ξένες επιδοτήσεις που είναι πιθανότερο να προκαλέσουν στρεβλώσεις [αρθ. 5]. Όπως και ορισμένα είδη κρατικών ενισχύσεων, πρόκειται εν προκειμένω για συγκεκριμένες κατηγορίες επιδοτήσεων, οι οποίες, λόγω της φύσης τους, θεωρούνται κατά τεκμήριο στρεβλωτικές. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι επιδοτήσεις σε προβληματική επιχείρηση (“ailing firm”), οι απεριόριστες εγγυήσεις (δηλαδή χωρίς κανέναν περιορισμό ως προς το ποσό ή τη διάρκειά τους), οι επιδοτήσεις που διευκολύνουν άμεσα μια συγκέντρωση ή επιτρέπουν την υποβολή υπερβολικά συμφέρουσας προσφοράς, καθώς και οι επιδοτήσεις με τη μορφή χρηματοδότησης των εξαγωγών. Όταν μια ξένη επιδότηση εμπίπτει σε μια από τις εν λόγω κατηγορίες, η Επιτροπή δεν είναι απαραίτητο να διενεργεί λεπτομερή εκτίμηση βάσει των δεικτών του αρθ. 4(1), ωστόσο η ερευνώμενη επιχείρηση μπορεί να ανταποδείξει ότι η επίμαχη επιδότηση δεν προκαλεί στρεβλώσεις υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η Επιτροπή δεσμεύεται βάσει του αρθ. 46 του Κανονισμού να δημοσιεύσει, εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος του Κανονισμού, και στη συνέχεια να επικαιροποιεί τακτικά, Κατευθυντήριες Γραμμές οι οποίες θα παρέχουν καθοδήγηση, μεταξύ άλλων, σχετικά με τον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής των κριτηρίων για την ύπαρξη στρέβλωσης κατά το αρθ. 4(1), βάσει της εμπειρίας που θα έχει αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της μέχρι τότε εφαρμογής του Κανονισμού.
2.2. To κριτήριο εξισορρόπησης
Η διαπίστωση ύπαρξης στρεβλώσεων δεν αρκεί καθαυτή για να επιτρέψει στην Επιτροπή άνευ ετέρου να λάβει μέτρα προς αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του ανταγωνισμού εντός της Ένωσης. Για το σκοπό αυτό, ο Κανονισμός καθιερώνει, επιπλέον, ένα κριτήριο εξισορρόπησης (“balancing test”), σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή πρέπει να σταθμίζει τις αρνητικές επιπτώσεις της εκάστοτε επίμαχης ξένης επιδότησης, όσον αφορά στη στρέβλωση της εσωτερικής αγοράς κατά τα αρθ. 4 και 5, έναντι των τυχόν θετικών συνεπειών αυτής [αρθ. 6(1)]. Στη βάση της άσκησης αυτής, αν τα θετικά αποτελέσματα της επιδότησης υπερακοντίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν παρίσταται ανάγκη να επιβληθούν επανορθωτικά μέτρα. Αντιθέτως, στην περίπτωση που υπερισχύουν οι στρεβλωτικές συνέπειες της υπό κρίση επιδότησης, η εξισορρόπηση συμβάλλει στον καθορισμό της φύσης και του επιπέδου των κατάλληλων δεσμεύσεων ή των επανορθωτικών μέτρων που πρέπει να επιβληθούν [αρθ. 6(2)]. Αυτό θα πρέπει να θεωρείται πιθανότερο στην περίπτωση ξένων επιδοτήσεων που εμπίπτουν σε μια από τις κατηγορίες του αρθ. 5 του Κανονισμού και οι οποίες κατά γενικό κανόνα λογίζονται ως στρεβλωτικές της εσωτερικής αγοράς.
Σελ. 20 Η αξιολόγηση της Επιτροπής θα στηρίζεται στις πληροφορίες που λαμβάνει από οποιαδήποτε πηγή - συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών και των φυσικών ή νομικών προσώπων - σχετικά με τις θετικές συνέπειες της εκάστοτε υπό κρίση ξένης επιδότησης, καθώς και στα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλονται κατά τη διάρκεια της έρευνάς της. Από ουσιαστικής άποψης, οι εν λόγω θετικές συνέπειες θα πρέπει να αφορούν στην «ανάπτυξη της σχετικής επιδοτούμενης οικονομικής δραστηριότητας στην εσωτερική αγορά». Παράλληλα, όμως, κατά ρητή επιταγή του αρθ. 6(1) του Κανονισμού, θα πρέπει να εξετάζονται επίσης τυχόν ευρύτερες θετικές συνέπειες αναφορικά με τους σχετικούς στόχους πολιτικής, ιδίως εκείνους της Ένωσης, όπως το υψηλό επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας και κοινωνικών προτύπων, καθώς η προώθηση της έρευνας και της ανάπτυξης. Μάλιστα, καίτοι οι στρεβλωτικές επιπτώσεις της επίμαχης επιδότησης πρέπει να εκδηλώνονται στην εσωτερική αγορά, κατά τη στάθμιση που διενεργεί η Επιτροπή θα πρέπει να συνεκτιμώνται και τυχόν άλλες θετικές συνέπειες (δηλαδή εκτός Ένωσης), όπου ενδείκνυται, προκειμένου να αποφεύγεται το ενδεχόμενο η εξισορρόπηση να οδηγεί σε αδικαιολόγητες διακρίσεις. Πέραν τούτου, κατά τη διενέργεια της εξισορρόπησης κρίνεται σκόπιμο να λαμβάνονται υπόψη και τυχόν παράνομες κρατικές ενισχύσεις προς τις επίμαχες επιχειρήσεις που δεν έχουν επιστραφεί, εφόσον το σωρευτικό αποτέλεσμα από τη χορήγηση της αξιολογούμενης επιδότησης και των παράνομων ενισχύσεων θα δημιουργούσε σημαντική νόθευση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Επισημαίνεται, πάντως, ότι, λόγω της εγγενούς δυσκολίας που ενέχει η πρακτική εφαρμογή του κριτηρίου εξισορρόπησης, η Επιτροπή καλείται βάσει του αρθ. 46 του Κανονισμού να παράσχει διευκρινίσεις με τη δημοσίευση Κατευθυντηρίων Γραμμών χάριν της ασφάλειας δικαίου προς όφελος όχι μόνο των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων αλλά και των τρίτων χωρών που συχνά μετέρχονται χρηματοδοτικών συνεισφορών σε οικονομικές δραστηριότητες στην Ένωση.
3. Δεσμεύσεις και επανορθωτικά μέτρα
Όταν η στάθμιση μεταξύ αρνητικών και θετικών συνεπειών μιας ξένης επιδότησης καταλήγει υπέρ των πρώτων, η Επιτροπή έχει την εξουσία να επιβάλει επανορθωτικά μέτρα ή να αποδέχεται δεσμεύσεις εκ μέρους της ερευνώμενης επιχείρησης για την αποκατάσταση της στρέβλωσης που έχει προκληθεί ή ενδέχεται να προκληθεί, κατά τα οριζόμενα στο αρθ. 7 του Κανονισμού.
Οι δεσμεύσεις που προτείνονται από την ερευνώμενη επιχείρηση καθίστανται υποχρεωτικές με την έκδοση σχετικής απόφασης περί αποδοχή τους από την Επιτροπή. Σε αντίθεση με τα επανορθωτικά μέτρα, τα οποία είναι διαθέσιμα μόνο σε περιπτώσεις ex officio έρευνας, η δυνατότητα προσφοράς δεσμεύσεων τυγχάνει εφαρμοστέα στο πλαίσιο και των τριών ερευνητικών εργαλείων που βρίσκονται στη «φαρέτρα» της Επιτροπής για τον έλεγχο των ξένων επιδοτήσεων. Συναφώς, στο αρθ. 7(1) του Κανονισμού προβλέπεται ότι, όταν η Επιτροπή εξετάζει μια επιδότηση με δική της πρωτοβουλία, μπορεί να επιβάλλει επανορθωτικά μέτρα, «εκτός εάν έχει αποδεχθεί τις δεσμεύσεις που προτείνει η υπό έρευνα επιχείρηση». Εξ αυτού συνάγεται ότι η επιβολή επανορθωτικών μέτρων αποτελεί ένα μάλλον επικουρικό μέσο σε σχέση με τις δεσμεύσεις, η αποδοχή των οποίων τίθεται σε προτεραιότητα - προφανώς λόγω του λιγότερο παρεμβατικού τους χαρακτήρα - αποκλείοντας την προσφυγή σε άλλα επανορθωτικά μέτρα. Σχετικά με τα επιμέρους είδη δεσμεύσεων και επανορθωτικών μέτρων, το αρθ. 7(3) του Κανονισμού παραθέτει έναν ενδεικτικό κατάλογο μέτρων διαρθρωτικού χαρακτήρα (structural remedies) και μέτρων συμπεριφοράς (behavioral remedies). Σε αυτά περιλαμβάνονται, κυρίως, η παροχή πρόσβασης σε υποδομές ή η παραχώρηση αδειών υπό δίκαιους, εύλογους και αμερόληπτους όρους, αλλά και επαχθέστερα μέτρα όπως η εκποίηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων ή η λύση της επιδοτούμενης συγκέντρωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν αποκλείεται να είναι αναγκαία ακόμη και η συνδυαστική εφαρμογή περισσότερων μέτρων για την αποκατάσταση της στρέβλωσης των ανταγωνιστικών συνθηκών της αγοράς. Ιδιαίτερης πρακτικής σπουδαιότητας είναι η δυνατότητα επιστροφής της επίμαχης ξένης επιδότησης από την ερευνώμενη επιχείρηση με τον ανάλογο τόκο. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή αποδέχεται την επιστροφή ως δέσμευση μόνο εάν μπορεί να βεβαιωθεί ότι η επιστροφή είναι διαφανής, επαληθεύσιμη και αποτελεσματική, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τον κίνδυνο τυχόν καταστρατήγησης των στόχων του Κανονισμού. Αξίζει δε να τονιστεί ότι τόσο τα επιβαλλόμενα επανορθωτικά μέτρα όσο και οι προσφερόμενες δεσμεύσεις θα πρέπει να αποκαθιστούν πλήρως και αποτελεσματικά τη στρέβλωση που απορρέει από μια ξένη επιδότηση στην εσωτερική αγορά και να είναι αναλογικά. Όταν, επομένως, η Επιτροπή εξετάζει εναλλακτικά μέτρα, οφείλει να επιλέγει το λιγότερο επαχθές για την εκάστοτε υπό έρευνα επιχείρηση.
4. Ο ειδικός μηχανισμός ελέγχου (προηγούμενης κοινοποίησης) των επιδοτούμενων συγκεντρώσεων
Οι ξένες επιδοτήσεις ενδέχεται να υπονομεύουν τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά μέσω της παροχής αθέμιτου πλεονεκτήματος στους αποδέκτες τους για την εξαγορά άλλων επιχειρήσεων στην Ένωση. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί είτε άμεσα με την παροχή σε ορισμένη επιχείρηση χρηματοδοτικής συνεισφοράς που συνδέεται ρητά με συγκεκριμένη συγκέντρωση (την οποία, δηλαδή, χρηματοδοτεί πλήρως ή εν μέρει) είτε εμμέσως με την αύξηση της οικονομικής ισχύος της εξαγοράζουσας επιχείρησης. Είναι δε πιθανό τέτοιες συγκεντρώσεις που χρηματοδοτούνται από τρίτες χώρες και συνεπάγονται αλλαγή ελέγχου για επιχειρήσεις της Ένωσης να υποκινούνται από τον στρατηγικό στόχο των χωρών αυτών να εδραιώσουν ισχυρή παρουσία στην ΕΕ ή να προωθήσουν μια εξαγορά και ύστερα να μεταφέρουν τις εξα
Σελ. 21 γορασθείσες τεχνολογίες σε άλλες εγκαταστάσεις παραγωγής εκτός ΕΕ. Δεδομένου αυτού του δυνητικά σημαντικού αντικτύπου των επιδοτούμενων συγκεντρώσεων στην εσωτερική αγορά, ο Κανονισμός για τις ξένες επιδοτήσεις εισήγαγε ένα ειδικό εργαλείο για τον προληπτικό έλεγχο τέτοιων συναλλαγών, ρυθμίζοντας στο Τρίτο Κεφάλαιο αυτού τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία υποχρεωτικής προηγούμενης κοινοποίησής τους στην Επιτροπή.
Σύνοψη Μηχανισμού Προηγούμενης Κοινοποίησης Επιδοτούμενων Συγκεντρώσεων
Κατώφλια Κοινοποίησης
▪ Υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης συγκεντρώσεων στις οποίες υπάρχει χρηματοδοτική συνεισφορά από κυβέρνηση τρίτης χώρας, όταν είτε η εξαγοραζόμενη επιχείρηση είτε μία από τις συγχωνευόμενες επιχειρήσεις είτε η κοινή επιχείρηση έχει κύκλο εργασιών στην Ένωση τουλάχιστον 500 εκατ. Ευρώ και (σωρευτικά)
▪ η ξένη χρηματοδοτική συνεισφορά ανέρχεται σε πάνω από 50 εκατ. Ευρώ κατά τα 3 τελευταία έτη πριν τη σύναψη της συμφωνίας
[ΝΒ ακόμη και αν δεν πληρούνται τα ως άνω κατώφλια,
η Επιτροπή μπορεί εντούτοις, με δική της πρωτοβουλία,
να ζητήσει την κοινοποίηση πιθανώς επιδοτούμενης
συγκέντρωσης πριν από την υλοποίησή της]
Χρονοδιάγραμμα
▪ Διερευνητικές επαφές κατά το στάδιο προ
της κοινοποίησης
▪ Φάση Ι: 25 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία
προσήκουσας γνωστοποίησης
▪ Φάση ΙΙ: επιπλέον 90 εργάσιμες ημέρες
(προσαυξάνονται κατά 15 εργάσιμες ημέρες
εάν τα μέρη προσφέρουν δεσμεύσεις)
▪ Επιπλέον παρατάσεις είναι δυνατές υπό προϋποθέσεις
Διαδικασία
▪ Υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης στην Επιτροπή (DG Competition) ακολουθώντας το πρότυπο
Έντυπο Form FS-CO
▪ Υποχρέωση αναστολής πραγματοποίησης
της συγκέντρωσης μέχρι την έγκρισή της
4.1. Πεδίο εφαρμογής
Ο νέος ελεγκτικός μηχανισμός αφορά στις «συγκεντρώσεις που χρήζουν κοινοποίησης». Οι ορισμοί της «συγκέντρωσης» και, συνακόλουθα, του «ελέγχου» που χρησιμοποιούνται εν προκειμένω στο αρθ. 20 του Κανονισμού ταυτίζονται πλήρως με την αντίστοιχη διατύπωση του Κανονισμού Συγκεντρώσεων και συνεπώς, οι έννοιες αυτές ερμηνεύονται κατά τον ίδιο τρόπο στο πλαίσιο και των δύο νομοθετημάτων. Για να υπόκειται όμως σε υποχρεωτική προηγούμενη κοινοποίηση, μία συγκέντρωση πρέπει να πληροί τα σωρευτικά κατώτατα όρια που ορίζονται από το αρθ. 20(3) του Κανονισμού για τις ξένες επιδοτήσεις:
(α) η εξαγοραζόμενη επιχείρηση (σε περίπτωση εξαγοράς), είτε η κοινή επιχείρηση (σε περίπτωση δημιουργίας κοινής επιχείρησης), είτε τουλάχιστον μία από τις συγχωνευόμενες επιχειρήσεις (σε περίπτωση συγχώνευσης) να είναι εγκατεστημένη στην Ένωση (δηλαδή να έχει συσταθεί η ίδια σε κράτος της της ΕΕ ή να έχει θυγατρική ή κάποια άλλη μόνιμη επιχειρηματική εγκατάσταση σε κράτος της ΕΕ) και να έχει συνολικό κύκλο εργασιών στην Ένωση τουλάχιστον 500 εκατ. Ευρώ, και
(β) οι συνολικές χρηματοδοτικές συνεισφορές, τις οποίες έχουν λάβει οι εκάστοτε συμμετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις, να υπερβαίνουν τα 50 εκατ. Ευρώ κατά τα τρία (3) έτη πριν τη σύναψη της σχετικής συμφωνίας.
Τα εν λόγω κατώφλια που συνδυάζουν τα μεγέθη του ενωσιακού κύκλου εργασιών και των ξένων χρηματοδοτικών συνεισφορών διασφαλίζουν ότι ο έλεγχος της Επιτροπής εστιάζει στις μεγαλύτερες και δυνητικά πιο στρεβλωτικές περιπτώσεις επιδοτούμενων συγκεντρώσεων, με αποτέλεσμα να περιορίζεται ο διοικητικός φόρτος τόσο για τις δημόσιες αρχές όσο και για τις επηρεαζόμενες επιχειρήσεις. Πιο συγκεκριμένα:
A. Το υψηλό όριο κύκλου εργασιών είναι όχι μόνο κατά πολύ μεγαλύτερο των 100 εκατ. όπως είχε προταθεί αρχικά, αλλά και διπλάσιο σε σύγκριση με το αντίστοιχο κατώφλι κοινοποίησης των 250 εκατ. Ευρώ που προβλέπεται στο πλαίσιο του προληπτικού ελέγχου των συγκεντρώσεων, αποκλείοντας έτσι τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις από την υποχρέωση κοινοποίησης. Εκτός αυτού, σε αντίθεση με τον Κανονισμό Συγκεντρώσεων, οι διατάξεις για τον έλεγχο των ξένων επιδοτήσεων δεν προβλέπουν κατώφλια αναφορικά με τον παγκόσμιο κύκλο εργασιών των εξεταζόμενων επιχειρήσεων.
B. Ως προς το δεύτερο κατώφλι υποχρεωτικής κοινοποίησης, κρίσιμη είναι η επισήμανση ότι ο Κανονισμός κάνει λόγο για «χρηματοδοτική συνεισφορά» που παρέχεται από τρίτη χώρα (και όχι σε «ξένη επιδότηση»). Όπως προαναφέρθηκε (βλ. ενότητα 1.1(i) ανωτέρω), πρόκειται για έννοια ευρύτερη της «ξένης επιδότησης», δεδομένου ότι καταλαμβάνει οποιαδήποτε μεταφορά οικονομικών πόρων από δημόσιες αρχές εκτός ΕΕ και, συνακόλουθα, ακόμη και συνεισφορές που δεν πληρούν τα κριτήρια για να θεωρηθούν εντέλει ξένες επιδοτήσεις κατά την έννοια του αρθ. 3(1) του Κανονισμού.
Σελ. 22 Για τον υπολογισμό του εκάστοτε κύκλου εργασιών των ανωτέρω ελάχιστων ορίων κοινοποίησης, προστίθενται, αντίστοιχα, οι κύκλοι εργασιών της οικείας επιχείρησης και όλων των επιχειρήσεων που ελέγχονται από αυτήν ή την ελέγχουν (συνολικός κύκλος εργασιών σε επίπεδο ομίλου), με την εξαίρεση – στην περίπτωση εξαγοράς – του κύκλου εργασιών της εξαγοραζόμενης (επιχείρησης-στόχου) όπου λαμβάνεται υπόψη μόνον ο κύκλος εργασιών ο σχετικός με τα τμήματα που αποτελούν αντικείμενο της συγκέντρωσης (και όχι του ομίλου του πωλητή). Συναφώς, για τον υπολογισμό των συνολικών χρηματοδοτικών συνεισφορών στα ανωτέρω ελάχιστα όρια κοινοποίησης, προσμετρώνται συνδυαστικά οι χρηματοδοτικές συνεισφορές που έχουν παρασχεθεί από τρίτες χώρες σε όλες τις επιχειρήσεις αυτές. Δηλαδή, οι συνδυασμένες συνολικές χρηματοδοτικές συνεισφορές της εξαγοράζουσας και εξαγοραζόμενης (για εξαγορά) ή των συγχωνευόμενων (για συγχώνευση) ή των μητρικών και της κοινής επιχείρησης (σε περίπτωση κοινής επιχείρησης).
Υπενθυμίζεται, πάντως, ότι ακόμη και αν δεν πληρούνται τα σχετικά αυτά κατώφλια, η Επιτροπή μπορεί εντούτοις να ζητήσει την κοινοποίηση πιθανώς επιδοτούμενης συγκέντρωσης πριν από την υλοποίησή της στη βάση του αρθ. 21(5) του Κανονισμού [βλ. ανωτέρω υπό 4.1].
4.2. Οι υποχρεώσεις κοινοποίησης και αναστολής της συγκέντρωσης
Σύμφωνα με το αρθ. 21(1) του Κανονισμού, οι συγκεντρώσεις που είναι κοινοποιήσιμες κατά τα ανωτέρω κοινοποιούνται στην Επιτροπή πριν από την πραγματοποίησή τους και μετά τη σύναψη της συμφωνίας, τη δημοσίευση της δημόσιας προσφοράς εξαγοράς ή την απόκτηση ελέγχουσας συμμετοχής. Παρέχεται, επίσης, η δυνατότητα προ-κοινοποίησης, στο πλαίσιο της οποίας οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μπορούν να διαβουλεύονται καλόπιστα με την Επιτροπή κατά το στάδιο που προηγείται της κοινοποίησης, με σκοπό να λάβουν καθοδήγηση σχετικά με το αν πληρούνται τα όρια κοινοποίησης. Συναφώς, όπως στο πεδίο του ελέγχου των συγκεντρώσεων, το αρθ. 24 του Κανονισμού προβλέπει ότι μια συγκέντρωση που χρήζει κοινοποίησης δεν πρέπει να υλοποιηθεί (“standstill obligation”) πριν από την κοινοποίησή της καθώς και για ορισμένο διάστημα μετά από αυτήν.
Σε περίπτωση παραβίασης είτε της υποχρέωσης κοινοποίησης είτε της υποχρέωσης αναστολής της συγκέντρωσης (“gun-jumping”), η Επιτροπή μπορεί, βάσει του αρθ. 26(3), να επιβάλει στις συμμετέχουσες επιχειρήσεις πρόστιμα έως το 10% του συνολικού κύκλου εργασιών τους κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, κατ’ αντιστοιχία με τα οριζόμενα στον Κανονισμό Συγκεντρώσεων. Εκτός αυτού, το αρθ. 25(6) του Κανονισμού για τις ξένες επιδοτήσεις χορηγεί στην Επιτροπή τη δυνατότητα να απαιτήσει ακόμα και τη λύση της συγκέντρωσης ή να λάβει κάθε άλλο μέτρο αποκατάστασης της προτέρας κατάστασης, σε περίπτωση που η επίμαχη συγκέντρωση έχει ήδη υλοποιηθεί και οι επιδοτήσεις προς αυτήν στρεβλώνουν την εσωτερική αγορά.
Άλλωστε, κατ’ αντιστοιχία με τα ισχύοντα στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων, η διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις κοινοποίησης και αναστολής των επιδοτούμενων συγκεντρώσεων εναπόκειται όχι μόνο στην Επιτροπή, αλλά και στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα δικαιώματα των ενδιαφερόμενων μερών έναντι τυχόν παράβασης των εν λόγω υποχρεώσεων, διατάσσοντας τα κατάλληλα μέτρα.
4.3. Η διαδικασία ελέγχου σε προηγούμενη κοινοποίηση
Κατά τον έλεγχο μιας συγκέντρωσης, η εκτίμηση για την πρόκληση τυχόν στρέβλωσης στην ενιαία αγορά θα πρέπει να περιορίζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συγκέντρωσης, ενώ κατά τη σχετική εκτίμηση θα πρέπει να εξετάζονται μόνο εκείνες οι ξένες επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν κατά την τριετία πριν από τη συγκέντρωση. Κρίσιμο χρονικό σημείο είναι, συναφώς, η ημερομηνία χορήγησης της εκάστοτε χρηματοδοτικής συνεισφοράς, δηλαδή η στιγμή κατά την οποία ο δικαιούχος αποκτά νομικό δικαίωμα να τη λάβει, και όχι η ημερομηνία πραγματικής εκταμίευσης των σχετικών κονδυλίων. Για την εξέταση της Επιτροπής δυνάμει του μηχανισμού υποχρεωτικής κοινοποίησης ακολουθείται εν γένει η ίδια διαδικασία δύο σταδίων καθώς και οι ίδιοι κανόνες με τα αυτά ερευνητικά εργαλεία που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου, με την επιφύλαξη ορισμένων προσαρμογών ώστε να αντικατοπτρίζονται οι ιδιαιτερότητες των συγκεντρώσεων [βλ. ανωτέρω υπό 4.2]: A. Aπό τη μια πλευρά, το στάδιο του προκαταρκτικού ελέγχου (Φάση Ι) λήγει (α) με την πάροδο 25 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της πλήρους κοινοποίησης [αρθ. 25(2)], είτε (β) με την απόφαση έναρξης διεξοδικής έρευνας [αρθ. 25(2), 25(1) και 10(3)], είτε (γ) με την απόφαση ολοκλήρωσης του προκαταρκτικού ελέγχου [αρθ. 25(1) και 10(4)].
B. Από την άλλη πλευρά, η διεξοδική έρευνα της Επιτροπής (Φάση ΙΙ) διαρκεί επιπλέον 90 εργάσιμες ημέρες (+25 εργάσιμες ημέρες εάν τα μέρη προσφέρουν δεσμεύσεις) και ολοκληρώνεται με την έκδοση απόφασης που μπορεί να είναι τριών ειδών: (i) απόφαση με δεσμεύσεις [αρθ. 25(3)(α) και 11(3)], ή (ii) απόφαση περί μη προβολής αντιρρήσεων [αρθ. 25(3)(β)
Σελ. 23και 11(4)], ή (iii) απόφαση απαγόρευσης της συγκέντρωσης, όταν διαπιστώνεται ότι μια ξένη επιδότηση προκαλεί στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με τα αρθ. 4 έως 6 του Κανονισμού [αρθ. 25(3)(γ)]. Σε αντίθεση, όμως, με τη διαδικασία του ex officio ελέγχου, η Επιτροπή δεν δύναται να λάβει εν προκειμένω απόφαση επιβολής επανορθωτικών μέτρων, γεγονός που συνάδει και με τα ισχύοντα στο πλαίσιο του ελέγχου των συγκεντρώσεων.
4.4. Η σχέση με τα υφιστάμενα εργαλεία ελέγχου των συγκεντρώσεων
Ένα από τα πλέον καίρια ερωτήματα που εγείρει η θέσπιση ειδικών κανόνων για την εξέταση των συγκεντρώσεων, οι οποίες τυγχάνουν χρηματοδοτικής ενίσχυσης από τρίτη χώρα, αφορά στη σχέση του νέου μηχανισμού με τα ήδη υπάρχοντα εργαλεία ελέγχου των συγκεντρώσεων τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Υπενθυμίζεται ότι οι πράξεις συγκέντρωσης μεταξύ επιχειρήσεων αξιολογούνται βάσει του Κανονισμού Συγκεντρώσεων εφόσον έχουν ενωσιακή διάσταση λόγω της υπέρβασης ορισμένων ελάχιστων κατωφλιών, ενώ σε αντίθετη περίπτωση υπόκεινται στο σχετικό εθνικό πλαίσιο κανόνων του εκάστοτε κράτους μέλους, με την επιφύλαξη τυχόν παραπομπής στην Επιτροπή δυνάμει του αρθ. 22 του Κανονισμού Συγκεντρώσεων. Περαιτέρω, μια συγκέντρωση που περιλαμβάνει κεφάλαια επενδυτών τρίτης χώρας μπορεί επίσης να διερευνηθεί κατ’ εφαρμογή των εθνικών μηχανισμών ελέγχου των άμεσων ξένων επενδύσεων και του σχετικού Κανονισμού 2019/452.
Καίτοι ο Κανονισμός για τις ξένες επιδοτήσεις εισάγει πλέον ένα τρίτο, πρόσθετο μέσο ελέγχου των επιδοτούμενων συγκεντρώσεων, το οποίο διαθέτει - τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως - διακριτό σκοπό σε σχέση με τα υφιστάμενα επιμέρους εργαλεία, τα εκατέρωθεν πεδία εφαρμογής τους αλληλεπικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό. Πιο συγκεκριμένα:
A. Αφενός, υπό το φως του Κανονισμού Συγκεντρώσεων, η σχετική ανάλυση βάσει του κριτηρίου της «σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού» εστιάζει στη δομή του ανταγωνισμού σε ορισμένη αγορά και όχι στην ύπαρξη ή τις επιπτώσεις των υφιστάμενων ξένων επιδοτήσεων. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με το αρθ. 2(1) του Κανονισμού Συγκεντρώσεων, η Επιτροπή λαμβάνει επίσης υπόψη τη θέση των συμμετεχουσών επιχειρήσεων στην αγορά και τη χρηματοοικονομική τους ισχύ. Έχει δε κριθεί συναφώς ότι, στο πλαίσιο αξιολόγησης μιας συγκέντρωσης, η Επιτροπή δεν μπορεί να αγνοήσει τις συνέπειες χορήγησης ορισμένης κρατικής ενίσχυσης προς τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις ως προς τη διατήρηση πραγματικού ανταγωνισμού στην οικεία αγορά. Αντίστοιχα, τυχόν επιδοτήσεις από τρίτες χώρες πρέπει καταρχήν να λαμβάνονται υπόψη ως παράγοντες που ενδεχομένως αυξάνουν την οικονομική ισχύ τη νέας οντότητας που θα προκύψει συνεπεία της συγκέντρωσης, εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη ή πιθανολόγηση τέτοιων επιδοτήσεων [βλ. και ανωτέρω υπό ΙΙ]. B. Αφετέρου, στο πλαίσιο του ελέγχου των άμεσων ξένων επενδύσεων, η σχετική εκτίμηση επικεντρώνεται αποκλειστικά σε λόγους ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, σε αντίθεση με τους κανόνες περί ξένων επιδοτήσεων που αποσκοπούν στην αποφυγή στρεβλώσεων στην εσωτερική αγορά και, συνακόλουθα, στην εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού. Παρ’ όλα αυτά, ο Κανονισμός για τις ξένες επιδοτήσεις καλύπτει ρητά όλους τους οικονομικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι στρατηγικού ενδιαφέροντος για την Ένωση καθώς και των υποδομών ζωτικής σημασίας, παραπέμποντας σχετικά στο αρθ. 4(1)(α) του Κανονισμού 2019/452. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, για να διαπιστωθεί κατά πόσον μια άμεση ξένη επένδυση είναι πιθανόν να θίξει την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή εξετάζουν όλους τους σχετικούς παράγοντες, καθώς και τις συνέπειες της επένδυσης, μεταξύ άλλων, όσον αφορά σε υποδομές ζωτικής σημασίας. Θα πρέπει επίσης να συνεκτιμώνται το πλαίσιο και οι συνθήκες της επίμαχης επένδυσης, ιδίως το αν ο εκάστοτε ξένος επενδυτής ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από την κυβέρνηση τρίτης χώρας, μεταξύ άλλων μέσω της ιδιοκτησιακής δομής ή της παροχής σημαντικής χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η αμοιβαία επικάλυψη και η αλληλεπίδραση μεταξύ των ρυθμίσεων για τις ξένες επιδοτήσεις, από τη μια, και εκείνων για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων και των συγκεντρώσεων, από την άλλη, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη συνεκτικής εφαρμογής τους. Η πρακτική σημασία ενός τέτοιου συντονισμού παρίσταται, μάλιστα, εναργέστερη στην περίπτωση που μια άμεση ξένη επένδυση συνιστά ταυτόχρονα πράξη συγκέντρωσης, η οποία διευκολύνεται μέσω επιδότησης από τρίτη χώρα και εγείρει ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη. Και τούτο, γιατί μια τέτοια κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε παράλληλες διαδικασίες ελέγχου που υπάγονται στην αρμοδιότητα διαφορετικών ελεγκτικών αρχών σε διαφορετικά επίπεδα, με διαφορετικό σκοπό και εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο αλλά και διαφορετικές προθεσμίες γνωστοποίησης.
Συναφώς, ο Κανονισμός για τις ξένες επιδοτήσεις ορίζει ρητά στο αρθ. 44(1) και (3) αυτού ότι ισχύει με την επιφύλαξη της εφαρμογής του Κανονισμού Συγκεντρώσεων και του Κανονισμού 2019/452 για τις άμεσες ξένες επενδύσεις, αντίστοιχα. Στο ίδιο πνεύμα, η Επιτροπή θεωρεί ότι εάν ορισμένη συγκέντρωση πρέπει να κοινοποιηθεί δυνάμει περισσότερων εργαλείων ελέγχου, η κοινοποίηση και η σχετική αξιολόγηση θα γίνουν παράλληλα αλλά, εντούτοις, χωριστά η μία από την
Σελ. 24 άλλη, σύμφωνα με τις επιταγές των αντίστοιχων κανόνων. Μάλιστα, σε περίπτωση κοινοποίησης μιας συγκέντρωσης βάσει τόσο του Κανονισμού Συγκεντρώσεων όσο και του Κανονισμού για τις ξένες επιδοτήσεις, η Επιτροπή μπορεί να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει σχετικά με τις ξένες επιδοτήσεις και σε διαδικασίες ελέγχου δυνάμει του Κανονισμού Συγκεντρώσεων, περιορίζοντας έτσι το διοικητικό φόρτο για τα κοινοποιούντα μέρη.
5. Ο αυτεπάγγελτος (ex officio) έλεγχος με πρωτοβουλία της Επιτροπής
Το Δεύτερο Κεφάλαιο του Κανονισμού για τις ξένες επιδοτήσεις περιέχει αναλυτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη δυνατότητα ex officio έρευνας εκ μέρους της Επιτροπής. Ο αυτεπάγγελτος έλεγχος διενεργείται με πρωτοβουλία της ίδιας της Επιτροπής και αφορά σε όλες τις καταστάσεις της αγοράς που εγείρουν υπόνοιες ύπαρξης στρεβλωτικής ξένης επιδότησης, πέραν από εκείνες που εμπίπτουν στο πεδίο των δύο ειδικών μηχανισμών ελέγχου προηγούμενης κοινοποίησης των συγκεντρώσεων (βλ. ενότητες III.3 και IV.5) και των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων (βλ. ενότητα II.3), αντίστοιχα.
Σύνοψη Διατάξεων για την Αυτεπάγγελτη Έρευνα
Δικαιοδοσία
▪ Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα κατώφλια για την ενεργοποίηση της Επιτροπής
▪ Η Επιτροπή ενεργεί, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, όταν έχει υπόνοιες για ξένη επιδότηση που στρεβλώνει τον ανταγωνισμό
▪ Η Επιτροπή μπορεί να διερευνήσει ξένες επιδοτήσεις
έως και 10 χρόνια πριν από την έναρξη της αυτεπάγγελτης έρευνας (αλλά όχι πριν από Ιούλιο 2018)
Χρονοδιάγραμμα
▪ Ασαφές
(ελλείψει συγκεκριμένων προθεσμιών· ωστόσο, η Επιτροπή στοχεύει στην ολοκλήρωση της διαδικασίας με την έκδοση απόφασης εντός 18 μηνών)
Διαδικασία
▪ Δεν υπάρχουν διατυπώσεις σχετικές με τη δυνατότητα κοινοποίησης
▪ Ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να καταθέσουν πληροφορίες, αλλά δεν υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία υποβολής καταγγελιών
▪ Η αυτεπάγγελτη έρευνα διενεργείται σε δύο στάδια (α) προκαταρκτική έρευνα και (β) διεξοδική έρευνα
▪ Οι εξουσίες Επιτροπής περιλαμβάνουν τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων και αποστολή ερωτηματολογίων
▪ Δυνατή η λήψη από την Επιτροπή ασφαλιστικών μέτρων εκκρεμούσης της διαδικασίας αυτεπάγγελτου ελέγχου
▪ Σε περίπτωση στρεβλωτικής ξένης επιδότησης, δυνατότητα επιβολής επανορθωτικών μέτρων ή αποδοχής δεσμεύσεων που προτείνουν τα μέρη
5.1. Πεδίο εφαρμογής
Πρόκειται για ένα γενικό εργαλείο ευρέως βεληνεκούς που δρα επικουρικά και συμπληρωματικά σε σχέση με τα ειδικότερα μέσα ελέγχου, διασφαλίζοντας ότι οποιεσδήποτε στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά από επιδοτήσεις τρίτων χωρών δεν θα διαφύγουν του «μικροσκοπίου» της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, ο ex officio έλεγχος καταλαμβάνει ιδίως είτε περιπτώσεις συγκεντρώσεων και σύναψης δημοσίων συμβάσεων που δεν υπερβαίνουν τα σχετικά κατώφλια γνωστοποίησης, είτε περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν καν στο πεδίο αυτών των δύο ειδικών μηχανισμών. Για παράδειγμα, τέτοια είναι η περίπτωση των νέων άμεσων παραγωγικών επενδύσεων (“greenfield investments”), καθώς και των συμβάσεων άμυνας και ασφάλειας των κρατών μελών, οι οποίες δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις προηγούμενης γνωστοποίησης. Χρήσιμη είναι η αποσαφήνιση της σχέσης μεταξύ του εργαλείου της ex officio έρευνας και της δυνατότητας της Επιτροπής να ζητήσει ad hoc την προηγούμενη κοινοποίηση συγκεκριμένων πράξεων, εφόσον θεωρεί ότι υφίσταται ανάγκη εκ των προτέρων ελέγχου αυτών. Όταν δεν πληρούνται τα κατώτατα όρια υποχρεωτικής γνωστοποίησης, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει την κοινοποίηση δυνητικά επιδοτούμενης συγκέντρωσης πριν από την υλοποίησή της ή την κοινοποίηση δυνητικά επιδοτούμενης προσφοράς πριν από την ανάθεση της σχετικής σύμβασης, στη βάση των αρθ. 21(5) και 29(8) του Κανονισμού, αντίστοιχα, εάν υποψιάζεται ότι ξένες επιδοτήσεις ενδέχεται να έχουν χορηγηθεί στις οικείες επιχειρήσεις κατά την τριετία πριν από τη συγκέντρωση ή πριν από την υποβολή της προσφοράς ή την αίτηση συμμετοχής στη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις συγκεντρώσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ή συμβάσεων που έχουν ήδη ανατεθεί, η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει σε έλεγχο με δική της πρωτοβουλία. Επισημαίνεται, πάντως, ότι εφόσον μια συγκέντρωση ή προσφορά σε διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο γνωστοποίησης και ελέγχου βάσει των αντίστοιχων ειδικών διαδικασιών, δεν μπορεί να ελεγχθεί εκ νέου από την Επιτροπή στο πλαίσιο ex officio έρευνας. Ωστόσο, σύμφωνα με το αρθ. 34(2) του Κανονισμού, μια χρηματοδοτική συνεισφορά, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε σχέση με συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, δεν αποκλείεται να είναι κρίσιμη και μπορεί να αξιολογηθεί σε σχέση με άλλη οικονομική δραστηριότητα.
5.2. Η διαδικασία ex officio ελέγχου
Για τη διερεύνηση ενδεχόμενων ξένων επιδοτήσεων, ο Κανονισμός θεσπίζει διαδικασία αποτελούμενη από δύο στάδια: (Α) έναν προκαταρκτικό έλεγχο (“preliminary review”, αρθ. 10) και (Β) μια διεξοδική έρευνα (“in-depth investigation”, αρθ. 11). Ειδικότερα:
A. Η διαδικασία ελέγχου εκκινεί με πρωτοβουλία της Επιτροπής κατά τη διακριτική της ευχέρεια, στη βάση των πληρο
Σελ. 25 φοριών που έχει συλλέξει από οποιαδήποτε πηγή. Σε αντίθεση με τα ισχύοντα στο δίκαιο του ανταγωνισμού και των κρατικών ενισχύσεων όπου παρέχεται η δυνατότητα υποβολής καταγγελίας από τα ενδιαφερόμενα μέρη, εν προκειμένω, ένα κράτος μέλος καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που θεωρούν ότι ενδέχεται να υπάρχει στρεβλωτική ξένη επιδότηση δύνανται απλώς να διαβιβάσουν στην Επιτροπή κάθε σχετική πληροφορία την οποία τυχόν έχουν. Εφόσον η ύπαρξη στρέβλωσης κρίνεται πιθανή, η Επιτροπή διαθέτει ευρείες ελεγκτικές εξουσίες - αντίστοιχες με εκείνες που της παρέχονται από τον Κανονισμό 1/2003 - προκειμένου να αναζητήσει όλες τις πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες για να εκτιμήσει, σε προκαταρκτική βάση, κατά πόσον η υπό εξέταση χρηματοδοτική συνεισφορά συνιστά πράγματι ξένη επιδότηση και στρεβλώνει την εσωτερική αγορά. Προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή μπορεί κυρίως να απευθύνει αιτήματα παροχής πληροφοριών σε επιχειρήσεις, κράτη μέλη ακόμη και τρίτες χώρες, σύμφωνα με το αρθ. 13, καθώς και να διενεργεί τους αναγκαίους ελέγχους, σύμφωνα με τα αρθ. 14 και 15. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει συναφώς η δυνατότητα διενέργειας ελέγχου εκτός της Ένωσης, δηλαδή στο έδαφος τρίτης χώρας: αναγκαία προϋπόθεση προς τούτο είναι η κυβέρνηση της εν λόγω χώρας να έχει ενημερωθεί και να συναινεί στον έλεγχο, ενώ σε περίπτωση που η ερευνώμενη επιχείρηση ή η τρίτη χώρα αρνούνται να συνεργαστούν, η Επιτροπή μπορεί να λάβει απόφαση με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. B. Εάν, ως αποτέλεσμα του ως άνω προκαταρκτικού ελέγχου, διαπιστωθεί είτε ότι δεν υφίσταται ξένη επιδότηση είτε ότι υπάρχουν ανεπαρκείς ενδείξεις στρέβλωσης στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή περατώνει την εξέτασή της κατά τα οριζόμενα στο αρθ. 10(4) του Κανονισμού. Αντιθέτως, εάν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι διαθέτει επαρκείς ενδείξεις ότι χορηγήθηκε σε επιχείρηση στρεβλωτική ξένη επιδότηση, εκδίδει απόφαση για την έναρξη διεξοδικής έρευνας βάσει του αρθ. 10(3) του Κανονισμού.
Κατά το στάδιο αυτό, η Επιτροπή προβαίνει στη συλλογή πρόσθετων σχετικών πληροφοριών προς εκτίμηση της επίμαχης ξένης επιδότησης, κάνοντας χρήση των ίδιων εξουσιών έρευνας που της παρέχονται στο πλαίσιο του προκαταρκτικού ελέγχου. Στη συνέχεια, η αξιολόγηση των προκαλούμενων στρεβλώσεων διενεργείται δυνάμει των αρθ. 4 έως 6 του Κανονισμού, όπως αναλύθηκαν παραπάνω, συμπεριλαμβανομένου του κριτηρίου εξισορρόπησης.
Εάν τελικά κριθεί ότι η υπό εξέταση χρηματοδοτική συνεισφορά στρεβλώνει την εσωτερική αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να ολοκληρώσει τη διεξοδική έρευνα με την έκδοση απόφασης που μπορεί να είναι τριών ειδών: (i) απόφαση επιβολής επανορθωτικών μέτρων [αρθ. 11(2)], (ii) απόφαση αποδοχής των δεσμεύσεων που έχουν προσφερθεί από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση [αρθ. 11(3)], ή (iii) απόφαση περί μη διατύπωσης αντιρρήσεων, όταν είτε δεν επιβεβαιώνεται η προκαταρκτική εκτίμηση είτε η προκαλούμενη στρέβλωση στην αγορά αντισταθμίζεται από τυχόν θετικά αποτελέσματα [αρθ. 11(4)].
6. Ο Εκτελεστικός Κανονισμός
Με βάση το αρθ. 47(1) του Κανονισμού για τον έλεγχο των ξένων επιδοτήσεων και με σκοπό την αποσαφήνιση ορισμένων διαδικαστικών ζητημάτων ως προς την εφαρμογή του, η Επιτροπή προχώρησε τον Ιούλιο του 2023 στην υιοθέτηση Εκτελεστικού Κανονισμού, στον οποίο προσαρτώνται και τα σχετικά έντυπα κοινοποίησης για συνεισφορές που χορηγούνται στο πλαίσιο συγκεντρώσεων και διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων («Έντυπο FS-CO» και «Έντυπο FS-PP», αντίστοιχα). Ο εν λόγω Κανονισμός καθορίζει, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο και τις διαδικαστικές λεπτομέρειες των κοινοποιήσεων, τον τρόπο υπολογισμού των σχετικών προθεσμιών, το δικαίωμα πρόσβασης στον διοικητικό φάκελο, καθώς και τους κανόνες για την υποβολή προτάσεων για δεσμεύσεις.
Όσον αφορά, ειδικότερα, στις επιδοτούμενες συγκεντρώσεις, οι πληροφορίες που πρέπει να υποβληθούν στην Επιτροπή είναι σημαντικά λιγότερες σε σχέση με το αρχικό σχέδιο Εκτελεστικού Κανονισμού που είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση από την Επιτροπή τον Φεβρουάριο του 2023. Στον απόηχο της δριμύτατης κριτικής, η οποία ασκήθηκε από πλήθος ενδιαφερόμενων φορέων εξαιτίας της πολυπλοκότητας και του δυσανάλογα μεγάλου όγκου πληροφοριών που οι επιχειρήσεις θα καλούνταν να αποκαλύψουν, η Επιτροπή έσπευσε να απλουστεύσει το τελικό σχέδιο κανόνων: αφενός, το ελάχιστο όριο αναφοράς των ξένων χρηματοδοτικών συνεισφορών αυξήθηκε στα 1 εκατ. ευρώ και, αφετέρου, ο βαθμός αναλυτικότητας των προβλεπόμενων απαιτήσεων πληροφόρησης διαφοροποιήθηκε ανάλογα με το είδος των εκάστοτε επίμαχων συνεισφορών:
A. Αν πρόκειται για συνεισφορές που εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες πιθανώς στρεβλωτικών επιδοτήσεων του αρθ. 5(1)(α)-(δ) του Κανονισμού για τις ξένες επιδοτήσεις (π.χ. απεριόριστες εγγυήσεις, επιδοτήσεις σε προβληματική επιχείρηση), πρέπει να παρέχονται λεπτομερείς πληροφορίες καθώς και τα αντίστοιχα αποδεικτικά/συνοδευτικά έγγραφα για καθεμία από τις ξένες χρηματοδοτικές συνεισφορές ποσού ίσου ή μεγαλύτερου από 1 εκατ. ευρώ που χορηγήθηκαν στα συμμετέχοντα μέρη της συγκέντρωσης κατά τα τρία έτη πριν από τη σύναψη της σχετικής συμφωνίας. Οι αναλυτικές αυτές πληροφορίες θα περιλαμβάνουν για κάθε ξένη χρηματοδοτική συνεισφορά στοιχεία, όπως τη μορφή, το ποσό, τα κύρια χαρακτηριστικά της, την χώρα προέλευσης, τον σκοπό, καθώς και το οικονομικό σκεπτικό για τη χορήγησή της.
B. Σε σχέση με τις υπόλοιπες συνεισφορές, αντιθέτως, αρκεί μια επισκόπηση σε μορφή συγκεντρωτικού πίνακα των διαφόρων τύπων χρηματοδοτικών συνεισφορών άνω του 1 εκατ. ευρώ που χορηγήθηκαν στο κοινοποιούν μέρος από τρίτες χώρες κατά τα τρία έτη πριν από τη σύναψη της συμφωνίας και μάλιστα, μόνο για τις χώρες όπου το εκτιμώμενο συνολικό ποσό όλων των συνεισφορών υπερβαίνει τα 45 εκατ. ευρώ.
Σελ. 26Από την υποχρέωση αναφοράς στον εν λόγω πίνακα εξαιρούνται, ωστόσο, πληροφορίες για τα ακόλουθα είδη συνεισφορών: (α) φορολογικά μέτρα γενικής εφαρμογής, (β) φορολογικές ελαφρύνσεις για την αποφυγή διπλής φορολογίας, και (γ) παροχή ή αγορά αγαθών ή υπηρεσιών (εκτός των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών) με όρους της αγοράς στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας (βλ. Έντυπο FS-CO, Πίνακας 1, Οδηγίες Β). Συναφώς, αντικειμενικές δυσκολίες αναμένεται να προκύψουν κατά τον υπολογισμό των συνολικών χρηματοδοτικών συνεισφορών στην περίπτωση απόκτησης ελέγχου ή δημιουργίας κοινοπραξιών από οργανισμό επενδύσεων (investment fund). Για τη διευκόλυνση των επενδυτών, το Έντυπο FS-CO (βλ. ενότητα 6 κατωτέρω) εξαιρεί υπό όρους από τη κοινοποίηση τις ξένες χρηματοδοτικές συνεισφορές που χορηγούνται σε άλλους οργανισμούς επενδύσεων (δηλ. σε άλλα funds) που μπορεί να διαχειρίζεται η ίδια εταιρεία επενδύσεων.
Θα πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι τα παραπάνω κατώτατα όρια που θέτει το έντυπο κοινοποίησης για την παροχή πληροφοριών ουδόλως επηρεάζουν το κατώφλι του αρθ. 20(3)(β) του Κανονισμού για τις ξένες επιδοτήσεις, βάσει των οποίων καθορίζεται πότε μια συγκέντρωση χρήζει κοινοποίησης. Επομένως, όλες οι ξένες χρηματοδοτικές συνεισφορές που χορηγήθηκαν στα μέρη της συγκέντρωσης κατά τα τρία έτη που προηγήθηκαν της σύναψης της σχετικής συμφωνίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του ορίου κοινοποίησης των 50 εκ. ευρώ, ανεξάρτητα από το αν οι σχετικές πληροφορίες ζητούνται στο έντυπο κοινοποίησης. V. Συμπεράσματα
Ο Κανονισμός για τις ξένες επιδοτήσεις αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική προσθήκη στα υφιστάμενα μέσα της Ένωσης για τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά, γεφυρώνοντας το κανονιστικό κενό που υπήρχε προηγουμένως σε σχέση με τον αποτελεσματικό έλεγχο των χρηματοδοτικών συνεισφορών που χορηγούνται από τρίτες χώρες. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο εργαλείο διφυούς χαρακτήρα, στο σημείο τομής μεταξύ δικαίου του ανταγωνισμού/κρατικών ενισχύσεων και βιομηχανικής πολιτικής, όπως υποδηλώνει και η διπλή νομική βάση των αρθ. 114 και 207 ΣΛΕΕ, στην οποία ερείδεται.H δέουσα εφαρμογή του Κανονισμού αναμένεται να συμβάλει, αφενός, στην ανθεκτικότητα της εσωτερικής αγοράς έναντι των στρεβλωτικών επιπτώσεων που προκαλούνται από ξένες επιδοτήσεις και, αφετέρου, στην εμπέδωση της «ανοιχτής στρατηγικής αυτονομίας» της Ένωσης. Ωστόσο, η συμμόρφωση με τον νέο Κανονισμό αποτελεί μάλλον περίπλοκη υπόθεση, ενέχοντας για τις επηρεαζόμενες επιχειρήσεις διόλου αμελητέο διοικητικό φόρτο:
Αφενός, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ένωση καλούνται πλέον να εξακριβώνουν εάν έχουν λάβει σημαντικές χρηματοδοτικές συνεισφορές από τρίτες χώρες και να αξιολογούν εάν αυτές ανταποκρίνονται στους συνήθεις όρους της αγοράς. Προς το σκοπό αυτό, κρίνεται σκόπιμο να συλλέγουν σε συνεχή βάση τα σχετικά οικονομικά στοιχεία (αναδρομικά, τουλάχιστον από τον Ιούλιο 2020 και εντεύθεν), ώστε να προσδιορίσουν εκ των προτέρων την τυχόν έκθεσή τους στον Κανονισμό και να έχουν τα δεδομένα αυτά άμεσα διαθέσιμα σε περίπτωση αυτεπάγγελτης έρευνας της Επιτροπής ή σύναψης ορισμένης πράξης συγκέντρωσης που χρήζει κοινοποίησης. Και τούτο, γιατί, μολονότι το εύρος του τελικού εντύπου κοινοποίησης είναι πιο περιορισμένο συγκριτικά με το αρχικό σχέδιο της Επιτροπής, εντούτοις οι σχετικές απαιτήσεις αναφοράς και αποκάλυψης πληροφοριών - και μάλιστα για τα τελευταία τρία χρόνια - δεν παύουν να είναι εκτεταμένες, καθιστώντας τη σχετική άσκηση δέουσας επιμέλειας (“due diligence”) εξαιρετικά επαχθή.
Για το λόγο αυτό, τα κοινοποιούνται μέρη, στο πλαίσιο ελέγχου ορισμένης συγκέντρωσης, ενθαρρύνονται να συμμετέχουν από νωρίς σε συζητήσεις με την Επιτροπή κατά το στάδιο της προ-κοινοποίησης, για τον προσδιορισμό, μεταξύ άλλων, του ακριβούς όγκου των πληροφοριών που πρέπει να υποβάλουν στην κοινοποίηση. Εκτός αυτού, μπορούν να αξιοποιήσουν τη δυνατότητα που τους παρέχεται δυνάμει του Εκτελεστικού Κανονισμού να ζητήσουν από την Επιτροπή απαλλαγή (“waiver”) από την υποχρέωση παροχής συγκεκριμένων πληροφοριών, όταν οι πληροφορίες αυτές δεν είναι ευλόγως διαθέσιμες ή δεν είναι απαραίτητες για την εξέταση της υπόθεσης.
Αφετέρου, η αξιολόγηση των επιδοτούμενων συγκεντρώσεων που πληρούν τα κατώτατα όρια προηγούμενης κοινοποίησης επιβαρύνεται με μία τρίτη βαθμίδα διοικητικού ελέγχου, πέραν δηλαδή της εξέτασής τους υπό το φως των κανόνων για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων και των άμεσων ξένων επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε συγχωνεύσεις και εξαγορές στην περίπτωση αυτή θα πρέπει επιπλέον να αξιολογούν έγκαιρα τις ακόλουθες παραμέτρους:
1) Σχεδιασμός και χρονοδιάγραμμα συναλλαγής: η γνωστοποίηση για την επιδοτούμενη συγκέντρωση αναμένεται να επηρεάσει το χρονοδιάγραμμα για τη συναλλαγής, δεδομένου ότι η προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής θα αποτελεί μία επιπρόσθετη αναβλητική αίρεση για την ολοκλήρωση των επίμαχων συναλλαγών (υποχρέωση αναστολής πραγματοποίησης), με πιθανή επιμήκυνση του συνολικού χρονοδιαγράμματος για την ολοκλήρωση της συναλλαγής· ελλείψει δε ευθυγράμμισης μεταξύ των επιμέρους ελεγκτικών μηχανισμών, ο χρόνος ολοκλήρωσης της εκάστοτε υπό εξέταση συναλλαγής μπορεί να παρατείνεται σημαντικά σε βάρος των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων, αλλά και της ευρωπαϊκής οικονομίας εν γένει. Περαιτέρω, η πιθανότητα διεξαγωγής από την Επιτροπή αυτεπάγγελτου ελέγχου για επιδοτούμενες συγκεντρώσεις που δεν πληρούν τα κατώφλια προηγούμενης γνωστοποίησης πριν την ολοκλήρωσή τους, μπορεί επίσης να συνεπάγεται καθυστερήσεις στο χρονοδιάγραμμα της συναλλαγής. Το συνολικό δε επιχειρηματικό ρίσκο της συναλλαγής μπορεί να αυξάνεται και εκ του γεγονότος ότι τρίτα μέρη θα διαθέτουν μια ακόμη νομική βάση να προσβάλουν τη συναλλαγή.
2) Εισαγωγή κατάλληλων συμβατικών όρων: τυχόν προηγούμενη κοινοποίηση επιδοτούμενης συγκέντρωσης συνεπάγεται και την ανάγκη πρόβλεψης και εισαγωγής στα συμβατικά κείμενα της συναλλαγής των κατάλληλων όρων αναφορικά ιδίως με αναβλητικές αιρέσεις (closing conditions), συνθήκες κατανομής ρίσκου (risk sharing terms) και υποχρεώσεις αμοιβαίας συνεργασίας (cooperation terms).
3) Συνεκτικότητα αποφάσεων: δεδομένης της συμπληρωματικότητας και της μερικής αλληλεπικάλυψης μεταξύ των κανόνων για τις ξένες επιδοτήσεις και των υφιστάμενων μέσων
Σελ. 27ελέγχου της Ένωσης, τυχόν απουσία ουσιαστικού συντονισμού μεταξύ των διαφορετικών διαδικασιών εντείνει επίσης το ενδεχόμενο έκδοσης αντιφατικών κρίσεων ή/και αντικρουόμενων επανορθωτικών μέτρων από τις επιλαμβανόμενες αρχές. Απομένει, συνεπώς, να φανεί στην πράξη κατά πόσον οι υποχρεώσεις πληροφόρησης που επιβάλλονται εκατέρωθεν μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής (π.χ. βάσει του αρθ. 35 του Κανονισμού) δύνανται να μετριάσουν τους ανωτέρω κινδύνους.
Επιπλέον, παραμένουν επιμέρους ερωτήματα και ασάφειες ως προς την πρακτική εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων. Για παράδειγμα, καίτοι τα υψηλά κατώφλια που απαιτούνται για την κοινοποίηση συγκεντρώσεων αφήνουν να εννοηθεί ότι προτεραιότητα της Επιτροπής είναι ο έλεγχος των μεγαλύτερων και πιθανώς πιο στρεβλωτικών συναλλαγών, η σχεδόν απεριόριστη εξουσία ελέγχου που της παρέχει το εργαλείο της ex officio έρευνας δημιουργεί εύλογα ανησυχίες γενικευμένης χρήσης αυτού για τους σκοπούς συλλογής πληροφοριών. Περαιτέρω, μέχρι τη δημοσίευση των σχετικών Κατευθυντήριων Γραμμών, είναι ακόμη αβέβαιο πώς πρόκειται να εφαρμοστούν τα κριτήρια για την ύπαρξη στρεβλώσεων, καθώς και το κριτήριο εξισορρόπησης για την αξιολόγηση των τυχόν θετικών αποτελεσμάτων ορισμένης ξένης επιδότησης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αποτελεσματικότητα του νεοσύστατου ελεγκτικού μηχανισμού και η αποσαφήνιση των διαφόρων «γκρίζων» σημείων θα είναι εν πολλοίς ζήτημα διοικητικής πρακτικής.
Παρά τις ανωτέρω προκλήσεις, ο νέος Κανονισμός δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την ενίσχυση της διαφάνειας σχετικά με την αυξανόμενη τάση χορήγησης επιδοτήσεων εκ μέρους τρίτων χωρών, παρέχοντας ταυτόχρονα τα αναγκαία νομικά ερείσματα για την ενδελεχή αξιολόγησή τους. Η Επιτροπή μπορεί πλέον όχι μόνο να λαμβάνει λεπτομερή γνώση των ξένων χρηματοδοτικών συνεισφορών που χορηγούνται σε επιχειρήσεις της Ένωσης, αλλά και να εξετάζει τις τυχόν στρεβλωτικές επιπτώσεις τους, ενεργώντας, όπου απαιτείται, με τη λήψη έγκαιρων και στοχευμένων μέτρων για την αντιμετώπιση τους. Μόνο έτσι, η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά θα εξακολουθήσει να αποτελεί ένα ανοικτό επενδυτικό περιβάλλον, το οποίο ταυτόχρονα θα διασφαλίζει συνθήκες ανόθευτου ανταγωνισμού για όλους τους δραστηριοποιούμενους φορείς.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα