Περίληψη

Ο Ν 5094/2024 (ΦΕΚ Α΄ 39) αφορά προεχόντως το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16 Συντ. και βρίσκεται σε αντίθεση με το τελευταίο. Κατ’ άρθρο ανάλυση των κρίσιμων διατάξεων του νόμου. Τα υπό ίδρυση ΝΠΠΕ παρέχουν υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης υπό την εποπτεία του κράτους και δεν είναι δυνατή η μη εφαρμογή του άρθρου 16 επ’ αυτών.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Αντικείμενο του Μέρους Δ΄ (άρθρα 130-155) του Ν 5094/2024 είναι ο καθορισμός ενός ενιαίου πλαισίου εγκατάστασης και λειτουργίας «νομικών προσώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης» (εφεξής: ΝΠΠΕ). Σύμφωνα με τις επίμαχες διατάξεις, τα ΝΠΠΕ αναλαμβάνουν τον αποκλειστικό σκοπό της παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης, συνδεόμενα με «μητρικά ιδρύματα». Τα τελευταία, ορίζονται ως κρατικά ή ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης, τα οποία λειτουργούν σε χώρα άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΕΕ) ή τρίτης χώρας, συμβαλλόμενου μέρους της Γενικής Συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (εφεξής: GATS).
Στο πλαίσιο της σχετικής συζήτησης που έχει ανοίξει για τη συνταγματικότητα των επίμαχων διατάξεων, μερίδα της θεωρίας υποστηρίζει την άποψη ότι δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης στο άρθρο 16 του Συντάγματος, δεδομένου ότι αυτές κείνται εκτός του πεδίου εφαρμογής του. Ειδικότερα, ανάμεσα σε σειρά επιχειρημάτων που διατυπώνονται υπέρ της (lato sensu) νομιμότητας των εν λόγω διατάξεων, υποστηρίζεται η άποψη ότι «το σχέδιο νόμου οργανώνει στο πεδίο όχι του ελληνικού Συντάγματος αλλά του ενωσιακού δικαίου τον τρόπο και τις προϋποθέσεις με τις οποίες ΑΕΙ άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. ή τρίτων χωρών που είναι συμβαλλόμενα μέρη της GATS (στην οποία μετέχει και η Ε.Ε. ως τέτοια), μπορούν να ασκούν την ενωσιακή ελευθερία της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα και της παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης.».

Με άλλες λέξεις, σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, η παροχή ανώτατης εκπαίδευσης θα γίνεται απευθείας μέσω ΑΕΙ τρίτων χωρών (κρατών μελών της
Σελ. 210Ε.Ε. ή κρατών-μελών της GATS) και επομένως «η αντίκρουση μιας παρόμοιας νομοθετικής πρωτοβουλίας με επίκληση των απολύτως απαγορευτικών διατυπώσεων των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16 του εθνικού Συντάγματος είναι [...] εκτός θέματος, γιατί κινείται στο πεδίο της εθνικής και όχι της ενωσιακής έννομης τάξης.». Για την υποστήριξη της θέσης αυτής γίνεται, μάλιστα, επίκληση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ότι το ζήτημα της παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης από κράτη-μέλη της Ε.Ε. κινείται στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της Ε.Ε. και του ενωσιακού δικαίου, όπως συνέβη με την απόφαση ΣτΕ 778/2007.
Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης θα υποστηρίξουμε την άποψη ότι το ζήτημα της παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης από μη κρατικά νομικά πρόσωπα υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος, με δεδομένο ότι η ανώτατη εκπαίδευση, σύμφωνα με τις επίμαχες διατάξεις, παρέχεται απευθείας από τα ΝΠΠΕ που ιδρύονται και λειτουργούν υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου (II). Σε αυτήν την προσπάθεια, θα επιχειρήσουμε να αντικρούσουμε το επιχείρημα της αντίθετης άποψης ότι η νομολογία του ΣτΕ έχει ήδη αποδεχθεί την υπαγωγή του επίμαχου ζητήματος απευθείας στο πεδίο του ενωσιακού δικαίου (III). Στη συνέχεια, έχοντας πλέον μπει στον «χώρο» του εθνικού συνταγματικού δικαίου, θα προσπαθήσουμε να αντικρούσουμε τα επιχειρήματα που διατυπώνονται υπέρ της συμβατότητας των διατάξεων του Ν 5094/2024 με το άρθρο 16 του Συντάγματος. (IV).
II. Το ζήτημα της παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης απευθείας από τα ΝΠΠΕ – Η υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος
Υποστηρίζεται, όπως είδαμε, η άποψη ότι το ζήτημα που ρυθμίζει ο συγκεκριμένος νόμος εκφεύγει των ορίων εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος. Η άποψη αυτή στηρίζεται εν πολλοίς στον ισχυρισμό ότι με τις εν λόγω διατάξεις καθιερώνεται ένα πλαίσιο απευθείας παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης από εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού (είτε της Ε.Ε. είτε κρατών-μελών της GATS) στη χώρα μας. Έχουμε την άποψη ότι η θέση αυτή δεν είναι ιδιαίτερα πειστική. Νομίζουμε ότι τα υπό ίδρυση ΝΠΠΕ θα λειτουργούν υπό τους όρους με τους οποίους δραστηριοποιούνται τα ιδιωτικά κολλέγια στη χώρα μας εδώ και δεκαετίες, εργαλειοποιώντας, απλώς, τον τίτλο και την προέλευση των μητρικών ιδρυμάτων και παρέχοντας αυτά τα ίδια το σύνολο των υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης. Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του νόμου όπως αναλύονται στις αμέσως επόμενες παραγράφους.

Κατ’ αρχάς, με την περ. ε΄ του άρθρου 132, ανατίθεται ρητά και σαφώς στα ίδια τα ΝΠΠΕ η αρμοδιότητα παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης, μέσω της προσφοράς προγραμμάτων σπουδών τα οποία τελούν υπό την προϋπόθεση πιστοποίησής τους από την ανεξάρτητη αρχή με την επωνυμία Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (εφεξής: ΕΘΑΑΕ). Σε αντίθεση με τον ουσιαστικό ρόλο που αναλαμβάνουν τα ΝΠΠΕ και η ΕΘΑΑΕ, τα μητρικά ιδρύματα αναλαμβάνουν, απλώς, την αρμοδιότητα «αναγνώρισης» των προσφερόμενων προγραμμάτων σπουδών.
Με άλλες λέξεις, ήδη από την prima facie ανάγνωση του νόμου, καθίσταται σαφές ότι ο βασικός κορμός της παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης ανατίθεται στην σφαίρα εξουσίας των ΝΠΠΕ και της ΕΘΑΑΕ, με τα μητρικά ιδρύματα να περιορίζονται στην άσκηση αμιγώς τυπικών αρμοδιοτήτων.
Στο άρθρο 133 του Ν 5094/2024 προβλέπονται οι βασικές αποστολές που ανατίθενται στα υπό ίδρυση ΝΠΠΕ. Στο πλαίσιο αυτό, τα ΝΠΠΕ αναλαμβάνουν το καθήκον να προσφέρουν υψηλής ποιότητας ανώτατη εκπαίδευση καθώς και την αποστολή της παροχής και οργάνωσης προγραμμάτων σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης. Όλες αυτές οι αποστολές ανατίθενται, υπό μορφή αρμοδιότητας, όχι στα μητρικά ιδρύματα, αλλά απευθείας στα ΝΠΠΕ.

Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο βαθμός αυτοτέλειας που επιφυλάσσει ο νομοθέτης για τα ΝΠΠΕ, στη σχέ
Σελ. 211 ση τους με τα μητρικά ιδρύματα, ιδίως ως προς τις μεθόδους και τα μέσα άσκησης των αναγκαίων αρμοδιοτήτων διοίκησης. Ως προς τις τελευταίες, ο ρόλος του μητρικού ιδρύματος στη διοίκηση των ΝΠΠΕ είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Ειδικότερα, με το συγκεκριμένο νόμο θεσπίζεται ένα κανονιστικό πλαίσιο μέσω του οποίου, από την έγκριση του καταστατικού και εντεύθεν, το μητρικό ίδρυμα αποξενώνεται των αρμοδιοτήτων διοίκησης του εκπαιδευτικού ιδρύματος με τις τελευταίες να ασκούνται εν τοις πράγμασι και συνολικά από το ΝΠΠΕ.

Επιπλέον, από τις διατάξεις του νόμου και δη από τη διάταξη του άρθρου 136 αυτού, προκύπτει ότι η σχέση εποπτείας που αναπτύσσεται μεταξύ του κράτους και του ακαδημαϊκού φορέα ουδόλως αφορά τα μητρικά ιδρύματα. Αντίθετα, η προβλεπόμενη εποπτεία ασκείται από το αρμόδιο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, σε συνεργασία με την ΕΘΑΑΕ, όχι επί των μητρικών ιδρυμάτων αλλά απευθείας επί των ΝΠΠΕ. Με άλλες λέξεις, τα υπό ίδρυση ΝΠΠΕ υπάγονται σε νομικό καθεστώς πανομοιότυπο με εκείνο που διέπει τα δημόσια ΑΕΙ, σύμφωνα με τους όρους της κείμενης νομοθεσίας, γεγονός από το οποίο μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κατ’ αρχήν ρόλος που τους ανατίθεται από τον νομοθέτη είναι, επίσης, πανομοιότυπος και άρα χρήζει της ίδιας αντιμετώπισης σε επίπεδο εφαρμογής των αντίστοιχων κανόνων του Συντάγματος.
Εξίσου σημαντική είναι και η «χαλαρότητα» του δεσμού εποπτείας που διέπει το μητρικό ίδρυμα και το ΝΠΠΕ. Νομίζουμε ότι αν πράγματι ήθελε θεωρηθεί ότι οι υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης παρέχονταν απευθείας από το μητρικό ίδρυμα, με μόνη την «αξιοποίηση» του ΝΠΠΕ ως «πράκτορα» προς επίτευξη του εν λόγω σκοπού, τότε προφανώς το μητρικό ίδρυμα θα έπρεπε να διαθέτει ιδιαίτερα διευρυμένη εξουσία εποπτείας επί του υπό ίδρυση ΝΠΠΕ, προκειμένου να καθορίζει τους όρους και το πλαίσιο λειτουργίας του τελευταίου. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει. Αντίθετα, καταλείπεται εξαιρετικά διευρυμένη αυτοτέλεια και ευχέρεια δράσης στο ΝΠΠΕ, καθώς ο έλεγχος στον όποιον αυτό υπόκειται αφενός μεν δεν προσδιορίζεται νομοθετικά και αφετέρου προσδιορίζεται με βάση είτε την πλειοψηφική συμμετοχή του μητρικού ιδρύματος στο ΔΣ του ΝΠΠΕ είτε τη σύναψη «εκπαιδευτικής συμφωνίας» μεταξύ του τελευταίου και του μητρικού ιδρύματος.
Εξίσου «χαλαρή» εμφανίζεται η σχέση που διέπει το μητρικό ίδρυμα και το ΝΠΠΕ ως προς το ζήτημα του καθορισμού του περιεχομένου των προσφερόμενων προγραμμάτων σπουδών. Κατά το άρθρο 137, τα προβλεπόμενα προγράμματα σπουδών παρέχονται απευθείας από τα ΝΠΠΕ και αναγνωρίζονται, απλώς, από το συνεργαζόμενο μητρικό ίδρυμα. Η δε αρμοδιότητα πιστοποίησης και αξιολόγησής του ανατίθεται στο κράτος και δη στην ΕΘΑΑΕ. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 145 του Ν 5094/2024, τα προσφερόμενα προγράμματα σπουδών και οι εν γένει παρεχόμενες υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης αξιολογούνται και πιστοποιούνται από την ΕΘΑΑΕ, στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας που οδηγεί στην έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης από την τελευταία (προσβλητής, μάλιστα, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας).
Είναι γεγονός ότι με τις επίμαχες διατάξεις επιχειρείται μια διμερής διάκριση των ανατιθέμενων δραστηριοτήτων που ασκούνται από τον εκάστοτε φορέα σε ουσιαστικές και τυπικές. Στο πλαίσιο αυτής της διάκρισης, τα μητρικά ιδρύματα, τα οποία, σύμφωνα με την υποστηριζόμενη αντίθετη άποψη, παρέχουν απευθείας υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης, περιορίζονται στην άσκηση αμιγώς τυπικών (διαδικαστικών) αρμοδιοτήτων που συνδέονται απλώς με την «αναγνώριση» και «έγκριση» του προσφερόμενου προγράμματος σπουδών, χωρίς να αναλαμβάνουν κανέναν ουσιαστικό ρόλο παροχής της οποιασδήποτε αντίστοιχης υπηρεσίας.
Περαιτέρω, εξίσου περιορισμένος καθίσταται ο ρόλος του μητρικού ιδρύματος σε σχέση με τη διαδικασία λήψης της απαιτούμενης άδειας εγκατάστασης, όπως ορίζεται στο άρθρο 139. Το μητρικό ίδρυμα, ουσιαστικά, περιορίζεται στην υποβολή της αίτησης κατά το αρχικό στάδιο, ενώ αποξενώνεται ακόμη περισσότερο από τις σχετικές αρμοδιότητες κατά το στάδιο της (ενδεχόμενης) μεταβολής των όρων χορήγησης της άδειας. Τούτο, διότι, κατά το άρθρο 141 παρ. 1 χορηγείται αυτοτελώς στο ΝΠΠΕ το δικαίωμα (ή η αρμοδιότητα) να μεταβάλει όρους που μπορεί να σχετίζονται ακόμη και με τα δομικά στοιχεία λειτουργίας του εκπαιδευτικού ιδρύματος και στη διαμόρφωση των οποίων το μητρικό ίδρυμα θα όφειλε, κατ’ αρχήν, να διαθέτει ορισμένο ρόλο.
Παράλληλα, το μέγεθος του εύρους των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται αυτοτελώς στο ΝΠΠΕ, προκύπτει ιδίως από το άρθρο 146, στο οποίο καθιερώνεται η διαδικασία χορήγησης τίτλου σπουδών. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 146 προβλέπεται ρητά ότι η πράξη χορήγησης του τίτλου σπουδών ανατίθεται, ως αρμοδιότητα, απευθείας στο ΝΠΠΕ, χωρίς καμία περαιτέρω (ουσιαστική) ανάμειξη του μητρικού ιδρύματος. Με άλλες λέξεις, η χορήγηση του τίτλου σπουδών είναι αποτέλεσμα της σύμπραξης αφενός του ΝΠΠΕ, το οποίο εκδίδει τη διοικητική πράξη χορήγησης του προσφερόμενου τίτλου σπουδών και αφετέρου της διοίκησης, η οποία αναλαμβάνει την νομική υποχρέωση να αναγνωρίζει τον χορηγηθέντα τίτλο σπουδών, χωρίς να απαιτείται η έκδοση οποιασδήποτε επιπλέον διοικητικής πράξης προς τον σκοπό αυτό.

Έπειτα, με την παρ. 2 του άρθρου 147 καθιερώνονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εισαγωγής στα μη-κρατικά ΑΕΙ και μάλιστα κατά τρόπο διεξοδικό και λεπτομερή. Πρόκειται για προϋποθέσεις και κριτήρια που καθιερώνονται το πρώτον
Σελ. 212 από τον Έλληνα τυπικό νομοθέτη, γεγονός που, κατά τη γνώμη μας, θέτει σε σοβαρή αμφιβολία την άποψη ότι η παροχή των υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης λαμβάνει χώρα απευθείας από τα μητρικά ιδρύματα του εξωτερικού. Πιστεύουμε ότι αν οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονταν πράγματι απευθείας από τα τελευταία, τότε θα έπρεπε τα ίδια να καθορίζουν τις προϋποθέσεις και τους όρους υπό τους οποίους θα αποδέχονταν σπουδαστές στα προσφερόμενα προγράμματα. Αντίθετα, τα μητρικά ιδρύματα δεν αποκτούν, σύμφωνα με τις προτεινόμενες διατάξεις, κανέναν ρόλο στη διαμόρφωση του πλαισίου εισαγωγής (ούτε καν μέσω των «συνεργαζόμενων» ΝΠΠΕ), δηλαδή στη διαμόρφωση ενός πλαισίου που -ευλόγως- δύναται να επικαθορίσει το επίπεδο των υπηρεσιών που καλούνται να παράσχουν. Ένα μικρό, μόνο, περιθώριο καθορισμού κριτηρίων εισαγωγής καταλείπεται στο ΝΠΠΕ μέσω του Εσωτερικού Κανονισμού που το ίδιο θεσπίζει (και πάλι, ωστόσο, υπό τον έλεγχο του κράτους, μέσω της ΕΘΑΑΕ).

Επιπλέον, με το άρθρο 151 προβλέπεται ο τρόπος λειτουργίας των ΝΠΠΕ σε σχέση με το σύνολο των αρμοδιοτήτων, καθηκόντων και δραστηριοτήτων που καλούνται αυτά να επιτελέσουν. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η λειτουργία των ΝΠΠΕ λαμβάνει χώρα στη βάση Εσωτερικού Κανονισμού, ο οποίος καταρτίζεται από τα ίδια και εγκρίνεται από τη διοίκηση. Πρόκειται, δηλαδή, για κανονιστικό κείμενο το οποίο εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της ΕΘΑΑΕ και απλής γνώμης του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (εφεξής: ΕΟΠΠΕΠ).
Νομίζουμε ότι όλα τα παραπάνω σημεία είναι ενδεικτικά του χαρακτήρα που προσδίδει ο νομοθέτης στα ΝΠΠΕ. Είναι σαφές ότι, με τις εν λόγω διατάξεις, ο νομοθέτης δεν καθιερώνει ένα πλαίσιο απευθείας παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης από τα ιδρύματα του εξωτερικού, που θα δικαιολογούσε ενδεχομένως την υποστήριξη της άποψης περί της μη εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος. Αντίθετα, καθιστά τα ΝΠΠΕ per se φορείς παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης, αναθέτοντας σε αυτά το σύνολο των σχετικών, ουσιαστικών αρμοδιοτήτων, με την άμεση εμπλοκή των αρμόδιων φορέων της διοίκησης.
Με αυτά τα δεδομένα, φρονούμε ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα το επιχείρημα της μη εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος στην επίμαχη περίπτωση. Αφού, τελικά, το σύνολο της ρυθμιζόμενης δραστηριότητας λαμβάνει χώρα υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου και μάλιστα απευθείας μέσω νομικών προσώπων, των ΝΠΠΕ, που λειτουργούν υπό τους ίδιους όρους και τις ίδιες προϋποθέσεις, νομίζουμε ότι η εφαρμογή του Συντάγματος και δη του άρθρου 16 καθίσταται νομικώς επιβεβλημένη.
III. Η νομολογία του ΣτΕ σε σχέση με την «απευθείας» εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου
Αναλύοντας το επιχείρημα της μη εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος αναφερθήκαμε, εισαγωγικά, στα νομολογιακά δεδομένα που επικαλείται η συγκεκριμένη άποψη προς επίρρωση της θέσης της. Είδαμε, δηλαδή, ότι γίνεται λόγος για τη θεμελιώδη απόφαση ΣτΕ 778/2007, με την οποία, υποτίθεται, το ΣτΕ «παραδέχθηκε» την απευθείας υπαγωγή του ζητήματος στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου και στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ε.Ε., μέσω της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ.
Είναι καθιερωμένη η διάκριση στην οποία διαχρονικά προβαίνει η νομολογία του ΣτΕ μεταξύ επαγγελματικής και ακαδημαϊκής εκπαίδευσης. Σε σχέση με την πρώτη, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, ερμηνεύει, πράγματι, πάγια υπό το φως του ενωσιακού δικαίου το πλαίσιο αναγνώρισης της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων σπουδών που χορηγούνται στη χώρα μας προς τους τίτλους σπουδών που χορηγούνται σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Στο πλαίσιο, δε, της ερμηνείας αυτής, κάνει δεκτό ότι το άρθρο 150 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ήδη άρθρο 166 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) «αναθέτει [...] στην Κοινότητα την αρμοδιότητα να θεσπίσει και να εφαρμόσει “πολιτική επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία στηρίζει και συμπληρώνει τις δράσεις των κρατών μελών”, με στόχο, μεταξύ άλλων (βλ. άρθρο 150 παράγραφος 2), “την ενίσχυση της κινητικότητας (…) των εκπαιδευομένων και ιδίως των νέων”». Υπό την έννοια αυτή, από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο αναγνωρίζεται διαχρονικά ότι το ζήτημα της επαγγελματικής εκπαίδευσης υπάγεται, πράγματι, στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ε.Ε. και στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων του ενωσιακού δικαίου.
Τούτο, ωστόσο, δεν ισχύει, σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, για το ζήτημα της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης και δη της ανώτατης εκπαίδευσης. Η παροχή υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης και η εν γένει οργάνωση του εκπαιδευτικού ζητή
Σελ. 213 ματος ανήκουν, ως προς την ακαδημαϊκή εκπαίδευση, στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου. Συγκεκριμένα, το ΣτΕ έχει αποφανθεί ότι οι σχετικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου «κατά το σαφές γράμμα τους, αφήνουν στα κράτη μέλη την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, συνεπώς και των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, εν επιγνώσει ότι το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή το περιεχόμενο της διδασκαλίας και η οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος εξαιρείται της αποφασιστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας και παραμένει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, μπορεί να επιφέρει δυσχέρειες στην εφαρμογή των ελευθεριών κίνησης προσώπων, κεφαλαίων και υπηρεσιών που θεσπίζουν, με τους όρους που τις θεσπίζουν, άλλες διατάξεις της Συνθήκης.».

Υπό τα δεδομένα αυτά, καθίσταται σαφές ότι το ΣτΕ ουδέποτε έχει αποδεχθεί, μέσω της αποστολής προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ, την υπαγωγή του ζητήματος της οργάνωσης και παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου και στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της Ε.Ε. Η απόφαση την οποία επικαλείται η αντίθετη άποψη αφορά, όπως ήδη καταδείχθηκε, την κατηγορία της επαγγελματικής και όχι της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, για την οποία το ΣτΕ διαχρονικά καταλήγει ότι ανήκει στην αρμοδιότητα ρύθμισης των κρατών-μελών.
IV. Η αντίθεση των επίμαχων διατάξεων στο άρθρο 16 του Συντάγματος
Από την ανάλυση που προηγήθηκε, νομίζουμε κατέστη σαφές ότι δεν τίθεται κανένα ζήτημα μη εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος στην υπό εξέταση περίπτωση. Με αυτό το δεδομένο, έχοντας πλέον εισέλθει στον χώρο του εθνικού Συντάγματος και δη στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε όλους εκείνους τους λόγους που καθιστούν τις επίμαχες διατάξεις αντίθετες στο γράμμα και το πνεύμα του τελευταίου.
Συγκεκριμένα, θα αντικρούσουμε το επιχείρημα ότι η ίδρυση μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ (1) επιτρέπεται από την τελολογική, ιστορική και δυναμική ερμηνεία του άρθρου 16 του Συντάγματος, (2) επιβάλλεται από τη σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του τελευταίου και (3) μπορεί να βρει έρεισμα στη νομολογία του ΣτΕ.
1. Επιτρέπεται η ίδρυση μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ από την τελολογική, ιστορική και δυναμική ερμηνεία του άρθρου 16 του Συντάγματος;
Προκειμένου να υποστηριχθεί η θέση που δέχεται την ίδρυση μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ ως συνταγματική, γίνεται χρήση μιας ευρείας «παλέτας» οιονεί μεθοδολογικών εργαλείων που κινούνται (σαφώς) πέραν του αδιάστικτου γράμματος του άρθρου 16 του Συντάγματος. Ο σκοπός, η ιστορία αλλά και η ανάγκη «ρεαλιστικής» (ή «σύγχρονης») προσέγγισης της επίμαχης διάταξης εμφανίζονται ως τα πλέον σημαντικά «βέλη» στη φαρέτρα της άποψης που επιχειρεί να παρακάμψει τη ρητή απαγόρευση του άρθρου 16.
Στο επίπεδο της τελολογικής ερμηνείας, υποστηρίζεται ότι δεδομένου του «απόλυτου» χαρακτήρα της απαγόρευσης που εισάγουν οι παρ. 5 και 8 του άρθρου 16 έναντι του γενικού κανόνα της παρ. 1, αυτές θα πρέπει να ερμηνεύονται τελολογικά, κατά τρόπο ώστε η ερμηνεία τους να οδηγεί στη θέση ότι η απαγόρευση αφορά μόνο τη «σύσταση» και όχι και την «εγκατάσταση» ανώτατων σχολών από ιδιώτες. Με το επιχείρημα αυτό γίνεται μια προσπάθεια μεταβολής του αληθούς νοήματος του άρθρου 16, χωρίς μάλιστα επίκληση του ενωσιακού δικαίου.

Νομίζουμε ότι με δεδομένη τη σαφή και κατηγορηματική απαγόρευση που εισάγει ο συνταγματικός νομοθέτης και ιδίως υπό το φως της ιστορίας των διατάξεων των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16, η προσπάθεια ανανοηματοδότησης του κανονιστικού τους περιεχομένου εμφανίζεται μη πειστική. Έχει διαχρονικά καταστεί σαφές ότι το «τέλος», ο σκοπός, δηλαδή, των επίμαχων παραγράφων είναι η συλλήβδην απαγόρευση σε ιδιώτες να παρέχουν υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας. Ο σκοπός αυτός αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα του 1975 και έκτοτε επαναλαμβάνεται διαχρονικά, μέσω της μη υπαγωγής του άρθρου 16 στη διαδικασία αναθεώρησης. Μάλιστα, ο σκοπός αυτός αποτυπώθηκε στην πλέον γενική του διατύπωση, υπό τη μορφή της απαγόρευσης «σύστασης» ιδιωτικών ΑΕΙ (η οποία προφανώς περιλαμβάνει και την «εγκατάσταση» ΑΕΙ)
Σελ. 214 σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η όποια διάκριση μεταξύ «σύστασης» και «εγκατάστασης» δεν είχε, από πλευράς ενωσιακού δικαίου, νομικό ενδιαφέρον.

Στο επίπεδο της ιστορικής προσέγγισης των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρου 16, γίνεται μια προσπάθεια «υποβάθμισης» του κανονιστικού τους περιεχομένου, με επίκληση της υποτιθέμενης «χουντικής» τους προέλευσης. Φρονούμε ότι το συγκεκριμένο ιστορικό «επιχείρημα» είναι εξίσου μη πειστικό και εν πολλοίς εσφαλμένο. Τούτο, δε, διότι παραβλέπει το γεγονός ότι η απαγόρευση σύστασης ανωτάτων σχολών από ιδιώτες έχει υποβληθεί πολλαπλώς στη βάσανο της δημοκρατικής νομιμοποίησης, τόσο δια της θέσπισης του άρθρου 16 στο Σύνταγμα του 1975, όσο και δια της μη υποβολής της στη διαδικασία της αναθεώρησης έκτοτε.

Τέλος, προβάλλεται η ανάγκη προσέγγισης των επίμαχων διατάξεων του Συντάγματος όχι σαν ένα «απολιθωμένο σύνολο διατάξεων» ή σαν «λείψανο», αλλά κάτα τρόπο ρεαλιστικό, σύγχρονο, υπό το φως της υπάρχουσας «πραγματικότητας». Το Σύνταγμα, υποστηρίζεται, θα πρέπει να ερμηνεύεται δυναμικά, με τρόπο ώστε να αποφεύγονται πιθανοί «συνταγματικοί στρουθοκαμηλισμοί». Αν και κατ’ αρχήν η δυναμική προσέγγιση του Συντάγματος είναι αποδεκτή, αυτή υπόκειται σε ορισμένα όρια. Γλαφυρά υποστηρίζει ο Καθηγητής Σ. Βλαχόπουλος ότι «η γραμματική διατύπωση αποτελεί το “a” και το “ω”, την αφετηρία και κατάληξη κάθε ερμηνείας», τονίζοντας, μάλιστα, ότι «όταν το Σύνταγμα στο άρθρο 16 παρ. 8 ορίζει ότι “σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται”, είναι σαφές ότι η ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων επιτρέπεται μόνο με αναθεώρηση του Συντάγματος.». Την ίδια άποψη υποστηρίζουμε και εμείς. Με δεδομένη τη σαφή, ρητή και αδιάστικτη διατύπωση των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, η επίκληση της δυναμικής ερμηνείας του Συντάγματος καθίσταται μη πειστική ως επιχείρημα υπέρ της συνταγματικότητας ίδρυσης μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ στη χώρα μας.
Με βάση τα παραπάνω, φρονούμε ότι η απάντηση που προσήκει στο ερώτημα για το αν η τελολογική, ιστορική και δυναμική ερμηνεία του άρθρου 16 του Συντάγματος επιτρέπει την ίδρυση μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ στη χώρα μας είναι αρνητική.
2. Επιβάλλεται, από τη σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του άρθρου 16 του Συντάγματος, η ίδρυση μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ στη χώρα μας;
Ένα από τα πλέον βασικά επιχειρήματα της άποψης που υποστηρίζει τη συνταγματικότητα των διατάξεων του νόμου, στηρίζεται στην ανάγκη σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του άρθρου 16 του Συντάγματος. Αφού, υποστηρίζεται, το άρθρο 14 παρ. 3 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΧΘΔΕΕ) κατοχυρώνει ως θεμελιώδες δικαίωμα το δικαίωμα ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και αφού το άρθρο 49 της ΣΛΕΕ απαγορεύει τους περιορισμούς της ελευθερίας εγκατάστασης των υπηκόων ενός κράτους-μέλους στο έδαφος άλλου κράτους-μέλους, τότε οι απαγορευτικές διατάξεις των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος καθίστανται, ουσιαστικά, ανίσχυρες.

Αξίζει να σταθούμε, πρώτα, στο μεθοδολογικό πρόβλημα που ανακύπτει από την υποστήριξη της εν λόγω άποψης. Νομίζουμε ότι δεν είναι, υπό καμία εκδοχή, πειστική η δυνατότητα σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του Συντάγματος contra constitutionem. Μια τέτοιου είδους ερμηνεία θα συνιστούσε (ανεπίτρεπτη) τελολογική συστολή των παρ. 5 και
Σελ. 215 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, με την προσθήκη εκτενούς εξαίρεσης από το κανονιστικό (απαγορευτικό) περιεχόμενό τους. Ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας και του υποκειμενισμού σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν πρόδηλος. Στην πραγματικότητα, μέσω της τελολογικής αυτής συστολής, θα μπορούσε ο νομοθέτης να αποδώσει στο Σύνταγμα όποιο, περίπου, νόημα επιθυμεί. Κάτι τέτοιο θα ήταν συνταγματικώς ανεπίτρεπτο, όπως άλλωστε υποστηρίζεται και από την αντίθετη άποψη: «Η αρχή της σύμφωνης προς το Δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου υπόκειται σε ορισμένα όρια. Έτσι, η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο μιας Οδηγίας, όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους οικείους κανόνες του εσωτερικού δικαίου, οριοθετείται από τις γενικές αρχές του δικαίου και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου.».

Ας δούμε, όμως, τις ουσιαστικές εκφάνσεις του εν λόγω επιχειρήματος. Το δικαίωμα ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κατοχυρώνεται, πράγματι, στο άρθρο 14 παρ. 3 του ΧΘΔΕΕ, υπό την επιφύλαξη, ωστόσο, του σεβασμού των δημοκρατικών αρχών και της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας. Η συγκεκριμένη επιφύλαξη είναι, πιστεύουμε, δυνατό, να εξικνείται μέχρι του σημείου πλήρους απαγόρευσης της ίδρυσης ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, δεδομένου μάλιστα ότι η απαγόρευση απορρέει από συνταγματική διάταξη κράτους μέλους και ειδικότερα από το άρθρο 16 παρ. 5 και 8 και, σε κάθε περίπτωση, αφορά ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα ρύθμισης των κρατών-μελών. Ειδικά για τις περιπτώσεις αυτές, το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι «τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να σέβονται τους κανόνες τους οποίους θεσπίζουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, σύμφωνα με τον κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και τα κοινοτικά όργανα αμοιβαία καθήκοντα ειλικρινούς συνεργασίας, κανόνα ο οποίος ενέπνευσε, μεταξύ άλλων, και το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ [...]. Αυτό ισχύει ιδίως όταν, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, πρόκειται για διατάξεις συνταγματικού δικαίου.».

Επιπλέον, το δικαίωμα του άρθρου 14 παρ. 3 ΧΘΔΕΕ καθιερώνεται υπό τη γενική επιφύλαξη της αρχής της αναλογικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 52 παρ. 1 του ΧΘΔΕΕ. Εν προκειμένω, έχουμε την πεποίθηση ότι ο περιορισμός που επιβάλλει η συνταγματική νομοθεσία στη δυνατότητα ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, όπως αυτή κατοχυρώνεται τόσο στο άρθρο 14 παρ. 3 του ΧΘΔΕΕ, όσο και στο άρθρο 49 ΣΛΕΕ (ως έκφανση της ελευθερίας εγκατάστασης) στη χώρα μας είναι απολύτως αναλογικός. Και τούτο, δε, διότι, πρωτίστως αναγνωρίζεται επαγγελματικά η δυνατότητα αλλοδαπών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να παρέχουν, μέσω κολλεγίων, υπηρεσίες εκπαίδευσης, ενώ, την ίδια στιγμή, δεν αποκλείεται, φρονούμε, η δυνατότητα απευθείας παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης, μέσω των ίδιων των μητρικών ιδρυμάτων.

Θα μπορούσε κανείς, κάλλιστα, να αντιτείνει, στο επιχείρημα υπέρ της αναλογικότητας που προβάλλουμε, τη νομολογία του ΔΕΕ σε σχέση με τη δυνατότητα ίδρυσης ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Ουγγαρία. Πιστεύουμε ότι η επίκληση της συγκεκριμένης νομολογίας δεν μπορεί να θεμελιώσει επαρκώς το επιχείρημα υπέρ της παραβίασης του άρθρου 14 παρ. 3 του ΧΘΔΕΕ και 49 της ΣΛΕΕ από την απαγόρευση ίδρυσης μη κρατικών ΑΕΙ. Τούτο, διότι, το ΔΕΕ εξέτασε τα υπόψιν του δεδομένα υπό το φως της εφαρμογής της GATS, η οποία είχε ως συνέπεια την υπαγωγή της υπόθεσης στο πεδίο της «κοινής εμπορικής πολιτικής» και επομένως στο πεδίο της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ε.Ε.. Κάτι αντίστοιχο δεν μπορεί να ισχύσει στην περίπτωση της χώρας μας, με δεδομένο ότι η τελευταία έχει ρητά επιφυλαχθεί, κατά τη σύναψη της GATS, ως προς το δικαίωμά της να μην αναγνωρίζει εκπαιδευτικά ιδρύματα που χορηγούν κρατικά αναγνωρισμένα πτυχία.

Αξίζει να «κλείσουμε» την εξέταση του νομοσχεδίου από πλευράς ενωσιακού δικαίου, αναφερόμενοι σε ένα, κατά τη γνώ
Σελ. 216μη μας, πιθανό πρόβλημα που ενδέχεται να προκύψει. Πιστεύουμε ότι οι επίμαχες διατάξεις όχι μόνο δεν επιβάλλονται από τη σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος αλλά, πολύ περισσότερο, θέτουν ζητήματα αντίθεσης προς αυτό.
Ειδικότερα, είναι γεγονός ότι στο άρθρο 18 της ΣΛΕΕ καθώς και σε άλλες διατάξεις του πρωτογενούς και παράγωγου ενωσιακού δικαίου, ο ενωσιακός νομοθέτης απαγορεύει ρητά κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας. Πρόκειται για απαγόρευση η οποία καταλαμβάνει τόσο τα φυσικά όσο και τα νομικά πρόσωπα και η οποία, με βάση τη νομολογία του ΔΕΕ, έχει επεκταθεί και στα ζητήματα που άπτονται της εκπαιδευτικής πολιτικής. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ επί της εν λόγω διάταξης, «η ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως τείνει να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών, η οποία εξασφαλίζει την ίδια νομική μεταχείριση σε όσους εξ αυτών βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους».

Στην προκειμένη περίπτωση νομίζουμε ότι ο νομοθέτης επιχειρεί, τελικά, αυτό ακριβώς που απαγορεύει το ενωσιακό δίκαιο. Καταστρώνει, δηλαδή, ένα πλέγμα διατάξεων στο πλαίσιο του οποίου παρέχει σε νομικά πρόσωπα κρατών-μελών της Ε.Ε. τη δυνατότητα ίδρυσης ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, την ίδια στιγμή που αποκλείει τη δυνατότητα αυτή από τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα. Πρόκειται, νομίζουμε, για μια περίπτωση αντίστροφης δυσμενούς διάκρισης σε βάρος των πολιτών της χώρας μας (discrimination à rebours), η οποία δεν μοιάζει συμβατή με το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου.

Έτσι, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το ενωσιακό δίκαιο όχι μόνο δεν επιβάλλει, όπως υποστηρίζεται, τη χορήγηση της δυνατότητας ίδρυσης μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ αλλά, πολύ περισσότερο, απαγορεύει τη δυνατότητα αυτή υπό την κατασκευή με την οποία διαρθρώνεται στις επίμαχες διατάξεις του νόμου.
3. Μπορεί να βρει έρεισμα στη νομολογία του ΣτΕ η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ στη χώρα μας;
Οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης επικαλούνται τη νομολογία του ΣτΕ προκειμένου να εξασφαλίσουν επαρκές νομολογιακό έρεισμα για την αναγνώριση της δυνατότητας ίδρυσης μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ στη χώρα μας. Στο πλαίσιο αυτό, κάνουν επίκληση δυο σημαντικών αποφάσεων, με τις οποίες το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο κατάφερε, κατά τους ίδιους, να αποφύγει την κατηγορηματική και σαφή διατύπωση των οικείων συνταγματικών διατάξεων. Πρόκειται για την απόφαση ΣτΕ Ολ 3470/2011 (στην υπόθεση του «Βασικού Μετόχου») και την απόφαση ΣτΕ Ολ 2411/2012 (στην υπόθεση της επιβολής διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα). Πιστεύουμε ότι η επίκληση των δυο αυτών αποφάσεων είναι άστοχη, με δεδομένες τις θεμελιώδεις διαφορές που αυτές εμφανίζουν σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα.
Σε πρώτο επίπεδο, η επίκληση της νομολογίας του «βασικού μετόχου» φρονούμε ότι δεν δύναται να «πείσει» το ΣτΕ να προβεί σε μια αντίστοιχη, διευρυμένη ερμηνεία, του άρθρου 16 παρ. 5 και 8 του Συντάγματος. Η θεμελιώδης διαφορά της υπό εξέταση περίπτωσης με την περίπτωση του «βασικού μετόχου» έγκειται προφανώς στο γεγονός ότι στη δεύτερη, το επίδικο ζήτημα υπαγόταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ε.Ε. Τούτο, όπως έχει ήδη καταδειχθεί, δεν ισχύει για τη ρύθμιση των εν γένει ζητημάτων εκπαιδευτικής πολιτικής, τα οποία ρητά παραμένουν στις αρμοδιότητες των κρατών-μελών. Σε κάθε περίπτωση, η θέσπιση του απόλυτου ασυμβίβαστου που καθιερώθηκε από τον συνταγματικό νομοθέτη στην υπόθεση του «βασικού μετόχου» τελούσε εξ αρχής σε αντίθεση με το ενωσιακό δίκαιο, δεδομένης της ύπαρξης σαφών κανόνων του παραγώγου ενωσιακού δικαίου και της κατοχύρωσης της αρχής της αναλογικότητας στο επίπεδο της ενωσιακής έννομης τάξης. Κάτι αντίστοιχο δεν ισχύει για την απόλυτη απαγόρευση του άρθρου 16 του Συντάγματος αφού, όπως σωστά επισημαίνεται, αν ίσχυε, θα είχε οδηγήσει την Επιτροπή στην κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει σε βάρος της χώρας μας. Εξάλλου, η ερμηνεία του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος στην οποία προέβη το ΣτΕ στην υπόθεση του «βασικού μετόχου» δεν βρισκόταν τελείως εκτός γράμματος, δεδομένου ότι το ίδιο το άρθρο 14 παρ. 9 (εδ. ζ΄) καθιέρωνε ειδική ρήτρα περί τήρησης της αρχής της αναλογικότητας.

Εξίσου άστοχη φρονούμε ότι παρίσταται και η επίκληση της απόφασης ΣτΕ Ολ 2411/2012 για την επιβολή διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα. Συγκεκριμένα, ενώ η εν λόγω απόφαση προβάλλεται ως «υπόδειγμα» δυναμικής ερμηνείας του συνταγματικού κειμένου, ικανή να δώσει στο Ανώτατο
Σελ. 217 Διοικητικό Δικαστήριο «λαβή» προκειμένου να ξεπεράσει τον «σκόπελο» των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16, στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της απόφασης αυτής, ο ακυρωτικός δικαστής εντόπισε το αληθές νόημα της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 4 του Συντάγματος, τοποθετώντας αυτή στη συγκεκριμένη ιστορική της διάσταση. Ειδικότερα, κατέφυγε στην υποκειμενική ιστορική ερμηνεία της επίμαχης διάταξης εκτιμώντας ότι κατά τον χρόνο θέσπισής της, ο συντακτικός νομοθέτης είχε υπ’ όψιν του το θεσμικό πλαίσιο μόνο των προπτυχιακών σπουδών, δεδομένου ότι τότε «απουσίαζαν σχεδόν από τα ελληνικά πανεπιστήμια οι μεταπτυχιακές σπουδές και το αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο» (σκ. 8). Υπό την έννοια αυτή, το ΣτΕ προέβη στην «κάλυψη» ενός μη ηθελημένου «κενού» (vacatio legis) που δεν μπορούσε να γνωρίζει ο συντακτικός νομοθέτης κατά τη θέσπιση της επίμαχης διάταξης. Είναι πρόδηλο ότι αντίστοιχο «μη ηθελημένο κενό» δεν υφίσταται στην περίπτωση των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος. Η παράλειψη του νομοθέτη να κατοχυρώσει ως δικαίωμα (ή έστω να μην απαγορεύσει) την ίδρυση μη κρατικών ΑΕΙ, συνιστά απολύτως ηθελημένο «κενό», το οποίο αποτυπώνεται ρητά στις απαγορευτικές διατάξεις των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος.
Έτσι, έχουμε την πεποίθηση ότι ούτε η υπόθεση του «βασικού μετόχου» (ΣτΕ Ολ 3470/2011), ούτε η υπόθεση της επιβολής διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα (ΣτΕ Ολ 2411/2012) μπορούν να αποτελέσουν επαρκή νομολογιακά ερείσματα, ικανά να πείσουν τον ακυρωτικό δικαστή να προβεί σε μια contra constitutionem ερμηνεία των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος.
V. Συμπεράσματα
Δεν πρέπει να προκαλεί καμία εντύπωση η έκταση που έχει λάβει στον δημόσιο διάλογο η προσπάθεια νομοθετικής καθιέρωσης ενός πλαισίου ίδρυσης μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων στη χώρα μας. Η προσπάθεια αυτή γεννά σίγουρα σοβαρούς πολιτικούς, κοινωνικούς, ιστορικούς και οικονομικούς προβληματισμούς, εκ των οποίων άλλοι έχουν ήδη συζητηθεί διεξοδικά και άλλοι αναμένεται να συζητηθούν στο επόμενο διάστημα. Σίγουρα, όμως, γεννά επίσης σοβαρούς νομικούς προβληματισμούς και ιδίως προβληματισμούς που άπτονται της συνταγματικής νομιμότητας.
Αυτή την οπτική επιχειρήσαμε να αναλύσουμε στην παρούσα μελέτη μας, απαγκιστρωμένοι, κατά τον μέγιστο δυνατό βαθμό, από τις όποιες πολιτικές ή κοινωνικές πεποιθήσεις μας. Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης καταλήξαμε, ελπίζουμε κατά τρόπο πειστικό, στο συμπέρασμα ότι ο Ν 5094/2024 αφορά πρώτα και κύρια το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος και ότι, υπό το δεδομένο αυτό, βρίσκεται σε αντίθεση με το τελευταίο.
Συγκεκριμένα, είδαμε, στην Ενότητα II της παρούσας μελέτης, ότι παρά τα όσα υποστηρίζονται, δεν είναι πειστική η άποψη ότι το υπό κρίση ζήτημα εκφεύγει των ορίων εφαρμογής του Συντάγματος, υπαγόμενο «απευθείας» στο πεδίο του ενωσιακού δικαίου. Στη θέση αυτή καταλήξαμε αναλύοντας, άρθρο προς άρθρο, τις κρίσιμες διατάξεις του νόμου, από τις οποίες συνάγεται ότι τα υπό ίδρυση ΝΠΠΕ παρέχουν αυτά τα ίδια υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης, υπό την έγκριση, αξιολόγηση και εποπτεία του κράτους και ότι, υπό την έννοια αυτή, δεν είναι δυνατή η μη εφαρμογή του άρθρου 16 επί αυτών.
Στη συνέχεια, επιχειρήσαμε, στο πλαίσιο της Ενότητας III, να αποδομήσουμε την άποψη που υποστηρίζει ότι το ΣτΕ έχει δήθεν αποδεχθεί την υπαγωγή του ζητήματος της παροχής υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης στο πεδίο της ενωσιακής έννομης τάξης. Αναφερθήκαμε, έτσι, στην πάγια διάκριση που κάνει το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και στη διαχρονική παραδοχή ότι η ρύθμιση της πρώτης ανήκει στην αρμοδιότητα της χώρας μας.
Έτσι, έχοντας υπεισέλθει πλέον στο πεδίο του Ελληνικού Συντάγματος, εξετάσαμε, στην Ενότητα IV, τα επιχειρήματα εκείνα που συνηγορούν υπέρ της συνταγματικότητας του νόμου, απορρίπτοντάς τα, ένα προς ένα. Είδαμε, πρώτον, ότι κανενός είδους τελολογική, ιστορική ή δυναμική ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γράμμα τους, οδηγώντας στην contra constitutionem ερμηνεία τους. Δεύτερον, αναλύσαμε τους λόγους για τους οποίους η ίδρυση μη κρατικών Πανεπιστημίων δεν επιβάλλεται από τη σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος, αναφερόμενοι στα μεθοδολογικά και ουσιαστικά προβλήματα που χαρακτηρίζουν αυτή την άποψη. Τρίτον, εξετάσαμε τη νομολογία που επικαλείται η αντίθετη άποψη και ιδίως τις αποφάσεις του «βασικού μετόχου» και της επιβολής διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα, υποστηρίζοντας ότι, δεδομένων των ουσιαστικών διαφορών που αυτές παρουσιάζουν με το υπό έρευνα ζήτημα, δεν μπορούν να αποτελέσουν επαρκές νομολογιακό έρεισμα για μια αποφυγή των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρου 16 του Συντάγματος.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα