Περίληψη

Στη σύντομη αυτή μελέτη αναλύονται οι πρόσφατες εξελίξεις στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες με αφορμή την πρόταση Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Μάιος 2022) για την «ανάκτηση και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων». Γίνεται αναφορά στο πεδίο εφαρμογής, το δικαιοπολιτικό υπόβαθρο της πρότασης καθώς και τον τρόπο αντιμετώπισης τυχόν παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τέλος, γίνεται αναφορά στις ρυθμίσεις του πρόσφατου Ν. 5042/2023 «Διαχείριση δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων από εγκληματικές δραστηριότητες» που θεσπίστηκαν στο πνεύμα της παραπάνω πρότασης. Κυριολεκτικά «επί του πιεστηρίου» στις 3 Απριλίου 2024, λήφθηκε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την Οδηγία, η οποία όμως αποκλίνει σε αρκετά σημεία ως προς την πρόταση. Η παράθεση των λεπτομερειών των ρυθμίσεων της Οδηγίας θα αποτελέσει αντικείμενο νέας μελέτης.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

Το κείμενο της παρούσας γράφτηκε πριν από την ψήφιση στις 24 Απριλίου του 2024 της Οδηγίας 1260/2024 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ανάκτηση και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων ύστερα από πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία είχε κατατεθεί τον Μάιο του 2022.
Τον Μάιο του 2022 κατατέθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόταση νέας Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «για την ανάκτηση και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων». Όπως αναφέρεται στη σχετική Αιτιολογική Έκθεση, τα συστήματα ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων των κρατών μελών δεν διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του πολύπλοκου τρόπου λειτουργίας των εγκληματικών οργανώσεων. Οι εθνικές αρχές διαθέτουν περιορισμένες ικανότητες για την ταχεία ανίχνευση, εντοπισμό και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, οπότε η αναποτελεσματική διαχείριση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων έχει ως αποτέλεσμα την απαξίωσή τους πριν από τη λήψη απόφασης για την κατάσχεσή τους και τα υφιστάμενα εργαλεία δήμευσης δεν καλύπτουν όλες τις εγκληματικές αγορές που αποδίδουν υψηλά έσοδα και δεν αντιμετωπίζουν τις πολύπλοκες δομές και μεθόδους των εγκληματικών οργανώσεων. Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη Οδηγία για την ανάκτηση και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων θα ενισχύσει τις ικανότητες των αρμόδιων αρχών να εντοπίζουν, να δεσμεύουν και να διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία, και θα ενισχύσει και θα επεκτείνει τις δυνατότητες δήμευσης, ώστε να καλύπτει όλες τις σχετικές εγκληματικές δραστηριότητες που διεξάγονται από εγκληματικές οργανώσεις, καθιστώντας έτσι δυνατή τη δήμευση όλων των σχετικών περιουσιακών στοιχείων.
Ως προς την νομική βάση των προτεινόμενων ρυθμίσεων η Επιτροπή αναφέρει τα εξής: Τα μέτρα που αφορούν τη δέσμευση και τη δήμευση καλύπτονται από το άρθρο 83 παρ.1 της ΣΛΕΕ, το οποίο επιτρέπει τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων για τον ορισμό των κυρώσεων στους τομείς της ιδιαιτέρως σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση των εγκλημάτων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Το πεδίο εφαρμογής των μέτρων αυτών επεκτείνεται σε αδικήματα που διαπράττονται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων οργανωμένου εγκλήματος, δεδομένου ότι το οργανωμένο έγκλημα αποτελεί «ευρωέγκλημα» κατά την έννοια του άρθρου 83 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.
Όσον αφορά το δικαιοπολιτικό υπόβαθρο αυτής της νομοθετικής πρωτοβουλίας αυτό περιγράφεται ξεκάθαρα στην Αιτιολογική Έκθεση. Εκεί αναφέρεται ότι λόγω των μεγάλων εσόδων που παράγονται από το οργανωμένο έγκλημα, τα οποία
Σελ. 449ανέρχονται σε τουλάχιστον 139 δισ. EUR ετησίως και τα οποία νομιμοποιούνται σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό μέσω ενός παράλληλου υπόγειου χρηματοπιστωτικού συστήματος, η διαθεσιμότητα των εν λόγω εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες συνιστά σημαντική απειλή για την ακεραιότητα της οικονομίας και της κοινωνίας, και διαβρώνει το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Το κύριο κίνητρο του διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος, περιλαμβανομένων των εγκληματικών δικτύων υψηλού κινδύνου, είναι το οικονομικό κέρδος. Ως εκ τούτου, για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής που συνιστά το οργανωμένο έγκλημα, θα πρέπει να δοθούν στις αρμόδιες αρχές τα μέσα για την αποτελεσματική ανίχνευση και εντοπισμό, δέσμευση, δήμευση και διαχείριση των οργάνων και των προϊόντων εγκλήματος και των περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες. Λόγω της πολυεγκληματικής φύσης και της συστημικής και κερδοσκοπικής συνεργασίας των εγκληματικών οργανώσεων που εμπλέκονται σε ευρύ φάσμα παράνομων δραστηριοτήτων σε διάφορες αγορές, η αποτελεσματική καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος απαιτεί να υπάρχουν διαθέσιμα μέτρα δέσμευσης και δήμευσης για την κάλυψη των κερδών από όλα τα αδικήματα στους τομείς στους οποίους δραστηριοποιούνται εγκληματικές οργανώσεις.
Μάλιστα, σύμφωνα με ρητή αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση και με προφανή αφορμή την πρόσφατη πολεμική σύρραξη στην Ουκρανία, δηλώνεται ότι τα μέτρα που περιλαμβάνονται στην προτεινόμενη Οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζονται και στην παράβαση των περιοριστικών μέτρων της Ένωσης, όταν η συμπεριφορά αυτή συνιστά ποινικό αδίκημα.
Ενδιαφέρον είναι ότι η προκείμενη Οδηγία με όλα τα εκτεταμένα μέτρα που παρουσιάζονται αναλυτικά παρακάτω δεν εφαρμόζεται σε όλα τα αδικήματα, όπως κατ’ αποτέλεσμα συμβαίνει στην τώρα ισχύουσα νομοθεσία στη χώρα μας, όπου ο κατάλογος των βασικών αδικημάτων στον ν. 4557/2018, όπως ισχύει σήμερα, είναι τόσο ευρύς, ώστε δεν υπάρχει έγκλημα μέτριας σοβαρότητας και άνω που να μην συμπεριλαμβάνεται κατ’ αποτέλεσμα σε αυτόν. Αντίθετα, η Οδηγία προσδιορίζοντας το πεδίο εφαρμογής προβαίνει στις εξής διαφοροποιήσεις:
Στο άρθρο 2 παρ. 1 της πρότασης Οδηγίας παρατίθενται ως βασικά αδικήματα τα ακόλουθα: α) Συμμετοχή σε εγκλη­ματική οργάνωση, β) τρομοκρατία, γ) εμπορία ανθρώπων,
δ) σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και παιδική πορνογραφία, ε) παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχότροπων ουσιών,
στ) δωροδοκία, ζ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, η) παραχάραξη μέσων πληρωμής, θ) παραχάραξη και κιβδηλεία, ι) κυβερνοέγκλημα, ια) παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών, ιβ) απάτη συμπεριλαμβανομένης και της απάτης και άλλων ποινικών αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, ιγ) περιβαλλοντικό έγκλημα, συμπεριλαμβανομένου του παράνομου εμπορίου απειλούμενων ζωικών ειδών και απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών και
ιδ) υποβοήθηση της παράνομης εισόδου και διαμονής.
Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 2 της πρότασης Οδηγίας, αυτή εφαρμόζεται και στα ακόλουθα αδικήματα, στον βαθμό που το αδίκημα διαπράττεται στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης: α) παράνομη απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,
β) παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, περιλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης, γ) πλαστογραφία δημόσιων εγγράφων και εμπορία πλαστών, δ) ανθρωποκτονία εκ προθέσεως ή βαριά σωματική βλάβη, ε) παράνομο εμπόριο ανθρώπινων οργάνων και ιστών, στ) απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και ομηρία, ζ) οργανωμένη ή ένοπλη ληστεία, η) αθέμιτη προστασία έναντι παράνομου περιουσιακού οφέλους και εκβίαση, θ) εμπορία κλεμμένων οχημάτων, ι) φορολογικά εγκλήματα σχετικά με άμεσους και έμμεσους φόρους και όπως ορίζονται στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών, τα οποία τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον ενός έτους.
Ως προς το πεδίο εφαρμογής, δηλαδή τον προσδιορισμό των βασικών αδικημάτων η προτεινόμενη Οδηγία περιλαμβάνει και τρεις πρόσθετες ρυθμίσεις που οδηγούν κατ’ αποτέλεσμα στη μερική διεύρυνση αυτού. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 αυτής, εφαρμόζεται στην παράβαση περιοριστικών μέτρων της Ένωσης, όπως ορίζονται στην οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 2 της Οδηγίας αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε άλλα ποινικά αδικήματα που προβλέπονται σε άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης, εφόσον οι τελευταίες προβλέπουν ρητά ότι η παρούσα Οδηγία εφαρμόζεται στα ποινικά αδικήματα που ορίζονται σε αυτές. Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας, οι διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ σχετικά με την ανίχνευση και τον εντοπισμό οργάνων και προϊόντων εγκλήματος ή περιουσιακών στοιχείων εφαρμόζονται σε όλα τα ποινικά αδικήματα, όπως ορίζονται στο εθνικό δίκαιο, τα οποία τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον ενός έτους.

Η πρόταση Οδηγίας προσπαθεί να αντιμετωπίσει και το ζήτημα της τυχόν παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων από τις προτεινόμενες νέες ρυθμίσεις καθώς και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ένα ζήτημα που δυστυχώς εγείρεται συχνά στη νομοθεσία για τη νομιμοποίηση. Έτσι, τονίζεται ότι όλα τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα πρόταση σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και πρέπει να εφαρμόζονται ανάλογα. Κάθε περιορισμός στην άσκηση των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών υπόκειται στους όρους του άρθρου 52 παράγραφος 1 του Χάρτη, δηλαδή υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με τον θεμιτό σκοπό της πραγματικής επίτευξης στόχων γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση και στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Οι περιορισμοί πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο και να σέβονται το βασικό περιεχόμενο των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Οι παραπάνω δικαιοκρατικές αρχές επαναλαμβάνονται ρητά στη σκέψη 32 της Οδηγίας που αναφέρει ότι η παρούσα Οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΣΔΑ), όπως ερμηνεύονται στη νομολογία του Ευρωπα
Σελ. 450 ϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η παρούσα Οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές. Συμπληρωματικά στα ανωτέρω η σκέψη 33 της Οδηγίας δέχεται ότι οι αποφάσεις δέσμευσης και δήμευσης επηρεάζουν σημαντικά τα δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τρίτων που δεν διώκονται. Η Οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ειδικές εγγυήσεις και μέσα ένδικης προστασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους κατά την εφαρμογή της παρούσας Οδηγίας, σύμφωνα με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και το τεκμήριο της αθωότητας, όπως κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι παραπάνω αρχές αποτυπώνονται και στο άρθρο 23 της πρότασης Οδηγίας που αναφέρεται στα μέσα παροχής εννόμου προστασίας. Έτσι στην παρ. 1 προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που θίγονται από τα μέτρα που προβλέπονται βάσει της παρούσας Οδηγίας έχουν δικαιώματα άμυνας, πραγματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Σύμφωνα με την παρ. 2 τα κράτη μέλη προβλέπουν δυνατότητα πραγματικής προσβολής ενώπιον δικαστηρίου της απόφασης δέσμευσης κατά το άρθρο 11 εκ μέρους του προσώπου του οποίου θίγονται περιουσιακά στοιχεία, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Όταν η απόφαση δέσμευσης έχει ληφθεί από αρμόδια αρχή που δεν είναι δικαστική αρχή, το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι η εν λόγω απόφαση υποβάλλεται πρώτα προς επικύρωση ή επανεξέταση σε δικαστική αρχή πριν από την προσβολή ενώπιον δικαστηρίου. Η παρ. 4 αναφέρει ότι τα κράτη μέλη προβλέπουν δυνατότητα πραγματικής προσβολής ενώπιον δικαστηρίου της απόφασης δήμευσης και των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης εκ μέρους του προσώπου του οποίου θίγονται περιουσιακά στοιχεία, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Σύμφωνα με την παρ. 5 όταν εφαρμόζουν την παρούσα Οδηγία, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η δήμευση δεν διατάσσεται στον βαθμό που θα ήταν δυσανάλογη προς το διαπραχθέν αδίκημα ή την κατηγορία κατά του προσώπου το οποίο αφορά η δήμευση. Όταν εφαρμόζουν την παρούσα Οδηγία, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, σε εξαιρετικές περιστάσεις, δεν διατάσσεται δήμευση αν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν υπέρμετρη επιβάρυνση για το θιγόμενο πρόσωπο. Τέλος η παρ. 8 προβλέπει ότι τα πρόσωπα των οποίων περιουσιακά στοιχεία θίγονται από τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα Οδηγία έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών δέσμευσης και δήμευσης. Τα θιγόμενα πρόσωπα ενημερώνονται για το δικαίωμα αυτό.
Η παρέμβαση των προτεινόμενων μέτρων στα θεμελιώδη δικαιώματα (συμπεριλαμβανομένων ιδίως των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας) δικαιολογείται κατά τα αναφερόμενα στην Αιτιολογική Έκθεση, από την ανάγκη αποτελεσματικής στέρησης των παράνομων περιουσιακών στοιχείων από τους εγκληματίες και ιδίως από το οργανωμένο έγκλημα, δεδομένου ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία αποτελούν τόσο το βασικό κίνητρο για τη διάπραξη εγκλημάτων από μεριάς τους όσο και τα μέσα για τη συνέχιση και την επέκταση των εγκληματικών δραστηριοτήτων τους. Τα προτεινόμενα μέτρα περιορίζονται σε ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού. Το νέο μοντέλο δήμευσης δικαιολογείται από τις εγγενείς δυσκολίες σύνδεσης των περιουσιακών στοιχείων με συγκεκριμένα εγκλήματα όταν ο κύριός τους συμμετέχει σε δραστηριότητες οργανωμένου εγκλήματος που συνίστανται σε πολλαπλά ποινικά αδικήματα που διαπράττονται για μακρό χρονικό διάστημα. Τέλος, ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων θα διασφαλίζεται με εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένων αποτελεσματικών μέσων έννομης προστασίας που θα έχει στη διάθεσή του το θιγόμενο πρόσωπο ως προς όλα τα μέτρα στο πλαίσιο της προτεινόμενης οδηγίας, καθώς και των νεοεισαχθεισών απαιτήσεων σχετικά με τις προδικαστικές πωλήσεις ή του νέου μοντέλου δήμευσης.
Σοβαρούς προβληματισμούς γεννά η πρόθεση που καταγράφεται ρητά στο κείμενο της Αιτιολογικής Έκθεσης της Οδηγίας να περιληφθούν στην έννοια του «προϊόντος προερχόμενου από εγκληματική δραστηριότητα» ακόμη και τα έμμεσα οφέλη από μια τέτοια ενέργεια. Έτσι, ρητά αναφέρεται ότι προκειμένου να δεσμεύονται περιουσιακά στοιχεία που ενδέχεται να μετατραπούν και να μεταβιβαστούν με σκοπό την απόκρυψη της προέλευσής τους, και προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμόνιση και η σαφήνεια των ορισμών σε ολόκληρη την Ένωση, θα πρέπει να προβλεφθεί ευρύς ορισμός των προϊόντων εγκλήματος, ο οποίος θα περιλαμβάνει τα άμεσα προϊόντα εγκλήματος και όλα τα έμμεσα οφέλη, συμπεριλαμβανομένων της μεταγενέστερης επανεπένδυσης ή της μετατροπής άμεσων προϊόντων, σύμφωνα με τους ορισμούς του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1805 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Συνεπώς στα προϊόντα θα πρέπει να περιλαμβάνεται οποιασδήποτε μορφής περιουσιακό στοιχείο, ακόμα και εκείνο που έχει μετατραπεί ή μεταμορφωθεί, πλήρως ή εν μέρει, σε άλλο περιουσιακό στοιχείο και εκείνο που έχει αναμειχθεί με περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από νόμιμες πηγές, έως και την εκτιμώμενη αξία των αναμεμειγμένων προϊόντων. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει το εισόδημα ή
Σελ. 451άλλα οφέλη που απορρέουν από προϊόντα εγκλήματος ή από περιουσιακά στοιχεία στα οποία μετατράπηκαν ή μεταμορφώθηκαν τα εν λόγω προϊόντα ή με τα οποία αναμείχθηκαν.
Η προτεινόμενη Οδηγία ασχολείται και με το μέτρο της δέσμευσης, ως μέσο που συμβάλλει στο να «αποτραπεί ο διασκορπισμός περιουσιακών στοιχείων», αναγνωρίζοντας προγραμματικά ότι λόγω του περιορισμού του δικαιώματος ιδιοκτησίας, ο οποίος επιβάλλεται μέσω αποφάσεων δέσμευσης, τέτοια προσωρινά μέτρα δεν θα πρέπει να διατηρούνται επί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από το αναγκαίο, ώστε το περιουσιακό στοιχείο να παραμένει διαθέσιμο προκειμένου στη συνέχεια να μπορεί να δημευθεί. Επίσης, κρίνεται αναγκαίο να καταστεί δυνατή η δήμευση περιουσιακών στοιχείων ισοδύναμης αξίας με τα προϊόντα ή τα όργανα του εγκλήματος όταν ο εντοπισμός αυτών είναι αδύνατος. Πρόκειται εδώ για ένα είδος «επικουρικής» ή «εναλλακτικής» δήμευσης, σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποιεί η Οδηγία.
Έτσι, στο άρθρο 11 παρ. 3 της προτεινόμενης Οδηγίας προβλέπεται η δυνατότητα λήψης άμεσων μέτρων προσωρινής δέσμευσης (που η διάρκειά τους δεν μπορεί να υπερβαίνει τις επτά ημέρες), μέχρις ότου επακολουθήσει η οριστική δέσμευση. Σύμφωνα με το άρθρο 11 εδ. α΄ της Οδηγίας, η απόφαση δέσμευσης παραμένει σε ισχύ μόνο για όσο διάστημα είναι αναγκαίο να διαφυλαχθεί το περιουσιακό στοιχείο ενόψει πιθανής επακολουθούσας δήμευσης. Προκειμένου να διαφυλαχθεί η δικαιοκρατική αρχή η παρ. 5 του αρ. 11 της Οδηγίας αναφέρει ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις δέσμευσης εκδίδονται από αρμόδια αρχή και αιτιολογούνται επαρκώς. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παρ. 7 του άρθρου 11 της Οδηγίας, σύμφωνα με την οποία όταν τα περιουσιακά στοιχεία που πρόκειται να δεσμευθούν αποτελούνται από οντότητες, όπως επιχειρήσεις, που θα πρέπει να διατηρηθούν ως λειτουργούσες επιχειρήσεις, η απόφαση δέσμευσης περιλαμβάνει μέτρα για τον αποκλεισμό της πρόσβασης στα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από τα πρόσωπα που τα κατέχουν ή τα ελέγχουν, επιτρέποντας παράλληλα τη συνέχιση των δραστηριοτήτων.
Η προκείμενη Οδηγία συμπεριλαμβάνει και ρυθμίσεις που αφορούν τη δήμευση εις χείρας τρίτου. Έτσι η παρ. 1 του άρθρου 13 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η δήμευση προϊόντων εγκλήματος ή άλλων περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων αντιστοιχεί σε προϊόντα εγκλήματος, τα οποία, άμεσα ή έμμεσα, μεταβιβάστηκαν από ύποπτο ή κατηγορούμενο σε τρίτους ή τα οποία απέκτησαν τρίτοι από ύποπτο ή κατηγορούμενο. Η δήμευση των εν λόγω προϊόντων εγκλήματος ή άλλων περιουσιακών στοιχείων καθίσταται δυνατή σε περιπτώσεις όπου έχει διαπιστωθεί ότι οι υπό κρίση τρίτοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι σκοπός της μεταβίβασης ή απόκτησης ήταν να αποφευχθεί η κατάσχεση, με βάση συγκεκριμένα στοιχεία και περιστάσεις, μεταξύ των οποίων ότι η μεταβίβαση ή η κτήση πραγματοποιήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα σημαντικά χαμηλότερης αξίας από την αγοραία. Με την παρ. 2 του άρθρου 13 προβλέπεται ότι η ανωτέρω δήμευση δεν θίγει τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων.
Ενδιαφέρον είναι εδώ ότι με το να υιοθετείται η έκφραση «όφειλαν να γνωρίζουν» εισάγεται η δυνατότητα επέκτασης της δήμευσης και σε τρίτους, οι οποίοι δεν ήταν ευθέως κακόπιστοι ως προς την εγκληματική προέλευση του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου, αλλά απλώς επέδειξαν αμέλεια ως προς την έρευνα της προέλευσής του. Μετά από αυτά, ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας, τίθεται το ερώτημα ως προς το κατά πόσον ένα τόσο επαχθές μέτρο, όπως η δήμευση περιουσιακών στοιχείων, είναι δυνατόν να στηριχθεί σε αμελή συμπεριφορά.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο που εισφέρει η νέα αυτή νομοθετική πρωτοβουλία της Ε.Ε. και που δίκαια θα επικεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής, είναι η υιοθέτηση της δυνατότητας δέσμευσης / δήμευσης χωρίς ρητή αναφορά σε συγκεκριμένο έγκλημα, ή σε περιπτώσεις όπου η σχέση του δεσμευόμενου / δημευόμενου περιουσιακού στοιχείου εμφανίζει απόμακρη ή χαλαρή σχέση με κάποια εγκληματική δραστηριότητα. Όπως αναφέρει εισαγωγικά η σκέψη 25 της πρότασης Οδηγίας, οι εγκληματικές οργανώσεις επιδίδονται σε ευρύ φάσμα εγκληματικών δραστηριοτήτων. Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των οργανωμένων εγκληματικών δραστηριοτήτων ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ενδείκνυται η ποινική καταδίκη για ποινικό αδίκημα που μπορεί να αποφέρει οικονομικά οφέλη να ακολουθείται από δήμευση όχι μόνο των περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με το συγκεκριμένο έγκλημα, καθώς και των προϊόντων του εγκλήματος ή των οργάνων του, αλλά και πρόσθετων περιουσιακών στοιχείων για τα οποία το δικαστήριο αποφαίνεται ότι έχουν προέλθει από εγκληματική συμπεριφορά. Την αιτιολόγηση της νέας αυτής ρυθμίσεως συμπληρώνει η σκέψη 28, που αναφέρει ότι λόγω του εγγενώς αδιαφανούς χαρακτήρα του οργανωμένου εγκλήματος, δεν είναι πάντα δυνατόν να συνδεθούν περιουσιακά στοιχεία που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες με συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα και να δημευθούν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Στις περιπτώσεις αυτές, η δήμευση θα πρέπει να είναι δυνατή υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων ιδίως: τα περιουσιακά στοιχεία να δεσμεύονται λόγω υπόνοιας εγκλημάτων που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, τα εν λόγω ποινικά αδικήματα να ενδέχεται να αποφέρουν σημαντικά οικονομικά οφέλη και το δικαστήριο να έχει πεισθεί ότι η δεσμευμένη περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες διεξαγόμενες στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης. Οι προϋποθέσεις αυτές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η δήμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν συνδέονται με συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο έχει καταδικαστεί ο κύριος, περιορίζεται σε εγκληματικές δραστηριότητες εγκληματικών οργανώσεων που έχουν σοβαρό χαρακτήρα και ενδέχεται να αποφέρουν σημαντικά οφέλη. Κατά τον καθορισμό του κατά πόσον τα αδικήματα ενδέχεται να αποφέρουν σημαντικά οφέλη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον οι εγκληματικές δραστηριότητες τελέστηκαν με σκοπό την παραγωγή τακτικών σημαντικών κερδών. Μολονότι δεν πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για να βεβαιωθεί το εθνικό δικαστήριο ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα, το δικαστήριο πρέπει να βεβαιωθεί ότι το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο προέρχεται από ποινικά αδικήματα. Κατά τον καθορισμό του κατά πόσον τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, τα εθνικά δικαστήρια θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το περιουσιακό στοιχείο είναι ουσιωδώς δυσα
Σελ. 452νάλογο προς το νόμιμο εισόδημα του κυρίου. Τα κράτη μέλη θα πρέπει στη συνέχεια να απαιτούν και να παρέχουν πραγματική δυνατότητα στον κύριο του περιουσιακού στοιχείου να αποδείξει ότι το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο προέρχεται από νόμιμες δραστηριότητες.
Στα πλαίσια αυτής πλέον της νέας οπτικής γωνίας ως προς την σχέση προϊόντος εγκλήματος με προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα η πρόταση Οδηγίας περιλαμβάνει τρεις νέες διατάξεις. Στο άρθρο 14 ρυθμίζεται η λεγόμενη «εκτεταμένη δήμευση», δηλαδή, η δήμευση, εν όλω ή εν μέρει, περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε καταδικασθέντα για ποινικό αδίκημα, όταν το αδίκημα αυτό ενδέχεται να αποφέρει, άμεσα ή έμμεσα, οικονομικό όφελος και εφόσον το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι τα περιουσιακά στοιχεία προέρχονται από αξιόποινες πράξεις. Σύμφωνα με τη παρ. 2 της ίδιας διατάξεως για να κριθεί αν τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία προέρχονται από αξιόποινες πράξεις, λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, όπως ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων είναι δυσανάλογη προς το νόμιμο εισόδημα του καταδικασθέντος.
Στο άρθρο 15 της πρότασης Οδηγίας ρυθμίζεται η λεγόμενη «δήμευση μη βασιζόμενη σε καταδίκη», δηλαδή η δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος ή περιουσιακών στοιχείων σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει κινηθεί ποινική διαδικασία αλλά η διαδικασία δεν μπόρεσε να συνεχιστεί λόγω ασθένειας, φυγοδικίας, θανάτου, ακαταδίωκτου του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, αμνηστίας που χορηγήθηκε στον ύποπτο ή κατηγορούμενο ή λήξης των προθεσμιών που τάσσονται από το εθνικό δίκαιο, όταν οι προθεσμίες αυτές δεν επαρκούν ώστε να επιτρέπουν την αποτελεσματική διερεύνηση και δίωξη των σχετικών ποινικών αδικημάτων. Σύμφωνα με την παρ. 2, η δήμευση χωρίς προηγούμενη καταδίκη περιορίζεται στα ποινικά αδικήματα που ενδέχεται να αποφέρουν, άμεσα ή έμμεσα, σημαντικό οικονομικό όφελος και μόνον εφόσον το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι πληρούται η ειδική υπόσταση του αδικήματος. Η παρ. 3 προβλέπει ότι, πριν από την έκδοση απόφασης δήμευσης από το δικαστήριο κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 2, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισης του θιγόμενου προσώπου, μεταξύ άλλων με την παροχή πρόσβασης στον φάκελο και δικαιώματος ακρόασης επί νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Τέλος, όπως προβλέπει η παρ. 4 για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η έννοια του «ποινικού αδικήματος» περιλαμβάνει τα αδικήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 2 όταν τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή μέγιστης διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων ετών.
Κορύφωση της νέας αυτής τάσης αποτελεί η διάταξη του άρθρου 16 της πρότασης Οδηγίας που ρυθμίζει την «δήμευση ανεξήγητου πλούτου που συνδέεται με εγκληματικές δραστηριότητες». Σύμφωνα με την παρ. 1 της διατάξεως τέτοια δήμευση είναι δυνατή όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το περιουσιακό στοιχείο δεσμεύεται στο πλαίσιο έρευνας για ποινικά αδικήματα που τελέστηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, β) το ποινικό αδίκημα σύμφωνα με το στοιχείο α) είναι ικανό να αποφέρει, άμεσα ή έμμεσα, σημαντικό οικονομικό όφελος, γ) το εθνικό δικαστήριο έχει σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση ότι τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία προέρχονται από ποινικά αδικήματα που τελέστηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης. Σύμφωνα με την παρ. 2, για να κριθεί αν τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία προέρχονται από ποινικά αδικήματα, λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, όπως ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων είναι ουσιωδώς δυσανάλογη προς το νόμιμο εισόδημα του κυρίου των περιουσιακών στοιχείων. Η παρ. 3 προβλέπει ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η έννοια του «ποινικού αδικήματος» περιλαμβάνει τα αδικήματα που προβλέπονται στο άρθρο 2, όταν τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή μέγιστης διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων ετών. Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 4 πριν από την έκδοση απόφασης δήμευσης από το δικαστήριο κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 2, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισης του θιγόμενου προσώπου, μεταξύ άλλων με την παροχή πρόσβασης στον φάκελο και δικαιώματος ακρόασης επί νομικών και πραγματικών ζητημάτων.
Η διάταξη αυτή, από τη στιγμή που θα ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι οι διατάξεις για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες στην εξελικτική τους πορεία και όπως διαμορφώνονται πλέον, καθιστούν αυτή ένα ανεξάρτητο έγκλημα που τιμωρεί τον παράνομο ή ύποπτο πλουτισμό, χωρίς στενή πλέον σύνδεση με συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα. Αν συγκρίνει λοιπόν κανείς ιστορικά το απόλυτα εξαρτημένο αδίκημα του άρθρ. 394Α ΠΚ, που θεσπίστηκε το έτος 1993 και τις πρώτες ρυθμίσεις του ν. 2331/1995 με τα όσα ισχύουν σήμερα ή πρόκειται να ενσωματωθούν στο εγχώριο δίκαιο στο προσεχές μέλλον, η εξέλιξη της μορφής του χαρακτήρα και της λειτουργίας το εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων στο νομικό μας σύστημα εμφανίζεται χαώδης.
Νεωτερισμό αποτελεί και η υπόδειξη της πρότασης Οδηγίας προς τα κράτη μέλη, να συστήσουν υπηρεσίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη σύσταση εξειδικευμένων αρχών επιφορτισμένων με τη διαχείριση δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων, προκειμένου να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία πριν από τη δήμευση και να διατηρούν την αξία τους, εν αναμονή οριστικής απόφασης σχετικά με τη δήμευση. Με την επιφύλαξη των εσωτερικών διοικητικών δομών των κρατών μελών, οι υπηρεσίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει είτε να αποτελούν τη μόνη αρχή που διαχειρίζεται δεσμευμένα ή δημευμένα περιουσιακά στοιχεία, είτε να παρέχουν στήριξη σε αποκεντρωμένους φορείς σύμφωνα με τις εθνικές δομές διαχείρισης και να υποστηρίζουν τις αρμόδιες αρχές στον σχεδιασμό πριν από την κατάσχεση. Η σύσταση υπηρεσίας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων συμπληρώνεται και με τη δημιουργία σε κάθε κράτος μέλος κεντρικού μητρώου δεσμευμένων σκοπός του οποίου είναι να βοηθηθούν όλες οι σχετικές αρχές που είναι αρμόδιες για την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων εγκληματικής προέλευσης με προσβάσιμο αρχείο των περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύονται, δημεύονται ή τελούν υπό διαχείριση, από τη στιγμή της δέσμευσης έως την επιστροφή στον κύριό τους ή τη διάθεσή τους.

Στο πνεύμα της ανωτέρω πρότασης Οδηγίας κινήθηκε και ο πρόσφατος ν. 5042/2023 («Διαχείριση δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων από εγκληματικές δραστηριότητες»). Όπως περιγράφεται στο άρθρο 1, σκοπός του νόμου αυτού, είναι η ενίσχυση της διαφάνειας και των δημοσίων εσόδων μέσω κα
Σελ. 453θορισμού ενιαίου πλαισίου για την ανάκτηση και διαχείριση των δεσμευμένων, συμπεριλαμβανομένων και των κατασχεμένων, και των δημευμένων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρήση αυτών για το δημόσιο συμφέρον, για κοινωνικούς σκοπούς ή για την ικανοποίηση του θύματος, καθώς και η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διαχείρισής τους για τη διασφάλιση της οικονομικής τους αξίας μέσω της ηλεκτρονικοποίησης των σχετικών διαδικασιών που αφορούν στη λειτουργία κεντρικού μητρώου και ενισχύουν τη διαφάνεια και λογοδοσία.
Με το άρθρο 5 του νόμου, η Γενική Διεύθυνση του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Γ.Δ.Σ.Δ.Ο.Ε.) της Γενικής Γραμματείας Φορολογικής Πολιτικής και Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών ορίζεται Φορέας Διαχείρισης Δεσμευμένων, συμπεριλαμβανομένων των κατασχεμένων, και Δημευμένων Περιουσιακών Στοιχείων (Φορέας Διαχείρισης Δ.Δ.Π.Σ. ή Φορέας Διαχείρισης). Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του για τη διαχείριση δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με τις περ. ι΄ και ια΄ του άρθρου 3, ο Φορέας Διαχείρισης: α) προβαίνει στην αξιοποίηση των δεσμευμένων, συμπεριλαμβανομένων και των κατασχεμένων περιουσιακών στοιχείων, πριν από την έκδοση αμετάκλητης απόφασης που καθορίζει την τύχη τους, β) δύναται, με την επιφύλαξη της διασφάλισης των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά από προηγούμενη γνωμοδότηση της Επιτροπής του άρθρου 23, να: βα) εκποιεί τα κινητά περιουσιακά στοιχεία ελεύθερα από φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις, πλην Φ.Π.Α. και ειδικού φόρου κατανάλωσης, ή ββ) διαθέτει τα κινητά περιουσιακά στοιχεία ελεύθερα από φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις για την κάλυψη των αναγκών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), σωμάτων ασφαλείας, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς σκοπού ή βγ) εκποιεί ή διαθέτει δεσμευμένα κινητά περιουσιακά στοιχεία μεγάλης οικονομικής αξίας. Για την εφαρμογή της περ. β΄, στα κινητά περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται τα κινητά περιουσιακά στοιχεία πλην των χρηματικών ποσών και των δεκτικών και μη δεκτικών ακριβούς αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με τα άρθρα 10, 12 και 13, όπως χερσαία, πλωτά ή εναέρια μέσα, έργα τέχνης, άυλοι τίτλοι ή αντικείμενα που αποτελούν πολιτιστικά αγαθά, για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι προέρχονται, άμεσα ή έμμεσα, από την τέλεση ποινικών αδικημάτων ή χρησιμοποιήθηκαν ως όργανα για τη διάπραξη αυτών και ενόψει πιθανής δήμευσής τους, όταν προβλέπεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο η δήμευση ως παρεπόμενη ποινή, και λοιπά κινητά περιουσιακά στοιχεία πλην αυτών που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 4. Ως κινητά περιουσιακά στοιχεία μεγάλης οικονομικής αξίας θεωρούνται αυτά των οποίων η εκτιμηθείσα αξία υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ. Η εκποίηση διενεργείται μόνο εάν επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο ή μεγαλύτερο του ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) της εκτιμηθείσας αξίας. Αν δεν επιτευχθεί πλειστηρίασμα τουλάχιστον ίσο με το ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) της αξίας ύστερα από τρεις (3) δημοπρασίες, είναι δυνατή η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων με αναπροσαρμογή του κατώτατου τιμήματος.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα