Κείμενο
Εισαγωγικά
Οι αγορές μέσω επιγραμμικών πλατφορμών αποτελούν σήμερα μέρος της καθημερινότητας των πολιτών της ΕΕ. Όμιλοι εταιριών, που κυριαρχούν διεθνώς στην αγορά των ψηφιακών πλατφορμών, όπως είναι οι Google, Amazon, Facebook, Apple και Microsoft (GAFAM), στηρίζονται κυρίως σε εφαρμογές μεγαδεδομένων, νέων αλγορίθμων και νεφο-υπολογιστικής. Τα επιχειρηματικά αυτά μοντέλα λειτουργούν σε τομείς, όπως είναι οι λιανικές πωλήσεις (Amazon, E-bay), τα καταλύματα (Airbnb), οι μεταφορές κ.ά. Και τίθεται το ερώτημα, ποιες είναι οι επιπτώσεις του συνεχώς εξελισσόμενου ψηφιακού μετασχηματισμού της αγοράς για τους καταναλωτές και για την κοινωνία γενικότερα.
Ι. Επιπτώσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού της αγοράς για τους καταναλωτές
Τα δεδομένα (data) έχουν καταστεί κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Το ψηφιακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από τη συγκέντρωση και επεξεργασία τεράστιου αριθμού προσωπικών δεδομένων των καταναλωτών, που μπορούν να συνδυάζονται με τη χρήση αλγορίθμων και Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), με σκοπό να μετατραπούν σε χρήσιμες πληροφορίες για εμπορικούς σκοπούς. Οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τις τεχνολογίες της ΤΝ στην ψηφιακή αγορά με σκοπό να κατανοήσουν και να επηρεάσουν τις συνήθειες, ενδεχομένως και να ελέγξουν τη συναλλακτική συμπεριφορά των καταναλωτών, πράγμα που επιτυγχάνουν μέσω των δεδομένων που συγκεντρώνουν, όσον αφορά στις δραστηριότητες, τις προσωπικές επαφές, τη συμπεριφορά on line, την πραγματοποίηση αγορών, τις τραπεζικές συναλλαγές κ.α..
Οι υπηρεσίες που παρέχονται από ψηφιακές πλατφόρμες, όπως, π.χ., από τη Google και αποτελούν βασικές διαδικτυακές πηγές πληροφόρησης για τους καταναλωτές κατά τη λήψη των αποφάσεών τους, δημιουργούν από την πλευρά τους ανησυχίες για πιθανή χειραγώγηση των καταναλωτών, που ενδέχεται να εμφιλοχωρήσει κατά την παροχή των πληροφοριών σε αυτούς.
Ανησυχητική είναι και η διαπίστωση ότι η εκτεταμένη χρησιμοποίηση των τεχνολογιών ΤΝ στις σχέσεις επιχειρήσεων προς καταναλωτές (b2c), με τα στοιχεία εξόδου που παράγουν οι πρώτες, όπως, προβλέψεις, περιεχόμενο, συστάσεις ή αποφάσεις, μπορούν να παραμερίζουν τη δυνατότητα των καταναλωτών να λαμβάνουν αυτόνομα αποφάσεις, όταν αυτοί πραγματοποιούν αγορές μέσω των ψηφιακών πλατφορμών.
1. Άμεση ζημίωση των συμφερόντων των καταναλωτών μπορεί να προκαλέσει η χρησιμοποίηση από τις επιχειρή
Σελ. 946σεις, μέσω των επιγραμμικών πλατφορμών, παραπλανητικών, επιθετικών και γενικά αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, οδηγώντας στη χειραγώγηση και την εκμετάλλευσή τους. Συγκεκριμένα:
α. Υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες ένα σύστημα ΤΝ μπορεί να συντελέσει στην εξαπάτηση των καταναλωτών, όταν χρησιμοποιούνται τεχνικές χειραγώγησης, που απευθύνονται στο υποσυνείδητό τους (subliminal manipulation techniques).
β. Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ως παραπλανητικές διαφημίσεις, αποτελούν και οι περιπτώσεις συγκαλυμμένης διαφήμισης μέσω ψηφιακών πλατφορμών. Πρόκειται για διαφήμιση, η οποία δεν αναγνωρίζεται κατά τρόπο ευδιάκριτο από τον καταναλωτή. Το ίδιο ισχύει και όταν δημιουργείται από μια επιχείρηση η εντύπωση ή όταν χρησιμοποιείται ψευδής ισχυρισμός ότι ο διαδικτυακός έμπορος δεν θα χρησιμοποιήσει τα δεδομένα του καταναλωτή για εμπορικούς σκοπούς.
γ. Ως αθέμιτη εμπορική πρακτική μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να θεωρηθεί ακόμη, η χρησιμοποίηση μέσω ψηφιακής πλατφόρμας καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγών. Τούτο μπορεί να συμβεί, αν, π.χ., πρόκειται για γενικούς όρους οι οποίοι, λόγω της αδιαφάνειάς τους, δημιουργούν παραπλάνηση στους καταναλωτές, η οποία ενδέχεται να τους υποκινήσει να λάβουν αποφάσεις συναλλαγής, τις οποίες διαφορετικά δεν θα ελάμβαναν.
δ. Περίπτωση αθέμιτης εμπορικής πρακτικής, λόγω παραπλάνησης των καταναλωτών, αποτελεί επίσης η υψηλότερη τοποθέτηση προϊόντων κατά την κατάταξή τους (ranking), μετά από ερώτημα καταναλωτή σε μηχανή αναζήτησης, σε περίπτωση παράλειψης παροχής πληροφοριών όσον αφορά στα βασικά κριτήρια, που καθορίζουν την παραπάνω κατάταξη, καθώς και στη σημασία των κριτηρίων αυτών. Πρέπει να δίδονται οι εν λόγω πληροφορίες, καθώς η υψηλότερη τοποθέτηση ορισμένων προϊόντων κατά την κατάταξή τους, η οποία επηρεάζει θετικά τους καταναλωτές, μπορεί να οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι γι αυτήν έχει καταβληθεί τίμημα από μέρους της ενδιαφερόμενης επιχείρησης. Ανάλογη περίπτωση αποτελεί και η παράλειψη παροχής πληροφοριών από τον προμηθευτή σχετικά με το κατά πόσον διασφαλίζει αυτός ότι οι αξιολογήσεις των προϊόντων, που προβάλλει στο κοινό, προέρχονται από καταναλωτές, που έχουν πράγματι χρησιμοποιήσει το προϊόν.
ε. Η χρησιμοποίηση ΤΝ μπορεί όμως να έχει ως αποτέλεσμα και την «μη επιτρεπόμενη επιρροή» των καταναλωτών, να ασκείται δηλ. σε αυτούς πίεση με τρόπο, που περιορίζει σημαντικά την ελευθερία επιλογής του μέσου καταναλωτή, ώστε να λάβει μια τεκμηριωμένη απόφαση, πράγμα που συνεπάγεται χειραγώγηση της βούλησής του. Πρόκειται τότε για επιθετική εμπορική πρακτική, που θεωρείται αθέμιτη κατά το άρθρ. 9ζ Ν. 2251/94.
Όταν λάβουν χώρα πρακτικές, όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω, εφαρμογής τυγχάνει η οδηγία 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (και αντίστοιχα οι ρυθμίσεις των άρθρ. 9γ έως 9η του Ν 2251/94 για την προστασία του καταναλωτή) και αφορά στις πρακτικές των διαδικτυακών ενδιάμεσων, συμπεριλαμβανομένων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των επιγραμμικών πλατφορμών και των μηχανών αναζήτησης.
2. Πολλές από τις ζημιογόνες συνέπειες για τους καταναλωτές στο ψηφιακό περιβάλλον συνδέονται με το ζήτημα της εξατομίκευσής τους. Η δυνατότητα συγκέντρωσης όλο και μεγαλύτερου όγκου προσωπικών δεδομένων, σε συνδυασμό με τη χρήση αλγοριθμικών συστημάτων, έχει ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να εξατομικεύουν τις δραστηριότητες του κάθε καταναλωτή. Καθώς αναλύουν τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά τους χρησιμοποιώντας τεχνικές εκπαίδευσης μηχανών, μπορούν να τους διαχωρίζουν σε κατηγορίες, να ταξινομούν τους πελάτες σε παλαιούς και νέους και να ακολουθούν άνιση μεταχείριση, διαφορετική για κάθε κατηγορία πελατών, γεγονός που μπορεί ενδεχομένως να οδηγήσει σε επιζήμια και απαράδεκτη διακριτική μεταχείριση γι αυτούς. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο, όταν οι επιχειρήσεις απευθύνονται σε παιδιά.
Εξάλλου, η αποστολή εξατομικευμένων διαφημίσεων από μια επιχείρηση, που είναι ανάλογες προς τα ενδιαφέροντα και τις προτιμήσεις του κάθε συγκεκριμένου χρήστη και στις οποίες δεν περιλαμβάνονται όλες οι επιλογές προϊόντων, που διατίθενται στην αγορά, συντελεί στον περιορισμό του ανταγωνισμού, καθώς οι καταναλωτές δεν έχουν τη δυνατότητα επιλογής παρά μόνον περιορισμένα, από τα προϊόντα στα οποία αναφέρεται η διαφήμιση.
3. Με τη χρησιμοποίηση αλγοριθμικών αναλύσεων μπορεί να προσδιορίζεται και η τιμή, που θα ήταν διατεθειμένος να καταβάλει ο κάθε πελάτης για ένα προϊόν. Όταν οι καταναλωτές στρέφονται προς την ψηφιακή αγορά για τις συναλλαγές τους, το προφίλ τους μπορει να χρησιμοποιείται πάραυτα από έναν αλγοριθμικό μηχανισμό θέσης τιμών, πράγμα που σημαίνει ότι σε καταναλωτές μιας κατηγορίας μπορεί να εμφανίζονται υψηλότερες τιμές από ό,τι σε καταναλωτές άλλης, για τα ίδια προϊόντα ή τις ίδιες υπηρεσίες. Όμως, όταν αποστέλλονται σε πελάτες στοχευμένες διαφημίσεις με διαφορετική τιμή για όμοια προϊόντα ή χρησιμοποιούνται άλλες πρακτικές με το ίδιο αποτέλεσμα, όπως, π.χ., όταν παρέχονται εκπτώσεις σε επιλεγμένους μόνον πελάτες, η εξατομικευμένη τιμολόγηση μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα. H ασυμμετρία στην πληροφόρηση όσον αφορά στις τιμές, με τις οποίες πωλούνται όμοια προϊόντα στην αγορά, αφαιρεί από τους καταναλωτές
Σελ. 947 τη δυνατότητα να κάνουν σύγκριση τιμών, ζήτημα που είναι καίριας σημασίας για τη λειτουργία του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, ενώ δεν επιτρέπει την ύπαρξη διαφάνειας και κλονίζει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στις online αγορές.
4. Σοβαρός είναι και ο κίνδυνος έμμεσης αλγοριθμικής διακρίνουσας μεταχείρισης των καταναλωτών, καθώς μέσω αυτής ενδέχεται να δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα για ορισμένα άτομα, όταν αυτά επιθυμούν την παροχή υπηρεσιών ζωτικής σημασίας, όπως, π.χ., την παροχή μιας πίστωσης. Το γεγονός αυτό είναι ενδεχόμενο να συντελέσει στην αύξηση των ανισοτήτων και στην κοινωνική διαστρωμάτωση των καταναλωτών.
5. Άλλο ζήτημα, που ενδέχεται να αποτελέσει πηγή προβλημάτων είναι αυτό της χρησιμοποίησης των μεγαδεδομένων (Big Data). Παρά την πολλαπλή χρησιμότητά τους, για την οποία δεν θα γίνει λόγος στο σημείο αυτό, η εμπορευματοποίηση των μεγαδεδομένων εμπεριέχει σοβαρές απειλές για τους καταναλωτές, καθώς μπορούν αυτά να τροφοδοτούν ισχυρούς αλγορίθμους, που επιτυγχάνουν την αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων από αυτούς. Τα αποτελέσματα, που παρουσιάζονται σε έναν καταναλωτή μετά από μια αναζήτηση, μπορεί να μην αντιστοιχούν στις ανάγκες του, αλλά στο συμφέρον της μηχανής αναζήτησης, όπως ενδέχεται να συμβαίνει, π.χ., στην περίπτωση μιας αναζήτησης μέσω της “Google shopping”.
6. Οικονομική ζημία μπορεί να προκύψει για τους καταναλωτές και όταν αυτοί βρεθούν σε εικονικούς κόσμους, είτε στο περιβάλλον του διαδικτύου, λόγω συμμετοχής σε βιντεοπαιχνίδια, είτε υπό άλλες περιστάσεις. Τούτο μπορεί να προκληθεί από περιβάλλοντα, που εμβαπτίζουν τους χρήστες στην εικονική πραγματικότητα, συμβάλλοντας στη δημιουργία εικονικών κοινοτήτων (virtual communities) και δημιουργούν σε αυτούς την πεποίθηση ότι είναι φυσικά παρόντες, ενώ βρίσκονται σε έναν εικονικό, μη φυσικό κόσμο. Όμως, ο καταναλωτής που βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση είναι ιδιαίτερα επιρρεπής στο να υποστεί ζημία.
Για την αντιμετώπιση του παραπάνω προβλήματος, βασικό ρόλο μπορούν να παίξουν οι ρυθμίσεις της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, συγκεκριμένα αυτές, που αφορούν στην προστασία των ευάλωτων ομάδων καταναλωτών. Η Επιτροπή της ΕΕ, στην ανάλυση του κριτηρίου του «μέσου ευάλωτου καταναλωτή» της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, έχει δώσει πολύ ευρεία έννοια στον όρο αυτό. Καθώς ο κατάλογος των περιπτώσεων ευάλωτων καταναλωτών στην αιτιολ. σκέψη 19 του προοιμίου της εν λόγω οδηγίας δεν είναι εξαντλητικός, μπορεί να θεωρούνται ότι ανήκουν στην ομάδα αυτή καταναλωτές και για άλλους λόγους, εκτός ψυχικής ή φυσικής ανικανότητας, οικονομικής ανέχειας κ.λπ.. Μπορούν να συμπεριληφθούν δηλ. και εκείνοι για τους οποίους επέρχονται «αποτελέσματα ευάλωτου καταναλωτή» λόγω της παραπάνω κατάστασης, στην οποία έχουν βρεθεί. Η Επιτροπή της ΕΕ δέχθηκε ότι «οι πολυδιάστατες μορφές ευάλωτου χαρακτήρα είναι ιδιαίτερα έντονες στο ψηφιακό περιβάλλον».
ΙΙ. Προοπτικές αντιμετώπισης ορισμένων από τα παραπάνω προβλήματα βάσει του ενωσιακού δικαίου του καταναλωτή
1. Όταν μέσω των ψηφιακών πλατφορμών χρησιμοποιούνται από τις επιχειρήσεις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρ. 9γ έως 9η του Ν 2251/94, κάθε καταναλωτής, αλλά και οι ενώσεις καταναλωτών, εφόσον έχουν την ιδιότητα του νομιμοποιούμενου φορέα, μπορούν, με την άσκηση αντιπροσωπευτικής αγωγής, να ζητήσουν παύση της αθέμιτης πρακτικής και παράλειψή της στο μέλλον. Ο καταναλωτής, που υπέστη ζημία από την αθέμιτη εμπορική πρακτική, μπορεί επίσης να προβάλει αξίωση αποζημίωσης και επιπλέον, να ζητήσει μείωση της τιμής ή να καταγγείλει τη συναφθείσα σύμβαση (βλ. άρθρ. 9θ παρ. 2 Ν. 2251/94).
Όταν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί με απόφασή του να διατάξει άμεση παύση της αθέμιτης εμπορικής πρακτικής. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την απόφαση του Υπουργού, επιβάλλονται στον παραβάτη οι διοικητικές κυρώσεις, που προβλέπονται στο άρθρ. 13α Ν. 2251/94 (βλ. άρθρ. 9θ παρ. 6 Ν. 2251/94).
2. Πρέπει να αναφερθούν όμως και ορισμένες ρυθμίσεις, που ψηφίστηκαν ειδικότερα για την προστασία των καταναλωτών στην ψηφιακή αγορά και επέφεραν τροποποιήσεις στην οδηγία 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Νέα Συμφωνία για τους καταναλωτές» (New Deal for Consumers) ψηφίστηκε η οδηγία 2019/2161/ΕΕ, όσον αφορά στην καλύτερη επιβολή και στον εκσυγχρονισμό της προστασίας των καταναλωτών στην ΕΕ (γνωστή ως “Omnibus” ή “Modernization Directive”), η οποία ενσωματώθηκε στη νομοθεσία μας με το Ν. 4933/22, τροποποιώντας τον Ν. 2251/94. Για τις τροποποιήσεις, που επέφερε η οδηγία Οmnibus ειδικά στην οδηγία 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, πρέπει να αναφερθεί συνοπτικά ότι ενίσχυσε τη διαφάνεια και επέβαλε πρόσθετες υποχρεώσεις των προμηθευτών για πληροφόρηση των καταναλωτών κατά τις επιγραμμικές αγορές τους.
Σελ. 948α. Συγκεκριμένα, στον κατάλογο των περιπτώσεων, όπου ορίζεται ποιες παραλείψεις πληροφοριών πρέπει να θεωρούνται ουσιώδεις για να εκληφθεί μια εμπορική πρακτική ως παραπλανητική, όταν πρόκειται για πρόσκληση προς αγορά (άρθρ. 9ε Ν. 2251/94), προστέθηκαν και νέες περιπτώσεις, οι οποίες συνδέονται με τις αγορές μέσω ψηφιακών πλατφορμών. Όταν παρέχεται στους καταναλωτές η δυνατότητα αναζήτησης προϊόντων, που προσφέρονται στην αγορά από διαφορετικούς εμπόρους, βάσει ερωτήματος υπό μορφή λέξης-κλειδιού, θεωρείται ουσιώδους σημασίας και η παροχή σε αυτούς γενικών πληροφοριών, σε ειδικό τμήμα της επιγραμμικής διεπαφής, άμεσα και εύκολα προσβάσιμου, όσον αφορά στις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη των προϊόντων (ranking), τα οποία παρουσιάζονται στον καταναλωτή ως αποτέλεσμα του ερωτήματος (προσθήκη της παρ. 4α στο άρθρ. 7 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ, προσθήκη της παρ. 4α στο άρθρ. 9ε του Ν. 2251/94). Η παράλειψη παροχής των πληροφοριών αυτών αποτελεί συνεπώς παραπλανητική εμπορική πρακτική.
Επίσης, όταν ο έμπορος παρέχει πρόσβαση σε αξιολογήσεις προϊόντων από μέρους καταναλωτών, θεωρείται ουσιώδους σημασίας η παροχή πληροφοριών σχετικά με το κατά πόσον και με ποιον τρόπο διασφαλίζει αυτός ότι οι δημοσιευμένες αξιολογήσεις προέρχονται από καταναλωτές, που έχουν πράγματι χρησιμοποιήσει ή αγοράσει το προϊόν (προσθήκη της παρ. 6 στο άρθρ. 7 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ, προσθήκη της παρ. 6 στο άρθρ. 9ε του Ν 2251/94). Η παράλειψη παροχής των εν λόγω πληροφοριών αποτελεί επίσης παραπλανητική εμπορική πρακτική. Πριν πάρουν την απόφασή τους, επιβάλλεται να γνωρίζουν οι καταναλωτές κατά πόσον το αποτέλεσμα της αξιολόγησης είναι αμερόληπτο ή αν αντίθετα πρόκειται για αποτέλεσμα χορηγούμενο, δηλ. για διαφήμιση.
β. Στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 2005/29/ΕΚ προστέθηκαν τρεις νέες περιπτώσεις per se παραπλανητικών πρακτικών, που αφορούν παραλείψεις πληροφόρησης, όσον αφορά στην κατάταξη και στην αξιολόγηση των προϊόντων. Ως νέα περίπτωση per se παραπλανητικής πρακτικής θεωρείται η παροχή αποτελεσμάτων αναζήτησης μετά από υποβολή ερωτήματος επιγραμμικής αναζήτησης από μέρους καταναλωτή, όταν δεν αναφέρεται σαφώς αν πρόκειται για διαφήμιση επί πληρωμή ή αν υπήρξε καταβολή τιμήματος για την επίτευξη υψηλότερης κατάταξης των προϊόντων στα αποτελέσματα της αναζήτησης (βλ. άρθρ. 9στ στοιχ. κ1 Ν. 2251/94).
Ως per se παραπλανητική πρακτική προστέθηκε στο Παράρτημα Ι της οδηγίας και η δήλωση του προμηθευτή ότι οι αξιολογήσεις ενός προϊόντος υποβάλλονται από καταναλωτές, που έχουν χρησιμοποιήσει ή αγοράσει το προϊόν, όταν δεν έχουν ληφθεί εύλογα και αναλογικά μέτρα προκειμένου να ελεγχθεί, αν οι αξιολογήσεις αυτές προέρχονται πράγματι από τους εν λόγω καταναλωτές (βλ. άρθρ. 9στ περιπτ. λγ΄ Ν. 2251/94), όπως επίσης και η υποβολή ψευδών αξιολογήσεων και ψευδών θετικών κριτικών ή η διαστρέβλωση των αξιολογήσεων ή των κριτικών των καταναλωτών, με σκοπό την προώθηση των σχετικών προϊόντων (άρθρ. 9στ περιπτ. λδ΄ Ν. 2251/94).
ΙΙΙ. Επιβεβλημένο προσφυγής σε συγγενείς κλάδους δικαίου
Για την εξασφάλιση της ευημερίας των καταναλωτών (consumer welfare), που αποτελεί απώτερο πολιτικό στόχο της ΕΕ, οι ειδικές ρυθμίσεις που ψηφίστηκαν για τους καταναλωτές στην ψηφιακή αγορά, δηλ. οι δυο ψηφιακές οδηγίες, αλλά και οι δυο ψηφιακοί κανονισμοί, δεν φαίνεται να επαρκούν. Το ίδιο συμβαίνει και με το παράλληλα ισχύον στη χώρα μας δίκαιο, καθώς οι διατάξεις του Ν. 2251/94 για την προστασία του καταναλωτή, μετά και τις τροποποιήσεις που αναφέρθηκαν, αν και αποτέλεσαν αυτές βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, δεν είναι δυνατόν να καλύψουν τα παρουσιαζόμενα κενά.
Η μαζική αυτοματοποιημένη λήψη αλγοριθμικώv αποφάσεων και οι προκλήσεις, που θέτει η επανάσταση των μεγαδεδομένων, έρχονται σε αντίθεση προς τις θεμελιώδεις βάσεις του ενωσιακού δικαίου του καταναλωτή και κυρίως προς τη διατήρηση της αυτονομίας των καταναλωτών, παρουσιάζουν δε αυτές και απειλή διακριτικής μεταχείρισης, όπως και υπονόμευσης της ιδιωτικής τους σφαίρας, ενώ η εξασφάλιση της αυτονομίας κατά τη λήψη των αποφάσεών τους, αποτελεί βασική αρχή για το ενωσιακό κεκτημένο των καταναλωτών. Είναι λοιπόν προφανές ότι οι αρνητικές επιπτώσεις για την ευημερία τους, που αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν μόνο με την εφαρμογή του δικαίου προστασίας του καταναλωτή. Λόγω του διαρκώς εξελισσόμενου ψηφιακού μετασχηματισμού της αγοράς, για τον παραπάνω σκοπό είναι επιβεβλημένος ένας συνδυασμός εφαρμογής συμπληρωματικά και των ρυθμίσεων του δικαίου του ανταγωνισμού, όπως και του δικαίου προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Τούτο, διότι οι τρεις αυτοί κλάδοι δικαίου, οι οποίοι στοχεύουν στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, έχουν ως άμεσο ή έμμεσο σκοπό την εξασφάλιση της ευημερίας των καταναλωτών και όλων των υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων, κοινή δε βάση τους αποτελεί η εφαρμογή της αρχής του θεμιτού.
Στο δίκαιο προστασίας του καταναλωτή, κατ’ εφαρμογή της αρχής του θεμιτού γίνεται δεκτό ότι κατά τη σύναψη συμβάσεων μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών (b2c) δεν επιτρέπεται να υπάρχει σημαντική διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών σε βάρος του καταναλωτή.
Σελ. 949 Στο δίκαιο του ανταγωνισμού, η αρχή του θεμιτού επιδρά εξασφαλίζοντας την οικονομική ελευθερία των συμμετεχόντων στην αγορά. Η δε απαγόρευση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης από μια επιχείρηση της δεσπόζουσας θέσης της αποβλέπει στη διατήρηση ανταγωνιστικών δομών στην αγορά και στην προστασία της λειτουργίας του ανταγωνισμού προς το σκοπό υπεράσπισης των γενικών συμφερόντων των καταναλωτών, όχι μόνο για την επίτευξη χαμηλών τιμών, υψηλής ποιότητας προϊόντων και καινοτομίας, αλλά και για την εξασφάλιση γι αυτούς της δυνατότητας επιλογής (consumer choice). Όσο δε για το άρθρ. 102 ΣΛΕΕ, πρέπει αυτό να ερμηνεύεται κατά το ΔικΕΕ με την έννοια ότι δεν αφορά μόνον τη συμπεριφορά, που μπορεί να προκαλέσει άμεση ζημία στους καταναλωτές, αλλά και τις πρακτικές, που προκαλούν σε αυτούς ζημία έμμεσα, καθώς πλήττουν τη λειτουργία του ανταγωνισμού.
Στο δίκαιο προστασίας των προσωπικών δεδομένων, η αρχή του θεμιτού περιλαμβάνεται στο άρθρ. 5 (1) του ΓΚΠΔ, όπου ορίζεται ότι «τα προσωπικά δεδομένα υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο....» και επιδιώκει αυτό την ισορροπία στις ασύμμετρες σχέσεις, που υφίστανται μεταξύ των υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων και εκείνων που τα ελέγχουν, εξασφαλίζοντας για τα υποκείμενα τον έλεγχο επί των δεδομένων τους, .
Καθώς οι ρυθμίσεις των τριών παραπάνω κλάδων δικαίου μπορούν να αλληλοεπιδρούν, η συμπληρωματική κατά περίπτωση εφαρμογή μεταξύ τους μπορεί να εξασφαλίζει ένα συνεκτικό καθεστώς προστασίας για τους καταναλωτές στο ψηφιακό περιβάλλον. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ΔικΕΕ, στην απόφασή του από 28/4/22 στην υπόθ. Meta Platforms Ireland Limited, ρητά αποφαίνεται στη σκ. 23 (αναφερόμενο στην αιτιολ. σκ. 15 του προοιμίου της οδηγίας 2020/1828 για την αντιπροσωπευτική αγωγή) ότι «Για παράδειγμα, οι μηχανισμοί επιβολής που προβλέπονται ή βασίζονται στον ΓΚΠΔ, θα μπορούν, κατά περίπτωση, να εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών». Γίνεται λοιπόν ρητή αναφορά από το ΔικΕΕ στη σχέση, που συνδέει τους δύο κλάδους δικαίου και στο γεγονός ότι οι μηχανισμοί επιβολής του δικαίου προστασίας προσωπικών δεδομένων μπορούν, κατά περίπτωση, να εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για τη συμπλήρωση των κενών του δικαίου προστασίας του καταναλωτή και μετά την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών προς την οδηγία 2020/1828 για την αντιπροσωπευτική αγωγή.
Βέβαια, πρέπει να αναφερθεί ότι μεταξύ του δικαίου προστασίας του καταναλωτή και του δικαίου προστασίας των προσωπικών δεδομένων υπάρχουν διαφορές, όσον αφορά στη νομική τους παράδοση, τις έννοιες και τους στόχους τους, οι οποίες όμως δεν αποτελούν ανυπέρβλητα εμπόδια. Το γεγονός ότι τους δυο αυτούς κλάδους δικαίου συνδέουν όμοιες αρχές, μπορεί να δικαιολογήσει την αλληλοσυμπλήρωση κατά την εφαρμογή τους, με στόχο την αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών έναντι της μαζικής εμπορευματοποίησης των προσωπικών τους δεδομένων.
IV. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1684 (Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη)
Ο ενωσιακός νομοθέτης συνεχίζει να έχει ως παράλληλη προτεραιότητα και στην ψηφιοποιημένη πλέον ενιαία αγορά την προστασία των καταναλωτών της ΕΕ. Αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι στο αρθρ 2 αριθ. 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1684 για την Τεχνητή Νοημοσύνη αναφέρεται ότι με την εφαρμογή του Κανονισμού αυτού δεν θίγεται το ενωσιακό δίκαιο προστασίας του καταναλωτή και οι ρυθμίσεις, που αφορούν στην ευθύνη του παραγωγού, πρόβλεψη η οποία μάλιστα γίνεται χωρίς κάποια επιφύλαξη (πρβλ. όμως το άρθρ. 1 παρ. 3 in fine της οδηγίας 2000/31 για το ηλεκτρονικό εμπόριο). Εξάλλου, μέσω του άρθρ. 110 του Κανονισμού, ο ενωσιακός νομοθέτης τροποποίησε την οδηγία 2020/1828/ΕΕ, καθώς προσέθεσε στο Παράρτημά της και τον Κανονισμό αυτόν. Πρόκειται για το Παράρτημά Ι της εν λόγω οδηγίας, στο οποίο ο ενωσιακός νομοθέτης προσθέτει κάθε νέο νομοθετικό κείμενο, για την παράβαση του οποίου θεωρεί ότι πρέπει να δύναται κάθε νομιμοποιούμενος φορέας κράτους μέλους να ασκήσει αντιπροσωπευτική αγωγή για την εξασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών.
Σελ. 950Ο εν λόγω Κανονισμός διακρίνει τα συστήματα ΤΝ ανάλογα με την επικινδυνότητά τους και τα ταξινομεί σε συστήματα μη αποδεκτού κινδύνου, υψηλού κινδύνου, χαμηλού κινδύνου και μοντέλα ΤΝ γενικού σκοπού. Οι υποχρεώσεις, που ορίζονται για τους παρόχους, που διαθέτουν στην αγορά ή θέτουν σε λειτουργία συστήματα ΤΝ και για τους χρήστες των συστημάτων αυτών, εξαρτώνται από τον βαθμό επικινδυνότητας της χρήσης τους (risk based assessment). Η πρώτη κατηγορία, που ενδιαφέρει εν προκειμένω και ρυθμίζεται από το άρθρ. 5 του Κανονισμού, περιλαμβάνει απαγόρευση των συστημάτων ΤΝ μη αποδεκτού κινδύνου.
Η παρ. 1 στοιχ. α) του άρθρ. 5 αναφέρεται στην απαγόρευση χρησιμοποίησης πρακτικών, που επηρεάζουν υποβολιμαία το υποσυνείδητο ενός προσώπου και πρακτικών σκόπιμα χειριστικών ή παραπλανητικών, που γίνονται με σκοπό ή με αποτέλεσμα την ουσιώδη στρέβλωση της συμπεριφοράς ενός προσώπου ή μιας ομάδας προσώπων, υποβαθμίζοντας σημαντικά την ικανότητά τους να λάβουν τεκμηριωμένη απόφαση, με αποτέλεσμα να λάβουν απόφαση, που διαφορετικά δεν θα είχαν λάβει, όταν αυτό συμβαίνει κατά τρόπο, που προκαλεί ή εύλογα ενδέχεται να προκαλέσει στα εν λόγω πρόσωπα σημαντική βλάβη , , σωματική, ψυχολογική ή βλάβη στα οικονομικά τους συμφέροντα.
Εκείνο, που έχει ιδιαίτερη σημασία, είναι ότι η εφαρμογή της ρύθμισης αυτής του Κανονισμού δεν καλύπτει μόνον την προστασία των καταναλωτών με στενή έννοια, όπως συμβαίνει με βάση την οδηγία 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2022/2065 σχετικά με την Ενιαία Αγορά Ψηφιακών Υπηρεσιών, αλλά αναφέρεται γενικά σε κάθε πρόσωπο. Υπάρχει συνεπώς μεγάλη διεύρυνση, όσον αφορά στα προστατευόμενα πρόσωπα, καθώς καλύπτονται όλοι οι πολίτες της ΕΕ έναντι των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, που απευθύνονται στο υποσυνείδητό τους και των λοιπών σκόπιμα χειριστικών ή παραπλανητικών εμπορικών πρακτικών, που πραγματοποιούνται από τις επιχειρήσεις μέσω συστημάτων ΤΝ. Η απομάκρυνση του ενωσιακού νομοθέτη από την παραδοσιακά ακολουθούμενη από αυτόν στενή έννοια του καταναλωτή, ως προσώπου που έχει ανάγκη προστασίας, προφανώς οφείλεται στην αντίληψη ότι στην ψηφιοποιημένη αγορά κάθε συναλλασσόμενος αποτελεί το ασθενέστερο μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών κατά την πραγματοποίηση ψηφιακών συναλλαγών. Συνεπώς, στο εξής, υπό τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια του Κανονισμού, προστατεύονται όχι μόνον οι καταναλωτές με στενή έννοια, όπως συμβαίνει με βάση την οδηγία 2005/29/ΕΚ, αλλά όλοι οι πολίτες της ΕΕ κατά τις ψηφιακές συναλλαγές τους.
Κατά την παρ. 1 στοιχ. β) του άρθρ. 5 του Κανονισμού, απαγορεύεται η εκμετάλλευση μέσω συστημάτων ΤΝ ευάλωτων προσώπων ή ομάδων προσώπων με σκοπό ή με αποτέλεσμα την ουσιώδη στρέβλωση της συμπεριφοράς τους κατά τρόπο, που προκαλεί ή εύλογα ενδέχεται να προκαλέσει σε αυτούς σημαντική βλάβη. Τα τρωτά σημεία των προσώπων αυτών μπορεί να οφείλονται στην ηλικία τους, σε αναπηρία ή σε συγκεκριμένη κοινωνική ή οικονομική κατάσταση, που τα καθιστά περισσότερο ευάλωτα σε εκμετάλλευση. Προφανώς, η πρόβλεψη αυτή του Κανονισμού έχει ιδιαίτερη σημασία για την προστασία των παιδιών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ρυθμίσεις του άρθρ. 5 παρ. 1 στοιχ. α) και β) του Κανονισμού, που αναφέρθηκαν, μπορούν να εφαρμόζονται συμπληρωματικά προς τις διατάξεις της οδηγίας 2005/29/ΕΚ.
V. Τελικές παρατηρήσεις
Η εξάρτηση των επιχειρήσεων από τα μεγαδεδομένα, ώστε να εξασφαλίζουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και βιωσιμότητα στο ψηφιακό περιβάλλον, συνεχώς αυξάνεται. Λόγω και της αυξανόμενης αξίας που αποκτούν τα προσωπικά δεδομένα για τις επιχειρήσεις, μέσω της αλγοριθμικής ανάλυσής τους, αξίας πολλαπλασιαζόμενης από το ενδεχόμενο χρησιμοποίησής τους και από τρίτους για διαφημιστικούς σκοπούς, η προοπτική επιτάχυνσης της εμπορευματοποίησής τους, όπως και η συχνή στόχευση των «αλγοριθμικών» πλέον καταναλωτών, αποτελούν προκλήσεις, που πρέπει να αντιμετωπιστούν από το δίκαιο.
Καθώς ο νομοθέτης δεν είναι δυνατόν να συμβαδίζει με τους ρυθμούς τεχνολογικής εξέλιξης του τομέα των μεγαδεδομένων, ώστε να εξασφαλίζεται ικανοποιητικά η προστασία των βασικών δικαιωμάτων των καταναλωτών, το δίκαιο του καταναλωτή πρέπει να υποστηρίζεται και από άλλους κλάδους του ενωσιακού δικαίου, που έχουν άμεσα ή έμμεσα τον ίδιο στόχο, όπως είναι το δίκαιο του ανταγωνισμού και το δίκαιο προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Το δίκαιο του καταναλωτή δίνει τη δυνατότητα λήψης αυτόνομης απόφασης, παρέχοντας στους καταναλωτές, μέσω των διατάξεών του, επαρκή προσυμβατική ενημέρωση,. ενώ το δίκαιο του ανταγωνισμού, με την παράλληλη εφαρμογή του, μπορεί να παρέχει σε αυτούς τη δυνατότητα επιλογής κατά τη λήψη των αποφάσεών τους, εξασφαλίζοντας έτσι ότι οι αγορές είναι ανταγωνιστικές και ο ανταγωνισμός ανόθευτος. Όσο για το δίκαιο προστασίας των προσωπικών δεδομένων, αυτό προστατεύει το βασικό δικαίωμα του κάθε καταναλωτή, όπως και του κάθε ατόμου, στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων.. Με τη συμπληρωματική εφαρμογή του καθενός από τους παραπάνω κλάδους δικαίου επιτυγχάνεται, συνεπώς, η προστασία διαφορετικής πλευράς της «ψηφιακής» καθημερινότητας των καταναλωτών-πολιτών της ΕΕ.. Παράλληλα, η προοπτική δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού Χώρου Δεδομένων (European Data Space) και η εφαρμογή των Κανονισμών (ΕΕ) 2022/668 για την Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση Δεδομένων (Data Governance Act) και (ΕΕ) 2024/1689 για την Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence Act), ως κείμενα σημαντικά για την καθιέρωση ψηφιακών πολιτικών, ελπίζεται ότι θα δώσουν στα άτομα και στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να βιώσουν ένα ανθρωποκεντρικό, ανθεκτικό και με μεγαλύτερη ευημερία ψηφιακό μέλλον.