Περίληψη

Η ποινική διαμεσολάβηση, ως μορφή αποκαταστατικής δικαιοσύνης, έχει προταθεί ως εναλλακτικός τρόπος επίλυσης ποινικών διαφορών. Η εφαρμογή της σε υποθέσεις συζυγικής/συντροφικής βίας, ωστόσο, έχει προκαλέσει έντονες επιστημονικές συζητήσεις. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται τα αποτελέσματα πρωτογενούς ποιοτικής έρευνας που διεξήχθη σε νομικούς που εργάζονται στο Δίκτυο δομών για αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, με τη μέθοδο της ομάδας εστιασμένης συζήτησης, καθώς και σε επιζήσασες συζυγικής/συντροφικής βίας που είχαν κατά το παρελθόν συμμετάσχει σε διαδικασία ποινικής διαμεσολάβησης, με τη μέθοδο της ημιδομημένης συνέντευξης. Η έρευνα είχε ως στόχο τη διερεύνηση της χρησιμότητας και της καταλληλόλητας του θεσμού της ποινικής διαμεσολάβησης για τα θύματα της συζυγικής/συντροφικής βίας με τον τρόπο που εφαρμόζεται στην Ελλάδα. Η ανάλυση των δεδομένων της έρευνας έδειξε αφενός ότι η διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης δεν εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις με τον ίδιο τρόπο και αφετέρου ότι δεν υπάρχει ομοιομορφία στις υπηρεσίες που αναλαμβάνουν τους δράστες, δεν υπάρχει ικανοποιητική παρακολούθηση και ανατροφοδότηση και η ίδια η διαδικασία δεν εμπνέει ασφάλεια στις επιζήσασες.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

Η έρευνα διεξήχθη στο πλαίσιο εκπόνησης διπλωματικής εργασίας (ακαδημαϊκό έτος 2024-2025) με κύρια ερευνήτρια την Μ. Μελετίου, για τις ανάγκες του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών «Σπουδές φύλου: Μεθοδολογίες, θεωρίες, πολιτικές», της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.
1. Εισαγωγή
Η ενδοοικογενειακή βία, και ειδικότερα η βία μεταξύ συζύγων ή συντρόφων, αποτελεί ένα πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο με σοβαρές συνέπειες για τα θύματα, την οικογένεια και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια μορφή βίας που ασκείται σε ιδιωτικό πλαίσιο, η βαρύτητα και η έκτασή της, την έχουν καταστήσει πλέον αντικείμενο δημόσιας και ποινικής παρέμβασης. Στο ελληνικό νομικό σύστημα, η αντιμετώπιση της συντροφικής βίας εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, η οποία ρυθμίζεται κυρίως από τον Νόμο 3500/2006, αλλά και από σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Μέσα σε αυτό το θεσμικό περιβάλλον, η ποινική διαμεσολάβηση, ως μορφή αποκαταστατικής δικαιοσύνης, επιχειρεί να προσφέρει μια εναλλακτική διαδικασία επίλυσης συγκρούσεων μεταξύ θύματος και δράστη, με έμφαση στη συμφιλίωση των δύο μερών, την αποδοχή της ευθύνης από την πλευρά του δράστη και την αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη το θύμα.
Η αποκαταστατική δικαιοσύνη (restorative justice) αποτελεί ένα εναλλακτικό μοντέλο απονομής ποινικής δικαιοσύνης που εστιάζει όχι στην τιμωρία του δράστη, αλλά στην αποκατάσταση της βλάβης που προκλήθηκε στο θύμα και στην κοινότητα. Αντιμετωπίζει την εγκληματική πράξη όχι απλώς ως παραβίαση του νόμου, αλλά κυρίως ως διατάραξη κοινωνικών σχέσεων.
Η ποινική διαμεσολάβηση (penal mediation ή victim-offender mediation) είναι ένας βασικός μηχανισμός αυτής της προσέγγισης. Εντάσσεται στις σύγχρονες μορφές αποκαταστατικής δικαιοσύνης και επιχειρεί να παρέχει μια
Σελ. 68 εναλλακτική διαδικασία επίλυσης ποινικών διαφορών, δίνοντας έμφαση στην ενεργή συμμετοχή του θύματος και στην ανάληψη ευθύνης από τον δράστη. Μέσω της παρέμβασης ενός ουδέτερου διαμεσολαβητή, θύμα και δράστης συμμετέχουν εθελοντικά σε έναν δομημένο διάλογο, με στόχο την ανάληψη ευθύνης από το δράστη, την έκφραση συναισθημάτων εκατέρωθεν και την επίτευξη συμφωνίας επανόρθωσης. Η βασική της υπόθεση είναι ότι η ποινική διαδικασία δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στη διατύπωση και επιβολή ποινών, αλλά να λειτουργεί και θεραπευτικά, προς όφελος των εμπλεκομένων.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει από το 1999 προτείνει την ενσωμάτωση της διαμεσολάβησης σε ποινικές διαδικασίες, ενώ η Οδηγία 2012/29/ΕΕ ενισχύει τα δικαιώματα των θυμάτων, προτείνοντας – υπό αυστηρές προϋποθέσεις – την αποκαταστατική δικαιοσύνη.

Ωστόσο, η εφαρμογή της ποινικής διαμεσολάβησης σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής – και ειδικότερα συζυγικής ή συντροφικής βίας - προκαλεί σημαντικές επιφυλάξεις και αντιδράσεις, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Η ανισότητα δύναμης μεταξύ των μερών, ο φόβος και η εξάρτηση του θύματος από τον δράστη, καθώς και η ενδεχόμενη απουσία ελεύθερης βούλησης για συμμετοχή καθιστούν αμφίβολη την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας αυτής.

2. Το νομικό πλαίσιο για την ποινική διαμεσολάβηση σε εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα
Η ποινική διαμεσολάβηση για υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 11 του Ν. 3500/2006. Ο νόμος επέτρεψε στον εισαγγελέα να προτείνει τη διαμεσολάβηση σε περιπτώσεις πλημμεληματικού χαρακτήρα, με τη συγκατάθεση του θύματος και του δράστη, και με την επιτήρηση της διαδικασίας από κατάλληλους κοινωνικούς επιστήμονες.
Ωστόσο, η νομοθεσία αυτή δέχθηκε κριτική για ασάφεια κριτηρίων, έλλειψη εγγυήσεων προστασίας του θύματος και πιθανούς εξαναγκασμούς, κυρίως λόγω κοινωνικών ή οικογενειακών πιέσεων.

Με την κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης το 2018 (Ν. 4531/2018), το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε να προσαρμόσει τη νομοθεσία του ώστε να αποφεύγεται η χρήση εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών, όπως η διαμεσολάβηση, σε σοβαρές περιπτώσεις βίας κατά των γυναικών (άρθρο 48 της Σύμβασης).

Ακολούθησε ο Ν. 4604/2019 (άρθρο 34), ο οποίος επανακαθόρισε τη δυνατότητα εφαρμογής της ποινικής διαμεσολάβησης μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, σε ήπιες και μη επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, και μόνο εφόσον συντρέχει η πλήρης και ελεύθερη συναίνεση του θύματος.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης, μέσω της επιτροπής GREVIO (ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης της Σύμβασης Κωνσταντινούπολης), έχει επισημάνει την ανάγκη προσεκτικής χρήσης της διαμεσολάβησης σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας και έχει απευθύνει συστάσεις στην Ελλάδα για σαφέστερο περιορισμό της εφαρμογής της μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με απόλυτο σεβασμό στα δικαιώματα των θυμάτων.

Αντίστοιχα, και ο ΟΗΕ (United Nations Office on Drugs and Crime) υποστηρίζει ότι η ποινική διαμεσολάβηση δεν είναι κατάλληλη σε εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας όταν υπάρχει ανισορροπία εξουσίας, επαναλαμβανόμενη βία ή κίνδυνος δευτερογενούς θυματοποίησης.

3. Κριτική προσέγγιση της ποινικής διαμεσολάβησης σε υποθέσεις συζυγικής/συντροφικής βίας
Η συντροφική ή συζυγική βία εντάσσεται στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας και χαρακτηρίζεται από συστηματικότητα, εξουσιαστικό έλεγχο και συναισθηματική ή οικονομική εξάρτηση , . Συχνά δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για ένα συνεχές κακοποίησης, στο οποίο το θύμα βρίσκεται σε κατάσταση φόβου, ντροπής ή κοινωνικής απομόνωσης.
Η ανισότητα ισχύος μεταξύ δράστη και θύματος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, που μπορεί να καθιστά τη συμμετοχή του θύματος σε διαδικασίες διαμεσολάβησης τυπικά εθελοντική, αλλά ουσιαστικά εξαναγκασμένη. Σε αυτό το πλαίσιο, η πιθανότητα δευτερογενούς θυματοποίησης μέσα από ανεπαρκώς προστατευμένες διαμεσολαβητικές διαδικασίες είναι υψηλή.

Αρκετοί μελετητές και οργανισμοί προειδοποιούν ότι η εφαρμογή της ποινικής διαμεσολάβησης σε περιπτώσεις συζυγικής βίας ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι, υπό αυστηρές προϋποθέσεις (π.χ. εθε
Σελ. 69 λοντικότητα, ειδικά εκπαιδευμένοι διαμεσολαβητές, παρουσία υποστηρικτικών δομών), η αποκαταστατική διαδικασία μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα.

Αντιθέτως, φεμινιστικές και εγκληματολογικές προσεγγίσεις τονίζουν ότι τέτοιες διαδικασίες μπορεί να νομιμοποιούν τη βία, να αποδυναμώνουν τη λογοδοσία του δράστη και να λειτουργούν εις βάρος των θυμάτων, ιδιαίτερα όταν εκείνα αισθάνονται υποχρεωμένα να συγχωρήσουν ή να «συνεργαστούν» για να διατηρήσουν την οικογενειακή συνοχή.

Η έλλειψη σαφούς πλαισίου, επαρκούς επιμόρφωσης των διαμεσολαβητών και η ελλιπής παρακολούθηση των συμφωνιών συνιστούν επιπλέον προβλήματα που έχουν καταγραφεί διεθνώς.

Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης σε υποθέσεις συζυγικής/συντροφικής βίας εγείρει σημαντικά ηθικά, νομικά και πρακτικά ζητήματα όταν εφαρμόζεται σε καταστάσεις όπου υπάρχει σχέση εξάρτησης, φόβος ή συστηματική βία.
Τα βασικά επιχειρήματα για τα οφέλη του θεσμού περιστρέφονται γύρω από τα ακόλουθα:
α) Ενδυνάμωση του θύματος: Η διαμεσολάβηση μπορεί να προσφέρει στο θύμα έναν πιο ενεργό ρόλο σε σχέση με την παραδοσιακή ποινική διαδικασία, δίνοντάς του τη δυνατότητα να ακουστεί και να διεκδικήσει επανόρθωση ή συγκεκριμένες δεσμεύσεις από τον δράστη.
β) Αναγνώριση της ευθύνης από τον δράστη: Μέσω της διαμεσολάβησης, ο δράστης καλείται να αναγνωρίσει το σφάλμα του και να αναλάβει ευθύνη για τις πράξεις του. Η διαδικασία αυτή μπορεί να έχει μεγαλύτερη ψυχολογική και ηθική σημασία για το θύμα από την απλή επιβολή ποινής.

γ) Εναλλακτική επίλυση σε περιπτώσεις χαμηλής επικινδυνότητας: Σε περιστατικά ήπιας, πλημμεληματικής μορφής ενδοοικογενειακής βίας, με χαμηλό κίνδυνο υποτροπής και εφόσον υπάρχει ειλικρινής διάθεση αποκατάστασης, η διαμεσολάβηση μπορεί να αποτελέσει λειτουργικό εργαλείο αποσυμφόρησης της δικαιοσύνης.

δ) Εναλλακτική μορφή λογοδοσίας. Ειδικότερα, θύματα σεξουαλικής βίας, παρενόχλησης, ψυχολογικής βίας μέσα στις συντροφικές ή συζυγικές σχέσεις δεν μπορούν να δικαιωθούν μέσα στο δικαστικό σύστημα γιατί υπάρχει έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων ή ακόμη οι κακοποιητικές εμπειρίες τους μπορεί να μην θεωρηθούν καν αδικήματα άξια ποινικής αντιμετώπισης. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη καθοδηγείται από τις ανάγκες των, όπως μία ειλικρινής συγγνώμη ή μία εύλογη αποζημίωση.
Από την άλλη μεριά, οι βασικοί προβληματισμοί για την εφαρμογή του θεσμού στις περιπτώσεις της συζυγικής/συντροφικής βίας συμπυκνώνονται ως εξής:
α) Ανισότητα εξουσίας και πιθανότητα εξαναγκασμού: Σε περιπτώσεις συζυγικής/συντροφικής βίας, το θύμα συχνά τελεί υπό ψυχολογική, οικονομική ή κοινωνική εξάρτηση από τον δράστη, γεγονός που καθιστά τη «συναίνεση» στη διαμεσολάβηση τυπική και όχι ουσιαστική. Η διαδικασία μπορεί να επανατραυματίσει το θύμα ή να το οδηγήσει σε υπαναχώρηση.
β) Αποσιώπηση του εγκλήματος και ατιμωρησία: Η διαμεσολάβηση μπορεί να οδηγήσει σε επιφανειακή διευθέτηση του προβλήματος, χωρίς πραγματική επίλυση ή αντιμετώπιση της βίας. Υπάρχει ο κίνδυνος να λειτουργήσει ως μηχανισμός ατιμωρησίας, ιδίως αν ο δράστης δεν αλλάζει ουσιαστικά τη συμπεριφορά του.

γ) Δευτερογενής θυματοποίηση: Η αντιπαράθεση με τον δράστη στο πλαίσιο της διαδικασίας διαμεσολάβησης μπορεί να προκαλέσει δυσφορία, φόβο ή ενοχές στο θύμα. Χωρίς επαρκή ψυχοκοινωνική στήριξη, η εμπειρία της διαμεσολάβησης ενδέχεται να επιτείνει την τραυματική εμπειρία.
δ) Διακινδύνευση μη συμμόρφωσης: Μελέτες στην Ελλάδα έχουν δείξει ότι σε μεγάλο ποσοστό οι όροι των συμφωνιών που προκύπτουν από τη διαμεσολάβηση δεν τηρούνται, με αποτέλεσμα να μην αποτρέπεται η επαναθυματοποίηση.

Η εφαρμογή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και της ποινικής διαμεσολάβησης σε περιπτώσεις συζυγικής / συντροφικής βίας στην Ευρώπη αποτελεί αντικείμενο έντονης συζήτησης και διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών. Στην Ισπανία, η χρήση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας επιτρέπεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, εφόσον εξασφαλίζεται η εθελοντικότητα και η ασφάλεια του θύματος. Στη Φινλανδία και τη Νορβηγία, η διαμεσολάβηση είναι θεσμοθετημένη, αλλά εφαρμόζεται επιλεκτικά, έπειτα από αξιολόγηση κινδύνου και υπό την επίβλεψη εκπαιδευμένων διαμεσολαβητών. Αντίστοιχα, στην Ιταλία, οι διεθνείς μηχανισμοί επιτήρησης (π.χ. CEDAW) έχουν επισημάνει την ανάγκη για εγγυήσεις μη επανατραυματοποίησης και την αποτροπή χρήσης της διαμεσολάβησης ως υποκατάστατο της ποινικής δίωξης. Γενικά, οι ευρωπαϊκές πρακτικές τείνουν προς ένα περιοριστικό και θυματοκεντρικό μοντέλο, που αναγνωρίζει τους κινδύνους της εξισορρόπησης αποκατάστασης και δικαιοσύνης σε πλαίσια όπου υφίστανται ανισότητες ισχύος, όπως στη συζυγική βία.

Σελ. 704. Παρουσίαση της έρευνας και των κυριότερων ευρημάτων της
Αφορμή για την πραγματοποίηση της έρευνας που παρουσιάζεται στο παρόν άρθρο, υπήρξε το δυναμικό φορτίο αμφισβήτησης σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ποινικής διαμεσολάβησης σε υποθέσεις συζυγικής/συντροφικής βίας, όπως εντοπίζεται στη διεθνή βιβλιογραφία και αναλύθηκε σε προηγούμενα κεφάλαια.
Μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα αποτέλεσαν την αφετηρία διαμόρφωσης του ερευνητικού πλάνου, όπως για παράδειγμα: «Μπορεί μια διαδικασία βασισμένη στη συναίνεση να λειτουργήσει αποτελεσματικά όταν υπάρχει βαθιά ανισότητα ισχύος μεταξύ των δύο μερών (δράστης-θύμα), όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της συζυγικής/ συντροφικής βίας;» ή «Μπορεί η ποινική διαμεσολάβηση να προσφέρει ουσιαστική δικαίωση στις επιζήσασες βίας, ή απλώς συντηρεί ένα σύστημα ατιμωρησίας των δραστών;» ή και ακόμα «Σε ποιο βαθμό το κράτος χρησιμοποιεί τη διαμεσολάβηση για να αποφορτίσει το δικαστικό σύστημα και όχι για να στηρίξει ουσιαστικά τα θύματα;».
Κατόπιν τούτων, σκοπό της έρευνας αποτέλεσε η διερεύνηση της χρησιμότητας και της καταλληλόλητας του θεσμού της ποινικής διαμεσολάβησης στην Ελλάδα, για τις υποθέσεις συζυγικής/συντροφικής βίας.
Τα βασικά σημεία ενδιαφέροντος που οδήγησαν στη διαμόρφωση των ερευνητικών ερωτημάτων ήταν:
– Η διερεύνηση του τρόπου εφαρμογής της ποινικής διαμεσολάβησης σε υποθέσεις συζυγικής/συντροφικής βίας στην Ελλάδα.
– Η επιτέλεση του βασικού προορισμού του θεσμού, δηλαδή η αποκατάσταση της βλάβης/ ζημίας του θύματος/ επιζήσασας.
– Η αποτελεσματική ολοκλήρωση της διαδικασίας.
– Ο αντίκτυπος της διαδικασίας της ποινικής διαμεσολάβησης στα θύματα-επιζήσασες.
– Η μείωση της υποτροπής των δραστών.
– Η αξιολόγηση της εφαρμογής του θεσμού από επαγγελματίες στο πεδίο.
– Η αξιολόγηση του θεσμού από τις γυναίκες θύματα/επιζήσασες με εμπειρία από τη διαδικασία.
4.1. Μεθοδολογία έρευνας
Η έρευνα υιοθέτησε ποιοτική μεθοδολογία με στόχο να αποτυπώσει την πολυπλοκότητα των εμπειριών των συμμετεχόντων μερών. Συγκεκριμένα, κατά το Νοέμβριο του 2024, πραγματοποιήθηκε ομάδα εστιασμένης συζήτησης με έξι νομικούς συμβούλους που απασχολούνται σε συμβουλευτικά κέντρα του δικτύου δομών για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και διενεργήθηκαν τέσσερις συνεντεύξεις με επιζήσασες ενδοοικογενειακής βίας, που είχαν συμμετάσχει σε διαδικασία ποινικής διαμεσολάβησης.
Η ομάδα εστιασμένης συζήτησης αναφέρεται σε μια άτυπη συνομιλία ανάμεσα σε επιλεγμένα άτομα που συνέρχονται για να συζητήσουν συγκεκριμένα θέματα με την πρωτοβουλία του/της συντονιστή/­στριας. Στα πλεονεκτήματα αυτής της μεθόδου καταγράφονται η αλληλεπίδραση και η συγκριτική ανταλλαγή των συμμετεχόντων/ουσών, μέσα από την υποκίνηση ιδεών και αφηγήσεων που μπορεί να μην εμφανιστούν σε ατομικές συνεντεύξεις.
Αντίστοιχα, η ημιδομημένη συνέντευξη ως βασικό εργαλείο για την πραγματοποίηση της ποιοτικής έρευνας, χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο προκαθορισμένων ερωτήσεων, αλλά παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τη σειρά ερωτήσεων, την τροποποίηση του περιεχομένου των ερωτήσεων ανάλογα με τον/την ερωτώμενο/-η και ως προς την προσθαφαίρεση ερωτήσεων και θεμάτων για συζήτηση. Επιτρέπει τη βαθύτερη κατανόηση της προσωπικής εμπειρίας, των νοημάτων που αποδίδουν οι συμμετέχοντες/ουσες, ενώ είναι κατάλληλη για ευαίσθητα θέματα, όταν γίνεται με σεβασμό, σε ασφαλές πλαίσιο, ώστε να μπορεί να ενθαρρύνει την προσωπική αποκάλυψη.
Η συγκεκριμένη μεθοδολογία έρευνας που ακολουθήθηκε ενδείκνυται στη μελέτη ευαίσθητων ή/και εξειδικευμένων θεμάτων, ιδιαίτερα όταν μπορεί να ανακληθεί το τραύμα, ή όταν πρέπει να εκφραστούν τεκμηριωμένες απόψεις στη βάση της ειδικής τεχνικής γνώσης. Βρίσκεται δε σε απόλυτη συμφωνία με τις αρχές της φεμινιστικής έρευνας, όπου δίνεται μεγάλη βαρύτητα στην εμπειρία των άμεσα εμπλεκομένων (εδώ των κακοποιημένων γυναικών) και στη δυνατότητα να εκφράζονται αδιαμεσολάβητα. Μέσα από το διάλογο και τη συνομιλία δίνεται η ευκαιρία του ακούσματος και μοιράσματος της βιωμένης εμπειρίας, χωρίς επίκριση και χωρίς περιορισμούς. Η θεματική και αφηγηματική ανάλυση αποτέλεσε βασικό εργαλείο επεξεργασίας των συλλεχθέντων αφηγήσεων και συζητήσεων, όπως προέκυψαν, με την προηγούμενη εξασφάλιση της συναίνεσης των συμμετεχόντων/συμμετεχουσών για καταγραφή και επεξεργασία του περιεχομένου αυτών.
4.2. Επιλογή συμμετεχόντων/ουσών στην έρευνα
Η επιλογή των συμμετεχόντων στην έρευνα πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της κύριας ερευνήτριας, η οποία λόγω της επαγγελματικής ιδιότητάς της (νομικός σε συμβουλευτικό κέντρο για γυναίκες θύματα έμφυλης βίας) είχε ευκολία πρόσβασης στον μελετώμενο πληθυσμό. Ειδικότερα, στην ομάδα εστιασμένης συζήτησης συμμετείχαν έξι γυναίκες νομικοί, σύμβουλοι-εργαζόμενες σε Συμβουλευτικά Κέντρα του Δικτύου Δομών για γυναίκες θύματα έμφυλης βίας, από τις περιοχές: Σαλαμίνα, Βέροια, Φλώρινα, Σέρρες, Χαλκίδα και Τρίκαλα. Η επιλογή των περιοχών κάλυψε την ανάγκη της διευρυμένης γεωγραφικά έρευνας των συμβουλευτικών υπηρεσιών εκτός των μεγάλων πόλεων, όπου ενδεχομένως να υπάρχει και περιορισμός των υπηρεσιών προς θύματα και δράστες γενικότερα. Σημειώνεται ότι αν και υπήρξε γεωγραφική διασπορά, οι γεωγραφικές περιοχές εξακολουθούν να είναι περιορισμένες και σε μια ανισόρροπη πυκνότητα πληθυσμού, γεγονός που κατατάσσεται στους περιορισμούς της έρευνας. Στις συνεντεύξεις συμμετείχαν τέσσερις γυναίκες επιζήσασες συζυγικής/συντροφικής βίας οι οποίες είχαν συμμετάσχει σε διαδικασία ποινικής διαμεσολάβησης μετά από μήνυση που κατέθεσαν εναντίον του συζύγου/ συντρόφου τους. Η επιλογή τους έγινε με κριτήριο την σχετική ομαλότητα στις
Σελ. 71 σχέσεις με τον δράστη και την μη ύπαρξη ενεργού κινδύνου. Οι συνεντευξιαζόμενες κατοικούν στην Βοιωτία, περιοχή όπου δραστηριοποιούταν επαγγελματικά και η κύρια ερευνήτρια, γεγονός που μπορεί να σημειωθεί κι ως ένας περιορισμός της έρευνας. Συγκεκριμένα, η ερευνήτρια διατηρούσε προϋπάρχουσα επαγγελματική σχέση με ορισμένες από τις συμμετέχουσες, έχοντας ασκήσει συμβουλευτικό ρόλο. Αυτή η διττή ιδιότητα, παρότι διευκόλυνε την πρόσβαση και την εγκαθίδρυση σχέσης εμπιστοσύνης, ενέχει μεθοδολογικές και ηθικές προκλήσεις που σχετίζονται με τη θέση της ερευνήτριας (positionality) και τις δυναμικές εξουσίας. Υφίσταται ο κίνδυνος οι αφηγήσεις των συμμετεχουσών να επηρεαστούν από την επιθυμία να ανταποκριθούν σε αντιληπτές προσδοκίες της ερευνήτριας ή να αυτολογοκριθούν. Για την αντιμετώπιση αυτών των περιορισμών, εφαρμόστηκαν πρακτικές αναστοχαστικότητας, όπως η καταγραφή σκέψεων και η κριτική τοποθέτηση της ερευνήτριας έναντι του εαυτού της και του υλικού. Επιπλέον, κατά τη διαδικασία ένταξης στη μελέτη, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη σαφήνεια των ρόλων και στην ενημερωμένη συγκατάθεση, ώστε να αποσαφηνιστεί η διάκριση μεταξύ του προηγούμενου συμβουλευτικού πλαισίου και της παρούσας ερευνητικής διαδικασίας. Τα μέτρα αυτά υιοθετήθηκαν προκειμένου να διασφαλιστεί η αξιοπιστία και η ηθική ακεραιότητα της έρευνας.
4.3. Ομάδα εστιασμένης συζήτησης (focus group)
Οι συμμετέχουσες στην ομάδα εστιασμένης συζήτησης ήταν νομικοί σύμβουλοι Συμβουλευτικών Κέντρων Γυναικών. Όλες ήταν γυναίκες, με εμπειρία 4 έως 11 ετών. Δεν καταγράφηκαν επιπλέον δημογραφικά στοιχεία, καθώς για τις ανάγκες της έρευνας αρκούσε η επαγγελματική τους ιδιότητα και εμπειρία σε δομές υποστήριξης κακοποιημένων γυναικών. Οι θεματικοί άξονες της συζήτησης ήταν τέσσερις, ξεκινώντας από τον γενικό άξονα για το θεσμό της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και φτάνοντας σε ειδικότερα θέματα αξιολόγησης της λειτουργίας του θεσμού και διατύπωσης βελτιωτικών προτάσεων στη βάση της εμπειρίας των επαγγελματιών. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα βασικά σημεία της συζήτησης, κατά άξονα.
Άξονας Ι - Αποκαταστατική δικαιοσύνη
Οι συμμετέχουσες αναγνωρίζουν τη θεωρητική αξία της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, αλλά επεσήμαναν τις υψηλές απαιτήσεις εφαρμογής της, όπως τον συντονισμό των υπηρεσιών, την ειδική εκπαίδευση και την συνεχή παρακολούθηση. Τόνισαν την έλλειψη ενιαίου πλαισίου ως προς το ποιοι φορείς υλοποιούν θεραπευτικά προγράμματα για δράστες ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και την απουσία σαφών χρονοδιαγραμμάτων για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Οι συμμετέχουσες χαρακτήρισαν τον θεσμό ως «ιδανική κατάσταση», αλλά παραδέχθηκαν ότι «απαιτεί διάθεση, σεβασμό και δέσμευση» τόσο από τους δράστες, όσο και από τους θεσμούς, στοιχεία που «η φύση των ενδοοικογενειακών συγκρούσεων δοκιμάζει καθημερινά». Αναφέρθηκε η απουσία ενιαίου πλαισίου εφαρμογής: «στην βόρεια Ελλάδα τους θύτες αναλαμβάνει το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ) Θεσσαλονίκης, αλλού οι κοινωνικοί λειτουργοί μίας ΑΜΚΕ…». Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης αναφέρθηκε ως ασύμβατη με το πνεύμα της διαμεσολάβησης, λόγω της ανισότητας ισχύος μεταξύ δράστη και θύματος.
Άξονας ΙΙ - Προσωπικές θέσεις
Η στάση των νομικών έναντι της ποινικής διαμεσολάβησης είναι κυρίως αρνητική. Οι δράστες ενδοοικογενειακής βίας θεωρείται ότι συναινούν στη διαδικασία για να αποφύγουν την ποινική δίκη, ενώ τα θύματα επειδή αποζητούν να επιτύχουν περιοριστικούς όρους χωρίς οικονομική επιβάρυνση. Επιπλέον, καταγράφονται συναισθήματα ματαίωσης, καθώς η διαδικασία «φέρνει τις γυναίκες σε ευάλωτη θέση, ενώ ο δράστης δείχνει υπακοή στις Αρχές». Περιγράφεται ως «μόνο τυπική και καθόλου ουσιαστική» διαδικασία, στην οποία και τα δύο μέρη συμμετέχουν προκειμένου να αποφύγουν την ποινική δίκη. Το μέτρο της αποζημίωσης χαρακτηρίζεται ανενεργό, αφού όπως ειπώθηκε «δεν υπάρχει καμία γυναίκα που να έλαβε αποζημίωση». Επισημαίνεται, επίσης, ότι η φαινομενική «συμφιλίωση» καθιστά τις γυναίκες ευάλωτες, καθώς ο δράστης εμφανίζεται συνεργάσιμος, ενώ το θύμα στο τέλος εκλαμβάνεται ως «υπερβολικό, υστερόβουλο ή ακόμα και κακό».
Άξονας ΙΙΙ.: Συνεργασία με υπηρεσίες εφαρμογής αποκαταστατικής δικαιοσύνης και άλλους φορείς
Όπως παραδέχθηκαν οι σύμβουλοι των δομών για τη βία κατά των γυναικών, ο ρόλος τους ως νομικών περιορίζεται κυρίως στην ενημέρωση των θυμάτων για τις διαδικασίες, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους. Παρά τη θεσμική δυνατότητα του Ν. 5090/2024 για συμβουλευτική γνώμη προς τα δικαστικά όργανα, οι συμμετέχουσες δεν είχαν τέτοια εμπειρία. Η συνεργασία με τους δικηγόρους περιγράφεται συχνά ως αποθαρρυντική: «οι δικηγόροι δεν αναλαμβάνουν υποθέσεις που θεωρούν χαμένες». Αντίθετα, οι κοινωνικές υπηρεσίες Δήμων εμφανίζονται «ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένες», ενώ με την Αστυνομία σημειώθηκε βελτίωση στη συνεργασία και ευρύτερες συνέργειες, ιδιαίτερα μετά από περιστατικά που έλαβαν υψηλή δημοσιότητα, όπως η δολοφονία της Κυριακής Γρίβα, αν και παραμένει ακόμα «έντονη η χρήση σεξιστικού λόγου». Καταγράφηκε επίσης από τις νομικούς και η γραφειοκρατική και άκαμπτη στάση ορισμένων δικαστικών γραμματειών, η απροθυμία τους να εξυπηρετήσουν και η τάση τους να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις γρήγορα.
Άξονας IV.: Διαπιστώσεις και προτάσεις βελτίωσης των θεσμών της αποκαταστατικής δικαιοσύνης
Οι νομικοί τόνισαν την ανάγκη δημιουργίας εξειδικευμένων οικογενειακών δικαστηρίων με δικαστές εκπαιδευμένους σε θέματα έμφυλης βίας και με διεπιστημονική υποστήριξη. Επεσήμαναν την έλλειψη μηχανισμών ανατροφοδότησης και την αναγκαιότητα θέσπισης πρωτοκόλλου ανατροφοδότησης κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη διαμεσολάβηση. Σε διαφορετική περίπτωση το βάρος της αναφοράς νέων περιστατικών αφήνεται αποκλειστικά στα θύματα. Ιδιαίτερα προβληματική θεωρείται η απουσία ανταλλαγής κρίσιμων πληροφοριών μεταξύ υπηρεσιών, όπως για παράδειγμα η ενημέρωση σχετικά με την ύπαρξη ποινικού μητρώου του δράστη: «μπορεί ο δράστης να έχει ποινικό μητρώο οπλοκατοχής, αλλά να μην το γνωρίζει η υπηρεσία
Σελ. 72που εκτελεί το θεραπευτικό πρόγραμμα». Η άγνοια αυτή σχετικά με κρίσιμα ζητήματα μπορεί να υπονομεύσει την εκτίμηση επικινδυνότητας. Τέλος, εντοπίστηκε ανομοιογένεια στην ταχύτητα ενεργοποίησης της διαδικασίας ανάλογα με την περιοχή, καθώς διαφέρει από Εισαγγελία σε Εισαγγελία και από γραμματεία σε γραμματεία.
Συμπερασματικά, η ποινική διαμεσολάβηση, όπως εφαρμόζεται στην Ελλάδα, χαρακτηρίζεται από ατελέσφορη τυπικότητα, θεσμικά κενά και αποσπασματικότητα, με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνεται στις ανάγκες προστασίας και ενδυνάμωσης των επιζησασών. Οι νομικοί καταδεικνύουν ότι το βάρος της προστασίας εξακολουθεί να το επωμίζεται το θύμα, ενώ η απουσία ουσιαστικής παρακολούθησης οδηγεί σε αναπαραγωγή του τραύματος. Οι νομικοί πρόταξαν ως αναγκαίες συνθήκες τη θεσμική εξειδίκευση, τη διεπιστημονική συνεργασία, τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, την ενσωμάτωση έμφυλης οπτικής και την τακτική παρακολούθηση για τη θεμελίωση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης.
4.4. Συνεντεύξεις με επιζήσασες συζυγικής/συντροφικής βίας
Οι συμμετέχουσες στην έρευνα ήταν τέσσερις γυναίκες – επιζήσασες συζυγικής/συντροφικής βίας με εμπειρία από τη διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης. Για την προστασία της ταυτότητάς τους καταγράφονται με το συνθηματικό Σ.1 έως Σ.4. Οι συμμετέχουσες είχαν τα εξής χαρακτηριστικά: Η Σ.1 είναι 40 ετών διαζευγμένη με ένα τέκνο, κορίτσι 10 ετών, είναι εργαζόμενη στον ιδιωτικό τομέα. Υπήρξε έγγαμη για οκτώ έτη και είναι διαζευγμένη εδώ και 3 έτη. Η Σ.2 είναι 37 ετών, έγγαμη με 2 τέκνα, αγόρια, 3 και 5 ετών και δεν εργάζεται. Η Σ.3 είναι 49 ετών και έχει 3 τέκνα αγόρια, ηλικίας 21, 17 και 15 ετών. Δεν έχει πάρει διαζύγιο αλλά είναι σε διάσταση πέραν του έτους, ενώ πρόσφατα ξεκίνησε να εργάζεται σε ιδιωτική επιχείρηση. Η Σ.4 είναι 38 ετών και έχει ένα τέκνο αγόρι, 5 ετών, είναι σε διάσταση και εργάζεται περιστασιακά ανασφάλιστη. Οι θεματικοί άξονες της συνέντευξης ήταν τρεις, ξεκινώντας από το ιστορικό της κακοποιητικής σχέσης και εμβαθύνοντας στην εμπειρία από τη συμμετοχή στη διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα βασικά σημεία των συνεντεύξεων, κατά άξονα.
Άξονας Ι. Περιγραφή του προφίλ της επιζήσασας και ιστορικό βίας
Η βία αναδεικνύεται ως φαινόμενο που κλιμακώνεται, συχνά με αφετηρία την εγκυμοσύνη, συνδυάζοντας σωματικές, λεκτικές και ψυχολογικές μορφές. Στις αφηγήσεις καταγράφονται περιστατικά σωματικής κακοποίησης λόγω ασήμαντων αφορμών, βία σε κατάσταση εγκυμοσύνης, απειλές με μαχαίρι παρουσία των τέκνων και ψυχολογική κακοποίηση μέσω αβάσιμων κατηγοριών περί απιστίας. Η βία στις περισσότερες περιπτώσεις ξεκίνησε κατά την εγκυμοσύνη, συχνά με απαγορεύσεις και ελέγχους. Η Σ.1 περιγράφει ότι στα 14 χρόνια σχέσης δεχόταν βία «ως δεδομένο», όπως όταν ο σύζυγός της την χτύπησε στο πρόσωπο επειδή πήγε κομμωτήριο. Η Σ.2 απέκτησε δεύτερο παιδί για να “σώσει τον γάμο” και ανέφερε βία ακόμα και όταν ήταν 6 μηνών έγκυος, με το περιστατικό να καταλήγει σε καταγγελία από γείτονα. Η Σ.3 υπέστη λεκτική και σωματική βία ήδη από την πρώτη εγκυμοσύνη της και αργότερα απειλές με μαχαίρι μπροστά στα παιδιά. Η Σ.4 βίωσε κυρίως ψυχολογική βία, με κατηγορίες απιστίας και απόρριψη από τον σύζυγό της κατά την εγκυμοσύνη.
Άξονας ΙΙ – Διαδικασία ποινικής διαμεσολάβησης
Κοινό στοιχείο σε όλες τις υποθέσεις των κακοποιημένων γυναικών αποτελεί ότι το καταγγελλόμενο περιστατικό δεν ήταν το σοβαρότερο που βίωσαν οι γυναίκες, αλλά αυτό που, λόγω δημοσιότητας ή πίεσης τρίτων, τις οδήγησε στη Δικαιοσύνη. Οι γυναίκες απευθύνθηκαν στη Δικαιοσύνη όχι για τα σοβαρότερα περιστατικά, αλλά για επεισόδια που συνέβησαν δημόσια ή παρουσία μαρτύρων. Η Σ.1 οδηγήθηκε στην Αστυνομία μετά από βίαιο περιστατικό σε ταβέρνα και της προτάθηκε ποινική διαμεσολάβηση, με μετοίκηση του συζύγου και ψυχολογική στήριξη. Η Σ.2, αν και είχε δεχθεί παλιότερα σοβαρά χτυπήματα, κατέληξε σε διαμεσολάβηση μετά από περιστατικό όπου ο δράστης την έσπρωξε μέσα σε ντουλάπα ενώ ήταν έγκυος· τελικά επέστρεψε στη σχέση, θεωρώντας ότι «μπορεί να τον ελέγξει». Η Σ.3 κατήγγειλε τον σύζυγο έπειτα από βίαιη επίθεση μπροστά στα παιδιά, με τον γιο της να την ωθεί να απευθυνθεί στην Αστυνομία· η διαμεσολάβηση οδήγησε σε μετοίκηση του συζύγου. Η Σ.4 αναζήτησε διαζύγιο, αλλά ο σύζυγός της αντέδρασε βίαια και ξεκίνησε πόλεμο με επίκεντρο το παιδί· μετά από σύλληψή του προτάθηκε διαμεσολάβηση, με εκείνη να απομακρύνεται από το σπίτι. Η διαμεσολάβηση εφαρμόστηκε με μέτρα όπως η μετοίκηση του δράστη, η επιβολή περιοριστικών όρων ή η σύσταση παρακολούθησης θεραπευτικού προγράμματος. Ωστόσο, καταγράφεται ελλιπής εφαρμογή ή μη τήρηση αυτών των όρων, ενώ σε περιπτώσεις (π.χ. Σ.2) σημειώνεται επανασύνδεση με τον δράστη, λόγω φόβου διάλυσης της οικογένειας και οικονομικής εξάρτησης.
Άξονας ΙΙΙ – Αποτίμηση και αξιολόγηση
Οι επιζήσασες αποτίμησαν την ποινική διαμεσολάβηση ως διαδικασία με πρακτική χρησιμότητα, δηλαδή παροχή προσωρινής ασφάλειας, απομάκρυνση από το σπίτι και δυνατότητα αναζήτησης στήριξης, χωρίς όμως να επιφέρει ουσιαστική αποκατάσταση της βλάβης που έχουν υποστεί, ή τιμωρία των δραστών. Η Σ.1 και η Σ.4 υπογράμμισαν ότι ένιωσαν στήριξη και τη δυνατότητα να «σταθούν στα πόδια τους», ενώ η Σ.2 και η Σ.3 ανέδειξαν την αίσθηση ατιμωρησίας και την απουσία συνεχούς θεσμικής παρακολούθησης. Καμία από τις υποθέσεις τους δεν έφτασε σε δίκη. Η Σ.1 ένιωσε ότι η διαδικασία της έδωσε διέξοδο να φύγει, αν και παραμένει ψυχικά τραυματισμένη. Η Σ.2 θεωρεί ότι η διαδικασία δεν είχε ουσία, αλλά πιστεύει ότι ο σύζυγος συγκρατείται από τον φόβο έκθεσης. Η Σ.3 εκτίμησε την πρακτική χρησιμότητα της διαμεσολάβησης, όμως τόνισε την έλλειψη ουσιαστικής δικαιοσύνης και στήριξης. Η Σ.4, αν και νιώθει ανασφάλεια για το μέλλον, αναγνωρίζει ότι η διαδικασία της έδωσε πρακτική διέξοδο για να απομακρυνθεί με το παιδί της. Συνολικά, η ποινική διαμεσολάβηση λειτούργησε κυρίως ως προσωρινή ανακούφιση και μέσο απομάκρυνσης από τον δράστη, χωρίς όμως να αποκαθιστά τη βαθιά ψυχική βλάβη ή να επιφέρει πραγματικές συνέπειες στους δράστες.
4.5. Συζήτηση επί των ερευνητικών ερωτημάτων
Πώς εφαρμόζεται η ποινική διαμεσολάβηση στην Ελλάδα;
Από την παρούσα έρευνα διαφάνηκε ότι ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης για υποθέσεις ενδοοικογενειακής
Σελ. 73 βίας εφαρμόζεται στην Ελλάδα περισσότερο ως μία τυπική διαδικασία, όπως διαπιστώνει και η έρευνα των Pitsela & Chatzispirou (2013). Οι μεν Εισαγγελείς την προτείνουν γιατί αν δεν προταθεί, η διαδικασία οδηγείται σε ακυρότητα, οι δε εμπλεκόμενοι συναινούν όταν αντιληφθούν ότι αποφεύγεται η διαδικασία στο ακροατήριο, που έχει οικονομική επιβάρυνση και ότι τα περιοριστικά μέτρα μπορούν να εξασφαλίσουν ένα ικανοποιητικό επίπεδο ακεραιότητας για τα θύματα. Ο σκοπός της συμφιλίωσης των εμπλεκόμενων μερών επιτυγχάνεται πρόσκαιρα, καθώς αποφεύγονται οι εντάσεις, αλλά όχι μακροπρόθεσμα. Η διαδικασία μοιάζει περισσότερο με μια υποχρεωτική διεκπεραίωση παρά με ουσιαστικό διάλογο.
Ποιοι φορείς διενεργούν την ποινική διαμεσολάβηση;
Οι φορείς που επιφορτίζονται με τα καθήκοντα της διενέργειας της ποινικής διαμεσολάβησης δεν είναι σε όλες της περιοχές οι ίδιοι, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει και απαίτηση να εφαρμόζουν ενιαία τα θεραπευτικά προγράμματα. Ωστόσο, όλοι οι φορείς που παρακολουθούν τους δράστες βίας χορηγούν το ίδιο πιστοποιητικό ολοκλήρωσης του θεραπευτικού προγράμματος και το έγγραφο αυτό εγχειρίζεται στην αρμόδια Εισαγγελία προκειμένου να κλείσει ο φάκελος της ποινικής διαμεσολάβησης. Δεν υπάρχει εποπτεία και ανατροφοδότηση στους φορείς για το πώς δομείται ένα θεραπευτικό πρόγραμμα, εκτελούνται ωστόσο συγκεκριμένες οδηγίες από τα στελέχη των δομών (ΕΚΚΑ, Κέντρα Κοινότητας, ΑΜΚΕ, κοινωνικές υπηρεσίες νοσοκομείων). Τα ευρήματα της έρευνας αποκάλυψαν ότι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της αποκαταστατικής δικαιοσύνης λείπουν από την εφαρμοζόμενη διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης. Συγκεκριμένα, η εξειδικευμένη ατομική θεραπεία, η άμεση παρέμβαση, η ουσιαστική συμμετοχή του θύματος και η πρόληψη της υποτροπής είναι όροι μιας διαδικασίας αποκατάστασης, ενώ η ποινική διαμεσολάβηση, όπως καθιερώθηκε και εφαρμόζεται πρακτικά, είναι μια τυπική, γραφειοκρατική και απρόσωπη διαδικασία στο μεγαλύτερο μέρος της. Επιπλέον, η διαδικασία αντιμετωπίζει σοβαρές καθυστερήσεις, κάτι που διαπιστώθηκε και στην παρούσα έρευνα. Συνεπώς, η απουσία εθνικού πλαισίου δημιουργεί άνισες πρακτικές, καθυστερήσεις και ελλείψεις, καθιστώντας τον θεσμό αδύναμο και αβέβαιο.
Αποκαθίσταται η βλάβη/ ζημία του θύματος/ επιζήσασας;
Η διάρκεια του συμβουλευτικού προγράμματος μειώνει τις προσδοκίες για την αποτελεσματικότητά του και, ως εκ τούτου, για την προστασία των θυμάτων. Η αποκατάσταση της βλάβης φαίνεται πως δεν τίθεται ως πρώτη προτεραιότητα για τα θύματα, αναγνωρίζοντας ότι επιλύονται περισσότερο πρακτικά ζητήματα. Στην παρούσα έρευνα, δεν αναφέρθηκε από καμία επιζήσασα η οικονομική της αποκατάσταση, με την απόδοση κάποιου ποσού αποζημίωσης στο πλαίσιο της ποινικής διαμεσολάβησης, αλλά το οικονομικό μέρος αφήνεται στα αστικά δικαστήρια. Δεν έχει γίνει συνείδηση ούτε στο νομικό κόσμο ότι οι λειτουργοί της ποινικής δικαιοσύνης μπορούν να αποδώσουν και μία οικονομική διάσταση στην αποκατάσταση της βλάβης. Οι νομικοί επισημαίνουν ότι η διαδικασία αγνοεί την ανάγκη αποκατάστασης της ψυχικής βλάβης, ενώ η απουσία αποζημίωσης ενισχύει το αίσθημα αδικίας.
Ολοκληρώνεται αποτελεσματικά η διαδικασία;
Η διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης περατώνεται με την προσκόμιση από τον δράστη του πιστοποιητικού ολοκλήρωσης του θεραπευτικού προγράμματος και την διαβεβαίωση από πλευράς του θύματος ότι δεν έχει υπάρξει παραβίαση των περιοριστικών μέτρων που διατάχθηκαν από τον εισαγγελικό λειτουργό. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι επιζήσασες συχνά δεν γνωρίζουν αν ο δράστης συμμετείχε ουσιαστικά στη διαδικασία. Συμμετέχουσα στην έρευνα σχολίασε χαρακτηριστικά: «Μου ζήτησαν να υπογράψω ότι όλα ολοκληρώθηκαν, αλλά δεν μου έδωσαν καμία πληροφορία για το τι έκανε ο δράστης». Η απουσία μηχανισμού παρακολούθησης αφήνει κενό λογοδοσίας. Η υπόθεση θα αναβιώσει μόνο σε περίπτωση νέας καταγγελίας για ενδοοικογενειακή βία. Στην πράξη ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι τα περισσότερα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας αποσιωπώνται από τα θύματα.
Ποιος είναι ο αντίκτυπος της διαδικασίας της ποινικής διαμεσολάβησης στα θύματα-επιζήσασες;
Στα θετικά του θεσμού καταγράφηκε ότι η αποδοχή της ποινικής διαμεσολάβησης προϋποθέτει την παραδοχή από πλευράς του δράστη ότι έχει τελέσει το έγκλημα και αυτή είναι μία πρώτη ικανοποίηση για την επιζήσασα που έως τότε είχε την πεποίθηση ότι ευθύνεται εκείνη για ό,τι της συνέβαινε. Πρόκειται επίσης για μία διαδικασία με θετικό αντίκτυπο και όφελος οικονομικό αφού μπορεί να επιτύχει την μετοίκηση ή τον περιορισμό του δράστη με τα περιοριστικά μέτρα του/ της Εισαγγελέα, χωρίς να υποβληθεί στα έξοδα της αστικής διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, που δεν έχουν πάντα και την αναμενόμενη εξέλιξη. Παρόλα αυτά, η έρευνα έδειξε ότι οι επιζήσασες δεν είναι πάντα ενημερωμένες για τις συνέπειες της ποινικής διαμεσολάβησης και όταν διαπιστώνουν ότι η διαδικασία ισούται με την ατιμωρησία του δράστη, απογοητεύονται. Ο θεσμός φαίνεται να παρέχει μια προσωρινή λύση, αλλά όχι πραγματική δικαιοσύνη και αποκατάσταση του θύματος.
Πώς αξιολογείται ο θεσμός από τους νομικούς συμβούλους των θυμάτων/ επιζησασών;
Οι νομικοί υποστήριξαν ότι ο θεσμός λειτουργεί υπέρ του δράστη και όχι υπέρ του θύματος, ενώ επισημάνθηκε η απουσία συντονισμού των υπηρεσιών, γεγονός που καθιστά την ποινική διαμεσολάβηση ατελέσφορη. Οι δράστες δεν αλλάζουν στάση και αντιλήψεις και συνεχίζουν να παραβιάζουν τα δικαιώματα του θύματος. Η απουσία μίας τακτικής ανατροφοδότησής και αξιολόγησης της κατάστασης του δράστη και του θύματος είναι επίσης μία έλλειψη του θεσμού της ποινικής διαμεσολάβησης. Επίσης, οι νομικοί εκφράστηκαν αρνητικά για την διεύρυνση που έφερε ο Ν. 5090/2024, σύμφωνα με την οποία, την ποινική διαμεσολάβηση μπορεί να την προτείνει και ο ανακριτικός υπάλληλος στην προανάκριση, καθώς επιτρέπει σε μία άλλη Αρχή, πλην του/της Εισαγγελέα, να προβαίνει σε χαρακτηρισμό εγκλήματος ως πλημμέλημα. Επίσης, καταγράφεται και η διαπίστωση ότι υπάρχει η τάση να υποβιβάζεται το έγκλημα της ενδοοικογενειακής βίας.
Σελ. 74Πώς αξιολογείται ο θεσμός από τα θύματα- επιζήσασες;
Οι επιζήσασες έχουν την τάση να μην απομονώνουν την ποινική διαμεσολάβηση, ως διαδικασία, από το αποτέλεσμά της. Έτσι, θεωρούν ότι συνετέλεσε στην λύση πρακτικών ζητημάτων τα οποία μπορούν να εκφράσουν περιφραστικά (“ξέφυγα από τη βία”, “έφυγε ή έφυγα από το σπίτι”, “πήρα την επιμέλεια”), αλλά δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν την διαδικασία ως ενέργεια αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Διατηρούν την πεποίθηση ότι οι δράστες μένουν ατιμώρητοι. Επίσης, ρυθμιστικός παράγοντας για τις επιλογές τους είναι και τα οικονομικά, καθώς πασχίζουν να πετύχουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα με τα λιγότερα έξοδα. Έτσι, ο θεσμός καταλήγει να εργαλειοποιείται και από τις επιζήσασες, όπως συμβαίνει και με τους δράστες που τον χρησιμοποιούν ως μέσο για να αποφύγουν την διαδικασία στο ακροατήριο.
4.6 Βασικά συμπεράσματα της έρευνας
Η έρευνα αναδεικνύει την θεμελιώδη αντίφαση του θεσμού της ποινικής διαμεσολάβησης για υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα: ο θεσμός σχεδιάστηκε για να προάγει την αποκαταστατική δικαιοσύνη, αλλά στην πράξη μετατρέπεται σε γραφειοκρατική τυπικότητα. Η ασυμμετρία ισχύος μεταξύ των συμμετεχόντων μερών καθιστά αδύνατη την ισότιμη συμμετοχή, ενώ η απουσία παρακολούθησης και αποζημίωσης στερεί από τις γυναίκες κάθε αίσθημα δικαίωσης. Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης τονίζει ρητά ότι οι διαδικασίες διαμεσολάβησης δεν είναι κατάλληλες για περιπτώσεις έμφυλης βίας. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα συνεχίζει να εφαρμόζει τον θεσμό χωρίς επαρκείς ασφαλιστικές δικλείδες.
Από θεωρητική σκοπιά, η αποκαταστατική δικαιοσύνη, βασίζεται στην αναγνώριση της βλάβης, στην ανάληψη ευθύνης και στην αποκατάσταση των σχέσεων. Στην περίπτωση της ενδοοικογενειακής βίας, όμως, η δυναμική εξουσίας και ο φόβος του θύματος υπονομεύουν αυτές τις αρχές. Αντί να ενδυναμώνει τις επιζήσασες, η διαδικασία μπορεί να τις εκθέσει σε περαιτέρω κίνδυνο. Αυτό το θεωρητικό έλλειμμα εξηγεί γιατί πολλές διεθνείς πρακτικές αποκλείουν τη διαμεσολάβηση από υποθέσεις έμφυλης βίας.
Από την άλλη πλευρά τα θετικά στοιχεία που καταγράφηκαν στην παρούσα έρευνα είναι περιορισμένα και δεν μπορούν να αναδειχθούν ως αποτελεσματικά στο σύνολό τους. Αυτά είναι η άμεση απομάκρυνση του δράστη και η αναγνώριση της βίας από μέρους του. Ωστόσο, χωρίς ψυχολογική στήριξη, χωρίς οικονομική αποζημίωση και χωρίς πραγματική λογοδοσία, η διαδικασία παραμένει ελλιπής ενώ και η αίσθηση ατιμωρησίας σχετικά με τα περιστατικά, που οδήγησαν στην ποινική διαμεσολάβηση, ενισχύει την έλλειψη εμπιστοσύνης στο δικαστικό σύστημα.
5. Συζήτηση: Θεσμικά και δομικά προβλήματα στη λειτουργία του θεσμού
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο στόχος της ποινικής διαμεσολάβησης είναι η συμφιλίωση των μερών, δράστη και θύματος/επιζήσασας, σε ένα πεδίο ισοτιμίας μεταξύ τους, γεγονός που εκ προοιμίου καθιστά προβληματική την συνδιαλλαγή τους, καθώς, συνήθως, το ένα μέρος έχει ασκήσει βία και το άλλο την έχει δεχτεί, σε μία μη ισότιμη μεταξύ τους σχέση. Όμως, η πρωταρχική δέσμευση του δράστη είναι η παρακολούθηση του συμβουλευτικού–θεραπευτικού προγράμματος για δράστες ενδοοικογενειακής βίας, ως ανταπόκρισή του στην διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης και έκφραση της επιθυμίας του να μεταστρέψει την βίαιη συμπεριφορά του.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης έθεσε τις ελάχιστες προδιαγραφές σύμφωνα με τις οποίες τα προγράμματα πρέπει να βασίζονται στην αρχή ότι η βία κατά των γυναικών και των παιδιών είναι απολύτως μη αποδεκτή και ότι η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά τον δράστη. Ταυτόχρονα, επεσήμανε την ανάγκη διασφάλισης της πλήρους ενημέρωσης του θύματος για το περιεχόμενο, τους περιορισμούς και τους στόχους του προγράμματος, αλλά και για τους κινδύνους πιθανής χειραγώγησης εκ μέρους του δράστη. Η επαφή με τον δράστη είναι οικειοθελής και το θύμα/η επιζήσασα δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη ή συμμετοχή στην εξέλιξή του στο πρόγραμμα, ενώ η όποια επικοινωνία με εκείνον θα πρέπει να γίνεται μέσω των εξειδικευμένων υπηρεσιών ή του ίδιου του προγράμματος.

Στην ελληνική πραγματικότητα, το 2006, θεσμοθετήθηκαν τα πρώτα ειδικά προγράμματα στο πλαίσιο της ποινικής διαμεσολάβησης, με αρμόδιο φορέα το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Τα προγράμματα αυτά στοχεύουν αφενός στην προστασία του θύματος και στην ενθάρρυνσή του να αναζητήσει στήριξη από την πολιτεία, και αφετέρου στην αλλαγή της συμπεριφοράς του δράστη. Οι στόχοι τους περιλαμβάνουν την ενεργή εμπλοκή του δράστη και την τροποποίηση αντιλήψεων σχετικά με τη βία, την εξουσία και τον έλεγχο, την ανάπτυξη δεξιοτήτων διαχείρισης θυμού και επικοινωνίας, καθώς και την εκπαίδευση με βάση την οπτική του φύλου, προκειμένου να επιτευχθεί η πρόληψη μελλοντικών βίαιων περιστατικών. Η ποινική διαμεσολάβηση κατέστησε πιο φιλικό το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, καθώς τα θύματα έχουν περισσότερα κίνητρα να καταγγέλλουν την βία, και τους παρέχεται η δυνατότητα να μετάσχουν σε μια διαδικασία αντιμετώπισής της με τη βοήθεια ενός αμερόληπτου τρίτου.

Ωστόσο, η εφαρμογή της αποκαταστατικής δικαιοσύνης σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας γεννά πλήθος προβληματισμών. Ενδεικτικά, προηγούμενες έρευνες έχουν διατυπώσει ανησυχίες για το ενδεχόμενο πίεσης του θύματος να συμμετάσχει στη διαδικασία παρά τη θέλησή του, για τους κινδύνους αναπαραγωγής ψυχολογικής βίας και για τις πιθανές ευκαιρίες που προσφέρονται στον δράστη να επαναλάβει καταναγκαστικές συμπεριφορές προς την επιζήσασα, όταν δεν πλαισιώνεται συστηματικά από αρμόδιες υπηρεσίες για θύματα βίας.

Προβληματική, επίσης, κρίνεται και η πρακτική των δικηγόρων να δηλώνουν ότι από μόνη της η συμμετοχή στην ποινική διαμεσολάβηση δύναται να χρησιμοποιηθεί ως ελαφρυντικό στην επιμέτρηση της ποινής, ιδίως σε περιπτώσεις υποτροπής, όπου η έκθεση του θύματος σε νέο κίνδυνο υπονομεύει τον ίδιο τον σκοπό του θεσμού.

Σελ. 75 Παράλληλα, τίθενται ερωτήματα για την ποιότητα της διαδικασίας και την ανάγκη διασφάλισής της με τη συμβολή έμπειρων και εξειδικευμένων επαγγελματιών. Η εξειδικευμένη εκπαίδευση των λειτουργών της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, ώστε να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται έγκαιρα οι περιπτώσεις καταναγκαστικού ελέγχου και βίας μεταξύ συντρόφων, δεν έχει εφαρμοστεί, ενώ ταυτόχρονα η διαδικασία υπονομεύεται και εγκλωβίζεται στην αντίληψη ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη λειτουργεί ως μηχανισμός εκτροπής υποθέσεων εκτός δικαστικού συστήματος με σκοπό τη μείωση κόστους, παραγνωρίζοντας τον αρχικό της ρόλο ως εργαλείου ενδυνάμωσης και προστασίας των θυμάτων. Η πεποίθηση ότι η χρήση αποκαταστατικής δικαιοσύνης σε υποθέσεις βίας μεταξύ συντρόφων έχει να κάνει με την εκτροπή των υποθέσεων εκτός του δικαστικού συστήματος, προκειμένου να εξοικονομηθούν χρήματα και, τελικά, η ευθύνη του κράτους μετατίθεται στους εμπλεκόμενους, αμφισβητεί ευθέως την χρησιμότητα του θεσμού. Αμφισβητείται όμως και ότι η αποκαταστατική δικαιοσύνη αφορά πραγματικά την εξοικονόμηση πόρων μελλοντικά, ότι, δηλαδή, ο στόχος είναι να χρησιμοποιείται ως μία υπηρεσία υπέρ των θυμάτων.

Καταληκτικά, λείπουν οι θεσμικές εγγυήσεις, η συνεχής αξιολόγηση κινδύνου και ένα σαφές πλαίσιο λογοδοσίας για να μπορεί με ασφάλεια να δεχτεί κανείς ότι τα συμβουλευτικά–θεραπευτικά προγράμματα μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη μείωση της ενδοοικογενειακής βίας και στην υποστήριξη των θυμάτων. Η λειτουργία του θεσμού σήμερα ανάγεται περισσότερο σε διοικητική ή οικονομική εξυπηρέτηση του κράτους, παρά σε πραγματική προστασία των θυμάτων και ουσιαστική μεταστροφή της συμπεριφοράς των δραστών.
6. Συμπεράσματα και προτάσεις για την εφαρμογή της ποινικής διαμεσολάβησης σε περιπτώσεις συζυγικής/συντροφικής βίας στην Ελλάδα
Όπως αναλύθηκε στην παρούσα μελέτη, η ποινική διαμεσολάβηση ως θεσμός εντάσσεται στην προσπάθεια αναζήτησης εναλλακτικών μορφών ανταπόκρισης στην έμφυλη/συντροφική βία, οι οποίες συνδυάζουν αποκαταστατικό και δικαιϊκό προσανατολισμό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η χρήση της διαμεσολάβησης σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής ή συντροφικής βίας είναι περιορισμένη και εφαρμόζεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις.

Τόσο από την παρούσα έρευνα, όσο και από άλλες έρευνες και πρακτικά παραδείγματα από την Ελλάδα, προκύπτει ότι η εφαρμογή της έχει σημαντικές δυνατότητες αλλά και σοβαρά όρια, που αν δεν αντιμετωπιστούν, ενδέχεται να υπονομεύσουν τους στόχους της, ιδίως όσον αφορά την προστασία των θυμάτων. Επίσης, καταγράφεται μια σταθερή προσκόλληση του ελληνικού ποινικού συστήματος σε αντιδικιακές πρακτικές και έλλειψη υποστηρικτικού πλαισίου για αποκαταστατικές πρακτικές.

Συνεπώς μια σειρά προτάσεων για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του θεσμού μπορεί να περιλαμβάνει:
α) Ενίσχυση των νομοθετικών ρυθμίσεων: αναθεώρηση του Ν. 3500/2006 με σκοπό να οριστούν σαφή κριτήρια και περιορισμοί για τη διαμεσολάβηση. Πρέπει να αποκλείεται για σοβαρές μορφές βίας ή περιπτώσεις επαναλαμβανόμενης κακοποίησης.
β) Εξειδίκευση και εκπαίδευση των διαμεσολαβητών και λειτουργών της δικαιοσύνης: Η εκπαίδευση θα πρέπει να καλύπτει θέματα όπως η δυναμική της έμφυλης βίας, η διαχείριση τραύματος και η ισορροπία ισχύος κατά τη διαδικασία.
γ) Διαφανείς μηχανισμοί παρακολούθησης και αξιολόγησης: Η συλλογή δεδομένων και η ανεξάρτητη αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της διαμεσολάβησης είναι απαραίτητα εργαλεία για την αποτίμηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας της διαδικασίας.
δ) Διεπιστημονική συνεργασία: Η συνεργασία της δικαιοσύνης με κοινωνικές υπηρεσίες, ειδικούς επαγγελματίες και γυναικείες οργανώσεις μπορεί να ενισχύσει την προστασία των θυμάτων και την παρακολούθηση των δραστών.
ε) Εξασφάλιση ασφάλειας και μη επανάληψης της βίας: Πρέπει να θεσπιστούν συγκεκριμένες κυρώσεις για παραβίαση των όρων της διαμεσολάβησης και να προβλέπονται περιοριστικοί όροι όπου χρειάζεται.
στ) Αναγκαιότητα για εξασφάλιση πόρων υπέρ της επιζήσασας και των παιδιών της (όπου υπάρχουν): Θα πρέπει να εξασφαλίζεται η απαίτηση αποζημίωσής της σε πρώτο επίπεδο, με την υπαγωγή δηλαδή της διαδικασίας σε ποινική διαμεσολάβηση και να τεθεί ως προϋπόθεση για την εξέλιξη της διαδικασίας, για να αποφεύγεται η συνήθης πρακτική της εκβίασης της καταγγέλλουσας να υπαναχωρεί και να υποτιμά τα γεγονότα με αντάλλαγμα χρήματα που είναι απαραίτητα για τη διαβίωση της ίδιας και των παιδιών της.
ζ) Ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινότητας: Η ενημέρωση του κοινού για τις μορφές έμφυλης βίας και τις διαθέσιμες επιλογές υποστήριξης μπορεί να συμβάλλει στην ενίσχυση της πρόληψης.
Συμπερασματικά, η ποινική διαμεσολάβηση μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο πρόληψης και αποκατάστασης σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής ή/και συντροφικής βίας, μόνο όταν συνοδεύεται από ισχυρές εγγυήσεις για την ασφάλεια του θύματος και από ουσιαστική εκπαίδευση των επαγγελματιών. Η εμπειρία τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό καταδεικνύει ότι απαιτείται σαφές θεσμικό πλαίσιο, παρακολούθηση και διεπιστημονική συνεργασία, ώστε να μην οδηγηθεί ο θεσμός σε εργαλειακή χρήση για αποσυμφόρηση της δικαιοσύνης εις βάρος των θυμάτων.
Σελ. 76Βιβλιογραφικές αναφορές
Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Πρόγραμμα για Θύτες Ενδοοικογενειακής Βίας. https://ekka.org.gr/index.php/el/programma-gia-thytes-endooikogeneiakis-vias
Ιωσηφίδης, Θ., Ανάλυση ποιοτικών δεδομένων στις κοινωνικές επιστήμες, Αθήνα: ΚΡΙΤΙΚΗ, 2003.
Παπαμιχαήλ, Σ., «Η ψυχολογική βία και ο εξαναγκαστικός έλεγχος ως σημαντικές μεταβλητές στην κατανόηση της συζυγικής-συντροφικής βίας», Crime & Punishment, Ειδικό Αφιέρωμα: Η γυναίκα ως δράστης και θύμα εγκλήματος και τα ανθρώπινα δικαιώματα, 2020,43-51, http://www.hscriminology.gr/wp-content/uploads/2020/07/crime-and-punishment-7.pdf?fbclid=IwAR0p9wqbJY6kE7gS7YZDTdypNkbdRh55UXUKD9KSShktLnMoH-3_Jdhz4aE
Ξενόγλωσση βιβλιογραφία
Artinopoulou, V., «Restorative justice: A value for money justice?», Regional Science Inquiry, 2016,107–123.
Artinopoulou, V., Restorative justice and intimate partner violence: The Greek experience. In: European Forum for Restorative Justice (ed.), Restorative responses to sexual violence: Legal, social and therapeutic dimensions, 2015.
Barocas, B./Avieli, H./Shimizu, R./Yang, S./Uday Patankar, K./Al Neyadi, L., «Restorative Justice for Domestic Violence: The Meaning of Community in Circles», Victims & Offenders, 2024, 984–1002. https://doi.org/10.1080/15564886.2024.2312472
Beck, L. C. /Trombetta, W. L. /Share, S., «Using focus group sessions before decisions are made», North Carolina Medical Journal, 1986,73–74.
Berger, R., «Now I See It, Now I Don’t: Researcher’s Position and Reflexivity in Qualitative Research». Qualitative Research, 2015, 219–234. https://doi.org/10.1177/1468794112468475
Braithwaite, J., Restorative Justice and Responsive Regulation. New York: Oxford University Press, 2002.
Cheon, A. & Regehr, C. «Restorative Justice Models in Cases of Intimate Partner Violence: Reviewing the Evidence». Victims & Offenders, 2006, 369-394.
Coker, D. K., Transformative Justice: Anti-Subordination Processes in Cases of Domestic Violence, in Restorative Justice and Family Violence (Heather Strang and John Braithwaite Eds.) Cambridge University Press, 2002.
Council of Europe, Recommendation No. R (99)19 on Mediation in Penal Matters.
Council of Europe, Recommendation Rec (2008)11 on the European Prison Rules, 2008. https://www.coe.int/en/web/portal
Daly, K., «Conventional and innovative justice responses to sexual violence», Australian Centre for the Study of Sexual Assault, Research Report No. 18, 2011.
Daly, K., «Restorative Justice and Sexual Assault: An Archival Study of Court and Conference Cases», British Journal of Criminology,2006,334-56.
Directive 2012/29/EU of the European Parliament and of the Council, establishing minimum standards on the rights, support and protection of victims of crime.
Dwyer, S. C., / Buckle, J. L., «The Space Between: On Being an Insider-Outsider in Qualitative Research», International Journal of Qualitative Methods, 2009, 54-63.
European Union Agency for Fundamental Rights, Victims of crime in the EU: The extent and nature of support for victims. FRA, 2014.
Gavrielides, T., «Restorative Justice Theory and Practice: Addressing the Discrepancy», European Institute for Crime Prevention and Control, 2007.
Gavrielides, T./Artinopoulou, V., «Restorative justice and violence against women: Comparing Greece and the United Kingdom», Asian Criminology, 2013,25–40. https://doi.org/10.1007/s11417-011-9123-x
GREVIO, Baseline Evaluation Report – Greece, Council of Europe Group of Experts on Action against Violence against Women and Domestic Violence, 2020. https://rm.coe.int/grevio-report-greece/168099ab7c
Johnstone, G., Restorative Justice: Ideas, Values, Debates. 2nd ed. London: Routledge, 2011.
Marshall, T. F., Restorative Justice: An Overview. London: Home Office Research Development and Statistics Directorate, 1999.
Ollino, A./Pertile, M., «Restorative Justice as a Tool to Address Violence Against Women? An Assessment of the Italian Case in Light of the Practice of International Monitoring Bodies». Italian Yearbook of International Law Online, 2024, 349–378. https://brill.com/view/journals/iyio/33/1/article-p349_17.xml
Pelikan, C., On the Evaluation of Restorative Justice Practices, European Forum for Restorative Justice, 2010.
Pillow, W., «Confession, Catharsis, or Cure? Rethinking the Uses of Reflexivity as Methodological Power in Qualitative Research». International Journal of Qualitative Studies in Education, 2003, 175–196.
Pitsela, A./Chatzispyrou, Th., «Domestic violence and mediation in Greece», RJ4all Domestic Violence Publication, 2013. https://d1wqtxts1xzle7.cloudfront.net/41854537/RJ4all_domestic_violence_publication-libre.pdf
Ptacek, J., (ed.), Restorative Justice and Violence Against Women, INTERPERSONAL VIOLENCE SERIES, New York, 2010.
Ranjan, S., «Domestic Violence Legislation in Greece: Analysis of Penal Mediation», Women & Criminal Justice, 2019,42–68.
Roche, D. (Ed.), Restorative Justice: Ideals and Realities (1st ed.), 2004, Routledge. https://doi.org/10.4324/9781351150125
Russell P. Dobash, R.P. / Dobash, R.E., Women’s Violence to Men in Intimate Relationships: Working on a Puzzle, The British Journal of Criminology, May 2004, 324–349.
Sambou, S./Slogs, P., Country Report Finland, Department of Criminal Policy of the Ministry of Justice Finland: Finland, 2014.
Schmidt, L., «Is it appropriate to use restorative justice in cases of domestic violence? » Hungarian Police, 2023,219–230. https://doi.org/10.32577/mr.2023.1.14
Stark, E., Coercive Control: How Men Entrap Women in Personal Life, Oxford University Press, 2007.
Stubbs, J., «Beyond apology? Domestic violence and critical questions for restorative justice», Criminology & Criminal Justice, 2007,169-187.
UNODC, Restorative Justice in Criminal Matters, United Nations Office on Drugs and Crime, 2021. UNODC_Handbook_on_Restorative_Justice_2020.pdf
Wasileski, G., «Prosecutors and Use of Restorative Justice in Courts: Greek Case». Journal of Interpersonal Violence, 2015,1943-1966, 2026-2046.
Why Me? Valuing victims: A review of Police and Crime Commissioners delivery of restorative justice 2018/19, 2020. https://why-me.org/wp-content/uploads/2020/03/Why-me-Restorative-Justice-Valuing-Victims-Report-2020.pdf
Zehr, H., The Little Book of Restorative Justice, Good Books, 2002.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα