Κείμενο
Εισαγωγή: Το νομικό πλαίσιο της υγειονομικής ταφής στην ΕΕ
Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-368/24 (Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας) συνιστά μια ακόμη ηχηρή υπενθύμιση των συνεπειών της μη συμμόρφωσης ενός κράτους μέλους με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου επί παράβασης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 260 § 1 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, πρόκειται για την επιβολή σημαντικών χρηματικών κυρώσεων σε βάρος της Ελλάδας λόγω της αδιάλειπτης λειτουργίας ενός κορεσμένου και παράνομου ΧΥΤΑ στη Ζάκυνθο, ο οποίος, παρά τη διαπιστωθείσα από το 2014 παρανομία, εξακολούθησε να λειτουργεί ή να μη συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις παύσης λειτουργίας κατά τους όρους του ενωσιακού δικαίου, και δη των Οδηγιών 1999/31/ΕΚ και 2008/98/ΕΚ.
Η υγειονομική ταφή αποβλήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ρυθμίζεται κατά βάση από την Οδηγία 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου της 26ης Απριλίου 1999 για την υγειονομική ταφή των αποβλήτων, η οποία θεσπίζει ειδικό πλαίσιο για τον σχεδιασμό, την έγκριση, τη λειτουργία, την παρακολούθηση και την παύση λειτουργίας των χώρων ταφής, με σκοπό την πρόληψη ή τη μείωση των δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία. Η Οδηγία αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα απόβλητα που θεμελιώνεται στην Οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα απόβλητα, γνωστή και ως Οδηγία-πλαίσιο, η οποία ορίζει τις βασικές αρχές της ενωσιακής πολιτικής διαχείρισης αποβλήτων και τη διαβάθμιση των επιλογών διαχείρισης με προτεραιότητα στην πρόληψη, επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση και ενεργειακή αξιοποίηση, και με την υγειονομική ταφή να αποτελεί το τελευταίο στάδιο διαχείρισης, επιτρεπτό μόνο εφόσον δεν είναι τεχνικά ή οικονομικά εφικτή μια ανώτερη μέθοδος στην ιεράρχηση.
Η Οδηγία 1999/31/ΕΚ στοχεύει στην πρόληψη ή μείωση των αρνητικών επιπτώσεων της ταφής αποβλήτων στο περιβάλλον. Αφορά αστικά, επικίνδυνα, μη επικίνδυνα και αδρανή απόβλητα. Ορίζει χώρους ταφής τους, στους οποίους δεν επιτρέπονται κάποιες κατηγορίες, όμως, αποβλήτων (π.χ. εύφλεκτα), ενώ τονίζει πως προαπαιτείται επεξεργασία τους. Ρυθμίζονται τα περί αδειών εκμετάλλευσης των χώρων ταφής, για τους οποίους απαιτείται και ΜΠΕ (βλ. Οδηγία 85/337).
Η Οδηγία 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου της 26ης Απριλίου 1999 για τις χωματερές των αποβλήτων είναι ένα σημαντικό νομοθέτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ρυθμίζει την κατασκευή, τη λειτουργία και την αποκατάσταση των χώρων υγειονομικής ταφής αποβλήτων (χωματερών). Ο κύριος στόχος της Οδηγίας είναι να μειώσει τις αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, ειδικά στη μόλυνση του εδάφους, του νερού και του αέρα, καθώς και να περιορίσει τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία που προκύπτουν από τη διάθεση των αποβλήτων σε χωματερές.
Η Οδηγία 1999/31/ΕΚ εισήγαγε αυστηρούς κανόνες για τη διαχείριση των χώρων υγειονομικής ταφής, απαιτώντας από τα κράτη-μέλη να διασφαλίζουν ότι οι χωματερές πληρούν συγκεκριμένα τεχνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια πριν λάβουν άδεια λειτουργίας. Αυτά τα κριτήρια περιλαμβάνουν την επιλογή κατάλληλης τοποθεσίας, τον σχεδιασμό και την κατασκευή των χωματερών, καθώς και τη διαχείριση των υγρών απορριμμάτων (στραγγισμάτων) και των αερίων που παράγονται κατά την αποσύνθεση των αποβλήτων.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της Οδηγίας είναι η υποχρέωση των κρατών-μελών να μειώσουν σταδιακά την ποσότητα των βιοδιασπώμενων αποβλήτων που καταλήγουν σε χωματερές. Η Οδηγία θέτει συγκεκριμένους στόχους για τη μείωση αυτών των αποβλήτων, προκειμένου να περιοριστεί η παραγωγή μεθανίου, ενός ισχυρού αερίου του θερμοκηπίου που παράγεται κατά την αποσύνθεση οργανικών υλικών σε χωματερές.
Επιπλέον, η Οδηγία 1999/31/ΕΚ προβλέπει μέτρα για την αποκατάσταση των χωματερών μετά το τέλος της λειτουργίας τους, ώστε να αποτραπεί η μακροπρόθεσμη περιβαλλοντική ζημιά. Αυτό περιλαμβάνει τη συνεχή παρακολούθηση και τη λήψη μέτρων για τη διαχείριση των στραγγισμάτων και των αερίων, καθώς και την αποκατάσταση του εδάφους.
Τέλος, η Οδηγία ενθαρρύνει την ανακύκλωση και την ανάκτηση ενέργειας από τα απόβλητα ως εναλλακτικές λύσεις στη διάθεση σε χωματερές, συμβάλλοντας έτσι στην προώθηση της κυκλικής οικονομίας και τη μείωση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης από τα απόβλητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εφαρμογή αυτής της Οδηγίας έχει οδηγήσει σε σημαντική μείωση της χρήσης χωματερών σε πολλά κράτη-μέλη, προωθώντας παράλληλα πιο βιώσιμες μεθόδους διαχείρισης αποβλήτων.
Η Οδηγία τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 1882/2003 και συμπληρώθηκε με τα ακόλουθα κείμενα, π.χ. Απόφαση 2003/33 για τον καθορισμό κριτηρίων και διαδικασιών αποδοχής των αποβλήτων σε χώρους υγειονομικής ταφής, σύμφωνα με την Οδηγία 1999/31, άρθρο 16 και Παράρτημα ΙΙ.
Η Οδηγία 1999/31 ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την ΚΥΑ 29407/2002 «Μέτρα και όροι για την υγειονομική ταφή των αποβλήτων». Το 2006 εκδόθηκε η υπουργική απόφαση 4641/232/2006, η οποία καθορίζει τις τεχνικές προδιαγραφές μικρών χώρων υγειονομικής ταφής σε νησιά και απομονωμένους οικισμούς.
Η Οδηγία 1999/31/ΕΚ επιβάλλει συγκεκριμένες τεχνικές και λειτουργικές απαιτήσεις για τους χώρους ταφής, ταξινομώντας τους σε τρεις κατηγορίες: για επικίνδυνα, για μη επικίνδυνα και για αδρανή απόβλητα. Προβλέπει ότι κάθε χώρος ταφής απαιτεί άδεια λειτουργίας βάσει λεπτομερούς αξιολόγησης περιβαλλοντικών κινδύνων και κατάλληλης μελέτης αποκατάστασης. Η άδεια χορηγείται μόνο κατόπιν ελέγχου της συμμόρφωσης με τις προβλεπόμενες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της προηγούμενης επεξεργασίας των αποβλήτων, της εφαρμογής κατάλληλων μέτρων στεγανοποίησης και της ύπαρξης συστήματος παρακολούθησης και συλλογής εκλυόμενων αερίων και στραγγισμάτων. Η Οδηγία επιβάλλει ακόμη την τήρηση σχεδίου παύσης λειτουργίας και μεταπαρακολούθησης επί τουλάχιστον 30 έτη μετά το κλείσιμο του χώρου ταφής, υπό την ευθύνη του φορέα εκμετάλλευσης, ο οποίος παραμένει υπόχρεος για τη λήψη προληπτικών ή διορθωτικών μέτρων.
Η υγειονομική ταφή σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας, όπως οι τόποι του δικτύου Natura 2000, διέπεται συμπληρωματικά και από την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ (Οδηγία για τους οικοτόπους), και ιδίως το άρθρο 6 § 3, κατά το οποίο κάθε σχέδιο ή έργο που ενδέχεται να έχει σημαντική επίπτωση σε προστατευόμενο τόπο υπόκειται σε εκ των προτέρων δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων και δεν εγκρίνεται αν δεν διασφαλίζεται ότι δεν θα θίξει την ακεραιότητα του τόπου.
Η υποχρέωση των κρατών μελών για πλήρη και έγκαιρη ενσωμάτωση των διατάξεων αυτών στην εσωτερική έννομη τάξη και η τήρηση όλων των απαιτήσεων κατά τη λειτουργία ή παύση χώρων ταφής θεμελιώνεται και στο άρθρο 4 ΣΛΕΕ για την επιμερισμένη αρμοδιότητα στον τομέα του περιβάλλοντος, ενώ η μη συμμόρφωση συνεπάγεται ευθύνη κατά το άρθρο 258 ΣΛΕΕ και, εφόσον υφίσταται προηγούμενη καταδικαστική απόφαση, την επιβολή χρηματικών κυρώσεων κατά το άρθρο 260 ΣΛΕΕ.
Δύο σημαντικές αποφάσεις του Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) που αφορούν τον τομέα της υγειονομικής ταφής αποβλήτων και παρουσιάζουν καίρια σημεία σχετικά με τη συμμόρφωση των κρατών‑μελών με το ενωσιακό δίκαιο είναι:
1. C‑323/13 European Commission v Italian Republic (15 Οκτωβρίου 2014)
Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της κατά τις οδηγίες 1999/31/ΕΚ (για τη ταφή αποβλήτων) και 2008/98/ΕΚ (πλαίσιο διαχείρισης αποβλήτων). Συγκεκριμένα, έθεσε τα ακόλουθα σημεία: Το κράτος‑μέλος πρέπει να εξασφαλίσει ένα «επαρκές και ολοκληρωμένο δίκτυο εγκαταστάσεων διάθεσης» (adequate and integrated network of disposal installations) που να εξυπηρετεί τις ανάγκες της διαχείρισης αποβλήτων. Η διάθεση αποβλήτων σε ΧΥΤΑ χωρίς προηγούμενη καταλληλότητα και χωρίς να έχει εφαρμοστεί η απαιτούμενη επεξεργασία (treatment) αντίκειται στα άρθρα της Οδηγίας 1999/31/ΕΚ. Η συλλογή (separate collection) των αποβλήτων δεν αρκεί από μόνη της για να θεωρηθεί ότι η παραμένουσα ροή αποβλήτων έχει υποβληθεί σε «κατάλληλη επεξεργασία» (pretreatment) κατά το άρθρο 6(β) της Οδηγίας 1999/31/ΕΚ. Η υπόθεση λειτουργεί ως ορόσημο για τη διαμόρφωση της έννοιας της «επεξεργασίας πριν την ταφή» και επιφυλάσσει ότι η απλή ύπαρξη εγκαταστάσεων δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται από ουσιαστική δράση συμμόρφωσης.
2. C‑109/22 European Commission v Romania (14 Δεκεμβρίου 2023)
Σε αυτή την πρόσφατη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ρουμανία παραβίασε τις υποχρεώσεις της από την Απόφαση του Δικαστηρίου της 18 Οκτωβρίου 2018 (C‑301/17) και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/31/ΕΚ λόγω της μη κλεισίματος χώρων ταφής που δεν είχαν λάβει την απαιτούμενη άδεια. Η Ρουμανία είχε απομείνει με 31 χώρους ταφής που δεν είχαν αδειοδοτηθεί και δεν είχαν κλείσει, παρά τις υποχρεώσεις της. Το Δικαστήριο επιβάλει ποινές: καταδίκασε τη Ρουμανία να καταβάλει χρηματική ποινή (EUR 600 ανά ΧΥΤΑ και ανά ημέρα καθυστέρησης) και εφάπαξ ποσό. Ο λόγος για αυστηρή μεταχείριση είναι η σοβαρότητα της παράβασης, η διάρκειά της και οι πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου. Η υπόθεση επιβεβαιώνει τη δυναμική που αποδίδει το ενωσιακό δίκαιο στην εκτελεσιμότητα των αποφάσεων του Δικαστηρίου και στην αποτροπή μακροχρόνιων παραλείψεων.
Η σημασία της σχολιαζόμενης απόφασης
Η εν προκειμένω απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο ως προς το επιβληθέν ύψος των κυρώσεων όσο και ως προς τις νομικές επισημάνσεις της επί της ουσιαστικής έννοιας της «συμμόρφωσης». Το Δικαστήριο τονίζει ότι η απλή παύση της υποδοχής νέων αποβλήτων δεν επαρκεί: για την πλήρη συμμόρφωση απαιτείται και η υλοποίηση των έργων παύσης λειτουργίας (π.χ. αποκατάσταση, στεγανοποίηση, περιβαλλοντική παρακολούθηση), κατά τις προβλέψεις της Οδηγίας 1999/31. Επομένως, το κριτήριο συμμόρφωσης δεν είναι τυπικό ή αποσπασματικό, αλλά ουσιαστικό και ολοκληρωμένο. Το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση της Επιτροπής περί παρατεταμένης αδράνειας, υπογραμμίζοντας τις σοβαρές συνέπειες για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, και επιβάλλει σημαντικό κατ’ αποκοπήν ποσό (5.500.000 ευρώ), αλλά και χρηματική ποινή 12.500 ευρώ ημερησίως, η οποία δεν προϋπήρχε της απόφασης.
Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-368/24 (Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας) έχει ιδιαίτερη νομική σημασία τόσο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 260 §1 ΣΛΕΕ όσο και ως προς τη θεσμική αυστηρότητα με την οποία το Δικαστήριο επιβάλλει κυρώσεις για τη μη εκτέλεση προηγούμενης απόφασης επί παραβάσεως (C-600/12). Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται στη διαπίστωση συνέχισης της παράβασης αλλά αναπτύσσει μία πλήρη και δογματικά τεκμηριωμένη έννοια της “συμμόρφωσης”, απορρίπτοντας κάθε απόπειρα του κράτους μέλους να προτάξει τυπικές ή εν μέρει εφαρμοσμένες ενέργειες ως επαρκείς. Στην ουσία, η απόφαση διατυπώνει αυστηρή νομολογιακή αρχή κατά την οποία η πραγματική συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης απαιτεί όχι μόνο την παύση της παρανομίας, αλλά και την υλοποίηση όλων των θετικών πράξεων αποκατάστασης που απαιτεί η οδηγία που παραβιάστηκε, σε πλήρη, ουσιαστική και τεχνικά επαρκή έκταση.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η απλή διακοπή της ταφής αποβλήτων δεν ισοδυναμεί με συμμόρφωση εάν δεν έχουν εκτελεστεί και οι αναγκαίες εργασίες παύσης λειτουργίας και αποκατάστασης του χώρου, όπως προβλέπονται στην Οδηγία 1999/31/ΕΚ. Το εύρος αυτής της υποχρέωσης καθορίζεται όχι με βάση τη βούληση ή τη δυνατότητα του κράτους μέλους αλλά με βάση τον σκοπό της Οδηγίας και την ανάγκη πρόληψης σοβαρών και μη αναστρέψιμων βλαβών στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία. Η προσέγγιση αυτή υποδηλώνει ότι η συμμόρφωση δεν ερμηνεύεται στενά ούτε με αναφορά σε τυπικές ενέργειες, αλλά τελεί υπό την ουσιαστική αξιολόγηση του Δικαστηρίου, το οποίο διατηρεί το τελικό λόγο για το αν ένα κράτος έχει όντως εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.
Στο πλαίσιο του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, η απόφαση επαναβεβαιώνει ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιβάλλει τόσο κατ’ αποκοπήν ποσό όσο και χρηματική ποινή, ακόμη και εάν δεν συντρέχει πλήρης ταύτιση μεταξύ του αιτήματος της Επιτροπής και της κρίσης του. Το ύψος των επιβληθεισών κυρώσεων τεκμηριώνεται βάσει της σοβαρότητας και της διάρκειας της παράβασης καθώς και της ανάγκης αποτροπής μελλοντικών παραβάσεων. Η επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ύψους 5.500.000 ευρώ και ημερήσιας ποινής 12.500 ευρώ επιβεβαιώνει ότι το Δικαστήριο επιδιώκει μέσω των χρηματικών κυρώσεων όχι απλώς τιμώρηση αλλά εξαναγκασμό του κράτους μέλους σε ουσιαστική συμμόρφωση. Επιπλέον, η απόφαση εμπεδώνει τη σημασία του δεδικασμένου και του κύρους της προηγούμενης απόφασης επί παραβάσεως, το οποίο δεν μπορεί να ατονήσει λόγω καθυστερήσεων ή μερικών μέτρων που έχουν ληφθεί εν τω μεταξύ.
Η απόφαση διαμορφώνει επίσης νομολογιακά κριτήρια για τη στάθμιση των επιπτώσεων της μη συμμόρφωσης επί των γενικών και ιδιωτικών συμφερόντων. Το Δικαστήριο δέχεται ότι η συνέχιση της λειτουργίας παράνομου ΧΥΤΑ ή η μη αποκατάστασή του μπορεί να επιφέρει κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, υποβάθμιση του περιβάλλοντος, υπονόμευση του ενωσιακού δικαίου και ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών. Η νομική σημασία της απόφασης έγκειται συνεπώς στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου (effet utile), στην ενδυνάμωση της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας και στην επιβεβαίωση του ρόλου του Δικαστηρίου ως θεσμικού εγγυητή της συμμόρφωσης και της ομοιομορφίας στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.
Η απόφαση C-368/24 προσθέτει κρίσιμες διευκρινίσεις και ενισχύει τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τουλάχιστον τρία επίπεδα: α) ως προς την έννοια της πλήρους συμμόρφωσης στο πλαίσιο του άρθρου 260 §1 ΣΛΕΕ, β) ως προς την εφαρμογή των απαιτήσεων της Οδηγίας 1999/31/ΕΚ για την υγειονομική ταφή αποβλήτων όταν έχει ήδη προηγηθεί καταδικαστική απόφαση, και γ) ως προς την τεχνική και ποιοτική αξιολόγηση της συμμόρφωσης από το ίδιο το Δικαστήριο, χωρίς να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς του κράτους μέλους ή από τυπικές διοικητικές ενέργειες. Σε αντίθεση με προγενέστερες αποφάσεις που έδιναν έμφαση στην απλή παύση της παρανομίας, εδώ το Δικαστήριο προχωρά σε ουσιαστικό έλεγχο του κατά πόσον τα ληφθέντα μέτρα υλοποιούν τον σκοπό της οδηγίας και αίρουν πραγματικά τις επιπτώσεις της αρχικής παράβασης.
Πιο συγκεκριμένα, η απόφαση εδραιώνει ότι η υποχρέωση παύσης της λειτουργίας ενός παράνομου ΧΥΤΑ δεν εξαντλείται στην παύση της υποδοχής νέων αποβλήτων. Αντίθετα, το Δικαστήριο επισημαίνει ρητά ότι απαιτείται και η εκτέλεση των «εργασιών παύσης λειτουργίας», δηλαδή το σύνολο των τεχνικών, κατασκευαστικών και περιβαλλοντικών παρεμβάσεων που οδηγούν σε πραγματική αποκατάσταση του χώρου, διαχείριση των εκπομπών, μόνωση, επιφανειακή στεγανοποίηση και μακροχρόνια παρακολούθηση. Αυτή η ερμηνεία συνιστά ποιοτική ενίσχυση της υποχρέωσης συμμόρφωσης, σε σχέση με παλαιότερες αποφάσεις, όπως η C-129/00 (Επιτροπή κατά Ιταλίας), όπου το βάρος έπεφτε κυρίως στην παράλειψη άμεσων ενεργειών, χωρίς ανάλογη έμφαση στην τεχνική πληρότητα των μέτρων αποκατάστασης.
Επιπλέον, η C-368/24 διαφοροποιείται από υποθέσεις όπως η C-297/11 (Επιτροπή κατά Ελλάδας για τους παράνομους ΧΑΔΑ), όπου η παραβίαση αφορούσε την απουσία σχεδίου εναλλακτικής διαχείρισης αποβλήτων. Στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο προχωρά πέραν της διαπίστωσης κανονιστικής ανεπάρκειας και ελέγχει τη συμμόρφωση με βάση τεχνικά δεδομένα και υλικές διαπιστώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τον χρονικό ορίζοντα των ενεργειών, την τοποθέτηση της εγκατάστασης σε περιβαλλοντικά ευαίσθητη περιοχή (Ζάκυνθος, Natura 2000), και την επανειλημμένη αδράνεια των εθνικών αρχών.
Επιπροσθέτως, η απόφαση ενισχύει τη νομολογία ως προς τον σκοπό και τη λειτουργία των χρηματικών ποινών στο άρθρο 260 §2 ΣΛΕΕ. Το Δικαστήριο εξηγεί με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι η επιβολή ημερήσιας χρηματικής ποινής και κατ’ αποκοπήν ποσού δεν αποσκοπεί μόνο στην τιμώρηση της συνέχισης της παράβασης, αλλά λειτουργεί ως επιτακτικός μηχανισμός συμμόρφωσης, μέσω της οικονομικής πίεσης. Η εν λόγω λειτουργία συνδέεται ευθέως με τον κίνδυνο μη αναστρέψιμης βλάβης για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, με αποτέλεσμα η νομική αξιολόγηση του Δικαστηρίου να εμπεριέχει και στοιχείο ουσιαστικής επιείκειας προς τους πληθυσμούς που πλήττονται από τη διοικητική αδράνεια. Αυτή η συσχέτιση μεταξύ της σοβαρότητας της παράβασης και της αποτελεσματικότητας των μέτρων πίεσης επιτρέπει στο Δικαστήριο να διαφοροποιεί τις χρηματικές κυρώσεις ανάλογα με την αποτροπή, την επανάληψη, αλλά και τη συμβολική βαρύτητα της παραβίασης του ενωσιακού δικαίου.
Τέλος, η απόφαση C-368/24 ενισχύει τη νομολογιακή θέση ότι η ευθύνη του κράτους μέλους δεν απομειώνεται λόγω εσωτερικών δυσχερειών, τεχνικών καθυστερήσεων ή αλληλοεπικάλυψης αρμοδιοτήτων, επιβεβαιώνοντας την πάγια θέση ότι το κράτος μέλος οφείλει να εξασφαλίζει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται από το ενωσιακό δίκαιο. Η θέση αυτή αναβαθμίζεται σε περίπτωση μη εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, δεδομένου ότι το ΔΕΕ δεν αποδέχεται την εκκρεμότητα έργων ως λόγο για τη μη συμμόρφωση. Αυτό προσθέτει κρίσιμη διάσταση στην αρχή της ενισχυμένης εκτελεστότητας των αποφάσεων του Δικαστηρίου και επιβεβαιώνει ότι η λειτουργία των ενωσιακών δικαιοδοτικών μηχανισμών δεν μπορεί να υπονομευθεί από εθνικές αδράνειες ή πολιτικές σκοπιμότητες.
Επιπλέον, αξίζει να προσεχθεί ότι το ΔΕΕ, μολονότι δεν έκανε δεκτό το πλήρες ύψος της χρηματικής ποινής που ζήτησε η Επιτροπή (18.450 ευρώ/ημέρα), εντούτοις υιοθέτησε τη βασική λογική της προσφυγής και κατέληξε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να παραβιάζει τη νομολογία του, ήδη επί σειρά ετών μετά την αρχική καταδίκη του 2014. Η μείωση του ποσού (σε σχέση με το αίτημα της Επιτροπής) δεν αναιρεί την αυστηρότητα της στάσης του Δικαστηρίου, η οποία εντάσσεται σε μια μακρά γραμμή νομολογίας που δεν ανέχεται την υπονόμευση της ενωσιακής περιβαλλοντικής πολιτικής, ιδίως στον τομέα των αποβλήτων, και απαιτεί από τα κράτη μέλη πλήρη, έγκαιρη και αποτελεσματική συμμόρφωση.
Η υπόθεση επιβεβαιώνει, τέλος, ότι η ευθύνη του κράτους μέλους παραμένει ενεργή και ακέραιη, ανεξαρτήτως τυχόν διοικητικών ή τοπικών δυσχερειών, ενώ οι χρηματικές κυρώσεις ενισχύουν τον αποτρεπτικό και πειθαρχικό ρόλο της ενωσιακής δικαιοσύνης. Η Ελλάδα καλείται πλέον όχι απλώς να παύσει τη λειτουργία του ΧΥΤΑ Ζακύνθου, αλλά να εφαρμόσει πλήρως όλα τα προβλεπόμενα έργα αποκατάστασης και να διασφαλίσει μόνιμη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου στον τομέα της διαχείρισης αποβλήτων.