Απόφαση

ΑΡΙΘΜΟΣ 1643/2014
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 4°
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Πελεκάνο, Πρόεδρο Εφετών, Παναγιώτα Λυμπεροπούλου, Βασιλική Μίχου Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Βασιλική Παπαστεργίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία «Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων» (ΕΛ.Γ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Μεσογείων) και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η πληρεξούσια δικηγόρος της Αναστασία Κουτσαύτη.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ... του …, κατοίκου …, οδός … - 11) ... του …, κατοίκου …, οδός ..., τους οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πληρεξούσια δικηγόρος τους Δημήτριος Αντωνίου.
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την από 3 Νοεμβρίου 2003 αγωγή τους, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό .../2003, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμό 2224/2005 οριστική του απόφαση, με την οποία, αφού θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς την 7η ενάγουσα ..., δίκασε αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και δέχθηκε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εκκαλούν εναγόμενο, με την από 28 Ιουνίου 2006 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό .../2006 και ζητεί να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά, του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δηλώσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 517 ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Διάδικοι δε είναι εκείνοι οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν (Ολ ΑΠ 11/1992 Ελ.Δ 33, 759). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 294 § 1, 295 παρ. Ια και 297 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, επερχομένης κατάργησης της σχετικής δίκης (Ολ. ΑΠ. 626/1980 ΝοΒ 28, 1981, ΑΠ 684/1985 Ελ.Δ 27, 89). Τέλος, η έφεση που απευθύνεται κατά διαδίκου στην πρωτόδικη δίκη, η οποία όμως δίκη ως προς αυτόν καταργήθηκε μετά από παραδεκτή παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και ως εκ τούτου θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε κατ’ αυτού, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού, μετά την κατά τα άνω παραίτηση, έπαυσε στην πρωτόδικη δίκη να έχει την ιδιότητα του διαδίκου, κατά του οποίου και μόνο απευθύνεται η έφεση κατά τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ (Εφ. Πειρ. 413/2005 Εφ.ΑΘ. 5287/1991 Ελ. Δνη 34, 1122).
Η από 28.11.2006 έφεση κατά της υπ’ αρ. 2224/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, δεδομένου, ότι ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης επιδόθηκε την 2α.11. 2006 (όπως προκύπτει από την επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) και η κρινομένη έφεση έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 1.12.2006 (υπ’ αρ. .../11.2. 2006 έκθεση κατάθεσης). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 533 ΚΠολΔ), πλήν της 7ης εφεσίβλητης, ως προς την οποία η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού αυτή απέβαλε την ιδιότητα του διαδίκου στην πρωτόδικη δίκη μετά την παραίτηση της από το δικόγραφο της αγωγής.
Με την από 3.11.2003 αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι κατά τους αναφερόμενους στο ιστορικό χρόνους προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο «Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων» δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και έκτοτε απασχολήθηκαν στον εναγόμενο καλύπτοντας με τις υπηρεσίες τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου. Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις ανανεώθηκαν διαδοχικά και όταν έληξε η τελευταία σύμβαση κατά τους ειδικότερους αναφερόμενους χρόνους, ο εναγόμενος οργανισμός έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Ζητούν δε, να αναγνωριστεί ότι με τον εναγόμενο τους συνδέει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί ο οργανισμός να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Π εκκαλουμένη απόφαση έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη και την έκανε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών Οργανισμός για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και λανθασμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια αυτά προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. ΑΠ 7/2011, 8/2011, 18/2006, ΑΠ 18/2012 ΤΝΠ Νόμος). Στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή-της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με' πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης/6/1999, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ. ΑΠ 7/2011, 6/2001, ΑΠ 15/2012), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ. ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ.7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι:
"Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου”. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις και οι οποίες κατέστησαν ήδη, με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους OTA, τα ΝΠΔΔ και τα ΝΤΠΔ που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς τον σκοπό αυτόν προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ. γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει και την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Συνεπώς, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση, κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ’ αυτό, με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 (Ολ. ΑΠ 19/2007, ΑΠ 852/ 2011, ΑΠ 64/2010 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189 § 3 και ήδη 249 §§ 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι’ αυτό απευθύνονται κατ’ ανάγκην, όχι απ’ ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομή τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Π οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 31/2009, 19/2007, ΑΠ 852/ 2011 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNI CEI και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση. Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων. Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκόψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) την μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη (ΑΠ 852/2011 ΤΝΠ Νόμος). Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις έργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται οι προϋποθέσεις κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, ενώ με το άρθρο 7 του ίδιου Π.Δ. προβλέφθηκε, ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών του για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωση ίση με το ποσό που δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από τις 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 παρ. 1 του άνω Π.Δ. ορίζεται ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ. α" να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός και δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η ως άνω διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθ. 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας την διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλ. συνδέονται με το Δημόσιο κ.λπ. εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (αγωγή) ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 852/2011, ΑΠ 590/2011 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω από τα παραπάνω συνάγεται, ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες για πρώτη φορά υπό το κράτος ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας αυτής, έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 852/2011, ΑΠ 590/2011 ό.π,). Αντίθετα, από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι, επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, και ισχύουν από 18-42001 (ΦΕΚ Α’ 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά’ την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα κατ καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ. ΑΠ 7/2011, ΑΠ 1109/2011, 15/2012, 1618/2011 ο.π.).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα των εναγόντων ..., που εξετάστηκε στο ακροατήριο, του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, τα οποία επανυποβάλλονται και τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, μετ’ επικλήσεως, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά στοιχεία είτε ως δικαστικά τεκμήρια αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος «Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.ΓΑ)», που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 14 παρ. 1 περί του ν. 2190/1994) και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο (ΑΠ 98/ 1999 ΤΝΠ Νόμος), έχει ως σκοπό την οργάνωση και εφαρμογή προγραμμάτων ενεργητικής προστασίας και την ασφάλιση της παραγωγής και του κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, που. περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων και την κάλυψη (αποζημίωση) των αγροτών για ζημίες που προξενεύονται στη φυτική παραγωγή από φυσικούς κινδύνους. Με τη διάταξη, της παρ. 17 του άρθρου 28 του ν. 3147/ 2003 μεταφέρθηκαν και ασκούνται από τον εναγόμενο αρμοδιότητες που ανήκαν στη Διεύθυνση Σχεδίασης Έκτακτης Ανάγκης του Υπουργείου Γεωργίας και αφορούν α) την παρακολούθηση των ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες, δυσμενείς καιρικές συνθήκες, πυρκαγιές και άλλα έκτακτα γεγονότα στην παραγωγή (φυτική, ζωική, αλιευτική) και το κεφάλαιο (φυτικό, αλιευτικό, πάγιο και έγγειο) των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, στη μελέτη και αξιολόγηση αυτών και την εισήγηση, αρμοδίως, για τα κυβερνητικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την’ ανόρθωση της οικονομίας και τη συνέχιση της παραγωγικής δραστηριότητας των παραγωγών που πλήττονται και στην υλοποίηση των μέτρων που εγκρίνονται β) στη λήψη ειδικών μέτρων για αποκατάσταση των δυσμενών επιπτώσεων που προκαλούνται από θεομηνίες και λοιπές αιτίες στη γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή της χώρας. Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι απασχολήθηκαν ως γεωπόνοι στον εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με αντικείμενο εργασίας, τη διενέργεια εκτιμήσεων των ζημιών των γεωργικών εκτάσεων, τον καθορισμό και την καταβολή των προσηκουσών αποζημιώσεων στους πληγέντες αγρότες κατά τα εξής διαστήματα 1) η πρώτη (...) από 18.5.1998 έως 2.10.1998, από 2.12.1998 έως 19.1.1999, από 27.1.1999 έως 25.3.1999, από 1.8.2000 έως 3.10.2000, από 16.1.2002 έως 15.9.2002, από 23.9. 2002 έως 22.5.2003 και από 9.6.2003 έως 8.8.2003, 2) Π δεύτερη (...) από 30.9.1996 έως 16. 1.1997, από 17.2.1997 έως 3.4.1997, από 5.5.1997 έως 11.7.1997, από 18.5.1998 έως 7.9.1998, από 1.12.1998 έως 17.2.1999, από 17.6.1999 έως 11.8.1999, από 9.9. 1999 έως 3.3.2000, από 17.4.2000 έως 24.6.2000, από 31.7.2000 έως 20.9.2000, από 25.4.2001 έως 5.11.2001, από 19.11.2001 έως 18.7.2002, από 24.7.2002 έως 20.12. 2002 και από 27.1.2003 έως 26.9.2003, 3) η τρίτη (...) από 19.5.1997 έως 25.8.1997, από 10. 11.1997 έως 23.12.1997, από 7.1.1998 έως 16.4.1998, από 18.5.1998 έως 17.1.1999, από 9.7.1999 έως 30.8. 1999, από 31.8.1999 έως 18.3.2000, από 19.7.2000 έως 8.9.2000, από 13.9.2000 έως 27.11.2000, από 13.12.2000 έως 9.3.2001, από 25.4.2001 έως 26.5.2001, από 26.11. 2001 έως 1.4.2002, από 2.4.2002 έως 25.7.2002, από 1.8.2002 έως 20.12.2002 και από 30.1.2003 έως 29.9. 2003, 4) Η τέταρτη (...) από 12.7. 1999 έως 30.8.1999, από 31.8.1999 έως 11.3.2000, από 19.7.2000 έως 8.9.2000, από 13.9.1999 έως 27.11.2000, από 13.12.2000 έως 9.9.2001, από 25.4.2001 έως 26.5. 2001, από 26.11.2001 έως 25.7.2002, από 1.8.2002 έως 20.12.2002, από 30.1.2003 έως 29.9.2003 και από 2.8. 2004 έως 1.4.2005, 5) ο πέμπτος (...) από 24.7.2000 έως 29.9.2000, από 7.2.2001 έως 29.3. 2001, από 7.5.2001 έως 10.9.2001, από 2.1.2001 έως 1.9. 2001, από 17.9.2002 έως 16.5.2003 και από 26.5.2003 έως 25.7.2003, 6) ο έκτος (...) από 5.5.1997 έως 30.9.1997, από 17.11.1997 έως 6.2.1998, από 25.5.1997 έως 3.8.1998, από 15.12.1998 έως 19.1, 1999, από 12.5.1999 έως 29.9.1999, από 6.12.1999 έως 31.3.2000, από 17.5.2000 έως 21.9.2000, από 10.5.2001 έως 2.8.2001, από 28.1.2002 έως 27.9.2002, από 7.10. 2002 έως 6.6.2003 και από 17.6.2002 έως 16.8.2003, 7) Π όγδοη (...) από 9.6.1993 έως 20.8. 1993, από 11.5.1994 έως 30.5.1994, από 13.7.1994 έως 22.8.1994, από 13.9.1994 έως 21.9.1994, από 17.4.1995 έως 1.9.1995, από 16.11.1995 έως 22.12.1995, από 5.5. 1997 έως 30.9.1997, από 5.11.1997 έως 21.11.97, από 9.6.1998 έως 7.9.1998, από 1.12.1998 έως 17.12.1998, από 18.12.1998 έως 17.2.1999, από 10.5.1999 έως 25.7. 1999, από 7.12.1999 έως 10.3.2000, από 17.4.2000 έως 13.9.2000, από 7.5.2001 έως 6.1.2002, από 28.1.2002 έως 27.9.2002, από 7.10.2002 έως 6.6.2003 και από 17.6. 2003 έως 16.8.2003, 8) ο ένατος (...) από 19.11.1997 έως 31.12.1997, από 25.5.1998 έως 25.9.1998, από 6.11.1998 έως 15.12.1998, από 5.1.1999 έως' 16.2.1999, από 21.6.1999 έως 22.9.1999, από 13.12.1999 έως 21.3.2000, από 11.5.2000 έως 3.10.2000, από 10.5.2001 έως 20.11.2002, από 23.1.2002 έως 22.9.2002, από3.10.2002 έως 2.6.2003 και από 9.6.2003 έως 8.8.2003. 9) Η δέκατη (...) από 17.2.1997 έως 23.4.1997, από 5.5.1997 έως 27.10.1997, από 18.5.1998 έως 5.9.1998, από 2.11.1998 έως 24.2.1999, από 3.8.2000 έως 15.9.2000, από 5.2.2001 έως 23.8.2001, από 28.1.2002 έως 27.9.2002, από 7.10.2002 έως 6.6.2003 και από 17.6.2003 έως 16.8.2003 και 10) Η ενδέκατη (...) από 18.4.2000 έως 17.4.2001, από 2.7.2001 έως 1.3.2002, από 4.3.2002 έως 3.11.2002, από 12.11. 2002 έως 11.7.2003 και από 21.7.2003 έως 20.9.2003. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες, (υπ’ αρ. .../2003, .../2003, 5971/2005, .../2003, .../ 2003, .../2003,.../2003, .../ 2003, .../2003, .../2003, …/2002 και .../2005 πιστοποιητικά του ΕΛ.ΓΑ) που προσλαμβάνονταν, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, από τον εναγόμενο με αλλεπάλληλες (διαδοχικές) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με αντικείμενο εργασίας την εκτίμηση γεωργικών ζημιών από διάφορα ζημιογόνα αίτια, εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του εναγομένου, οι οποίες δεν ήταν πρόσκαιρες ή έκτακτες, αλλά κάλυπταν «εν τοις πράγμασι» πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, αφού οι ανωτέρω συμβάσεις που κατάρτιζαν δεν αφορούσαν συγκεκριμένες εποχές ή περιόδους, αλλά διαρκούσαν σχεδόν ολόκληρο το έτος, απείχαν δε μεταξύ τους μικρά χρονικά διαστήματα. Ενόψει αυτών, ο χρονικός περιορισμός της διάρκειας αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και συγκεκριμένα από την εποχικότητα του έργου του εναγομένου, ούτε από τη φύση των υπηρεσιών, που παρείχαν οι ενάγοντες, ούτε από τη φύση και το είδος των καλυπτόμενων από την εργασία τους αναγκών του εναγομένου, ούτε υπαγορεύεται από άλλο ειδικό λόγο αναγόμενο στις συνθήκες των υπηρεσιών αυτού. Επομένως, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι οι ενάγοντες προσλαμβάνονταν για κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών του. Με βάση τα ανωτέρω και σύμφωνα με τις εκτιθέμενες νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, που προσλήφθηκαν για πρώτη φορά από τον εναγόμενο πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 103 παρ. 8 του ισχύοντος Συντάγματος, είχαν ήδη προσλάβει για καθένα από αυτούς, κατά το χρόνο που εκτίνεται η ένδικη έννομη σχέση, το χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο δε καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγόντων ως μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει την διάρκεια εργασίας τους με βάση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού εργασίας του, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης από αυτόν (κανονισμό) ως σύμβασης ορισμένου χρόνου (σχετ. Ολ. ΑΠ 7/2011), αφού, άλλωστε, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολο τους λαμβανόμενες ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ νόμου κανονισμών εργασίας (Ολ. ΑΠ 5/ 2011). Περαιτέρω, αφού η πρώτη από τις αλλεπάλληλες (διαδοχικές) συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων συνήφθη και προσέλαβε τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρ^ ξη ισχύος της αναθεώρησης της διάταξης του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου αυτού, ούτε οι διατάξεις των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, παρότι η εργασιακή σχέση αυτών με τον εναγόμενο συνεχιζόταν και ήταν ενεργός, κατά την έναρξη ισχύος τους και μετά από αυτή (ΑΠ 15/2012, ΑΠ 1562/2011 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι οι ένορκη αγωγή, ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες είναι νόμιμη και ακολούθως, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος εκκαλών με τους συναφείς λόγους της εφέσεως του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ακολούθως όλοι οι λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, η δε έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν ενώ τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την έφεση ως προς την έβδομη ενάγουσα εφεσίβλητη.
Δέχεται τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, μετεχόντων στην νέα σύνθεση για τη δημοσίευση ως Προέδρου του Προέδρου Εφετών Δημητρίου Μόκκα (λόγω προαγωγής και αποχώρησης προ της δημοσιεύσεως του Προέδρου Εφετών Αριστείδη Πελεκάνου) ως μελών των Εφετών Παναγιώτας Λυμπεροπούλου και Βασιλικής Μίχου και με Γραμματέα την Βασιλική Παπαστεργίου, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι, στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ