Απόφαση

Αριθμός 268/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.”, που εδρεύει στο … Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Ζερβέα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσούλα Συμπεθέρου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ”), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Κουτσογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2001 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 22/3/2004 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4599/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 4159/2013 απόφαση και 3403/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/1/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του παραστάντος στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ (όμοια κατά περιεχόμενο με τη διάταξη του άρθρου 517 του ίδιου κώδικα): "η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη”. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 89 και 277 αριθ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν ο εναγόμενος προσεπικαλέσει εκείνον από τον οποίο έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση, σε περίπτωση ήττας του, να παρέμβει στη δίκη προς υποστήριξή του, ο δε προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής δεν παρεμβαίνει παραδεκτά υπέρ του προσεπικαλούντος, αλλά εμφανίζεται στη δίκη, περιοριζόμενος στην απόκρουση της προσεπίκλησης και στην αμφισβήτηση της βασιμότητάς της, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ των αρχικών διαδίκων, ούτε δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ, μεταξύ αυτού (προσεπικαλουμένου) και προσεπικαλούντος - εναγομένου. Επομένως, αν ο διάδικος, που ηττήθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης δεν δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση αυτή και κατά του προσεπικαλουμένου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να είναι αναιρεσίβλητος, εφόσον αυτός δεν άσκησε παραδεκτά πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ του προσεπικαλούντος, στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη και, έτσι, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη αυτή (ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1430/2007, ΑΠ 1365/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με την από 21-04-2001 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, να του καταβάλει, λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης των προστηθέντων ιατρών του θεραπευτηρίου της, το αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία (διαφυγόντα κέρδη) και για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη. Η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, με την από 22-03-2004 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση, ανακοίνωσε τη δίκη στη δικονομική της εγγυήτρια, δεύτερη ήδη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, η οποία, δυνάμει Ασφαλιστικής σύμβασης, είχε αναλάβει την υποχρέωση να την αποζημιώσει, σε περίπτωση που αυτή θα υποχρεωνόταν να καταβάλει αποζημίωση σε τρίτα πρόσωπα και την προσεπικάλεσε, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ αυτής και να την υποστηρίξει στην ανοιγείσα, με την ανωτέρω αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, κύρια δίκη. Η ανωτέρω προσεπικληθείσα δεν εμφανίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την 4599/2012 απόφασή του, δέχθηκε, εν μέρει, την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης όλοι οι διάδικοι άσκησαν, αντίθετες, εφέσεις. Η έφεση της αναιρεσείουσας απευθύνθηκε και κατά της ανωτέρω προσεπικληθείσας, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας. Η τελευταία, εμφανίσθηκε μεν στο Εφετείο, πλην όμως, δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας, εκκαλούσας - εφεσίβλητης, που την προσεπικάλεσε. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η έφεση της τελευταίας κατά της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, Ασφαλιστικής εταιρείας, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτής και, κατά τα λοιπά, αμφότερες, οι αντίθετες εφέσεις απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Εφόσον, όμως, η ανωτέρω προσεπικληθείσα, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη, υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, που την προσεπικάλεσε, αυτή δεν κατέστη διάδικος στη δίκη μεταξύ της τελευταίας και του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ενάγοντος.
Συνεπώς, η αναιρεσείουσα δεν δικαιούτο να απευθύνει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων, τα οποία ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ και πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, να απορριφθεί, ως προς αυτήν, ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα, από τον αναιρεσείοντα, στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του ή πρόκειται για ισχυρισμό, ο οποίος παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 148/2006). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως η τελευταία εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015, καθόσον η ένδικη έφεση ασκήθηκε στις 19-06-2015 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ανωτέρω νόμου) οι ενστάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο). Διαφορετικά, αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι. Όλες, όμως, οι ανωτέρω αναφερόμενες ενστάσεις, όταν προτείνονται, για πρώτη φορά με τις προτάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, ερευνώνται παραδεκτά, από το Εφετείο, μόνο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, βάσει άλλου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση, από αυτό, της υποθέσεως (ΑΠ 821/1998). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 269/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, αναιρεσείουσα, κατά το αληθές νοηματικό περιεχόμενο των διαλαμβανόμενων στην κρινόμενη αίτηση ισχυρισμών της: α) με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτιμώμενο, όμως, ως από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 932, 416 και 483 παρ. 1 εδ. 1 ΑΚ, με το να μη λάβει υπόψη του και να απορρίψει την περιεχομένη στις προτάσεις της έφεσής της, ένσταση, από τη διάταξη του άρθρου 483 ΑΚ, με την οποίαν αυτή ζήτησε την απόρριψη της ένδικης αγωγής, λόγω απόσβεσης του ενδίκου δικαιώματος του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, ισχυριζομένη ότι το "..." Νοσοκομείο, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενο, με αυτή, για την ίδια, με την ένδικη, αιτία, του κατέβαλε αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και ηθική βλάβη, δυνάμει των αναφερομένων σ' αυτές (προτάσεις της) αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων, οι οποίες είχαν μεν εκδοθεί πριν την άσκηση της έφεσής της, αλλά περιήλθαν σε γνώση της μεταγενέστερα και δη λίγο πριν τη συζήτηση αυτής, και, ως εκ τούτου, ο αντίδικός της δεν δικαιούται, για δεύτερη φορά, αποζημίωση για την ίδια ζημία. β) Την ίδια αιτίαση, κατά το νοηματικό της περιεχόμενο, προβάλει και με το πρώτο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και, γ) με τον τέταρτο λόγο, από τον αριθμό 11 γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τις αποφάσεις: 1) 12979/2004 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και 735/2010 του ΣτΕ, τις οποίες αυτή (αναιρεσείουσα) επικαλέσθηκε με τις ανωτέρω προτάσεις της και προσεκόμισε, στο πλαίσιο απόδειξης της προαναφερθείσας ένστασής της, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, με αυτές, υποχρεώθηκε το εν λόγω Νοσοκομείο να καταβάλει στον αντίδικό της την ίδια με την επιδιωκόμενη και με την ένδικη αγωγή του αποζημίωση. Όλοι, όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι. Και τούτο διότι, στηρίζονται σε ισχυρισμό και συγκεκριμένα στην από το άρθρο 483, σε συνδ. με άρθρ. 914,926 και 927 ΑΚ, ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας, εκκαλούσας, που αυτή προέβαλε, για πρώτη φορά, με τις προτάσεις της στο Εφετείο και όχι με λόγο της έφεσής της, χωρίς να συντρέχει, όπως, άλλωστε και η ίδια δεν επικαλείται στο αναιρετήριο, καμιά από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, δεν μπορούσε να λάβει υπόψη και να ερευνήσει τον ισχυρισμό της αυτό, πριν την παραδοχή της βασιμότητας λόγου έφεσης και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει, εν προκειμένω, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλά και στο αναιρετήριο δικόγραφο αναφέρεται, όλοι οι λόγοι της ένδικης έφεσης, όπως και αυτή, στο σύνολό της, απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι. Σημειουμένου, εδώ, ότι ούτε και ως εφεσίβλητη η ήδη αναιρεσείουσα μπορούσε να προβάλει τον επίμαχο ισχυρισμό της, προς απόκρουση της, εναντίον της, αντίθετης έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτός παραπονείτο κατά της εκκαλουμένης για την εν μέρει παραδοχή της αγωγής του και ζητούσε την εξαφάνισή της και την καθ' ολοκληρία παραδοχή αυτής. Τούτο δε διότι, ο ισχυρισμός αυτός δεν κατατείνει στην υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης, αλλά στην ανατροπή του και στην απόρριψη της ένδικης αγωγής, στο σύνολό της. Ανεξαρτήτως τούτων, όμως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος: α) κατά το πρώτο σκέλος του και με την υποστηριζόμενη, από την αναιρεσείουσα εκδοχή της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένης στην παραβίαση, από το Εφετείο, των διατάξεων των άρθρων 914, 926, 932, 416 και 483 παρ. 1, εδ. 2 ΑΚ, που συντελέσθηκε, κατά τους εκεί ισχυρισμούς της, με το να κρίνει ότι ο αντίδικός της δικαιούται, για δεύτερη φορά, την ίδια αποζημίωση, που ήδη έχει εισπράξει από το "..." Νοσοκομείο. Και, β) κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο, επικουρικώς, και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ο αναιρεσίβλητος είχε μερικώς μόνο ικανοποιηθεί με την αποζημίωση, που ήδη έλαβε, από το ανωτέρω Νοσοκομείο, με βάση τις προαναφερθείσες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων (και ως εκ τούτου νομιμοποιείτο να στραφεί κατ' αυτής, για την υπόλοιπη αποζημίωση), προβάλλεται η αιτίαση, αφενός, ότι το Εφετείο με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή, στην οποία δεν αναφέρονται τέτοια περιστατικά, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε εκτίμηση, από τους αριθμούς 8 και 14 και, αφετέρου, μη διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, καμία αιτιολογία ως προς το ζήτημα αυτό, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, ως προς όλες τις ανωτέρω αιτιάσεις του, πλην της πρώτης του δευτέρου σκέλους του (αοριστία αγωγής), στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ενάγων, δικαιούται να επιδιώξει και να ικανοποιηθεί, για δεύτερη φορά για τις ένδικες απαιτήσεις του και ότι η ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη, παθητικώς, εις ολόκληρον ευθυνόμενη με το "..." Νοσοκομείο, δεν απαλλάσσεται, με την καταβολή από αυτό, προς τον αντίδικο της, ολόκληρου ή μέρους της ίδιας, με την ένδικη, αποζημιώσεως, πλην, όμως, όπως προκύπτει από τις παρακάτω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης, καθόλου, δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή τέτοια περιστατικά. Κατά δε την πρώτη αιτίαση του δευτέρου σκέλους του, περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, επίσης, είναι αβάσιμος (νομικά), καθόσον οι επικαλούμενες, από την αναιρεσείουσα, ελλείψεις του δικογράφου της δεν αποτελούν στοιχεία, απαιτούμενα κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της ένδικης αγωγής (αποζημίωση από αδικοπραξία, ΑΚ 914 επ.), αλλά στοιχεία θεμελιωτικά ενστάσεως από τα άρθρα 483, 914, 926 και 927 ΑΚ, η οποία μπορεί να προβληθεί, από τον εναγόμενο, οφειλέτη, συνεπεία αδικοπραξίας, προς απόκρουση της ανωτέρω αγωγής, σε περίπτωση, απαλλαγής αυτού, λόγω καταβολής, στον ζημιωθέντα, ενάγοντα, της ίδιας με την αιτουμένη, με την αγωγή του, αποζημιώσεως, από άλλον, ευθυνόμενο, επίσης, εις ολόκληρον με αυτόν, προς τούτο, συνοφειλέτη του (εναγομένου). Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός, κατά την ίδια αιτίασή του, είναι αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει, για τη θεμελίωσή του, αν προέβαλε στα δικαστήρια της ουσίας, πότε και με ποιο τρόπο τον υπόψη ισχυρισμό της, ήτοι περί της αοριστίας της ένδικης αγωγής.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 298 εδάφ. β', 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση αποκαταστάσεως της ζημίας, που προξενήθηκε από αδικοπραξία, είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας, αν η πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, ενόψει των ειδικών περιστάσεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας ήταν πρόσφορη αιτία του επιζημίου αποτελέσματος, δηλαδή ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να έχει ως συνέπεια την αξιουμένη ζημία. Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και του επιζημίου αποτελέσματος δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι στην επέλευση του αποτελέσματος συνέτρεξαν και άλλες περιστάσεις, που ακολούθησαν την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, εφόσον οι περιστάσεις αυτές είναι εντελώς έκτακτες και ασυνήθεις, κείμενες έξω από τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπό τα, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά, ως συντρέξαντα, περιστατικά, υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας πράξης ή παράλειψης και του επιζημίου αποτελέσματος, ως συνιστώσα υπαγωγή των αποδειχθέντων στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ η κρίση του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα γενόμενα δεκτά, εν σχέσει προς την υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη, αποτελούν ή δεν αποτελούν αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΟλΑΠ 23/1988, ΑΠ 119/2006, ΑΠ 394/2002, ΑΠ 568/1996). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1351/2011). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή, επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: “...Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο τον πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμο με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις υπ' αριθ. …, … και …/…-4-2004 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Σ. Π., Κ. Γ. του Μ. και Δ. Κ. του Β., αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν ενώπιον τον συμβολαιογράφου Αθηνών ..., με επιμέλεια του ενάγοντος, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη, προ δύο (2) τουλάχιστον ημερών κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ' αριθ. .../14-4-2004 έκθεση επίδοσης τον δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Ε.), τις υπ' αριθ. …, … και …./…-4-2006 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Γ. του Α., Ε. Π. του Θ. και Π. Μ. του Μ., αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, με επιμέλεια της εναγομένης μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη, προ δύο (2) τουλάχιστον ημερών, κλήτευση τον ενάγοντος (βλ. την υπ' αριθ. …/10-4-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Τ.), τις υπ' αριθ. …. και …/…-4-2006 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Κ. του Β. και Δ. Κ. του Β., αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ..., με επιμέλεια του ενάγοντος, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη, προ δύο (2) τουλάχιστον ημερών, κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ' αριθ. .../13-4-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Μ.), οι οποίες προσκομίζονται παραδεκτά από τον ενάγοντα προς απόκρουση των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων, που ελήφθησαν με επιμέλεια της εναγομένης, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Οκτώβριο του έτους 1993, ο ενάγων, ηλικίας, τότε, 32 ετών, υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "...”, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι πάσχει από σύνδρομο υπερευαίσθητου καρωτιδικού κόλπου. ‘Ετσι, στις 12-11-1993, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση τοποθέτησης μόνιμου τεχνητού βηματοδότη. Τον Απρίλιο τον έτους 1994, άρχισε να εμφανίζει κατά διαστήματα έντονο ρίγος, που υποχωρούσε μετά από περίπου δέκα (10) λεπτά, καθώς και υψηλό πυρετό, που διαρκούσε μία με δύο ώρες. Τον Οκτώβριο του έτους 1994 τα ανωτέρω συμπτώματα εντάθηκαν και ο ενάγων παρουσίασε εμπύρετο επεισόδιο, που διήρκεσε μία εβδομάδα και συνοδευόταν από έντονα ρίγη και οξύ πόνο στο θώρακα. Αρχικώς, υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου διαπιστώθηκε ότι πάσχει από πύκνωση στο δεξιό μέσο λοβό του πνεύμονα, διαγνώσθηκε πνευμονία και του χορηγήθηκε αντιβίωση. Δύο μήνες μετά, το Δεκέμβριο του έτους 1994, ο ενάγων παρουσίασε και πάλι τα ίδια συμπτώματα, υποβλήθηκε εκ νέου σε αξονική τομογραφία στο ίδιο νοσοκομείο, διαγνώσθηκε η ίδια πάθηση και του χορηγήθηκε και πάλι αντιβίωση. Επειδή τα συμπτώματα δεν υποχωρούσαν, αντιθέτως αυξάνοντο σε συχνότητα, ο ενάγων εισήχθη το Φεβρουάριο του έτους 1995 στο "...”, χωρίς συγκεκριμένη διάγνωση της αιτίας των ανωτέρω συμπτωμάτων και ακολούθως στο Π.Γ.Ν.Α. "...”, όπου διαπιστώθηκε ότι πάσχει από ηωσινοφιλία στο πλευριτικό υγρό. Για δύο μήνες και ενώ ο ενάγων συνέχισε να λαμβάνει αντιβίωση, διατηρήθηκαν τα ίδια συμπτώματα, το Μάιο, δε, του έτους 1995 παρουσίασε έντονο θωρακικό άλγος με πυρετό, ρίγη και πύκνωση στον αριστερό πνεύμονα. Για το λόγο αυτό επισκέφθηκε τον ιατρό καθηγητή πνευμονολογίας Μ., στο θεραπευτήριο της εναγομένης "..." και, κατόπιν σύστασής του, υποβλήθηκε εντός του εν λόγω θεραπευτηρίου σε trίplex (υπερηχογράφημα) φλεβών κάτω άκρων, χωρίς ευρήματα, καθώς και σε σπινθηρογράφημα αιμάτωσης πνευμόνων, το οποίο παρουσίαζε ενδείξεις πνευμονικής εμβολής. Κατόπιν σύστασης τον ανωτέρω ιατρού και με τη σύμφωνη γνώμη του συνεργαζόμενου με το θεραπευτήριο της εναγομένης ιατρού ρευματολόγου Φ., ο οποίος τον εξέτασε εντός του θεραπευτηρίου, ο ενάγων ξεκίνησε στις 20-6-1995 αγωγή με κορτιζόνη Medrol 32 mg ημερησίως. Παρουσίασε αρχικώς βελτίωση, η οποία διατηρήθηκε μέχρι τα μέσα Αυγούστου του έτους 1995, μετά, δε, τη σταδιακή μείωση της κορτιζόνης παρουσίασε δέκατα, καταβολή και φρίκια. Στις 4-9-1995, παρουσίασε ρίγη, υψηλό πυρετό, άλγος στο αριστερό ημιθωράκιο και άρχισε για πρώτη φορά να έχει αιμόφυρτα πτύελα. Υποβλήθηκε εκ νέου σε σπινθηρογράφημα αιμάτωσης πνευμόνων, το οποίο παρουσίασε την ίδια εικόνα, με εκείνη του Μαΐου του έτους 1995, που προαναφέρθηκε. Υποβλήθηκε, επίσης, σε κολλαγονικό έλεγχο και έλεγχο για αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα με αρνητικά αποτελέσματα, ενώ τα λευκά αιμοσφαίρια ήταν 12.000 με 2% ηωσινόφιλα και ΤΚΕ 62. Λόγω της συνέχισης των συμπτωμάτων, κατόπιν σύστασης των ανωτέρω ιατρών, στις 20-9-1995 αυξήθηκε η δόση της κορτιζόνης σε 32 mg ημερησίως, με μικρή, όμως, βελτίωση της κλινικής του εικόνας. Στις 27-9-1995, παρουσίασε πυρετό, θωρακικό άλγος αριστερά, αιμόφυρτα πτύελα και ήπιο συστολικό φύσημα. Κατόπιν σύστασης του θεράποντος ιατρού Μ., εισήχθη στο θεραπευτήριο της εναγομένης, ώστε να υποβληθεί σε ανοικτή βιοψία θώρακα πνεύμονα, η οποία κατέδειξε αιμορραγική νέκρωση του αριστερού πνεύμονα, αδιευκρίνιστης αιτιολογίας. Η διάγνωση αυτή οδήγησε τον ιατρό Μ. στο συμπέρασμα ότι είναι πιθανή η ύπαρξη κάποιας μορφής αγγειίτιδας ή συνδρόμου Churg-Strauss (αυτοάνοσο νόσημα, πού προσβάλλει τα αγγεία τον πνεύμονα) και για το λόγο αυτό συστήθηκε η συνέχιση της αγωγής με κορτιζόνη 32 mg ημερησίως και μετά την έξοδο του ενάγοντος από το θεραπευτήριο, στις 29-9-1995. Στις 17-10-1995, ο ενάγων εμφάνισε και πάλι τα ίδια συμπτώματα (πυρετό, αιφνίδιο πλευριτικό άλγος αριστερά, πύκνωση αριστερού ημιθωρακίου, ήπιο συστολικό φύσημα και ήπια αναιμία), εισήχθη και πάλι στο θεραπευτήριο της εναγομένης, όπου υποβλήθηκε σε ιατρικό και εργαστηριακό έλεγχο, βάσει του οποίου ο θεράπων ιατρός Μ.ς διέγνωσε "πιθανή αγγειίτιδα”. Εξήλθε του θεραπευτηρίου στις 21-10-1995, με οδηγίες για συνέχιση της αγωγής με κορτιζόνη και αντιβίωση. Ο καθηγητής θωρακικής παθολογίας Β. C., στον οποίο απεστάλησαν τα πλακίδια βιοψίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει απόδειξη αγγειίτιδας "μάλλον περιορισμένη" και πρότεινε για θεραπεία αντιπηκτική αγωγή και λήψη κυκλοφωσφαμίδης (όχι κορτικοειδή), ενώ ο καθηγητής ... κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων πάσχει από κάποια μορφή πνευμονικής ηωσινοφιλίας ή συνδρόμου Churg-Strauss και πρότεινε τη συνέχιση της αγωγής με στεροειδή ελαττώνοντάς την στο χαμηλότερο επίπεδο, που είναι υποχρεωτικό για να υποχωρήσουν τα συμπτώματα. Από τον Ιανουάριο του έτους 1996, ο ενάγων παρουσίασε σποραδικά αρθραλγίες, μυαλγίες και δέκατα και από 15-2-1996 θωρακικό άλγος αριστερά, πύκνωση στην αριστερή βάση του πνεύμονα και έντονη δύσπνοια. Στις 20-2-1996, εισήχθη και πάλι το θεραπευτήριο της εναγομένης με συμπτώματα έντονης δύσπνοιας, πλευριτικό άλγος και πυρετό, ενώ μετά από εργαστηριακό έλεγχο διαπιστώθηκε ευμεγέθης θρόμβος στο δεξιό καρδιακό κόλπο. Στις 21-2-1996, υποβλήθηκε σε ηχοκαρδιογράφημα δύο διαστάσεων και Doppler, από το οποίο προέκυψε ανεπάρκεια τριγλώχινος βαλβίδας μετρίου βαθμού, ευρήματα συμβατά με πνευμονική υπέρταση, πιθανός θρόμβος στο δεξιό κόλπο και συστήθηκε από τους γνωματεύσαντες ιατρούς Μ. και Κ. η διενέργεια διοισοφάγειου ηχοκαρδιογραφήματος. Λόγω της κρισιμότητας της κατάστασής του, στις 23-2-1996, εισήχθη στη ΜΕΘ του θεραπευτηρίου της εναγομένης, όπου υποβλήθηκε σε θρομβολυτική αγωγή. Κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του, που διήρκεσε μέχρι τις 6-3-1996, του χορηγείτο, μεταξύ άλλων, αντιβίωση Ciproxin και υψηλές δόσεις κορτιζόνης solucortef 1.200 mg ημερησίως. Πριν την είσοδο του ενάγοντος στη ΜΕΘ, στις 21-2-1996 και ενώ αυτός νοσηλευόταν στο θεραπευτήριο της εναγομένης, συνεκλήθη ιατρικό συμβούλιο, με τη συμμετοχή του ιατρού Μ., τον οποίο είχε καλέσει ο ενάγων, καθώς και των ιατρών Φ., Β. και Μ.. Κατά το ιατρικό αυτό συμβούλιο τέθηκε για πρώτη φορά από τον καρδιολόγο Β. ζήτημα αντικατάστασης του καλωδίου του βηματοδότη. Ωστόσο, κατά την έξοδο τον ενάγοντος από το θεραπευτήριο, οι θεράποντες ιατροί Φ. και Μ.ς αποφάσισαν, μεταξύ άλλων, τη συνέχιση της αγωγής με κορτιζόνη Medrol 48 mg ημερησίως και Endoxan 250 mg ημερησίως. Η διάγνωση, στην οποία προέβησαν οι ανωτέρω θεράποντες ιατροί Φ. και Μ.ς, ήταν αγγειίτιδα και σύνδρομο καρδιολιπίνης με θρόμβο στη δεξιά κοιλία και πνευμονική εμβολή. Ακολούθως, στις 24-3-1996, ο ενάγων εισήχθη επειγόντως στο Π.Γ.Ν.Α. "Λαϊκό”, κατόπιν υπόδειξης του Ιατρού Μ., με την υποψία ενδοκαρδίτιδας. Στο νοσοκομείο αυτό πιθανολογήθηκε για πρώτη φορά το ενδεχόμενο να πάσχει ο ενάγων από ενδοκαρδίτιδα και αποφασίσθηκε, για αντιμετώπισή της, η σταδιακή μείωση της κορτιζόνης και η έναρξη αγωγής με αντιβιοτικά. Την ένατη ημέρα νοσηλείας του, ο ενάγων έκανε μαζική αιμόπτυση μετά από παροξυσμικό βήχα, παρουσίασε διαταραχές αερίων του αίματος και διακομίσθηκε στη ΜΕΘ, λόγω πιθανής πνευμονικής εμβολής. Στις 5-4-1996, διακομίσθηκε στο "Ωνάσειο Καρδιοχειρονργικό Κέντρο" για περαιτέρω διερεύνηση και αντιμετώπιση. Εκεί, με βάση το ιστορικό του και τα συμπτώματα της ασθένειάς του, αποφασίσθηκε να υποβληθεί σε επέμβαση ανοικτής καρδιάς, προκειμένου να αφαιρεθεί ο βηματοδότης. Στις 24-4-1996, υποβλήθηκε στην ανωτέρω επέμβαση, κατά την οποία διαγνώσθηκε ότι πάσχει από ενδοκαρδίτιδα της τριγλώχινας βαλβίδας, λόγω τοποθέτησης βηματοδότη και ενδοκαρδίτιδα καλωδίου βηματοδότη, λόγω παθογόνου οργανισμού Candida. Ανευρέθη μολυσμένο ηλεκτρόδιο στο δεξιό κόλπο με εκβλαστήσεις από Candida καθ' όλο το μήκος του. Έγινε αφαίρεση τον ηλεκτροδίου και του βηματοδότη, καθαρισμός από τις εκβλαστήσεις της τριγλώχινας, καθαρισμός όλων των αποστημάτων του τριγλωχινικού δακτυλίου και διατήρηση της τριγλώχινας βαλβίδας. Τελικώς, αφού διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος ήταν ικανοποιητική, του επετράπη η έξοδος από το "Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο”. Ωστόσο, παρότι η ενδοκαρδίτιδα αντιμετωπίσθηκε, από το Δεκέμβριο τον έτους 1997 ο ενάγων άρχισε να παρουσιάζει συμπτώματα πόνου στο δεξιό ισχίο και σταδιακά να βαδίζει με δυσκολία. Στις 22-1-1998, υποβλήθηκε σε σπινθηρογράφημα οστών, που κατέδειξε ότι πάσχει από άσηπτη νέκρωση της κεφαλής τον δεξιού μηριαίου, ενώ, σύμφωνα με τη γνωμάτευση του ιατρού καθηγητή ορθοπεδικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Π. Σ., ο ενάγων έπασχε από άσηπτη νέκρωση αμφοτέρων των μηριαίων κεφαλών, επί εδάφους ιστορικού χορήγησης στεροειδών, δηλαδή κορτιζόνης. Για το λόγο αυτό, στις 13-4-1998, εισήχθη στο ανωτέρω νοσοκομείο, όπου, στις 14-4-1998 υποβλήθηκε σε επέμβαση τοποθέτησης αγγειούμενου μοσχεύματος περόνης και υποχόνδριου οστού και του αρθρικού χόνδρου και επαναγγείωσης της δεξιάς μηριαίας κεφαλής. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, στις 18-4-1998, του συστήθηκε η βάδιση επί ενιάμηνο με βακτηρίες μασχάλης και ταυτόχρονη αποχή από την εργασία του. Ακολούθως, λόγω μη επαρκούς αιμάτωσης τον μοσχεύματος, στις 15-11-1999, εισήχθη εκ νέου στο ανωτέρω νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής δεξιού ισχίου. Εξήλθε στις 22-11-1999 με οδηγίες για θεραπευτική αγωγή και αποχή από την εργασία του επί τρίμηνο, ενώ στις 1-3-2000 του συστήθηκε η διενέργεια συνεχών φυστκοθεραπειών κατ' οίκον επί τετράμηνο. Η κατάσταση της υγείας του βελτιώθηκε τον Αύγουστο του έτους 2000, οπότε και κατάφερε να βαδίζει χωρίς τη χρήση βακτηριών. Τέλος, στις 16-3-2004, ο ενάγων υποβλήθηκε σε επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής τον αριστερού ισχίου, λόγω άσηπτης νέκρωσης κεφαλής. Με βάση τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η ασθένεια από την οποία έπασχε ο ενάγων, όταν επισκέφθηκε τους συνεργαζόμενους με το θεραπευτήριο της εναγομένης ανωτέρω ιατρούς, Μ. και Φ., το Μάϊο τον έτους 1995, ήταν αυτή της ενδοκαρδίτιδας της τριγλώχινας βαλβίδας λόγω επιμόλυνσης τον τοποθετηθέντος καλωδίου βηματοδότη με τον παθογόνο μικροοργανισμό Candida. Η ασθένεια αυτή ήταν η αιτία των προαναφερόμενων προβλημάτων της υγείας του και, ειδικότερα, των πολλαπλών εμβολών, τις οποίες είχε υποστεί. Με την, ήδη αμετάκλητη, υπ' αριθ. 3227/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής του (εδώ) ενάγοντος κατά του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "...”, έγινε δεκτό ότι η τοποθέτηση του βηματοδότη από τους ιατρούς του εν λόγω νοσοκομείου, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, συνιστά παράνομη πράξη, καθόσον οι ιατροί εσφαλμένα διέγνωσαν ότι ο ενάγων έπασχε από "σύνδρομο υπερευαίσθητου καρωτιδικού κόλπου”, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτός, λόγω της επιμόλυνσης τον καλωδίου τον βηματοδότη, ενδοκαρδίτιδα. Με την ίδια, δε, απόφαση, απορρίφθηκε "προεχόντως" ως αόριστος ο ισχυρισμός του (εκεί) εναγομένου περί πιθανής επιμόλυνσης του ενάγοντος, κατά τη νοσηλεία του στα διάφορα νοσοκομεία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα, ανωτέρω συμπτώματα, που παρουσίαζε ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 1995 μέχρι το Μάρτιο του έτους 1996, κατά το οποίο παρακολουθείτο στο θεραπευτήριο της εναγομένης από τους ανωτέρω ιατρούς δηλαδή ο πυρετός άγνωστης αιτιολογίας, άλλοτε υψηλός και άλλοτε δέκατα, η αναιμία το συσταλτικό φύσημα καρδιάς, η καταβολή δυνάμεων, τα ρίγη, τα φρίκια το θωρακικό άλγος αριστερά, τα αιμόφυρτα πτύελα, η ανεπάρκεια τριγλώχινας βαλβίδας, καθώς και οι πολλαπλές εμβολές, είναι ενδεικτικά της ασθένειας της ενδοκαρδίτιδας, ειδικά σε ασθενείς, στους οποίους έχει τοποθετηθεί βηματοδότης....Όπως, μάλιστα, αναφέρεται, χαρακτηριστικά στη διδασκαλία τον καθηγητή Π. Τ...."συχνά από το ιστορικό προκύπτει ισχυρή ένδειξη ενδοκαρδίτιδας, όταν στο πρόσφατο παρελθόν αναφέρεται πιθανή θύρα εισόδου μικροβίων στο αίμα από κάποια επέμβαση. ..ή ο ασθενής χειρουργήθηκε πρόσφατα στο νοσοκομείο για π.χ. τοποθέτηση προσθετικής βαλβίδας... Η τριάδα "πυρετός, αναιμία, φύσημα" είναι διαγνωστική της πάθησης (της ενδοκαρδίτιδας), εφόσον δεν υπάρχει κάποια άλλη συγκεκριμένη αιτία τον πυρετού ... Επίσης, σύμφωνα με τον ανωτέρω καθηγητή "ο ιατρός είναι πάντοτε ανήσυχος, όταν επισκέπτεται πάσχοντα με πυρετό και πάθηση βαλβίδας, το μυαλό του πηγαίνει κατ' ευθείαν στην ενδοκαρδίτιδα”... Από τη συμπτωματολογία του ενάγοντος, είναι σαφές ότι, ήδη, από την πρώτη στιγμή, που επισκέφθηκε το θεραπευτήριο της εναγομένης και εξετάσθηκε από τους ιατρούς Μ. και Φ., εμφάνιζε, μεταξύ άλλων, πυρετό άγνωστης αιτιολογίας, ρίγη, καταβολή, αναιμία, φύσημα και ενδείξεις πνευμονικής εμβολής, ενώ στην πορεία εμφάνισε αιμόφυρτα πτύελα και υπέστη πνευμονικές εμβολές. Οι ανωτέρω ιατροί, ωστόσο, δεν αξιολόγησαν ορθά, όπως όφειλαν και μπορούσαν, τα ανωτέρω συμπτώματα, τα οποία, δεδομένης και της γνωστής σ' αυτούς πρόσφατης εγχείρησης τον ενάγοντος για τοποθέτηση βηματοδότη, θα έπρεπε να τους οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι είναι εξαιρετικά πιθανή η ασθένεια της ενδοκαρδίτιδας. Αν έπρατταν, όπως ο κάθε μέσος ιατρός του κύκλου δραστηριότητάς τους, τότε θα έπρεπε να υποβάλουν άμεσα τον ενάγοντα σε διοισοφαγικό ή διαθωρακικό υπερηχογράφημα καρδιάς, το οποίο όταν διενεργείται από έμπειρο πρόσωπο, έχει ευαισθησία σε ποσοστό 90-100%... Ακόμη, δε και ένα αρνητικό διοισοφαγικό ή διαθωρακικό υπερηχογράφημα δεν θα έπρεπε να καθησυχάσει τους θεράποντες ιατρούς, εφόσον υπήρχε σοβαρή υποψία ενδοκαρδίτιδας, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά έπρεπε να επαναληφθεί εντός 7-10 ημερών από το αρχικό...Ισχυρίσθηκε η εναγομένη ότι το ενδεχόμενο ενδοκαρδίτιδας αποκλείσθηκε, διότι κατά την τελευταία εισαγωγή του ενάγοντος στο θεραπευτήριο αυτής (20-2-1996) έγιναν εννέα (9) αιμοκαλλιέργειες, οι οποίες ήταν στείρες. Τούτο, όμως, δεν θα έπρεπε να οδηγήσει τους ιατρούς στο ανωτέρω εσφαλμένο συμπέρασμα, διότι, αφενός, μεν, οι ασθενείς με ενδοκαρδίτιδα προκαλούμενη από μύκητες έχουν συχνά αρνητικές αιμοκαλλιέργειες..., αφετέρου, δε, ο ενάγων, όπως προεκτέθηκε, ελάμβανε αντιβίωση και, επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση, οι αιμοκαλλιέργειες είναι αρνητικές για μύκητες, όπως ο Candida, σε ποσοστό που μπορεί να φθάνει και το 65%...Ισχυρίσθηκε, επιπλέον, η εναγομένη ότι αποκλείεται να έπασχε ο ενάγων από ενδοκαρδίτιδα, διότι η βιοψία πνεύμονα, που διενεργήθηκε, το Σεπτέμβριο του έτους 1995, δεν κατέδειξε υφές μυκήτων. Ωστόσο, η βιοψία πνεύμονα δεν είναι εξέταση διάγνωσης ενδοκαρδίτιδας. Επιπλέον, για να διαγνωσθούν με την ανωτέρω βιοψία οι μύκητες, θα έπρεπε να ληφθεί δείγμα από τούς ιστούς των βαλβίδων, που είχαν προσβληθεί με Candίda και όχι από τους ιστούς τον πνεύμονα, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αντί, λοιπόν, οι ανωτέρω ιατροί να αξιολογήσουν ορθά τα προαναφερόμενα συμπτώματα και κλινικά ευρήματα και να διαγνώσούν εγκαίρως την ενδοκαρδίτιδα, ώστε να επιλέξουν την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, κατέληξαν εσφαλμένα στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων έπασχε από πνευμονική αγγειίτιδα ή από το ανωτέρω αυτοάνοσο νόσημα, που προσβάλλει τα αγγεία του πνεύμονα και του χορήγησαν, ήδη, από τον Ιούνιο του έτους 1995 μέχρι το Μάρτιο του έτους 1996 ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες κορτιζόνης, η οποία, όμως, αντενδείκνυται για την πάθησή του. Αντί, δε, να τον υποβάλουν, ως όφειλαν, με βάση τις κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης, στη διενέργεια διοισοφαγικών-διαθωρακικών υπερηχογραφημάτων, ώστε να διαγνώσουν την ασθένεια της ενδοκαρδίτιδας, από την οποία έπασχε, επέμειναν μέχρι τέλους στην αρχική εσφαλμένη διάγνωση, ακολουθώντας εσφαλμένη θεραπευτική αγωγή. Εξάλλου, ο ενάγων δεν έπασχε από συστηματική ηωσηνοφιλία, που θα επέτρεπε στους ιατρούς να προβούν σε διάγνωση περί συνδρόμου Churg-Strauss, αλλά παροδική, διαπιστωθείσα σε μία μόνο εξέταση, πριν την εισαγωγή του στο θεραπευτήριο της εναγομένης. Αντίθετα, κατά την αιματολογική εξέταση, που διενεργήθηκε το Σεπτέμβριο του έτους 1995, σε σύνολο 12.000 λευκών αιμοσφαιρίων ανιχνεύθηκαν μόνο 2% ηωσινόφιλα (πολύ κάτω από το ανώτατο όριο τον 5%), ενώ κατά την εξέταση του Οκτωβρίου του έτους 1995 δεν ανιχνεύθηκαν ηωσινόφιλα (0%). Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι μετά την επέμβαση αφαίρεσης των εκβλαστήσεων και του μολυσμένου καλωδίου του βηματοδότη ο ενάγων, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 24-2-2004 ιατρική γνωμάτευση τον καρδιολόγου του ΓΝΑ "…”, Ι. Φ., παραμένει ασυμπτωματικός, δηλαδή ιάθηκε. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η δυσμενής εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος, κατά το χρονικό διάστημα, πού παρακολουθείτο από τους ιατρούς της εναγομένης, δηλαδή από το Μάιο του έτους 1995 έως το Μάρτιο του έτους 1996, οφείλεται σε υπαιτιότητα και ειδικότερα, σε αμέλεια αυτών, οι οποίοι κατά παράβαση των αρχών της ιατρικής επιστήμης δεν αξιολόγησαν ορθά τα συμπτώματα τον ασθενούς, δεν διενήργησαν τις ανωτέρω ιατρικές και διαγνωστικές πράξεις, που απαιτούντο, ώστε να προβούν σε ορθή διάγνωση και αντιμετώπιση της ασθένειας της ενδοκαρδίτιδας, από την οποία έπασχε. Η υπαιτιότητα, δε, των ιατρών του Π.Γ.Ν.Α. "...”, η οποία, κατά τις παραδοχές της προαναφερομένης υπ' αριθ. 3227/2006 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, συνίσταται στην παράνομη τοποθέτηση στον ενάγοντα του βηματοδότη, που, σε συνδυασμό με την επιμόλυνση του καλωδίου, του προκάλεσε την ενδοκαρδίτιδα, δεν αναιρεί την υπαιτιότητα των ανωτέρω ιατρών της εναγομένης, η οποία, όπως προεκτέθηκε, συνίσταται στη μη διάγνωση και θεραπεία της εν λόγω ασθένειας. Περαιτέρω, σε υπαιτιότητα των ιατρών της εναγομένης και συγκεκριμένα, στα προαναφερόμενα ιατρικά σφάλματα αυτών (εσφαλμένη διάγνωση - εσφαλμένη θεραπευτική αγωγή) οφείλεται η άσηπτη νέκρωση αμφοτέρων των μηριαίων κεφαλών, που υπέστη ο ενάγων, η οποία προκλήθηκε από την αντεδεικνυόμενη για τη θεραπεία της ενδοκαρδίτιδας συστηματική χορήγηση ιδιαίτερα υψηλών δόσεων κορτιζόνης και όχι σε σύνδρομο καρδιολιπίνης, όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έπασχε από το σύνδρομο αυτό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι έφεσης με τους οποίους η εναγομένη υποστηρίζει, αντίστοιχα, ότι δεν θεμελιώνεται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των ανωτέρω ιατρών, καθώς και ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της χορήγησης κορτιζόνης και της προκληθείσας στον ενάγοντα ανωτέρω βλάβης των ισχίων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν...”. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 εδάφ. β', 914 και 932 ΑΚ, ως προς την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της, περιγραφομένης στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων ιατρών της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης και της ζημίας του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, καθόσον: α) Θεμελίωσε την αμέλεια αυτών στη μη ενδεδειγμένη για την πάθησή του και σε υπερβολικά μεγάλες δόσεις, χορήγηση σ' αυτόν κορτιζόνης, για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Ιανουάριο 1995 έως και το Μάρτιο 1996 και την εξ αυτής της παράνομης (αμελούς) συμπεριφοράς πρόκληση της βλάβης της υγείας αυτού, συνισταμένης σε άσηπτη νέκρωση, αμφοτέρων, των μηριαίων κεφαλών, που διαγνώσθηκε τον Ιανουάριο 1998 και για την αποκατάσταση, της οποίας αυτός υπεβλήθη στις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση, αναγκαίες προς τούτο, χειρουργικές επεμβάσεις, στα εκεί, επίσης, αναφερόμενα νοσοκομεία, κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα. Και, β) η συμπεριφορά αυτή, εκτιμώμενη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τον ορθό λόγο, ευρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο προς την ένδικη βλάβη της υγείας του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, ο οποίος (σύνδεσμος) δεν αίρεται, εκ του λόγου ότι αυτός είχε νοσηλευθεί, πριν την εισαγωγή του στο θεραπευτήριο της αναιρεσείουσας, εναγομένης και σε άλλα (αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση), νοσηλευτικά ιδρύματα, στα οποία, μάλιστα, κατά τις ίδιες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν του χορηγήθηκε κορτιζόνη. Εξάλλου, οι ανωτέρω αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης, επί του ζητήματος της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων ιατρών της αναιρεσείουσας και της, εντεύθεν, ζημίας του αναιρεσιβλήτου είναι σαφείς, επαρκείς, χωρίς λογικά άλματα και κενά και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη υπαγωγής των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου, ενώ δεν απαιτείτο, εκτός από τις προαναφερθείσες, να διαλάβει και άλλες αιτιολογίες. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Ενώ, κατά τα λοιπά και δη κατά τις αιτιάσεις, που περιέχονται στο 2.2 σκέλος του ίδιου λόγου, περί ανεπαρκών αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης ως προς τη στοιχειοθέτηση του αιτιώδους συνδέσμου, γιατί, το Εφετείο, παρέβλεψε ότι, “...εκτός από την κορτιζόνη, ομοίως ικανές και πρόσφορες να προκαλέσουν άσηπτη νέκρωση μηριαίων κεφαλών αιτίες είναι το κάπνισμα, το αλκοόλ και η ηπαρίνη, που όλες συνέτρεχαν, όπως αποδείχθηκε στην περίπτωση του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος και μάλιστα είναι έτι πιο ικανές και πρόσφορες να προκαλέσουν άσηπτη νέκρωση συγκριτικά με την κορτιζόνη, δοθέντος ότι υπό τη συνδρομή τους, η άσηπτη νέκρωση δύναται να εμφανισθεί έτι και σε ασθενείς που δεν έχουν ποτέ λάβει κορτιζόνη...”, αυτός δεν ιδρύεται, καθόσον η κρίση του Εφετείου ότι τα περιστατικά που δέχθηκε, εν σχέσει προς το ότι η υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων ιατρών της αναιρεσείουσας, αποτελεί την αιτία της βλάβης της υγείας του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς και, συνεπώς, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, γιατί δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή συμπεριφοράς των προστηθέντων ιατρών της και της ζημίας του αντιδίκου της, ενάγοντος, τον οποίο (ισχυρισμό), νόμιμα, προέβαλε με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσής της, επικαλούμενη, για τη θεμελίωσή του, ως διακοπτικό γεγονός την επέμβαση τοποθέτησης αγγειουμένου μοσχεύματος περόνης και υποχόνδριου οστού, στην οποία υπεβλήθη ο ήδη αναιρεσίβλητος, ενάγων στις 14-04-1998, είναι αβάσιμος. Καθόσον, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό, της ήδη αναιρεσείουσας, που, κατά τους ισχυρισμούς της, αγνοήθηκε και, αφού έκρινε το αντίθετο, απέρριψε, ρητώς τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσής της, με τον οποίο είχε επαναφερθεί αυτός (ισχυρισμός), προς κρίση, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως και αυτή (έφεση), στο σύνολό της.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί αυτή, ως ηττηθείσα διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που νίκησαν, ξεχωριστά, όμως, για καθένα, διότι παραστάθηκαν με διαφορετικούς δικηγόρους και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, η εκπροσώπησή τους δε αυτή ήταν αναγκαία, λόγω των διαφορετικών τους συμφερόντων, κατά παραδοχή της βασιμότητας των νομίμως υποβληθέντων, με τις προτάσεις τους, σχετικών αιτημάτων τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-01-2019 αίτηση αναίρεσης της 3403/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για κάθε ένα, από αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ