Απόφαση

Αριθμός Απόφασης 262/2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(7° Τμήμα Μισθώσεις)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Νικόλαο Κουτσούκο, Εφέτη, τον οποίο όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, και από την Γραμματέα Καλλιόπη Παπαζαφείρη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου 2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας ... του …, κατοίκου Αχαρνών Αττικής (οδός ...), η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του εφεσίβλητου ... του …, κατοίκου Κρυονερίου Αττικής (οδός ...), ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η εκκαλούσα με την από 13-4-2009 με αριθμό κατάθεσης .../14-4- 2009 αγωγή που έστρεψε κατά του εφεσίβλητου και απευθυνόταν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 820/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 26- 6-2013 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης …/1-7-2013 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την .../27-6-2017 Πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η δικάσιμος της 9-4-2019, οπότε η υπόθεση συζητήθηκε. Λόγω αδυναμίας έκδοσης Απόφασης αφαιρέθηκαν οι δικογραφίες από τον Δικαστή Εφέτη και με την …/2021 Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε δικάσιμος ανασυζήτησης η προκειμένη δικάσιμος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την παρούσα δικάσιμο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. αν για οποιονδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού ορισθεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην περίπτωση, που για οποιονδήποτε λόγο δεν εκδοθεί απόφαση μέσα σε οκτώ μήνες από τη συζήτηση πολιτικής υπόθεσης. Κατά την ορθότερη γνώμη, η κατ’ άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. επαναλαμβανόμενη συζήτηση, αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., συνέχεια της προηγουμένης και όχι νέα συζήτηση (βλ. Εφ.ΑΘ. 2384/2015 Τ.Ν.Π. Νόμος, Εφ.ΑΘ. 1683/2004, Εφ.ΑΘ. 3000/2004 αδημοσίευτες, Εφ.ΑΘ. 3365/1995 Ελ.Δ. 37.1161, Μακρίδου σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. I 2000, άρθρο 307, αριθ. 6, σελ. 612). Συνεπώς, δεν απαιτείται στη νέα συζήτηση η εκ νέου κατάθεση προτάσεων, αλλά κατ’ αυτήν επιτρέπεται συμπλήρωση των ήδη κατατεθειμένων, ενώ ο διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παρασταθεί στην αρχική, δικάζεται κατ’ αντιμωλίαν, χωρίς να χρειάζεται κατάθεση νέων προτάσεων (βλ. Εφ.ΑΘ. 3365/1995 ό.π.), επειδή δε η αρχική συζήτηση δεν αποδυναμώνεται, τα πρακτικά που συντάχθηκαν κατ’ αυτή παρέχουν πλήρη απόδειξη (βλ. Α.Π. 10671974 Νο.Β. 22.917, Εφ.ΑΘ. 7196/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος). Εν προκειμένω η εκκαλούσα με την από 13-4-2009 με αριθμό κατάθεσης .../14-4-2009 αγωγή που έστρεψε κατά του εφεσίβλητου και απευθυνόταν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 820/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 26-6-2013 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης …/1-7-2013 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την .../27-6-2017 Πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η δικάσιμος της 9-4-2019. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η έφεση συζητήθηκε κατ’ αντιμωλίαν, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατόπιν δήλωσής τους, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά προκατέθεσαν προτάσεις. Λόγω αδυναμίας έκδοσης Απόφασης αφαιρέθηκαν οι δικογραφίες από τον Δικαστή Εφέτη και με την …/2021 Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε δικάσιμος ανασυζήτησης της έφεσης η παρούσα δικάσιμος. Οι απόντες κατά την προκειμένη δικάσιμο διάδικοι, εκκαλούσα και εφεσίβλητος, πρέπει να δικαστούν κατ’ αντιμωλίαν, καθόσον κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει, αντίστοιχα: ί) από την από 5-7-2021 έκθεση επίδοσης της Πράξης ανασυζήτησης της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών με κλήση προς εμφάνιση για την προκειμένη δικάσιμο του επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ... προς τον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο της εκκαλούσας που υπογράφει το δικόγραφο της έφεσης ... (άρθρο 143 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), ii) από την από 14-7- 2021 έκθεση επίδοσης της Πράξης ανασυζήτησης της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών με κλήση προς εμφάνιση για την προκειμένη δικάσιμο του επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ... προς τον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο του εφεσίβλητου ..., που παραστάθηκε μετά αυτού ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής μετά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη 820/2013 απόφαση (άρθρα 96, 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
II. Η υπό κρίση από 26-6-2013 με αριθμό κατάθεσης …/1-7-2013 έφεση της ενάγουσας κατά της 820/23-5-2013 οριστικής Απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυσαν πριν την αντικατάστασή τους από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές), ασκήθηκε νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511 επ. Κ.Πολ.Δ.), και εμπρόθεσμα, εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 652 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις που επέφερε το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015) από την επίδοση της εκκαλουμένης στην εκκαλούσα που έλαβε χώρα στις 17-6-2013, όπως προκύπτει από την κατ’ άρθρο 139 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ... επί του επιδιδόμενου ακριβούς αντιγράφου της εκκαλουμένης. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), εφόσον κατατέθηκε και το παράβολο που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ,Δ. (βλ. το .../1-7-2013 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ΙΓ Αθηνών).
III. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εκθέτει στην από 13-4-2009 με αριθμό κατάθεσης .../14-4-2009 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία στρέφει κατά του εφεσίβλητου, ότι τυγχάνει κυρία των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών της ευρισκόμενης επί της οδού ... στις Αχαρνές Αττικής πολυώροφης οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. με την .../7-12-1981 νομίμως μεταγραφείσα Πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Αθηνών .... Ότι ο εναγόμενος και νυν εφεσίβλητος τυγχάνει επίσης κύριος οριζοντίων ιδιοκτησιών στην ίδια ως άνω οικοδομή. Ότι ο τελευταίος παράνομα καταλαμβάνει τα περιγραφόμενο τμήμα της κοινόχρηστης πρασιάς που βρίσκεται έμπροσθεν του γκαράζ του, σταθμεύοντας το αυτοκίνητο και τη μηχανή του. Ότι με τον τρόπο αυτό αποκλείει τη χρήση του εν λόγω τμήματος από την ενάγουσα. Ζητεί κατόπιν τούτων: α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να αποδώσει στην ελεύθερη σύγχρηση το καταληφθέν τμήμα της πρασιάς και β) να απαγορευτεί στον εναγόμενο οποιαδήποτε προσβολή της σύγχρησης των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής με την απειλή χρηματικής ποινής 1.500 ευρώ και προσωπικής κράτησης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, δικάζοντας κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, κρίνοντας ότι ο χώρος έμπροσθεν του γκαράζ του εναγομένου, όπου και ράμπα, δεν αποτελεί «αυτός καθεαυτός πρασιά και συνεπώς κοινόχρηστο... τμήμα της οικοδομής», ενώ δεν παρεμποδίζεται η είσοδος των λοιπών ενοίκων στην οικοδομή, ούτε η προσωρινή χρήση της ράμπας παρεμποδίζει τους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Κατά της Απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα και ενάγουσα με την υπό κρίση έφεση ζητώντας την εξαφάνιση της ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 και 13 ν. 3741/1929 «Περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 54 Εισ.Ν.Α.Κ.), προκύπτει, ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπόμενα δε αναγκαστική, αυτοδίκαια αποκτώμενη, συγκυριότητα κατ’ ανάλογη μερίδα επί των μερών του όλου ακινήτου, των χρησιμευόντων στην κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση. Μεταξύ των κοινοχρήστων αυτών μερών περιλαμβάνονται, κατά την ενδεικτική στις άνω διατάξεις απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η πιλοτή, η είσοδος της πολυκατοικίας, οι φωταγωγοί, οι αεραγωγοί, οι κλίμακες (σκάλες), οι τοίχοι που άπτονται κοινόχρηστων μερών, η πρασιά (προκήπιο), ο κήπος, η πρόσοψη - εξωτερική εμφάνιση της πολυκατοικίας, οι κοινόχρηστες εγκαταστάσεις φωτισμού και ύδρευσης, το λεβητοστάσιο κλπ, καθώς και κάθε άλλο πράγμα που χρησιμεύει στην κοινή των ιδιοκτητών χρήση. Ειδικότερα, πρασιά (προκήπιο) αποτελεί ο χώρος που σχηματίζεται μεταξύ οικοδομικής και ρυμοτομικής γραμμής (βλ. Εφ.ΑΘ. 10038/1990 αδημοσίευτη, Εφ.ΑΘ. 2281/1987 Ε.Δ.Πολ. 1987.188), προορισμός της οποίας είναι η καλαίσθητη εμφάνιση της οικοδομής στην οποία αφίεται (βλ. Εφ.ΑΘ. 52/2003 αδημοσίευτη, Κατρά, Πανδέκτης μισθώσεων και οροφοκτησίας 2005, § 275 Α.2.1, σελ. 934 - 935). Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται είτε με τη συστατική δικαιοπραξία της οροφοκτησίας είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του άνω ν. 3741/1929. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις πιο πάνω διατάξεις ή και από τις αναγκαστικού δικαίου πολεοδομικές διατάξεις νόμου (βλ. Ολ.Α.Π. 7/1992, Α.Π. 984/2010, Α.Π. 922/1998, Εφ.Πειρ. 275/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του ίδιου νόμου 3741/1929, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1002 και 1117 Α.Κ., προκύπτει ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών (συμβολαιογραφικά καταρτιζόμενη και υποκείμενη σε μεταγραφή) για τον τρόπο χρήσης των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της οικοδομής (κανονισμός), καθένας από τους διαμερισματούχους έχει όλα τα δικαιώματα που ανήκουν στον κύριο, εφόσον όμως η άσκηση αυτών δεν παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος. Έτσι δικαιούται σε απόλυτη χρήση του διαμερίσματος του και των κοινών πραγμάτων και μπορεί να επιχειρήσει μεταβολές ή προσθήκες στα αδιαιρέτως κοινά μέρη του οικοδομήματος, καθώς και να προβαίνει στην επισκευή ή ανανέωση αυτών, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, να μη μεταβάλλει το συνήθη προορισμό αυτών και να μη παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών και την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος. Η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση του διαμερίσματος του και των κοινών μερών του οικοδομήματος πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών. Αυτός ο περιορισμός δεν αφορά απλώς μόνο βλάβη του δικαιώματος τους για την σύγχρηση των κοινών. Δηλαδή, δεν διασφαλίζει μόνο την ίση και όμοια χρήση των κοινών, αλλά απαιτεί, η χρήση να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με αυτόν όχι μόνο να μη βλάπτεται η χρήση των κοινών από τους λοιπούς, αλλά οποιοδήποτε δικαίωμα αυτών από το δεσμό της οροφοκτησίας (βλ. Α.Π. 984/2010 ό.π., Α.Π. 861/1994 Τ.Ν.Π. Νόμος).
V. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτόν δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή. Για την εφαρμογή της διάταξης δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (βλ. Ολ.Α.Π. 5/2011, Ολ.Α.Π. 8/2001, Α.Π. 909/2017, Α.Π. 16/2017, Α.Π. 813/2015, Α.Π. 37/2013 Τ.Ν.Π. Νόμος). Περαιτέρω η άσκηση του δικαιώματος δεν καθίσταται καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι ο δικαιούχος προβαίνει σε ενέργειες που παρέχουν στον υπόχρεο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, καθόσον σε διαφορετική περίπτωση θα παρεχόταν προστασία στην παρανομούντα υπόχρεο, κατάσταση που δεν μπορεί να γίνει ανεκτή από το δίκαιο.
VI. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι ίδιοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες, μερικά από τα οποία - έγγραφα - μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς, όμως, να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι είναι κύριοι οριζοντίων ιδιοκτησιών της ευρισκόμενης επί της οδού ... στις Αχαρνές Αττικής πολυκατοικίας, η οποία απαρτίζεται από ημιυπόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο και τρίτο υπέρ το ισόγειο ορόφους, έχει δε υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 «Περί οριζόντιας ιδιοκτησίας» δυνάμει του .../7-12-1981 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο … και αριθμό …. Η οικοδομή έχει κτιστεί επί οικοπέδου εμβαδού 240,80 τ.μ., το οποίο έχει πρόσοψη, στη νότια πλευρά αυτού, επί της οδού ... μήκους 14 μέτρων. Στις υπόλοιπες πλευρές το οικόπεδο στερείται πρόσοψης και συνορεύει με έτερες ιδιοκτησίες - οικόπεδα. Όπως προκύπτει από την από Ιανουάριου 1979 κάτοψη υπογείου του μηχανικού ..., που έχει θεωρηθεί από τον ελεγκτή μηχανικό της αρμόδιας πολεοδομικής διεύθυνσης και προσκομίζεται από την εκκαλούσα, μεταξύ του κτιρίου της οικοδομής και της πρόσοψης του οικοπέδου επί της οδού ... έχει αφεθεί πρασιά πλάτους 4 μέτρων. Ο χώρος αυτός της πρασιάς, κατά το ίδιο σχεδιάγραμμα κάτοψης, ορίζεται μεταξύ της οικοδομικής γραμμής, όπου και η πλευρά του κτιρίου της οικοδομής, και της ρυμοτομικής γραμμής, όπου και το όριο (πρόσοψη) του οικοπέδου με την οδό .... Κατά το σχεδιάγραμμα η πρασιά έχει σχήμα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο εμβαδού (14 μ. μήκος, όση και η πρόσοψη του οικοπέδου, X 4 μ. πλάτος =) 56 τ.μ. . Η αποτύπωση αυτή του μηχανικού ... δεν αφίσταται από την από Ιουλίου 2008 αποτύπωση υπογείου της οικοδομής του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού ... που προσκομίζεται από τον εφεσίβλητο. Ο αρχικός κύριος και οικοπεδούχος πατέρας των διαδίκων ... μεταβίβασε στην μεν εκκαλούσα και ενάγουσα θυγατέρα του δυνάμει του ανωτέρω νομίμως μεταγραφέντος .../7-12-1981 συμβολαίου - προικοσυμφώνου ποσοστό 42/100 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, το οποίο αντιστοιχεί στις οριζόντιες ιδιοκτησίες του ισογείου (2 διαμερίσματα) και του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (1 διαμέρισμα), στον δε εφεσίβλητο και εναγόμενο υιό του δυνάμει του .../7-12-1981 δωρητηρίου συμβολαίου του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο … και με αριθμό …, αρχικά την ψιλή κυριότητα του ημιυπόγειου ορόφου, του πρώτου και του δευτέρου ορόφου και στη συνέχεια και την επικαρπία με το .../1982 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νομίμως στον τόμο … και αριθμό … των ίδιων βιβλίων μεταγραφών. Ακολούθως ο εφεσίβλητος - εναγόμενος μεταβίβασε αιτία πώλησης σε τρίτους, και συγκεκριμένα στους ... και ..., σύζυγο ..., το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου με το …/2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών .... Σύμφωνα με την ως άνω .../7-12-1981 Πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι, πράγματα και εγκαταστάσεις, είναι εκείνοι που ορίζονται ως τέτοιοι με τις διατάξεις του ν. 3747/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., ενώ ρητά αναφέρονται ως κοινόχρηστοι χώροι η κύρια είσοδος της οικοδομής, το κεντρικό κλιμακοστάσιο, το ακάλυπτο δώμα (ταράτσα), ο ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου (αυλή), η πρασιά (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), το σύστημα αποχέτευσης και κεντρικής θέρμανσης κ.λπ.. Ο εφεσίβλητος και εναγόμενος, όπως προαναφέρθηκε, είναι κύριος του ημιυπόγειου ορόφου που αποτελεί ανεξάρτητη και διηρημένη οριζόντια ιδιοκτησία και απαρτίζεται από μία αίθουσα και ένα συνεχόμενο χώρο επαρκή για την στάθμευση δύο αυτοκινήτων, στον οποίο τα οχήματα εισέρχονται με επικλινή διάδρομο (ράμπα) από την οδό .... Ο επικλινής διάδρομος, διαστάσεων πλάτους 4 μ., μήκους 2,5 μ. και εμβαδού 10 τ.μ., αποτελεί τμήμα της πρασιάς (βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα αυτής και εφάπτεται με το ανατολικό όριο του όλου οικοπέδου) και επομένως έχει κοινόκτητο και κοινόχρηστο χαρακτήρα, καθόσον από την Πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν προκύπτει διαφορετική ρύθμιση. Συγκεκριμένα στην .../7-12-1981 Πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ορίζεται ότι ο ημιυπόγειος όροφος απαρτίζεται «εκ μίας αιθούσης και ενός συνεχομένου χώρου επαρκούς δια την στάθμευσιν δύο (2) αυτοκινήτων, εις τον οποίον θα εισέρχεται τις δι’ επικλινούς διαδρόμου (ράμπας) εκ της οδού ...», χωρίς όμως ο χώρος αυτός να εντάσσεται ιδιοκτησιακά στον ημιυπόγειο όροφο ή να παραχωρείται κατά αποκλειστική χρήση, ως τμήμα της πρασιάς, στον εφεσίβλητο - εναγόμενο ως ιδιοκτήτη του ημιυπόγειου ορόφου. Ο χώρος αυτός (διάδρομος) που συνδέει τον χώρο στάθμευσης του εφεσίβλητου - εναγόμενου με την οδό ... μπορεί να χρησιμοποιείται ακώλυτα, ως κοινόχρηστος χώρος, από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, καθώς και από τρίτους που αντλούν δικαίωμα από τον ανωτέρω χρήσης του χώρου στάθμευσης, για τη διέλευση των οχημάτων προς και από τον χώρο στάθμευσης. Η χρήση αυτή (διέλευση) γίνεται για την αναγκαία εξυπηρέτηση του χώρου στάθμευσης και είναι σύμφωνη με τον χαρακτήρα της εδαφικής λωρίδας (διαδρόμου) ως κοινόχρηστου χώρου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο IV μείζονα σκέψη, ο κοινωνός μπορεί να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων, εφόσον δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα χρήσης των άλλων ιδιοκτητών. Ο εφεσίβλητος - εναγόμενος ήδη από το έτος 2006 δεν διαμένει στην οικοδομή, από την οποία έχει μεταφέρει και τον χώρο εργαστηρίου αργυροχρυσοχοΐας που διατηρούσε στον ημιυπόγειο όροφο, ενώ έχει εκμισθώσει σε τρίτον τον χώρο στάθμευσης του ημιυπόγειου. Όταν όμως συχνά επισκέπτεται την οικοδομή σταθμεύει το αυτοκίνητο και τη μοτοσικλέτα του στον χώρο της ράμπας του ημιυπόγειου, ο οποίος αποτελεί τμήμα της κοινόχρηστης πρασιάς, καταλαμβάνοντας αυτόν, και καθιστώντας τον χώρο στάθμευσης, χρήση που δεν επιτρέπεται από την Πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ούτε του παραχωρήθηκε από αυτή. Με τον τρόπο αυτό αποκλείει τους άλλους κοινωνούς, και δη την εκκαλούσα - ενάγουσα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, από την χρήση του κοινόχρηστου τμήματος της πρασιάς, μεταβάλλοντας και το συνήθη προορισμό αυτής που είναι η καλαίσθητη εμφάνιση της οικοδομής. Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο, πρωτίστως, ότι ο χώρος της ράμπας δεν αποτελεί «αυτός καθεαυτός πρασιά και συνεπώς κοινόχρηστο... τμήμα της οικοδομής», χωρίς όμως με τον τρόπο αυτό να εκφέρεται με σαφήνεια κρίση για την πραγματική και κατ’ επέκταση τη νομική κατάσταση του επίδικου χώρου, ενώ, περαιτέρω, ότι δεν παρεμποδίζεται η είσοδος των λοιπών ενοίκων στην οικοδομή, ούτε με την προσωρινή χρήση της ράμπας παρεμποδίζονται οι λοιποί συνιδιοκτήτες, εσφαλμένα, κατά τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο IV μείζονα σκέψη, το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, βάσιμα δε παραπονείται η ενάγουσα - εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να δικαστεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυσαν πριν την αντικατάστασή τους από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, η αγωγή, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη κατά τα άρθρα 1002, 1117 Α.Κ., 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 και 13 ν. 3741/1929 «Περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 54 Εισ.Ν.Α.Κ.), και 947 Κ.Πολ.Δ.. Ο εναγόμενος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, και με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του προβάλλει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, τον σχετικό δε ισχυρισμό ο ίδιος επαναφέρει με τις ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος (νυν εφεσίβλητος) διατείνεται η αξίωση της ενάγουσας (νυν εκκαλούσας) ασκείται καταχρηστικά, διότι εκείνη είναι αυτή που χρησιμοποιεί τους κοινόχρηστους χώρους (σκάλα ανόδου, πρασιά), χωρίς να την ενοχλεί κανείς, ενώ διέκοψε τη λειτουργία της αυτονομίας της θέρμανσης, τη σύνδεση της κοινόχρηστης παροχής νερού και τη λειτουργία του ανελκυστήρα. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχείο V μείζονα σκέψη ο σχετικός ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν και εάν ακόμα υποτεθούν αληθή δεν καθιστούν την εκ μέρους της ενάγουσας (νυν εκκαλούσας) προβολή του δικαιώματος περί ακώλυτης χρήσης του κοινόχρηστου χώρου καταχρηστική. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος δύναται να προβάλλει αξιώσεις κατά της ενάγουσας από την σχέση οροφοκτησίας, στρεφόμενος δικαστικά κατ’ αυτής, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας. Κατ’ ακολουθίαν, απορριπτόμενου ως νόμου αβάσιμου του εκ του άρθρου 281 Α.Κ. ισχυρισμού του εναγομένου - εφεσίβλητου, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να απαγορευτεί στον εναγόμενο, με την απειλή χρηματικής ποινής χιλίων (1.000) ευρώ και προσωπικής κράτησης έξι (6) μηνών για κάθε μελλοντική παράβαση του διατακτικού της Απόφασης, να χρησιμοποιεί ως χώρο στάθμευσης το τμήμα της κοινόχρηστης πρασιάς εμβαδού 10 τ.μ. (4 μ. πλάτος X 2,5 μ. μήκος), το οποίο βρίσκεται έμπροσθεν του ημιυπόγειου χώρου στάθμευσης του ιδίου, ώστε να μην παρεμποδίζεται η ενάγουσα στην χρήση του χώρου αυτού. Αντίθετα ουσιαστικά αβάσιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο τυγχάνει το αίτημα να απαγορευτεί στον εναγόμενο η προσβολή εν γένει της σύγχρησης των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός προβαίνει σε άλλες ενέργειες που προσβάλλουν το δικαίωμα χρήσης της συγκοινωνού ενάγουσας. Λόγω της μερικής νίκης της ενάγουσας - εκκαλούσας πρέπει να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων αυτής αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του εναγομένου - εφεσίβλητου (άρθρα 183, 178, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 820/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει στην ουσία της την από 13-4-2009 με αριθμό κατάθεσης .../14-4-2009 αγωγή.
Απορρίπτει ό, τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Απαγορεύει στον εναγόμενο - εφεσίβλητο να χρησιμοποιεί ως χώρο στάθμευσης το εδαφικό τμήμα της κοινόχρηστης πρασιάς εμβαδού 10 τ.μ. (4 μ. πλάτος X 2,5 μ. μήκος) της ευρισκόμενης επί της οδού ... στις Αχαρνές Αττικής πολυκατοικίας, το οποίο - εδαφικό τμήμα - βρίσκεται έμπροσθεν του ημιυπόγειου χώρου στάθμευσης του ιδίου.
Απειλεί κατά του εναγομένου - εφεσίβλητου χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ και προσωπική κράτηση έξι (6) μηνών για κάθε μελλοντική παράβαση του διατακτικού της Απόφασης.
Επιβάλλει σε βάρος του εναγομένου - εφεσίβλητου εν μέρει τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας - εκκαλούσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στην εκκαλούσα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουάριου 2022, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ