Απόφαση

Αριθμός: 363/2022
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Α’ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Νικόλαο Βόκα, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου και από το Γραμματέα Αθανάσιο Ιασωνίδη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ..., το γένος ..., κατοίκου Συκεών Θεσσαλονίκης, οδός ..., ΑΦΜ ..., ως καθολικής διαδόχου του αρχικώς ενάγοντος και συζύγου της ... του …, η οποία παραστάθηκε με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Χατζηαθανασίου, AM ΔΣΘ 2813, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΟΥ ΚΑΘΟΥ Η κληση - ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ... του …, κατοίκου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης, οδός ..., ΑΦΜ ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοπίστη Καραδήμογλου Μοσχίδου, AM ΔΣΘ 4006, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Ο ..., με την από 15-12-2016 (αρ. κατ. .../28.12.2016) αγωγή του κατά του εναγομένου - εφεσιβλήτου, την οποία απηύθυνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Η ως άνω αγωγή συζητήθηκε στις 4-6-2018, μεταξύ της εκκαλούσας, συζύγου του ενάγοντος, η οποία υποκαταστάθηκε στη θέση του μετά το θάνατό του στις 29.12.2016, και εκδόθηκε η 9475/2019 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα με την από 23-06-2020 (αρ. κατ. πρωτοδικείου .../2020 και αρ. κατ. εφετείου .../2020) έφεσή της, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 05.03.2021. Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση ματαιώθηκε λόγω μη νομότυπης παράστασης της εκκαλούσας. Ακολούθως, με την από 17-5-2021 (αρ. κατ. .../2021) κλήση, η εκκαλούσα επανέφερε την υπόθεση προς εκδίκαση για την παρούσα δικάσιμο. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται με την από 17-5-2021 (αρ. κατ. .../2021) κλήση η από 23-06-2020 (αρ. κατ. πρωτοδικείου .../2020 και αρ. κατ. εφετείου .../2020) έφεση της ενάγουσας, μετά τη ματαίωσή της κατά τη δικάσιμο της 5.3.2021.
Η ως άνω έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με την κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 25-06-2020, προ πάσης επιδόσεως και εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών από την έκδοση της εκκαλουμένης, η οποία έλαβε χώρα στις 26-06-2020 (άρθρα 495 παρ.1 και 2, 511, 513 παρ. 1 β, και 516 παρ. 1, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια τακτική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 τταρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα παράβολο, όπως προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.
Ο ενάγων ... με την από 9-4-2015 (αρ. κατ. …/2015) αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ιστορούσε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος τύγχανε αφανής εταίρος σε αφανή εταιρία που είχε σκοπό την εκμετάλλευση πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ, τον Ιούνιο του 2011 του πώλησε το μερίδιο συμμετοχής του στην εν λόγω εταιρία έναντι τιμήματος 26.180 ευρώ, παριστάνοντάς του ψευδώς ότι η εμφανής εταίρος συναινούσε στη μεταβίβαση αυτή, παρότι γνώριζε ότι η τελευταία αρνείτο οποιαδήποτε εκχώρηση σε τρίτον, καθώς και ότι τέτοιος όρος απαγόρευσης είχε διατυπωθεί με σαφήνεια στο καταστατικό, έπραξε δε τούτο με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο όφελος. Ότι, εξαιτίας της ανωτέρω εν γνώσει του εναγομένου ψευδούς παράστασης του γεγονότος αυτού ως αληθινού, ο ίδιος πείστηκε να προβεί στην αγορά της εταιρικής του συμμετοχής και στην παράδοση των χρημάτων σ' αυτόν, χωρίς όμως στη συνέχεια να καταστεί δυνατή η συμμετοχή του στην εταιρία, εξαιτίας της αρνήσεως της εμφανούς εταίρου να συναινέσει στη μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου του εναγομένου στον ίδιο και να προβεί σε τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας. Ότι, από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου υπέστη ισόποση ζημία, επιπλέον δε και ηθική βλάβη, για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Ότι, άλλως, δικαιούται το παραπάνω ποσό που έδωσε ως τίμημα αγοράς στον εναγόμενο, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς ο τελευταίος πλούτισε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του, για αιτία που δεν επακολούθησε, καθώς έλαβε το τίμημα της αγοράς της εταιρικής του συμμετοχής, χωρίς να είναι σε θέση να ολοκληρώσει τη μεταβίβαση του μεριδίου του, εξαιτίας της άρνησης της εμφανούς εταίρου να συναινέσει στην είσοδό του στην εταιρία. Με βάση δε αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 26.180 ευρώ και επιπλέον για την περίπτωση της θεμελιώσεως αδικοπραξίας, το ποσό των 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, ήτοι συνολικά το ποσό των 34.180 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της με αριθμ. κατ. .../2011 όμοιας αγωγής του από την οποία παραιτήθηκε νόμιμα, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης στις 21.9.2017, λόγω του μεσολαβήσαντος θανάτου του ενάγοντος και στη δικονομική του θέση υπεισήλθε η πρώην σύζυγός του ..., η οποία συνέχισε νόμιμα τη δίκη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 9730/2018 εκκαλουμένη απόφασή του, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αόριστη, με το αιτιολογικό ότι, για τη θεμελίωση του άρθρου 904 ΑΚ, δεν εκτίθεται για τη θεμελίωση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ότι «η ένδικη παροχή δόθηκε από τον αρχικώς ενάγοντα σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, ήτοι της σύμβασης μεταβίβασης του εταιρικού μεριδίου του εναγομένου, που κατά τα επικαλούμενα ήταν απαγορευμένη, παρά μόνο εκτίθεται ότι πρόκειται περί αιτίας μη επακολουθήσασας ή παράνομης, περιπτώσεις όμως που, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, δεν συντρέχουν εν προκειμένω», προχώρησε στην εξέταση της κύριας βάσης της αδικοπραξίας και αφού την έκανε νομικά δεκτή, την απέρριψε στην ουσία ως αβάσιμη. Η υπεισελθούσα στη θέση του αρχικώς ενάγοντος ..., με την παρούσα έφεσή της, παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η αγωγή του δικαιοπαρόχου της.
Όπως προκύπτει από τον προσωπικό χαρακτήρα των προσωπικών εταιριών και της αρχής της ελεύθερης διαμόρφωσης των προς τα έσω σχέσεων των εταίρων (361, 760, 761 ΑΚ), είναι, κατ' αρχήν, επιτρεπτή από το νόμο η μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας (συμμετοχής) προσωπικής εταιρίας σε τρίτον (Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, 2012, σελ. 86). Εφόσον τέτοια μεταβίβαση είναι επιτρεπτή και αυτή καθεαυτή δεν υπόκειται σε τύπο, συνάγεται ότι είναι έγκυρη από την κατάρτισή της και άρα, ούτε η σύμβαση πώλησης, αλλά ούτε και η σύμβαση μεταβίβασης του εταιρικού μεριδίου (συμμετοχής) πάσχουν από ακυρότητα, κατ' άρθρο 174 ΑΚ. Ο τυχόν περιεχόμενος στην εταιρική σύμβαση περιορισμός διάθεσης της εταιρικής συμμετοχής απορρέει από δικαιοπραξία (177 ΑΚ) και δρα μόνο ενοχικά μεταξύ των μερών, χωρίς να επηρεάζει το κύρος διάθεσης των εταιρικών μεριδίων (συμμετοχής), εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Τέτοια διαφορετική ρύθμιση προβλέπει το άρθρο 466 εδ. β' ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και σε εκχώρηση λοιπών δικαιωμάτων κατ' άρθρο 470 ΑΚ, εάν ο υπέρ ου η μεταβίβαση απέκτησε την εταιρική μερίδα στηριζόμενος σε έγγραφο που περιείχε όρο για το ανεκχώρητο ή εάν το καταστατικό της εταιρίας έχει δημοσιευθεί. Στην περίπτωση αυτή, η μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου (συμμετοχής) αντίθετα προς τις διατάξεις του καταστατικού είναι άκυρη και αντιτάσσεται και απέναντι στον εκδοχέα, αφού ο σχετικός περιορισμός θεωρείται ότι είναι γνωστός σ' αυτόν. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική διότι τάχθηκε χάριν ορισμένων προσώπων και συγκεκριμένα υπέρ της εταιρίας και εταίρων, τα συμφέροντα των οποίων σκόπευε να προστατεύσει (ΕφΠειρ 1235/95 ΔΕΕ 1996.161, Β. Αντωνόπουλος, Δίκαιο Προσωπικών Εταιριών, σελ. 118), Μ. Μαργαρίτη, Επίτομη Ερμηνεία ΑΚ, αρθρ. 761, αρ. 1) και μέχρι την επίκληση της ακυρότητας αυτής, η δικαιοπραξία έχει πλήρη ενέργεια (Κ. Σημαντήρα, Γενικαί Αρχαί, 1980, τ.μ. I, παρ. 843). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ιδίων διατάξεων των άρθρων 361, 760, 761 ΑΚ συνάγεται ότι, επί νομίμως υφιστάμενης και λειτουργούσας προσωπικής εταιρίας, είναι δυνατή η μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας (εταιρικής συμμετοχής) του ενός των εταίρων προς άλλο εταίρο ή τρίτο, είτε με τη συμφωνία όλων των εταίρων, είτε με σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό, είτε με την εκ των υστέρων έγκρισή της (239 ΑΚ). Επίσης, για την ολοκλήρωση της ανωτέρω μεταβίβασης, απαιτείται και τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, διότι η μεταβίβαση επιφέρει μεταβολή στη σύνθεση των εταίρων, τα πρόσωπα των οποίων αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της εταιρικής σύμβασης (Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, 2012, σελ. 86, αρ. 8). Επομένως, για την πραγματοποίηση της ανωτέρω μεταβίβασης, απαιτείται σύμπραξη όλων των εταίρων, με την κατάρτιση της οικείας τροποποιητικής συμβάσεως και την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας (ΑΠ 296/2000 ΕλΔ 41,1019, ΑΠ 1688/1998 ΕΕμπΔ 2000,82, ΑΠ 7/1991 ΕΕμπΔ 1993,57). Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που τρίτος ή εταίρος συμφωνήσει με άλλον εταίρο μιας τέτοιας προσωπικής εταιρίας την αγορά της εταιρικής μερίδας του τελευταίου και την έξοδο αυτού από την εταιρία με παράλληλη είσοδο του προσώπου (ή αντίστοιχη αύξηση του μεριδίου συμμετοχής του πρώτου στην εταιρία), εάν δεν επακολουθήσει νομότυπη σχετική τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας, είτε διότι αρνήθηκε κάποιος από τους λοιπούς εταίρους να συμπράξει σε αυτήν είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ο αγοραστής τρίτος ή εταίρος δικαιούται να αναζητήσει από τον πωλητή εταίρο το τίμημα που του κατέβαλε (εν όλω ή εν μέρει) για την αγορά της εταιρικής μερίδας του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και ειδικότερα εκείνη περί αναζητήσεως της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε, κατά το άρθρο 904 εδ. β' ΑΚ (ΑΠ 296/2000 ΕλΔ 41,1019). Εξάλλου, από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης, και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π. 16/2008). Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π. 2019/2007). Με βάση όμως όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 219 και 106 του ΚΠολΔ, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά, από την αρχή, στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν ούτε εκτίθενται στην αγωγή τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, με την έννοια της διάταξης του αρθρ.914 ΑΚ, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του είτε με την έννοια της συμβατικής ενοχής είτε της εξ αδικοπραξίας (ΑΠ 449/2014, ΑΠ 493/2010, ΑΠ 725/2004 ΤΝΠ ΑΠ).
Δοθέντων τούτων και αναφορικά με την απορριφθείσα ως αόριστη επικουρική αγωγική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα: Εφόσον είναι κατά νόμο επιτρεπτή η μεταβίβαση εταιρικής μερίδας προσωπικής εταιρίας, η μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος αγοραστή ... και του εναγόμενου πωλητή ... σύμβαση πώλησης εταιρικής συμμετοχής στην ως άνω αφανή εταιρία είναι έγκυρη και κατά την υποσχετική και κατά την εκποιητική δικαιοπραξία. Ο τεθείς από τους εταίρους όρος περί ανεκχώρητου της εταιρικής τους μερίδας (με τις αναφερόμενες εξαιρέσεις), δρα, κατ' αρχήν, μόνο ενοχικά μεταξύ τους και μόνο εφόσον περιλήφθηκε στη σύμβαση πώλησης ο όρος του ανεκχώρητου, δύναται η ακυρότητα αυτή να προταθεί από την εμφανή εταίρο στον εκδοχέα αρχικώς ενάγοντα. Σε κάθε όμως περίπτωση, υφίσταται αδυναμία του εναγομένου εκχωρητή της εταιρικής μερίδας να ολοκληρώσει τη μεταβίβαση, διότι χωρίς τη συναίνεση της εμφανούς εταίρου δεν καθίσταται δυνατή η τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης και η είσοδος του αρχικώς ενάγοντος αγοραστή στην εταιρία. Συνεπώς, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υφίσταται άρνηση της εμφανούς εταίρου να συναινέσει στην είσοδο του αρχικώς ενάγοντος εκδοχέα στην εταιρία, δεν είναι δυνατή η μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας του εναγομένου, οπότε ο αρχικώς ενάγων έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον εναγόμενο πωλητή - εταίρο την επιστροφή του καταβληθέντος από αυτόν τιμήματος αγοράς με τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις για αιτία μη επακολουθήσασα. Η αγωγή δε αυτή είναι ορισμένη αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται σ' αυτήν, η ύπαρξη του πλουτισμού του εναγομένου, η επέλευση αυτού σε βάρος της περιουσίας του αρχικώς ενάγοντος, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας του και η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Δεν αποτελούν δε στοιχεία της ένδικης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγής, η επίκληση της ακυρότητας ή του ανίσχυρου της επικαλούμενης σύμβασης. Τούτο δε διότι, όπως ελέχθη στη οικεία μείζονα σκέψη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επικουρικού χαρακτήρα, παραδεκτά μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν η επιδιωκόμενη αξίωση συνιστούσε παροχή αχρεώστητη και δεν συντρέχαν, ούτε εκτίθεντο σ' αυτήν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της ευθύνης του εναγομένου από σύμβαση (362, 380, 516 ΑΚ) και επιπλέον ο πλουτισμός του επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος, δεν μπορούσε δε να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του. Αναφορικά δε με την ουσιαστική επικουρικότητα της βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε σχέση με την κύρια βάση της αδικοπραξίας, δεν τίθεται ζήτημα νομιμότητας της επικουρικής βάσης, διότι η κύρια βάση της αδικοπραξίας στηρίζεται σε περιστατικά πρόσθετα από αυτά που θεμελιώνουν την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ψευδής παράσταση ότι η εμφανής εταίρος είχε συναινέσει στη μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου του εναγομένου). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού για αιτία μη επακολουθήσασα, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε. Πρέπει, συνεπώς, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου εφέσεως, αφού εξαφανιστεί, κατά το μέρος αυτό, η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και να εξετασθεί στην ουσία η παρούσα νομική βάση, εφόσον προηγουμένως ήθελε απορριφθεί η αιτίαση της έφεσης, με την οποία ο ενάγων παραπονείται για την εσφαλμένη απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής του (που στηρίζεται στην αδικοπραξία), ως ουσία αβάσιμης.
Περαιτέρω, αναφορικά με το λόγο της έφεσης που βάλλει κατά της ουσιαστικώς απορριφθείσας κύριας βάσης της αγωγής από αδικοπραξία για λόγους που αφορούν την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λεκτέα τα ακόλουθα: Από την υπ’ αριθμ. …/13.3.2018 ένορκη ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης βεβαίωση της μάρτυρος ..., η οποία έλαβε χώρα μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγομένου (βλ. την υπ’ αριθμ. .../28.12.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...), τη με αριθμ. 1214/22.3.2018 ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης βεβαίωση της μάρτυρος ..., η οποία έλαβε χώρα μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. τη με αριθμ. .../19.3.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...) και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με το από 18.7.2007 ιδιωτικό συμφωνητικού σύστασης αφανούς εταιρίας μεταξύ του εναγομένου ... και της μη διαδίκου, ... συστάθηκε αφανής εταιρία με εμφανή εταίρο και διαχειρίστρια την τελευταία και αφανή εταίρο τον εναγόμενο και σκοπό την από κοινού εκμετάλλευση πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ. Το εταιρικό κεφάλαιο της εταιρίας ορίστηκε στις 140.000 ευρώ και έκαστος των εταίρων συνεισέφερε το ήμισυ τούτου, ενώ συμφωνήθηκε και η από κοινού συμμετοχή τους στα κέρδη της εταιρίας. Με την ίδια εταιρική σύμβαση, στο άρθρο 7, ορίστηκε ότι «Κάθε συνεταίρος υποχρεούται να επιδεικνύει επιμέλεια για την πρόοδο της εταιρίας που αμφότεροι παρέχουν αμισθί την προσωπική τους εργασία. Κάθε συνεταίρος υποχρεούται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως να μη μεταβιβάσει την εταιρική του ιδιότητα, ούτε να μεταβιβάσει ή να εκχωρήσει το εταιρικό του μερίδιο. Εάν τυχόν γίνει τέτοια μεταβίβαση, αυτή θα είναι αυτοδίκαια άκυρη και ανίσχυρη. Η τυχόν πρόσληψη και άλλου συνεταίρου επιτρέπεται μόνο με κοινή συμφωνία. Σε εξαίρεση των ανωτέρω, ρητά συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι παρέχεται η δυνατότητα στον ..., αν το επιθυμεί, να μεταβιβάσει την εταιρική του ιδιότητα και τα εν γένει δικαιώματά του στην Εταιρία στη θυγατέρα του … συζ. ..., το γένος ..., η οποία θα υπεισέλθει αυτοδίκαια στα δικαιώματα αυτού». Από τον παραπάνω όρο της εταιρικής σύμβασης συνάγεται σαφώς ότι ρητά αποκλείστηκε η δυνατότητα μεταβίβασης της εταιρικής συμμετοχής των εταίρων σε τρίτα πρόσωπα, πλην των παραπάνω περιοριστικά αναφερομένων, οποιαδήποτε δε τέτοια μεταβίβαση, θα καθίσταται ανίσχυρη. Ωστόσο, ο όρος αυτός, όπως προελέχθη, έχει ενοχική μόνο ενέργεια μεταξύ των εταίρων της αφανούς εταιρίας (177 εδ. α' ΑΚ) και δεν δεσμεύει τον τρίτο, προς τον οποίο ο εταίρος μεταβιβάζει το εταιρικό του μερίδιο, εκτός εάν ο όρος αυτός του ανεκχώρητου της εταιρικής μερίδας συμπεριληφθεί στη σύμβαση της πώλησης και γίνει έτσι γνωστός στον αγοραστή (177 παρ. 2 σε συνδ. με 466 και 470 ΑΚ). Αλλά και στην περίπτωση αυτή, τόσο η σύμβαση πώλησης, όσο και η σύμβαση μεταβίβασης είναι έγκυρες, αφού η ακυρότητα της σύμβασης διάθεσης (εκποιητικής δικαιοπραξίας) είναι σχετική και έχει ταχθεί αποκλειστικά υπέρ της εταιρίας και των εταίρων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εταιρία, με την ως άνω μορφή της, λειτούργησε ομαλά μέχρι την άνοιξη του 2011, με την εμφανή εταίρο ... να διατηρεί στην οδό ... στη Θεσσαλονίκη πρακτορείο τυχηρών παιγνίων, δυνάμει σχετικής νόμιμης άδειας που εκδόθηκε στο όνομά της. Κατά το διάστημα που μεσολάβησε, ο εναγόμενος μεταβίβασε στην ως άνω εμφανή εταίρο ποσοστό 32,30% από τη συμμετοχή του στην εταιρία, καταλειπομένου σ' αυτόν ποσοστού συμμετοχής 18,70%. Ακολούθως, τον Ιούνιο του 2011 ο εναγόμενος ήλθε σε επαφή με τον ... και συμφώνησε μαζί του να του μεταβιβάσει το παραπάνω ποσοστό συμμετοχής του στην αφανή εταιρία, έναντι τιμήματος 26.180 ευρώ. Έτσι, στις 23.6.2011, καταρτίστηκε μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος και του εναγόμενου ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου ο δεύτερος μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στον πρώτο το ανωτέρω ποσοστό του, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, το οποίο και καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από τον τελευταίο. Στο ίδιο ως άνω συμφωνητικό πώλησης εταιρικού μεριδίου περιλήφθηκε όρος ότι ο αρχικώς ενάγων - αγοραστής έλαβε γνώση του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης της αφανούς εταιρίας, στην οποία, όπως ελέχθη, περιλαμβανόταν ο όρος της απαγόρευσης εκχώρησης εταιρικού μεριδίου από οποιονδήποτε εταίρο σε τρίτον (7ος όρος). Η συμπερίληψη του όρου αυτού στο παραπάνω συμφωνητικό πώλησης καταρρίπτει τον ισχυρισμό του αρχικώς ενάγοντος περί εξαπάτησής του, καθώς αποδεικνύει ότι ο εναγόμενος ουδέποτε του απέκρυψε τη ρήτρα απαγόρευσης εκχώρησης εταιρικού μεριδίου που είχε τεθεί στην εταιρική σύμβαση, αλλά ούτε και την άρνηση της εμφανούς εταίρου να συναινέσει. Αντίθετα μάλιστα προκύπτει ότι ο ίδιος ο ενάγων ήταν ενήμερος της αδυναμίας ολοκλήρωσης της μεταβίβασης του εταιρικού μεριδίου από τον εναγόμενο χωρίς τη συναίνεση της εμφανούς εταίρου, προέβη δε στη συμφωνία αυτή ελπίζοντας ότι η τελευταία θα ενέκρινε την εν λόγω μεταβίβαση (239 ΑΚ). Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος τον παράπεισε ότι η εμφανής εταίρος είχε συναινέσει στη μεταβίβαση και εξαιτίας της πεπλανημένης αυτής εντύπωσης προχώρησε στην κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης πώλησης, από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, η δε ένορκη βεβαίωση της θυγατέρας του ..., η οποία επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό δεν κρίνεται αξιόπιστη, καθώς τα όσα κατέθεσε δεν προέρχονται από τη δική της αντίληψη των γεγονότων αυτών, αλλά από φερόμενη διήγηση του πατέρα της. Εξάλλου, δοθέντος ότι ο αρχικώς ενάγων γνώριζε ότι η εμφανής εταίρος, με τη ρήτρα που είχε διατυπώσει στην εταιρική σύμβαση, αρνείτο ρητώς οποιαδήποτε μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου από τον εναγόμενο σε τρίτο, για την παραπλάνησή του από τον εναγόμενο, θα έπρεπε να υπάρχουν σοβαρές ενέργειες ή υποσχέσεις του τελευταίου που να κάμπτουν τις εύλογες αμφιβολίες του και οι οποίες θα πρέπει να ήταν ικανές να τον οδηγήσουν στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι η εμφανής εταίρος υποσχέθηκε να άρει τις επιφυλάξεις της. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, έκρινε ομοίως και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής που στηρίζεται στην αδικοπραξία, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός λόγος εφέσεως του ενάγοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, και όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και εξετάζεται μετά την, κατά τα προηγηθέντα, εξαφάνιση της σχετικής απορριπτικής διάταξης της εκκαλουμένης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς ενάγων, σε εκτέλεση της συμβάσεως πώλησης εταιρικής συμμετοχής, που συμφώνησε με τον εναγόμενο, του κατέβαλε αυθημερόν, ήτοι στις 23.6.2011, το σύνολο του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς, ποσού 26.180 ευρώ, χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η ολοκλήρωση της μεταβίβασης της εταιρικής συμμετοχής, διότι η εμφανής εταίρος αρνήθηκε να συναινέσει στην είσοδό του στην αφανή εταιρία, με την τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης. Συνεπώς, ο εναγόμενος με την είσπραξη του παραπάνω ποσού από τον αρχικώς ενάγοντα κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος από την περιουσία του τελευταίου, για αιτία η οποία δεν επακολούθησε, διότι ο πλουτισμός του επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του είτε με την έννοια της συμβατικής ενοχής είτε της εξ αδικοπραξίας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αρχικώς ενάγοντος, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην υπεισελθούσα στη θέση του αρχικώς ενάγοντος ... το ποσό των 26.180 ευρώ, από την επίδοση της αρχικής αγωγής με αριθμ. κατάθεσης .../2011, από την οποία παραιτήθηκε νόμιμα και μέχρις εξοφλήσεως. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας - εκκαλούσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας θα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου-εφεσιβλήτου (178,183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, επιπλέον δε πρέπει να επιστραφεί στην εκκαλούσα το καταβληθέν παράβολο έφεσης, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλία των διαδίκων την από 23-06-202019 (αρ. κατ. πρωτοδικείου .../2019 και Εφετείου .../2020) έφεση κατά της 9730/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση,
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 9730/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ κατά το μέρος αυτό την από 15-12-2016 (αρ. κατ. .../2016) αγωγή του ....
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή κατά την επικουρική της βάση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην υπεισελθούσα στη θέση του αρχικώς ενάγοντος ... το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων εκατόν ογδόντα (26.180) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της με αριθμ. καταθέσεως .../2011 καταψηφιστικής αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εφεσίβλητο στην καταβολή μέρους δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στην εκκαλούσα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη, στις 18 Φεβρουάριου 2022, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και με την παρουσία του Γραμματέως.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ