Απόφαση

Αριθμός 21/2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ευκαρπίδου Δέσποινα, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο Εφετών, και το Γραμματέα Βασίλειο Θάνο.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ κεκλεισμένων των θυρών στο ακροατήριο του στις 17 Νοεμβρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) ... του …, κατοίκου … ( … ) με ΑΦΜ …, ατομικά και ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της … χας ... γένος ... και 2) ... χας ..., το γένος ..., με ΑΦΜ …, όπως εκπροσωπείται από τον ... του … με την ιδιότητα του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη, οι οποίοι παραστάθηκαν στο δικαστήριο δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Ουρανίας Γουβιά.
ΤΗΣ ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : ... του …, κατοίκου τοπικής κοινότητας …, Δήμου Ζίτσας, Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων, Περιφέρειας Ηπείρου, η οποία δεν παραστάθηκε.
Ο πρώτος εφεσίβλητος, ..., άσκησε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, την από 9-5-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …/2019 αίτηση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία ζητούσε να τεθεί η καθ’ης μητέρα του ... (δεύτερη εφεσίβλητη) σε κατάσταση πλήρους δικαστικής συμπαράστασης. Επί της αίτησης αυτής, που συζητήθηκε την 16-10-2019 , η εκκαλούσα άσκησε παρέμβαση και εκδόθηκε η με αριθμό 182/2019 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αίτηση και απορρίφθηκε η παρέμβαση. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα- παρεμβαίνουσα, άσκησε την από 20-12-2019 έφεσή της, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …/23-12-2019, για την οποία ορίσθηκε, με την με αριθμ. …/2020 πράξη της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου, δικάσιμος η 1-4-2020 οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας δυνάμει της με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οικ. 21159/27-3-2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ 1074/Β) που αφορούσε «Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της διάδοσής του» και ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 74 § 2 του ν. 4690/2020 (Α’ 104), εκδόθηκε η με αριθμό …/2020 πράξη του Προέδρου Εφετών Ιωαννίνων και ορίστηκε οίκοθεν ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο, η 10-7-2020. Κατά την εν λόγω δικάσιμο, η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 3-2-2021 και ακολούθως, για τη δικάσιμο της 7-4-2021 οπότε ματαιώθηκε εκ νέου η συζήτησή της, και η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση με την από 23-9-2021 και αριθμό κατάθεσης …/2021 κλήση, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσιβλήτων ζήτησε να γίνουν δεκτές οι προτάσεις που κατέθεσε, ενώ δεν παραστάθηκε η εκκαλούσα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 23-9-2021 και αριθμό κατάθεσης …/2021 κλήση, η από 20-12-2019 έφεση, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της, ως ανωτέρω αναφέρεται.
Σύμφωνα με το άρθρο 803 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά της δικαστικής απόφασης που υποβάλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση, διορίζει τον δικαστικό συμπαραστάτη, καθορίζει την έκταση των περιορισμών που επιβάλλονται στο συμπαραστατούμενο ή τροποποιεί το είδος και την έκταση της δικαστικής συμπαράστασης, ή που αρνείται την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση και το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στη διαδικασία σύμφωνα με το νόμο, δηλαδή με την απόκτηση της ιδιότητας του διαδίκου, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που κίνησε τη διαδικασία, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, η οποία ρυθμίζει τη παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, «αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους». Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 764 § 2 του ΚΠολΔ "αν όταν εκφωνείται η υπόθεση δεν εμφανισθεί κανείς διάδικος η συζήτηση ματαιώνεται. Αν κάποιος από τους διαδίκους εμφανισθεί, το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν”. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, επί υποθέσεως που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η υπόθεση ερευνάται κατ' ουσίαν, έστω και αν απουσιάζει ο εκκαλών και παρίσταται ο εφεσίβλητος, εφόσον προκύπτει είτε ότι ο εκκαλών επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, είτε ότι την επισπεύδει ο εφεσίβλητος και κλητεύθηκε νομότυπα ο εκκαλών. Περαιτέρω, αντίγραφο της αίτησης, εκτός των περιπτώσεων που ρητώς ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 ΚΠολΔ, κοινοποιείται στον εισαγγελέα πρωτοδικών της περιφέρειας του δικαστηρίου, αν το διατάξει ο δικαστής που ορίζει δικάσιμο. Το άρθρο 748 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα, όπου, κατ’ άρθρο 760 ΚΠολΔ, αντί για τον εισαγγελέα που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού καλείται ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο (ΑΠ 1543/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ), ενώ με βάση τη διάταξη του άρθρου 750 ΚΠολΔ ο εισαγγελέας δικαιούται να παρίσταται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο οποιασδήποτε υπόθεσης εκούσιας δικαιοδοσίας και δη ανεξάρτητα από την κλήτευσή του, καθώς είναι αυτοδικαίως διάδικος σε όλες τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, χωρίς να καθίσταται ομόδικος κανενός διαδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 182/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η εκκαλούσα - καθ' ης η κλήση, άσκησε την από 20-12-2019 ένδικη έφεσή της, η συζήτηση της οποίας, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 1-4-2020. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της έφεσης ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας δυνάμει της με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οικ. 21159/27-3-2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ 1074/Β) που αφορούσε «Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 74 § 2 του ν. 4690/2020 (Α’ 104), εκδόθηκε η με αριθμό …/2020 πράξη του Προέδρου Εφετών Ιωαννίνων και ορίστηκε οίκοθεν ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο, η 10-7-2020, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 3-2-2021 και ακολούθως, για τη δικάσιμο της 7-4-2021 οπότε ματαιώθηκε εκ νέου η συζήτησή της. Οι εφεσίβλητοι- καλούντες, με την από 23-9-2021 και αριθμό κατάθεσης …/2021 κλήση τους (με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη έφεση), ακριβές αντίγραφο της οποίας με την έκθεση κατάθεσης αυτής, την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εκκαλούσα (βλ υπ’αριθ. .../28-9-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ιωαννίνων, ...) επέσπευσαν, νόμιμα τη νέα συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, με την ως άνω κλήση για συζήτηση, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους των εφεσιβλήτων επίδοση και της κρινόμενης έφεσης στην εκκαλούσα που είναι η συντάκτρια αυτής (έφεσης- βλ και ΕφΠειρ 418/2015 δημ ΝΟΜΟΣ). Κατά την παραπάνω όμως δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε προσηκόντως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εκκαλούσα - καθ'ης η κλήση δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, εφόσον τη συζήτηση της έφεσης επέσπευσαν οι εφεσίβλητοι, και η εκκαλούσα κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτησή της, πρέπει η τελευταία να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, εξετάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 764 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ.
Η κρινόμενη έφεση της εκκαλούσας- παρεμβαίνουσας, που στρέφεται κατά της υπ’αριθμ. 182/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε, επί της από 9-5-2019 και με αριθμό κατάθεσης …/2019 αίτησης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 2, 511, 513 παρ.1β, 516, 517, 518 παρ.1, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα, στις 21-11-2019 (βλ την με αριθμ. …/21-11-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων, ..., και αυτή κατέθεσε την κρινόμενη έφεση στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 23-12-2019, ενώ η προηγούμενη ημέρα (22-12-2019) ήταν Κυριακή και συνεπώς εξαιρετέα ως αργία, δηλαδή μέσα στην από το άρθρο 518 παρ.1 σε συνδ. και με τα άρθρα 144 και 145 του ΚΠολΔ, τασσόμενη προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Επίσης, η εκκαλούσα κατέθεσε το νόμιμο παράβολο έφεσης κατά την κατάθεση της ένδικης έφεσης. Εξάλλου, από τις προσκομιζόμενες με αριθμ. .../28-9-2021 και .../28-9-2021 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ιωαννίνων, ..., προκύπτει ότι στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο κλητεύθηκαν ο Εισαγγελέας Εφετών Ιωαννίνων και η Διεύθυνση Κοινωνικής Προστασίας του Δήμου Ιωαννίνων, με την επισημείωση ότι μαζί με το δικόγραφο της κλήσης , κοινοποιήθηκε και αντίγραφο της ένδικης έφεσης. Επομένως, η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στη συνέχεια ως προς την βασιμότητα των λόγων της με την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, (βλ. άρθρα 533, 741 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 9-5-2019 και αριθμό κατάθεσης …/2019 αίτηση, ο πρώτος των εφεσιβλήτων, ..., ζήτησε να τεθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, η μητέρα του, … χήρα ..., για το λόγο ότι πάσχει από τη νόσο Αλτσχαϊμερ με συνέπεια να αδυνατεί να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της, να διοριστεί ο ίδιος ως προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης της και μετά την τελεσιδικία της απόφασης ως οριστικός, καθώς και να οριστεί εποπτικό συμβούλιο αποτελούμενο από τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα και δη, από τους ..., ... και .... Η εκκαλούσα, ... που τυγχάνει αδελφή του πρώτου των εφεσιβλήτων, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, άσκησε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παρέμβαση υπέρ της αίτησης αλλά με ιδιαίτερα αιτήματα και δη, ζητώντας να διοριστεί η ίδια δικαστική συμπαραστάτης και να διοριστούν ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου, έτερα πρόσωπα και δη, ο ... , ο ... και η .... Επί της αίτησης εκδόθηκε κατά την εκούσια δικαιοδοσία, η με αριθμό 182/2019 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας, απορρίφθηκε η παρέμβαση ως απαράδεκτη και έγινε δεκτή η αίτηση. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, ζητώντας για τους λόγους που περιέχονται σ’ αυτή, να εξαφανιστεί αυτή, ώστε να γίνει δεκτή η παρέμβασή της.
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 ΚΠολΔ αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή μέρος από το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας διαδικασίας, κατά δε το άρθρο 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων που καθορίζουν και ρυθμίζουν την συμμετοχή τρίτων στη μεταξύ άλλων εκκρεμή δίκη, προκύπτει σαφώς ότι επιτρέπεται στον τρίτο να συμμετάσχει στην εκκρεμή δίκη είτε διεκδικώντας το αντικείμενο της, και μόνο, ολόκληρο ή ένα μέρος του, σαν δικό του, είτε υποστηρίζοντας τον ένα από τους διαδίκους, εφόσον έχει έννομο συμφέρον γι’ αυτό. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις (79 και 80 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης η κύριας παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ. Υπάρχει δε έννομο συμφέρον για παρέμβαση, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως, αυτά, είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή εκτελεστότητα της απόφασης, που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες αυτής (Ολ. ΑΠ 28/2007, ΔΕΕ 2007/947, Ολ. ΑΠ 13/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 701/2009 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικώς ο κυρίως παρεμβαίνουν αντιποιείται το αντικείμενο της δίκης είτε υποβάλλοντας καταψηφιστικό αίτημα ως προς το αυτό πράγμα, είτε υποβάλλοντας διαγνωστικό αίτημα ως προς το αυτό δικαίωμα (ΕφΑΘ 6805/1991, Δ/νη 1993/1105). Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχει η, κατά το άρθρο 69 του ίδιου κώδικα, διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο. Στη δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης, με την οποία ανοίχθηκε η δίκη, ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κύρια παρέμβαση (ΑΠ 1076/2002 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 4238/2010, ΔΕΕ 2011/312, ΕφΑΘ 4749/2009, ΕλλΔ/νη 2009/1489, ΕφΔωδ 120/2004ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, από τις διατάξεις των άρθρων 79 και 80 ΚΠολΔ, με τις οποίες προσδιορίζεται η έννοια της κύριας και της πρόσθετης παρέμβασης, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς το σύνολο των διατάξεων της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκύπτει, ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση εκείνου που κίνησε τη διαδικασία, πρόκειται για άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, ενώ, αν αυτός αντιδικεί με τον αιτούντα, είτε ζητώντας μόνο την απόρριψη της αίτησης, δίχως την υποβολή νέου αυτοτελούς αιτήματος, είτε ζητώντας, εκτός από την απόρριψη της αίτησης και την παραδοχή νέου, αυτοτελούς, αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 1076/2002, ΕλλΔ/νη 43.1689, ΕφΔωδ 11/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4749/2009, ΕλλΔ/νη 2009/1489, ΕφΑΘ 8214/2006, ΕλλΔ/νη 43.842, ΕφΑΘ 8297/2003, ΔΕΕ 2004/284). Η δε παρέμβαση με την οποία ζητείται να παραμείνει ο ίδιος ο παρεμβαίνων συμπαραστάτης ή άλλο πρόσωπο που υποδεικνύει αυτός, έχει το χαρακτήρα, κύριας παρέμβασης (βλ ΑΠ 1076/2002 δημ ΝΟΜΟΣ με την οποία κρίθηκε ότι ορθώς το Εφετείο απέρριψε την παρέμβαση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτης διότι έφερε το χαρακτήρα κύριας παρέμβασης και όχι πρόσθετης και με την οποία (παρέμβαση) ζητούσε να παραμείνει η ίδια συμπαραστάτρια , άλλως να οριστεί ειδικός συμπαραστάτης έτερο πρόσωπο ή άλλο κατάλληλο πρόσωπο , εκτός από την αναιρεσίβλητη, το διορισμό της οποίας είχε ζητήσει ο αιτών). Ειδικότερα δε, σε περίπτωση που με την αίτηση ζητείται η υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση και ο διορισμός του αιτούντος ως δικαστικού συμπαραστάτη, εάν τρίτος ασκήσει παρέμβαση, ζητώντας να διοριστεί αυτός δικαστικός συμπαράστασης, η παρέμβαση αυτή, έχει τον χαρακτήρα κύριας παρέμβασης ( βλ Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα- Κονδύλη, Νίκα, έκδοση 2020, σελίδα 406, Απόστολος Γεωργιάδης, Οικογενειακό Δίκαιο, έκδοση 2017, κεφάλαιο δεύτερο, σελίδα 857- 858 {όπου γίνεται αναφορά με μορφή παραδείγματος}, μελέτη της Θεοφανώς Παπαζήση, δημ στο περιοδικό Δίκη , τεύχος Φεβρουαρίου 2006, παρατηρήσεις υπό του άρθρου 802 ΚΠολΔ, παράγραφος 6.2).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ως άνω από την εκκαλούσα, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ασκηθείσα παρέμβαση, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, έχει το χαρακτήρα, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην ως άνω μείζονα σκέψη, κύριας παρέμβασης, καθώς, υποβάλλεται με αυτήν αίτημα για ρύθμιση της υπόθεσης κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ζητείται με την αίτηση και συγκεκριμένα, ζητείται να διοριστεί ως δικαστικός συμπαραστάτης της μητέρας της, η ίδια (εκκαλούσα- παρεμβαίνουσα) και όχι ο αιτών, ήτοι, ζητεί τον διορισμό διαφορετικού προσώπου ως δικαστικού συμπαραστάτη , ενώ επιπροσθέτως ζητεί να αποτελέσουν μέλη του εποπτικού συμβουλίου διαφορετικά πρόσωπα από εκείνα που προτείνονται με την αίτηση.
Ως εκ τούτου, ενόψει του ότι πρόκειται για κύρια παρέμβαση θα έρεπε να τηρηθεί η επιβαλλόμενη εκ του νόμου προδικασία, ήτοι, έπρεπε να ασκηθεί με την κατάθεση ιδιαιτέρου δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να επιδοθεί στους καθ’ων αυτή είναι απευθυντέα κατά τους ορισμούς του νόμου, και δη, των διατάξεων των άρθρων 752 παρ 1, 747 παρ 1 και 748 ΚΠολΔ και συνεπώς, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως ορθά κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση. Συνεπώς, η έφεση με την οποία η εκκαλούσα παραπονείται με τους σχετικούς λόγους αυτής, ότι αφενός έπρεπε να γίνει δεκτή η παρέμβασή της, ως νομοτύπως ασκηθείσα και αφετέρου ότι έπρεπε να διοριστεί η ίδια δικαστική συμπαραστάτης της μητέρας της και μέλη του εποπτικού συμβουλίου τα ως άνω πρόσωπα που είχε η ίδια προτείνει, αίτημα όμως για το οποίο δεν άσκησε παραδεκτά κύρια παρέμβαση, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί, ότι οι εφεσίβλητοι ζητούν με τις κατατεθείσες, ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, προτάσεις τους, να αντικατασταθεί η εκκαλούσα που διορίστηκε ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου, από το αναφερόμενο έτερο πρόσωπο που προτείνουν, πλην όμως, δεν άσκησαν και οι ίδιοι έφεση. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου άσκησης έφεσης, που κατέθεσε η εκκαλούσα, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 β του ΚΠολΔ. Τέλος εφόσον δεν εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 766 ΚΠολΔ, που επιβάλλει την καταχώρηση της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στο Ειδικό βιβλίο που τηρείται κατά το άρθρο 776 καθώς και στο περιθώριο της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εκκαλούσας.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν ως ουσία αβάσιμη.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του με αριθμού … παραβόλου άσκησης έφεσης που κατέθεσε η εκκαλούσα, ποσού εκατό (100) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στα Ιωάννινα, σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 26 Ιανουαρίου 2022 , χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ