Απόφαση

Αριθμός 1357/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Κουβίδου, Μαριάνθη Παγουτέλη και Ευάγγελο Μητσέλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αδαμαντίας Οικονόμου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου K. V. του S. κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νάστο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 53/2021 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2021 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας, ..., έλαβε αριθμό …/2021 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2022.
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινομένη από 03-9-2021 αίτηση του K. V. του S. κατοίκου ... για αναίρεση της καταχωρηθείσας στις 15-11-2021 με α.α. 56, στο οικείο ειδικό βιβλίο του άρθ. 473 § 3 ΚΠοινΔ, υπ' αριθ. 53/2021 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών και του επιβλήθηκε, μετά την αναγνώριση δύο ελαφρυντικών, ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του εκδώσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 03-9-2021, πριν δηλαδή την καταχώριση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, συνταχθείσης σχετικώς της υπ' αριθ. …/3.9.2021 Εκθέσεως. Περιέχει εξάλλου παραδεκτούς λόγους αναίρεσης και δη, αυτούς της απόλυτης ακυρότητας και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. (άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α’, Δ’ ΚΠοινΔ).
Συνεπώς, η αίτηση είναι παραδεκτή κατά τα άρθρα 473 § 2,3, 474, 504 § 1 και 505 ΚΠοινΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Σύμφωνα με το άρθρο 211 νέου ΚΠΔ (Ν. 4620/2019) "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου”. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ), κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ` του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης κατηγορουμένου σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή παροχή εξηγήσεων ή την απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο 211 ΚΠΔ δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 ΚΠΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε άλλωστε απαγορεύει την αξιοποίηση της απολογίας ή της μαρτυρικής κατάθεσης του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αληθείας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατό καλύτερα τη δικανική του πεποίθηση. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ' αυτή όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Η κατά παραβίαση της άνω διάταξης του άρθρου 211 του ΚΠΔ, κρίση του δικαστηρίου που στηρίζεται σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο οδηγεί επίσης σε ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και την ίδρυση λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ), καθόσον με τον άνω λόγο αναίρεσης ελέγχεται αναιρετικώς το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εάν όμως η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμηση απλώς μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης. (ΑΠ 28/2021, ΑΠ 533/2020, ΑΠ 25/2020, ΑΠ 767/2019). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 187 του ΚΠΔ (ΑΠ 483/2020, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 160/2020, ΑΠ 56/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 4139/2013: "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι 300.000,00 ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη, με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 3459/2006, όπως έχουν τροποποιηθεί με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 3 του ίδιου άρθρου και ιδίως: "η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών... 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία”.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και των ενσωματωμένων σε αυτή πρακτικών δημοσίας συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας προκύπτει ότι, το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο κρίσης του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: " Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και αναφορικά με τον τέταρτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο K. V. του S., αποδείχθηκε ότι αυτός 1. Στη …. στις 2-9-2016 παρέδωσε στη Δ. Κ., ποσότητα κοκαΐνης, βάρους τουλάχιστον πέντε [5] γραμμαρίων. 2. Στη …. στις 16-9-2016 παρέδωσε στη Δ. Κ., ποσότητα κοκαΐνης βάρους τουλάχιστον πέντε [5] γραμμαρίων.
Συνεπώς, αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την ειδικότερη μορφή της πώλησης και με τη βασική μορφή του άρθρου 20 του ν. 4139/2013. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το μόνο σε βάρος του αποδεικτικό στοιχείο είναι η απολογία της συγκατηγορουμένης του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Δ. Κ., η οποία δεν μπορεί να θεμελιώσει κρίση για ενοχή του, κατ' άρθρο 211 Α ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού εκτός της ανωτέρω κατάθεσης και απολογίας της συγκατηγορουμένης του, η κρίση περί ενοχής του στηρίζεται τόσο στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Β. Σ., όσο και στις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες. " Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: " 1. Στη …. στις 2-9-2016 παρέδωσε στην έκτη κατηγορούμενη κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, Δ. Κ., ποσότητα κοκαΐνης, βάρους τουλάχιστον πέντε [5] γραμμαρίων. 2. Στη ….. στις 16-9-2016 παρέδωσε στην έκτη κατηγορούμενη κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, Δ. Κ., ποσότητα κοκαΐνης βάρους τουλάχιστον πέντε [5] γραμμαρίων. “.
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, που το θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 πιν. Β αριθμ. 3 του Ν. 3459/2006 και 1, 20 παρ. 1 και 2 Ν. 4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται το είδος της ναρκωτικής ουσίας (κοκαΐνη), την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παρέδωσε στην Δ. Κ., με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης.
Αναφορικά με την ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, περί παραβίασης του άρθρου 211 ΚΠΔ, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταδικαστική του, για τον αναιρεσείοντα, κρίση, μετά από συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, που αξιολόγησε συνδυαστικά, και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του, τόσο στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Β. Σ., όσο και στις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες, οι οποίες και αναγνώστηκαν στο ακροατήριο.
Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην κατάθεση της συγκατηγορουμένης του Δ. Κ., αλλά συνδυαστικά, τόσο σ' αυτή, όσο και στα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα και, ως εκ τούτου, δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 211 Κ.Ποιν.Δ.. Επομένως, και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την καταδικαστική του κρίση αποκλειστικά στην απολογία της συγκατηγορουμένης του Δ. Κ., κατά παράβαση του άρθρου 211 σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ. Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι ο μάρτυρας αστυνομικός, στην κατάθεση του οποίου στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, η προσβαλλομένη απόφαση, δεν είχε προσωπική γνώση των όσων κατέθεσε, προτείνονται απαραδέκτως, διότι με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εξ αυτού του λόγου, πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03-9-2021 αίτηση του K. V. του S., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 53/2021 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ