Απόφαση

Αριθμός απόφασης 1279/2023
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
15° Τμήμα
Συγκροτούμενο από τους Δικαστές Μαρία: Μαλτέζου, Πρόεδρο Εφετών, Αικατερίνη Σπηλιωτοπούλου, Εφέτη και Δημητριό Κοντόπουλο, Εφέτη-Εισηγητή, οι οποίοι ορίστηκαν από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ελένη Λιάσκου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Ιανουάριου 2023, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλουσών - ασκουσών πρόσθετους λόγους έφεσης: 1) της εταιρίας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ», με ΑΦΜ ..., 2) της εταιρίας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ», με ΑΦΜ ... και 3) της εταιρίας με την επωνυμία: «... ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με ΑΦΜ …, που εδρεύουν στο … Αττικής (οδός … αρ. …) και εκπροσωπούνται νόμιμα, τις οποίες εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους Ανδρέας Τσώκος και Κλεάνθης Ρούσσος.
Των εφεσιβλήτων — καθ' ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης: 1) της εταιρίας με την επωνυμία «... — Δανειακή Βελτίωση Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», που εδρεύει στην … (οδός … αρ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ..., ενεργούσας ως διαχειρίστριας του Ν. 4354/2015 για λογαριασμό της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα ... Α.Ε.», η οποία παραστάθηκε δια του νομίμου εκπροσώπου της ..., που διόρισε πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Κλεισούρα και Διονύσιο Γαβουνέλη και 2) της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα ... Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «...», που εδρεύει στον … Αμαρουσίου Αττικής (οδός … αρ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Κορίνα Φασουλή.
Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν: 1) η από 24-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2021 ανακοπή, 2) οι από 28-6-2021, 4-2-2022, 25-2-2022 και με αντίστοιχο αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2021, .../2022 και .../2022 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής και 3) η από 25-2-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2022 πρόσθετη παρέμβαση. Επί των δικογράφων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1451/2022 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που διέταξε όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Την παραπάνω απόφαση προσβάλλουν οι ανακόπτουσες και ήδη εκκαλούσες: 1) με την από 5-7-2022 έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου .../2022 και στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2022 και 2) με τους από 9-1-2023 πρόσθετους λόγους έφεσης, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2023, αμφότερα δε τα ως άνω δικόγραφα προσδιορίστηκαν να συζητηθούν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με σχετική εγγραφή των υποθέσεων στο πινάκιο.
Κατά τη συνεκφώνηση των υποθέσεων από το πινάκιο και τη συζήτησή τους οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, όπως αναφέρεται παραπάνω, και κατέθεσαν εμπρόθεσμα προτάσεις.
ΑΦΟΎ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 5-7-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../5-7-2022 έφεση των ανακοπτουσών και ήδη εκκαλουσών κατά της υπ’ αριθ. 1451/2022 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα: 632 § 2 σε συνδυασμό με 614 επ. ΚΠολΔ), αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει δε ασκηθεί νομότυπα (άρθρα 495, 511, 513 § 1 περ. β, 516 § 1,517 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 § 1 ΚΠολΔ, όπως τούτο προκύπτει από την από 7-6-2022 σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ..., που τέθηκε, κατ’ άρθρο 139 § 3 ΚΠολΔ, στο επιδοθέν προς τις ανακόπτουσες αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με την έκθεση κατάθεσης της έφεσης, από την οποία προκύπτει ότι η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 5-7-2022. Δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο των € 150 (βλ. το επισυναπτόμενο στην έφεση υπ’ αριθ. ... ηλεκτρονικό παράβολο και την από 4-7-2022 απόδειξη είσπραξής του, εκδόσεως της Τράπεζας ...), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που ακολουθήθηκε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρο 591 § 7 ΚΠολΔ).
Επίσης, με το από 9-1-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2023 και επιδόθηκε στις εφεσίβλητες νομότυπα και εντός της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 591 § 1 περ. ζ' ΚΠολΔ, όπως τούτο προκύπτει από τις υπ’ αριθ. .../9-1-2023 και .../10-1-2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ... και ..., αντίστοιχα - μη τυγχάνουσας εφαρμογής εν προκειμένω της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 520 § 2 ΚΠολΔ, παρά τα περί του αντιθέτου αβασίμως υποστηριζόμενα από τη 2η εφεσίβλητη, λόγω της ακολουθούμενης ειδικής διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών και όχι της τακτικής διαδικασίας - οι εκκαλούσες άσκησαν παραδεκτά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 520 § 2 με τις αποκλίσεις του άρθρου 591 § 1 περ. ζ' ΚΠολΔ, πρόσθετους λόγους έφεσης, οι οποίοι αφορούν σε κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση. Επομένως, πρέπει, κατόπιν συνεκδίκασής τους με την έφεση (άρθρο 246 ΚΠολΔ), με την οποία τελούν σε εξάρτηση και φέρουν σε σχέση μ’ αυτή παρακολουθηματικό χαρακτήρα (Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. Ε’, σελ. 240, παρ. 584), να γίνουν τυπικά δεκτοί και να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.
Οι ανακόπτουσες και ήδη εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της καθ’ ης και ήδη εφεσίβλητης: ά) την από 24-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2021 ανακοπή, β) τους από 28-6-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2021 πρόσθετους λόγους ανακοπής, γ) τους από 4-2-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2022 «δεύτερους» πρόσθετους λόγους ανακοπής και δ) τους από 25-2-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2022 «τρίτους» πρόσθετους λόγους, ανακοπής, ζητώντας την ακύρωση αφενός μεν της υπ’ αριθ. 4083/2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε για απαιτήσεις από καταγγελθείσες συμβάσεις δανείων και συναφείς με αυτές συμβάσεις εγγύησης, αφετέρου δε της συνταχθείσας, κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής από 10-5-2021 επιταγής προς πληρωμή. Το πρωτοβάθμιό Δικαστήριο συνεκδίκασε τα παραπάνω δικόγραφα, μαζί με την ενώπιον του ασκηθείσα από την παρεμβαίνουσα και ήδη 2η εφεσίβλητη από 25-2-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2022 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή και εξέδωσε την υπ’ αριθ. 1451/2022 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού προηγουμένως ι) χώρισε τη σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο ανακοπή κατά της εκτέλεσης και παρέπεμψε αυτή στο καθ’ ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ιι) απέρριψε το δικόγραφο των «τρίτων» πρόσθετων λόγων ανακοπής ως απαράδεκτο, ακολούθως ερεύνησε τους λόγους ανακοπής των λοιπών συνεκδικασθέντων δικογράφων και τους απέρριψε στο σύνολό τους, επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ηττηθείσες ανακόπτουσες με τα υπό κρίση δικόγραφα της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης για όσους λόγους προβάλλουν μ’ αυτά, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, έτσι ώστε να γίνει δεκτή η ανακοπή τους Και ν’ ακυρωθεί ή ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Η 1η εφεσίβλητη, αμυνόμενη κατά της έφεσης, προτείνει με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις της τον αυτοτελή ισχυρισμό της ύπαρξης δεδικασμένου, που εμποδίζει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 330 ΚΠολΔ, την προβολή λόγων ανακοπής με τα προαναφερθέντα δικόγραφα της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων ανακοπής και καθιστά απορριπτέα τόσο την έφεση, όσο και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, δια των οποίων επαναφέρονται στη δευτεροβάθμια δίκη οι πρωτοδίκως προβληθέντες λόγοι ανακοπής. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι επί της από 8-7-2021 (αριθ. έκθ. καταθ. δικογρ. .../2021) ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ και των από 25-2-2022 (αριθ. εκθ. καταθ. δικογρ. .../2022) πρόσθετων λόγων ανακοπής, που ασκήθηκαν εναντίον της από την 3η εκκαλούσα (ΣΗΤΕΙΑ), εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 422/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω μη άσκησης ένδικων μέσων κατ’ αυτής (επιδόθηκε στις 25-8-2022 και παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της έφεσης), με την οποία απορρίφθηκαν όλοι οι προβληθέντες κατά της εκτέλεσης λόγοι ανακοπής, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι ανακοπής που περιέχονται στα κρισιολογούμενα δικόγραφα της από 24-5-2021 ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και των από 28-6-2021, 4-2-2022, 25-2-2022 πρόσθετων λόγων ανακοπής, οι οποίοι, αν και μπορούσαν να προβληθούν κατά τη διάρκεια της δίκης εκείνης, ως αφορώντες στο κύρος του εκτελεστού τίτλου (της διαταγής πληρωμής) και στην απαίτηση, εντούτοις δεν προβλήθηκαν, με συνέπεια να καλύπτονται από το δεδικασμένο της προαναφερθείσας τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και να μην μπορούν να προβληθούν παραδεκτά σε νέα δίκη, όχι μόνο από την 3η εκκαλούσα- ανακόπτουσα, αλλά και από τις υπόλοιπες δύο εκκαλούσες-ανακόπτουσες, λόγω της σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας που τις συνδέει, επειδή οι τελευταίες τυγχάνουν εγγυήτριες του δανείου που έλαβε αυτή. Όμως, ο παραπάνω ισχυρισμός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι, μέχρι να καταστεί τελεσίδικη η υπ’ αριθ. 422/2022 απόφαση τού Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ανακόπτουσες δεν είχαν προβάλλει τους λόγους ανακοπής που επαναφέρονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα προκύπτει το αντίθετο και συγκεκριμένα ότι τα δικόγραφα της από 24-5-2021 ανακοπής κατά της υπ’ αριθ. 4083/2021 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των πρόσθετων αυτής από 28-6-2021, 4-2-2022 και 25-2-2022 λόγων ανακοπής, στα οποία περιέχονται οι ως άνω λόγοι ανακοπής, είχαν ασκηθεί όχι μόνο πριν από την τελεσιδικία της προαναφερθείσας απόφασης, που έλαβε χώρα στις 30-9-2022 (με την άπρακτη πάροδο της τριακονθήμερης προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης), αλλά και πριν ακόμη ασκηθούν τα δικόγραφα της από 8-7-2021 ανακοπής κατά της εκτέλεσης και των από 25-2-2022 πρόσθετων αυτής λόγων ανακοπής, επί των οποίων έκρινε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τις εκκαλούσες υπ’ αριθ. .../24-5-2022, .../26-7-2021, .../7-2-2022 και .../28-2-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ..., που συντάχθηκαν για την επίδοση προς την Γ’ εφεσίβλητη της από 24-5-2021 ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και των από 28-6-2021, 4-2-2022 και 25-2-2022 πρόσθετων λόγων ανακοπής. Ως εκ τούτου, οι λόγοι ανακοπής που περιέχονταν στα εν λόγω δικόγραφα είχαν καταστεί αντικείμενο εκκρεμούς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δίκης και είχαν επέλθει οι προβλεπόμενες στα άρθρα 221 § 1 περ. α και 222 ΚΠολΔ συνέπειες της εκκρεμοδικίας πριν την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων, επί των οποίων έκρινε η υπ’ αριθ. 422/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ανεξαρτήτως της παραπάνω κρίσης, σημειώνεται ότι το παραγόμενο από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο δεν καταλαμβάνει τις 2η και 3η εκκαλούσες, οι οποίες δεν συμμετείχαν ως διάδικοι στη δίκη εκείνη, έστω κι αν αυτές φέρουν την ιδιότητα της εγγυήτριάς για το οφειλόμενο από την 1η εκκαλούσα (πρωτοφειλέτρια) δάνειο, αφού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 328 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο της απόφασης μεταξύ του δανειστή και του πρωτοφειλέτη επεκτείνεται στον εγγυητή μόνο όταν αυτό είναι ευνοϊκό για τον τελευταίο και όχι στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν είναι δυσμενές για τον εγγυητή, όπως συμβαίνει εν προκειμένω (βλ. σχετικά Κόνδύλη, Το Δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, έκδ. 1983, παρ. 29 σελ. 348). Κατόπιν των ανωτέρω και μη συντρέχουσας περίπτωσης εφαρμογής του άρθρου 330 ΚΠολΔ, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός της 1ης εφεσίβλητης.
I. Με το ν. 4354/2015 (άρθρα 1 - 3), ο οποίος ψηφίστηκε σε εκτέλεση ανειλημμένης υποχρέωσης της χώρας μας με το από 19-8-2015 Μνημόνιο Κατανόησης (Ν. 4336/2015) μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη μία νέα διαδικασία μεταβίβασης, απόκτησης και διαχείρισης Τραπεζικών δανείων και πιστώσεων, που αρχικώς αφορούσε αποκλειστικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Τις δυσμενείς συνέπειες των εν λόγω δανείων (μη εξυπηρετούμενων) σέ σχέση τόσο με τα πιστωτικά ιδρύματα, όσο και με τους οφειλέτες, σκόπευε να αντιμετωπίσει ο νόμος αυτός, σύμφωνα μετά αναφερόμενα στην αιτιολογική του έκθεση, με τη δημιουργία μίας «δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων», στην οποία «το πιστωτικό ίδρυμα θα μπορεί να ενισχύσει άμεσα τη ρευστότητα του, εισπράττοντας άμεσα ένα τμήμα της αμοιβής του, που είναι αμφίβολο αν θα το εισέπραττε με αναγκαστική εκτέλεση και σε κάθε περίπτωση θα το εισέπραττε πολύ αργότερα. Από την άλλη πλευρά, ο δανειολήπτης θα μπορεί να λάβει από τον εκδοχέα πολύ ευνοϊκότερες προτάσεις ρύθμισης, απ’ ό,τι θα μπορούσε να λάβει από το πιστωτικό ίδρυμα, διότι ο εκδοχέας θα έχει αγοράσει την απαίτηση σε τιμή μικρότερη της ονομαστικής της αξίας και επομένως μία πρόταση ρύθμισης, που θα ήταν ζημιογόνα για το πιστωτικό ίδρυμα και δεν θα μπορούσε να προταθεί από αυτό, θα ήταν κερδοφόρα για τον εκδοχέα». Έτσι, το άρθρο 1 § 1 του ν. 4354/2015, όπως αυτό ίσχυε υπό την αρχική του μορφή (πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 70 § 1 ν. 4389/2016) και έφερε τον τίτλο «Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (Ε.Δ.Δ.Μ.Ε.Λ.) και Εταιρείες Μεταβίβασης Απαιτήσεων από Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (Ε.ΜΑ.Μ.Ε.Δ.)», όριζε ότι «Η διαχείριση των απαιτήσεων των άρθρων 2 και 3 και η μεταβίβαση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις ανατίθεται αποκλειστικά: α) σε ανώνυμες εταιρείες που εδρεύουν στην Ελλάδα, στους σκοπούς των οποίων συμπεριλαμβάνεται η διαχείριση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις, καθώς και β) σε ανώνυμες εταιρείες που εδρεύουν σε κράτος - μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος για την, σύμφωνα με το σκοπό τους, διαχείριση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις. Οι παραπάνω εταιρίες λαμβάνουν ειδική προς τούτο άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», το άρθρο 2 § 1 του ίδιου νόμου όριζε ότι «Στις εταιρίες της περίπτωσης α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή/και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην της περίπτωσης δ' της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014», τέλος δε, το άρθρο 3 § 1 του ίδιου νόμου, όπως κι αυτό ίσχυε στην αρχική του μορφή (πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 70 § 1 ν. 4389/2016) και έφερε τον τίτλο «Συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από συμβάσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων και πιστώσεων», όριζε ότι «Τα πιστωτικά ιδρύματα πού έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν εκτός Ελλάδος και οι εταιρίες ειδικού σκοπού του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 (Α’ 157) και οι Εταιρίες Μεταβίβασης Απαιτήσεων του παρόντος νόμου, δύνανται να πωλούν και μεταβιβάζουν σε πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα και Εταιρίες Μεταβίβασης Απαιτήσεων του παρόντος νόμου απαιτήσεις τους από συμβάσεις χορήγησης κάθε μορφής δανείων και πιστώσεων, τα οποία έχουν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο ν. 4354/2015, ως είχε στην αρχική του μορφή, μεταξύ άλλων: α) πρόβλεπε και επέτρεπε τη μεταβίβαση από τα πιστωτικά ιδρύματα αποκλειστικά και μόνο μη εξυπηρετούμενων δανείων, με καθυστέρηση άνω των 90 ημερών, β) πρόβλεπε αδειοδότηση και εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδος τόσο για τις εταιρίες διαχείρισης (Ε.ΔΑ.Μ.Ε.Δ.), όσο και για τις εταιρίες απόκτησης (Ε.Μ.Α.Μ.Ε.Δ.), γ) επέτρεπε ρητώς τη μεταβίβαση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια προς πιστωτικά ιδρύματα και δ) δεν υποχρέωνε τις εταιρίες απόκτησης να αναθέτουν τη διαχείριση σε εταιρίες διαχείρισης. Επομένως, κατά το σαφές γράμμα των ίδιων ως άνω διατάξεων, τόσο οι τράπεζες όσο και οι αδειοδοτημένες εταιρίες απόκτησης (Ε.Μ.Α.Μ.Ε.Δ.) μπορούσαν να είναι αγοραστές και πωλητές Τραπεζικών μη εξυπηρετούμενων δανείων (Ζ. Τσολακίδης, ΕφΑΔΠολ 2022. σελ. 1385 - Μιχ. Σταθόπουλος, Γνμδ προσκομιζόμενη, Οι συμβάσεις εκχώρησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και τα αναφυόμενα ζητήματα στο δίκαιο των συμβάσεων, ΕφΑΔΠολ 2021, 1273 επ.). Με το άρθρο 70 ν. 4389/2016 τροποποιήθηκαν τα άρθρα 1,2 και 3 του ν. 4354/2015 και επήλθαν ριζικές αλλαγές στο μέχρι τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς, τόσο ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, όσο και ως προς το ρυθμιστικό του πεδίο, αφού επανακαθορίστηκε το πλαίσιο διαχείρισης και μεταβίβασης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την πρόβλεψη δύο νέων τύπων εταιριών απόκτησης και διαχείρισης απαιτήσεων και συγκεκριμένα των Εταιριών Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Α.Α.Δ.Π.) και των Εταιριών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.), σε αντικατάσταση των μέχρι τότε προβλεπόμενών Ε.Μ.Α.Μ.ΕΔ. και Ε.Δ.Α.Μ.Ε.Δ., δοθείσας πλέον της δυνατότητας πώλησης και μεταβίβασης μεμονωμένων απαιτήσεων ή ομάδων απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, ανεξαρτήτως εάν οι σχετικές συμβάσεις εξυπηρετούνται ή όχι. Ειδικότερα, με το άρθρο 1 § 1 στοιχ. β’ και γ του ν. 4354/2015 ορίστηκε πλέον ότι «β. Η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνειά που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα πλην της περίπτωσης δ' της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, και αποκλειστικά και μόνο προς: αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τούς μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ). ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν τη διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος υπό την προϋπόθεση ότι: γγα) η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς, όπως αυτό προσδιορίζεται στις εκάστότε κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 65 του ν. 4172/2013 (Α’ 167) και γγβ) η έδρα τούς δεν βρίσκεται σε μη συνεργάσιμο κράτος, όπως αυτό προσδιορίζεται στις εκάστοτε κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 65 του ν. 4172/2013. γ. Η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος», ενώ με το άρθρο 3 § 1 του ίδιου νόμου ορίστηκε: ότι «Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα πλην περίπτωσης δ' της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014, υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και αντικείμενό της μπορεί να είναι μεμονωμένες απαιτήσεις ή ομάδες απαιτήσεων κατά οποιουδήποτε δανειολήπτη, μη εφαρμοζομένου στην περίπτωση αυτή του άρθρου 479 ΑΚ. Άλλα δικαιώματα, ακόμα και αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ. η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι βασικές αλλαγές που επήλθαν με τον ν. 4389/2016 στον ν. 4354/2015 συνοψίζονται στα εξής: i) καταργήθηκε η διάκριση εξυπηρετούμενων και μη εξυπηρετούμενων δανείων, αφού πλέον είναι, δυνατή η μεταβίβαση και ενήμερων δανείων, ii) καταργήθηκε η αδειοδότηση και η εποπτεία των εταιριών απόκτησης και έτσι κατέστη ουσιαστικά ελεύθερη και απεριόριστη η απόκτηση από κάθε ημεδαπή ΑΕ και από τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ΕΟΧ, υπό τους παρατιθέμενους στην προαναφερθείσα διάταξη περιορισμούς και iii) οι εταιρίες απόκτησης στερούνται πλέον την εξουσία να ασκούν οι ίδιες τα απορρέοντα από τα αποκτηθέντα δάνεια δικαιώματα, υποχρεούμενες σε ανάθεση της διαχείρισης στις αδειοδοτούμενες και εποπτευόμενες εταιρίες διαχείρισης, των οποίων ενισχύθηκε η εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εκφράστηκε σαφώς η νομοθετική επιλογή για περαιτέρω απελευθέρωση των αγοραπωλησιών δανείων, ανεξάρτητα από το αν αυτά είναι εξυπηρετούμενα ή ενήμερα, αφού η μεταβίβαση επιτρέπεται σε κάθε ΑΕ και σε κάθε αλλοδαπό νομικό πρόσωπο (πλην των εξαιρέσεων που αναφέρθηκαν), στους καταστατικούς σκοπούς των οποίων περιλαμβάνεται η απόκτηση δανείων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος περί του ότι αποκλειστικός σκοπός του νομοθέτη είναι η εξυγίανση του χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων, αφού το νέο νομικό πλαίσιο καλύπτει όλους τούς σκοπούς για τους οποίους ένα πιστωτικό ίδρυμα επιθυμεί να μεταβιβάσει τις δανειακές απαιτήσεις του, ακόμη και τις πλήρως εξυπηρετούμενες (Μιχ. Σταθόπουλος, ο.π. σελ. 1273, 1276 -- Ζ. Τσολακίδης προσκομιζόμενη από 15-6-2021 γνωμοδότηση, σελ. 7). Έτσι, η κτήση Τραπεζικών απαιτήσεων δεν υπόκειται σε ουσιώδεις περιορισμούς (π,χ. κρατική εποπτεία, ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο κ.λπ.) από απόψεως του προσώπου του εκδοχέα, δηλαδή των ΕΑΑ.Δ.Π. και τούτο προκειμένου να υπάρξει προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων. Η ελαστικότητα των κριτηρίων ως προς τις Ε.ΑΑ.Δ.Π. αντισταθμίζεται, όμως, θεσμικά από την υποχρεωτική αδειοδότηση και τις λοιπές αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπει ο ν. 4354/2015 για την ίδρυση και λειτουργία των εταιριών διαχείρισης (Ε.Δ.Α.Δ.Π.), στις οποίες επικεντρώθηκε ο ρόλος της προστασίας των δάνειο ληπτών και με τις οποίες οι Ε.Α.Α.Δ.Π. υποχρεούνται να υπογράψουν συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για την έγκυρη μεταβίβαση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (Λ. Κιτσαράς, Κτήση και διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις κατά τον Ν. 4354/2015, Ένωση Αστικολόγων/Δικηγορικός Σύλλογος Σύρου, Οργάνωση Περιουσιακών Σχέσεων και Αστικό Δίκαιο, 2020, σ. 74 δημοσ. sakkoulas-online - Λ. Λιάπης-Χρ. Γκόρτσος, ΔΕΕ 2002, 997- Ζ. Τσολακίδης, προσκομιζόμενη από 15-6-2021 γνωμοδότηση, σελ. 9). Παρά το γεγονός ότι στις νέες διατάξεις του ν. 4354/2015 δεν γίνεται πλέον ρητή αναφορά για τη δυνατότητα απόκτησης των απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, εντούτοις επαναλήφθηκε και στο νέο άρθρο 1 του ν. 42354/2.015 η αρχική ρύθμιση της παρ. 1 περ. δ' του αντικατασταθέντος άρθρου 1 ότι «οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3156/2003 (Α’ 157), ν. 1905/1990 (Α’ 147), 1665/1986 (Α’ 194), 3606/2007 (Α’ 195) και 4261/2014 (Α’ 107)» (άρθρο 1 §1 περ. δ' ν. 4354/2015)», με αποτέλεσμα να συνεχίζει να είναι επιτρεπτή, και υπό την ισχύ του ν. 4389/2016 (όπως και των μεταγενέστερων νόμων που επέφεραν τροποποιήσεις στο ν. 4354/2015), η απόκτηση από τις τράπεζες απαιτήσεων από δάνεια (εξυπηρετούμενα ή μη), όπως, άλλωστε, ανέκαθεν οι τελευταίες είχαν τη δυνατότητα αυτή είτε κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 455 επ.) είτε κατά τις διατάξεις ειδικών νόμων που είχαν κατά καιρούς θεσπιστεί. Μεταξύ των ως άνω διατάξεων που επιτρέπει - και οπωσδήποτε δεν απαγορεύει - την αγοραπωλησία απαιτήσεων από δάνεια μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και ειδικώς την αγορά τέτοιων απαιτήσεων από τράπεζες, περιλαμβάνεται και το άρθρο 11 του ν. 4261/2014, αφού στις επιτρεπόμενες στα πιστωτικά ιδρύματα δραστηριότητες, που αναφέρει, περιλαμβάνεται κι εκείνη της χορήγησης δανείων ή λοιπών πιστώσεων (άρθρο 11 § 1 περ. β’), στην έννοια της οποίας, ως τραπεζικής δραστηριότητας, συγκαταλέγεται, κατ’ εφαρμογήν του κριτηρίου των αντιλήψεων των συναλλαγών, εκτός από την πρωτογενή τυπική παροχή δανείων ή πιστώσεων και η επιγενόμενη απόκτηση δανειακών απαιτήσεων από άλλα πιστωτικά ιδρύματα, που συνιστά δευτερογενή παροχή δανείων μέσω ειδικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής (Καλλιμόπουλος/Καραγιάννης/Τσολακίδης, Δίκαιο Τραπεζικών Συναλλαγών, εκδ. 2019, τομ. I, σέλ. 28 - Καλλέργης, ΔΕΕ 2002, 228 έως 230- Δ. Λιάπης-Χρ. Γκόρτσος ο.π. σελ. 995 και 996 - Ζ. Τσολακίδης, ο.π., σελ. 13). Η διασταλτική αυτή ερμηνεία δεν αντιστρατεύεται το πνεύμα της απαρίθμησης της διάταξης του άρθρου 11 ν. 4261/2014, καθώς δεν υφίσταται λόγος διαφοροποίησης ανάλογα με το εάν το πιστωτικό ίδρυμα παρείχε την πίστωση πρωτογενώς ή απέκτησε τη σχετική απαίτηση από την παροχή της αρχικής πίστωσης επιγενόμενα. Εξάλλου, λαμβάνοντας υπόψη ότι ή διαχείριση χαρτοφυλακίου περιλαμβάνεται ρητά στις δραστηριότητες που μπορεί να αναπτύξει ένα πιστωτικό ίδρυμα (άρθρο 11 § 1 περ. ια’ ν. 4261/2014), δεν υφίσταται λόγος να μην μπορεί να αποκτήσει τούτο τις διαχειριζόμενες απαιτήσεις, δεδομένου μάλιστα ότι ο νόμος επιφυλάσσει στα ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα το ίδιο κανονιστικό και ρυθμιστικό καθεστώς που προβλέπει για τις Ε.Δ.Α.Δ.Π.. Ούτε προβλέπεται στον ν. 4354/2015 υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να μεταβιβάζουν τις απαιτήσεις από τα δάνειά που έχουν χορηγήσει σε κάποιες από τις μη τραπεζικές οντότητες του άρθρου 1 ν. 4354/20151, παρά μόνο προβλέπεται στο άρθρο 2 § 1 ν. 4354/2015 ότι δύνανται να αναθέσουν με σχετική σύμβαση τη διαχείριση αυτών σε Ε.Δ.Α.Δ.Π., καθώς υπάρχει εμπιστοσύνη στα ιδρύματα που είναι φορείς της πιστωτικής δραστηριότητας υπό την ιδιότητα είτε του αρχικού δανειστή είτε του διαδόχου του να διατηρήσουν τις δανειακές απαιτήσεις υπό την ευθύνη τους. Υπό την αντίθετη εκδοχή, δηλαδή ότι ο νομοθέτης του ν. 4354/2015 θέλησε να αποκλείσει τη μεταβίβαση απαιτήσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, θα οδηγούμασταν στο προφανές άτοπο αποτέλεσμα να αποκλείονται συναλλαγές που αναμφίβολα εμπίπτουν στις τραπεζικές εργασίες, όπως η μεταβίβαση μέρους μιας δανειακής σχέσης από ένα πιστωτικό ίδρυμα σε περισσότερα (αντί της αρχικής έκδοσης κοινοπρακτικού δανείου) ή η προεξόφληση απαιτήσεων από άλλο πιστωτικό ίδρυμα, δομικό στοιχείο της οποίας αποτελεί η μεταβίβαση της απαίτησης, ή η ενεχύραση απαιτήσεων μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων, που συνεπάγεται την εκχώρηση της απαίτησης από τον οφειλέτη προς τον πιστώτρια Τράπεζα κ.λ.π. (Ζ. Τσολακίδης, ο.π.. σελ. 11). Τέλος, αν και ο ν. 4354/2015, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση των άρθρων 1, 2 και 3 αυτού με το άρθρο 70 του ν. 4389/2016, ρυθμίζει τις προϋποθέσεις της μεταβίβασης Τραπεζικών απαιτήσεων και απόκτησης αυτών κυρίως από εξωτραπεζικές οντότητες (επενδυτές) προς το σκοπό άντλησης πρόσθετης ρευστότητας για τα μεταβιβάζοντα πιστωτικά ιδρύματα μέσω της δημιουργούμενης δευτερογενούς αγοράς απαιτήσεων, εντούτοις δεν αποκλείει την υπαγωγή στις Ε.Α.Α.Δ.Π. των πιστωτικών ιδρυμάτων και επομένως είναι νοητή η απόκτηση από τα τελευταία απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και με βάση τις νέες διατάξεις του ν. 4354/2015. Το γεγονός ότι στις διατάξεις του ν. 4354/2015 (μετά την ισχύ του ν. 4389/2016) δεν γίνεται ρητή αναφορά για τη δυνατότητα απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις εκ μέρους των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, σε αντίθεση με την αρχική γραμματική διατύπωση του ίδιου νόμου, δεν συνεπάγεται ότι ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει στο εξής τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα από την απόκτηση δανείων και πιστώσεων με βάση το νόμο αυτό. Η διαφοροποίηση στη γραμματική διατύπωση μετά την ισχύ του ν. 4389/2016 αποδίδεται στο ότι, υπό το αρχικό καθεστώς, τις απαιτήσεις δανείων και πιστώσεων μπορούσαν να αποκτούν ειδικές προς τούτο αδειοδοτημένες εταιρίες, των οποίων τα προβλεπόμενα από το τότε νομικό καθεστώς χαρακτηριστικά ήταν πιθανόν να μην ταυτίζονται με εκείνα των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και για το λόγο αυτό ήταν αναγκαία η ρητή αναφορά των τελευταίων στη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του ν. 4354/2015. Τέτοια ρητή αναφορά δεν καθίσταται αναγκαία μετά την ισχύ του ν. 4389/2016, αφού οι εταιρίες απόκτησης έπαυσαν να αδειοδοτούνται και οι μόνες κατά το νόμο προϋποθέσεις για να μπορούν να αποκτήσουν δάνεια και πιστώσεις είναι αφενός μεν να έχουν ιδρυθεί στην Ελλάδα υπό τον εταιρικό τύπο της ΑΕ και να έχουν καταχωρηθεί στο ΓΕΜΗ, αφετέρου δε να περιλαμβάνεται στον καταστατικό σκοπό τους η απόκτηση δανείων και πιστώσεων από δάνεια, προϋποθέσεις που αμφότερες είναι δυνατόν να απαντώνται στα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία ιδρύονται εκ του νόμου (άρθρο 8 § 1 ν. 4261/2014) ως ανώνυμες εταιρίες και μεταξύ των σκοπών τους περιλαμβάνεται η κατ’ άρθρο 11 § । περ. β' ν. 4261/2014 βασική τραπεζική εργασία της πρωτογενούς και δευτερογενούς χορήγησης δανείων και πιστώσεων, κατά τα προεκτεθέντα.
II. Κατά μεν το άρθρο 3 § 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Κανονισμός Ρώμη I) «η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη. Η επιλογή πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή τους τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασης», κατά δε το άρθρο 10 § 1 του ίδιου Κανονισμού «η ύπαρξη και το κύρος σύμβασης ή μιας διάταξής της διέπονται από το δίκαιο που θα ήταν εφαρμοστέο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, αν η σύμβαση ή η διάταξη ήταν έγκυρη», ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 21 του Κανονισμού αυτού «η εφαρμογή διάταξης του δικαίου οιασδήποτε χώρας που καθορίζεται από τον παρόντα κανονισμό δεν μπορεί να αποκλεισθεί παρά μόνο αν η εφαρμογή αυτή είναι προδήλως ασυμβίβαστη με τη δημόσια τάξη (Ordre public) του δικάζοντας δικαστή». Κατά την έννοια της κοινοτικής αυτής διάταξης, ως δημόσια τάξη νοούνται «οι εθνικές διατάξεις, η τήρηση των οποίων κρίνεται πρωταρχικής σημασίας για τη διαφύλαξη της πολιτικής, κοινωνικής ή οικονομικής οργάνωσης του συγκεκριμένου κράτους μέλους, ούτως ώστε να επιβάλλεται η τήρησή τούς από όλα τα πρόσωπα πού βρίσκονται επί του εδάφους του κράτους μέλους αυτού ή σε κάθε έννομη σχέση πού εντοπίζεται εντός του κράτους αυτού» (ΔΕΚ C-369/96 και C-376/96 της 23.11.1999, υπόθεση Arblade, σκέψη 30). Αντίστοιχη έννοια στις διατάξεις του ελληνικού δικαίου αποτελεί εκείνη της “δημόσιας τάξης" του άρθρου 33 ΑΚ (και όχι του άρθρου 3 ΑΚ που είναι ευρύτερη έννοια και αναφέρεται στους κανόνες αναγκαστικού δικαίου), σύμφωνα με την οποία «δημόσια τάξη είναι το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων και αρχών πού κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό, ο οποίος κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές» (ΟλΑΠ 16/2016 ΝΟΜΟΣ - ΟλΑΠ 6/1990 ΕλλΔνη 1990, 552).
Με τους 1°, 2°, 3° και 5° (ως προς το οικείο σκέλος του) λόγους του δικογράφου της έφεσης, καθώς και τον 1° λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης οι εκκαλούσες παραπονούνται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των 2ου και 3ου λόγων του δικογράφου της ανακοπής και των συναφών με αυτούς 1ου λόγου καθενός από τα δικόγραφα των από 28-6-2021 και 4-2-2022 προσθέτων λόγων ανακοπής, με τους οποίους ισχυρίστηκαν ότι η καθ’ ης η ανακοπή (1η εφεσίβλητη) δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά στην υποβολή της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής με την ιδιότητά της διαχειρίστριας της απαίτησης, επειδή η από 4-3-2019 σύμβαση μεταβίβασης έπασχε από ακυρότητα, με συνέπεια η προσθέτως παρεμβαίνουσα Τράπεζα (2η εφεσίβλητη) να μην έχει καταστεί δικαιούχος των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, τη διαχείριση των οποίων είχε αναθέσει στην καθ’ ης η ανακοπή. Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι η προαναφερθείσα σύμβαση μεταβίβασης απαιτήσεων είναι άκυρη, κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, έστω κι αν συμφωνήθηκε να είναι εφαρμοστέο δίκαιο το αυστριακό, επειδή: α) η απόκτηση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια απαγορεύεται από την ελληνική έννομη τάξη, ως αντικείμενη στον δημόσιας τάξης κανόνα δικαίου του άρθρου 1 § 1 περ. β' του ν. 4354/2015, όπου προβλέπονται κατά τρόπο περιοριστικό τα νομικά πρόσωπα, στα οποία μπορούν να μεταβιβασθούν απαιτήσεις από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ιδρύματα και στα οποία δεν περιλαμβάνονται οι ημεδαπές τράπεζες, επιπλέον δε, στο καταστατικό της παρεμβαίνουσας Τράπεζας, όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψής της σύμβασης αγοραπωλησίας, αναφερόταν ότι αντικείμενο της δραστηριότητάς της είναι περιοριστικός οι αναφερόμενες στην επίσης δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 11 του ν. 4261/2014 τραπεζικές εργασίες πού επιτρέπεται να διενεργούν τα πιστωτικά ιδρύματα, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η αγορά μη εξυπηρετούμενων δανείων και β) συνήφθη χωρίς την απαιτούμενη συναίνεσή τους, ως δανειοληπτριών, αν και αντικείμενο της μεταβίβασης ήταν οι δανειακές συμβάσεις στο σύνολό τους και όχι απλώς οι απαιτήσεις από τα δάνεια. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στα δικόγραφά της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων ανακοπής, στην από 4-3-2019 σύμβαση μεταβίβασης περιλήφθηκε η ρητή συμφωνία ότι εφαρμοστέο δίκαιο θα είναι το αυστριακό και επομένως το ουσιαστικό κύρος της ανωτέρω σύμβασής κρίνεται εν προκειμένω με βάση τις διατάξεις του εφαρμοστέου αυστριακού δικαίου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 § 1 και 10 § 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Κανονισμός Ρώμη I), τη συνδρομή των οποίων δεν αμφισβητούν οι ανακόπτουσες με τους ερευνώμενους λόγους ανακοπής, πλην της επικαλούμενης απ’ αυτές παροχής συναίνεσης, που υποστηρίζουν ότι απαιτεί τόσο το αυστριακό δίκαιο, όσο και ον. 4354/2015, στηρίζοντας τον ισχυρισμό τους αυτό στο γεγονός ότι με την ένδικη σύμβαση μεταβίβασης μεταβιβάστηκαν στην παρεμβαίνουσα Τράπεζα οι δανειακές συμβάσεις στο σύνολό τους, ενώ ως επιχείρημά προβάλλουν την παροχή της έγγραφης συναίνεσής τους σε προγενέστερο της μεταβίβασης χρόνο με την από 12-3-2015 «δήλωση συναίνεσης και άρσης εμπιστευτικότητας», η οποία παρασχέθηκε μέχρι τις 31-12-2017. Πλην όμως, ο παραπάνω ισχυρισμός στηρίζεται στην προκύπτουσα από το ίδιο το δικόγραφο της ανακοπής εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αντικείμενο της από 4-3-2019 σύμβασης μεταβίβασης ήταν οι τρεις δανειακές συμβάσεις στο σύνολό τους και όχι μόνο οι εξ αυτών πηγάζουσες απαιτήσεις της δανείστριας Τράπεζας (μαζί με τις εξασφαλίσεις και τα σχετικά δικαιώματα), όπως συνέβαινε, αφού, μετά τη μνημονευόμενη στο δικόγραφο της ανακοπής καταγγελία των συμβάσεων δανείου (τον Νοέμβριο του 2017), επήλθε η λύση των συμβάσεων αυτών, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η μεταβίβασή τους ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων σ’ αυτές μερών, η δε επίκληση από τις ανακόπτουσες της από 12-3-2015 «δήλωσης συναίνεσης και άρσης εμπιστευτικότητας» ουδεμία επιρροή ασκεί εν προκειμένω, καθόσον αυτή φέρεται να καταρτίστηκε σε χρονικό σημείο προγενέστερο της καταγγελίας των δανειακών συμβάσεων, οπότε ήταν πράγματι δυνατή η μεταβίβαση των δανειακών σχέσεων. Ειδικώς δε σε σχέση με το αν ο ν. 4354/2015 θέτει ως προϋπόθεση για τη μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων λόγω πώλησης (και όχι δανειακών σχέσεων στο σύνολό τους, όπως αναφέρουν οι ανακόπτουσες) τη συναίνεση του οφειλέτη σημειώνεται, κατ’ αρχάς, ότι τυχόν τέτοια προϋπόθεση δεν θα επιδρούσε στο κύρος της από 4-3-2019 σύμβασης μεταβίβασης, αφού εφαρμοστέο δίκαιο είναι το αυστριακό και όχι το ελληνικό, σε κάθε δε περίπτωση ο ν. 4354/2015 δεν θέτει ως προϋπόθεση της μεταβίβασης την προηγούμενη συναίνεση του οφειλέτη, παρά μόνο την αναγγελία σ’ αυτόν της καταχώρισης της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 § 3 ν. 2844/2000 (άρθρο 3 παρ. 4 ν. 4354/2015), η οποία, όπως αναφέρουν οι ανακόπτουσες στο από 28-6-2021 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ανακοπής, πράγματι έλαβε χωρά στις 10-6-2019. Κατόπιν των ανωτέρω, ελέγχεται ως μη νόμιμος ο λόγος ανακοπής που συνάπτεται με την ακυρότητα της από 4-3-2019 σύμβασης μεταβίβασης, λόγω έλλειψης συναίνεσης των ανακοπτουσών. Περαιτέρω, η απόκτηση των ένδικων απαιτήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων από την παρεμβαίνουσα, που είναι ημεδαπό πιστωτικό ίδρυμα, δεν είναι προδήλως ασυμβίβαστη με την ελληνική δημόσια τάξη (άρθρο 33 ΑΚ), όπως η έννοια της προσδιορίστηκε στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη της παρούσας, λόγω της θέσπισης του ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με το άρθρο II του ν. 4261/2014, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ανακόπτουσες. Και τούτο επειδή με τον ν. 4354/2015, με τον οποίο δημιουργηθηκαν το πρώτον τα εταιρικά οχήματα των Ε.Μ.Α.Μ.Ε.Δ. και Ε.Δ.Α.Μ.Ε.Δ. για την απόκτηση και διαχείριση, αντίστοιχα, απαιτήσεων από δάνεια και λοιπές πιστώσεις, όχι μόνο δεν απαγορεύθηκε στα ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα να αποκτούν απαιτήσεις, από δάνεια, όπως γινόταν μέχρι τότε βάσει άλλων διατάξεων είτε του ΑΚ (άρθρα 455 επ.) είτε ειδικών νόμων (π.χ. ν. 3156/2002 και ν. 1905/1990), οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με ρητή πρόβλεψη του άρθρου 1 § 1 περ. δ' ν. 4354/2015, αλλά, τουναντίον, με το άρθρο 3 § 1 του ν. 4354/2015 (όπως αυτό εισήχθη και ίσχυε πριν την αντικατάστασή τού από το άρθρο 70 του ν. 4389/2016), προβλέφθηκε ρητά, ως επιπλέον δυνατότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων βάσει των διατάξεων του νέου αυτού νόμου, να αποκτούν απαιτήσεις από συμβάσεις χορήγησης κάθε μορφής δανείων και πιστώσεων, τα οποία είχαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών, εισαχθείσας κατ’ αυτόν τον τρόπο πρόσθετης οδού εκποίησης και απόκτησης απαιτήσεων από πιστωτικά ιδρύματα. Η δυνατότητα απόκτησης απαιτήσεων δανείων από πιστωτικά ιδρύματα δεν εξάλειψε ούτε με τη θέσπιση του ν. 4389/2016 και την αντικατάσταση με το άρθρο 70 § 1 αυτού των άρθρων 1, 2 και 3 του ν. 4354/2015, έστω κι αν στις νέες αυτές διατάξεις δεν γίνεται πλέον ρητή αναφορά για την απόκτηση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, για όσους λόγους αναλυτικώς εκτίθενται σχετικός στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη της παρούσας, επισημαινομένων ιδιαιτέρως των κάτωθι: α) ότι υπό την ισχύ του ν. 4389/2016 κατέστη πλέον επιτρεπτή η μεταβίβαση απαιτήσεων όχι μόνο από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, όπως ίσχυε αρχικώς, αλλά και από ενήμερα δάνεια, με αποτέλεσμα να μη δικαιολογείται τυχόν απαγόρευση της απόκτησης τέτοιων δανείων και πιστώσεων από πιστωτικά ιδρύματα, όταν τα τελευταία, υπό την ισχύ του ν. 4354/2015 με την αρχική μορφή του, είχαν τη δυνατότητα να αποκτούν απαιτήσεις αποκλειστικά και μόνο μη εξυπηρετούμενων δανείων και β) στο νέο άρθρο 1 του ν. 4354/2015 επαναλήφθηκε η αρχική ρύθμιση της παρ. I περ. δ' του αντικατασταθέντος άρθρου 1 ότι «οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3156/2003 (Α’ 157). ν. 1905/1990 (Α’ 147). 1665/1986 (Α’ 194), 3606/2007 (Α’ 195) και 4261/2014 (Α’ 107)» (άρθρο 1 § 1 περ. δ' ν. 4354/2015)». Προς ενίσχυση της κρίσης περί της επιτρεπτής απόκτησης από τα ελληνικά πιστωτικά-ιδρύματα απαιτήσεων από δάνεια (εξυπηρετούμενα ή μη) και της υιοθέτησης της άποψης αυτής στις τραπεζικές συναλλαγές αναφέρεται ενδεικτικά ότι στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών (http://www.minfin.gr) βρίσκεται αναρτημένη ανακοίνωση, με την οποία παρέχεται πληροφόρηση στους ενδιαφερομένους και κατά κύριο λόγο στα ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία αφορά η εν λόγω ανακοίνωση, περί του ότι «οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 3Α του ν. 4354/2015 δεν εφαρμόζονται στις μεταβιβάσεις απαιτήσεων μεταξύ πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και στις συναλλαγές που διέπονται από τους νόμους 3156/2003, 1905/1990, 1664/1986 (το ορθό είναι 1665/1986), 4261/2014 και 4514/2018. Υπό αυτή την έννοια, τα πιστωτικά και χρηματοδοτικό, ιδρύματα μπορούν να πωλούν μεταξύ τους απαιτήσεις ή να αναλαμβάνουν τη διαχείρισή τους χωρίς να απαιτείται να τηρήσουν τις διαδικασίες που προβλέπει ο ν. 4354/2015 είτε για την αδειοδότηση των εταιρειών διαχείρισης είτε για τις προϋποθέσεις πώλησης απαιτήσεων προς μη αδειοδοτημένες οντότητες». Εξάλλου, ούτε και από τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 4261/2014 προκύπτει απαγόρευση στα πιστωτικά ιδρύματα να αποκτούν απαιτήσεις από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, αντίθετος δε, η απόκτηση απαιτήσεων από δάνειά (εξυπηρετούμενα ή μη) αποτελεί την καθ’ όλα επιτρεπτή κύρια τραπεζική εργασία της δευτερογενούς χορήγησης δανείων και πιστώσεων, που υπάγεται στο άρθρο 11 § 1 περ. β’ ν. 4261/2014, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ίδια ως άνω νομική σκέψη. Κατ’ ακολουθίαν, η κτήση των επίδικων δανειακών απαιτήσεων από την παρεμβαίνουσα Τράπεζα δεν απαγορεύεται από τις επικαλούμενες από τις ανακόπτουσες διατάξεις των άρθρων 1 § 1 περ. β' ν. 4354/2015 και 11 ν. 4261/2014 (ή από οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου) - αλλά ούτε και από το καταστατικό της παρεμβαίνουσας Τράπεζας, καθόσον αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, απαριθμεί στο άρθρο 3 όλες τις τραπεζικές εργασίες του άρθρου 11 του ν. 4261/2014 και μεταξύ αυτών κι εκείνη της χορήγησης δανείων και πιστώσεων - και επομένως δεν αντίκειται στην ελληνική έννομη τάξη, ώστε να συντρέχει λόγος έρευνας της φύσης των ως άνω κανόνων εσωτερικού δικαίου ως δημοσίας τάξης ή μη και, σε καταφατική περίπτωση, να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 21 § 1 του Κανονισμού Ρώμη I. Ως εκ τούτου, αφού η ένδικη από 4-3-2019 σύμβαση αγοραπωλησίας απαιτήσεων δανείων δεν πάσχει από ακυρότητα και η παρεμβαίνουσα Τράπεζα απέκτησε δι’ αυτής εγκύρως, με βάση το εφαρμοστέο αυστριακό δίκαιο, τις πωληθείσες και μεταβιβασθείσες προς αυτήν απαιτήσεις, η καθ’ ης η ανακοπή κατέστη διαχειρίστρια των ίδιων απαιτήσεων και συνεπώς νομιμοποιείτο ενεργητικά στην υποβολή της από 9-2-¬2021 αίτησης για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Σημειώνεται ότι με τους ερευνώμενους λόγους ανακοπής δεν συνάπτεται το ζήτημα αν στις Ε.Δ.Α.Δ.Π. του άρθρου 1 § 1 περ. β' ν. 4354/2015 υπάγονται και τα πιστωτικά ιδρύματα, έτσι ώστε τα τελευταία να δύνανται να αποκτούν απαιτήσεις από δάνεια (εξυπηρετούμενα ή ενήμερα), όχι μόνο βάσει των διατάξεων του ΑΚ και των άλλων ειδικών νόμων, αλλά, επιπροσθέτως, και με τις προϋποθέσεις που τάσσει ο ν. 4354/2015. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δηλαδή κι αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι οι λόγοι ανακοπής αφορούν και στο ανωτέρω ζήτημα, κρίνεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την πρόσθετή αυτή δυνατότητα, για όσους λόγους εκτίθενται στην οικεία μείζονα σκέψη, εφόσον στον καταστατικό σκοπό τους περιλαμβάνεται η απόκτηση δανείων, προϋπόθεση που, κατά τα προαναφερθέντα, καταφάσκεται ως προς τη 2η εφεσίβλητη Τράπεζα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την αιτιολογία της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς τις προδιαληφθείσες στις υπό στοιχεία I και ΙΙ νομικές σκέψεις διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και σε ορθή κρίση κατέληξε απορρίπτοντας ως μη νόμιμους τους σχετικούς με τα ανωτέρω λόγους ανακοπής και πρόσθετους λόγους ανακοπής και συνεπώς οι εξεταζόμενοι λόγοι των δικογράφων της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης, με τους οποίους επαναφέρονται προς κρίση στην έκκλητη δίκη οι ως άνω λόγοι ανακοπής κρίνονται αβάσιμοι στην ουσία τους και απορριπτέοι.
Με το οικείο σκέλος του 5ου λόγου της έφεσης προβάλλεται το παράπονο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εκφέρει κρίση επί του σκέλους του 3ου λόγου του δικογράφου της ανακοπής, με το οποίο προβλήθηκε η ακυρότητα της διαταγής πληρωμής ελλείψει προσκομιδής, κατά την έκδοσή της, των εγγράφων που αποδείκνυαν τη νομιμοποίηση της καθ’ ης η ανακοπή και συγκεκριμένα της από 4-3-2019 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων και της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των συγκεκριμένων απαιτήσεων από την παρεμβαίνουσα Τράπεζα προς αυτήν. Όμως, από την ανάγνωση του περιεχομένου του 3ου λόγου του δικογράφου της ανακοπής προκύπτει ότι με αυτόν αφενός μεν επαναλαμβάνονται όσα αναφέρονται στον 2° λόγο ανακοπής για την ακυρότητα της από 4-3-2019 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων, αφετέρου δε προβάλλεται ακυρότητα μόνο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, στηριζόμενη στο άρθρο 925 § 1 ΚΠολΔ, ελλείψει επίδοσης προς τις καθ’ ων στρέφεται η εκτέλεση (ανακόπτουσες), των εγγράφων που νομιμοποιούν την επισπεύδουσα καθ’ ης η ανακοπή (υπενθυμίζεται ότι η σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο ανακοπή κατά της εκτέλεσης χωρίστηκε και παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ενώ ουδεμία αναφορά γίνεται σε ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, συνδυαζόμενη με συγκεκριμένο αίτημα ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, λόγω μη προσκομιδής κατά την έκδοσή της των προαναφερόμενών εγγράφων νομιμοποίησης της καθ’ ης. Απλώς και μόνον, στα πλαίσια παράθεσης νομικών σκέψεων περί των νομιμοποιητικών εγγράφων που πρέπει να επιδίδονται στον οφειλέτη από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση αναφέρεται αφηγηματικά, γενικώς και αορίστως, ότι «Το ίδιο ισχύει και κατά τον χρόνο υποβολής αιτήματος εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού κατά το άρθρ. 626 ΚΠολΔ ο αιτών υποχρεούται να νομιμοποιηθεί πλήρως για την υποβολή τέτοιας αιτήσεως προσκομίζοντας πλήρη όλα τα έγγραφα που στηρίζουν τη νομιμοποίησή του», χωρίς βεβαίως το παραπάνω χωρίο, που δε συνδυάζεται με υπαγωγή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών σ’ αυτό, αλλά ούτε και με αίτημα ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, να μπορεί να αξιολογηθεί ως αυτοτελής λόγος ανακοπής, που βάλλει κατά της διαταγής πληρωμής. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δηλαδή κι ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι εισάγεται λόγος ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής για έλλειψη προσκομιδής των νομιμοποιητικών εγγράφων της αιτούσας την έκδοση της διαταγής πληρωμής (καθ’ ης η ανακοπή), αυτός είναι απορριπτέος, αφού, όπως ρητώς αναφέρεται στο σώμα της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, κατά την έκδοσή της ο Δικαστής που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του το προσκομισθέν σ’ αυτόν ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπ’ αριθ. …/29-5-2019 βεβαίωσης του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών για τη δημοσίευση της από 4-3-2019 σύμβασης αγοράς δανείων και εξασφαλίσεων στο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, που αποτελεί δημόσιο έγγραφο και από το περιεχόμενό του υποδεικνύεται πλήρως, κατ’ άρθρο 441 ΚΠολΔ, τόσο η κατάρτιση της επίδικης μεταβίβασης απαιτήσεων (συμβαλλόμενα μέρη, αντικείμενο κ.λ.π.), όσο και η σύναψη συμφωνίας ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ της παρεμβαίνουσας Τράπεζας και της καθ’ ης η ανακοπή, εκ των οποίων η τελευταία αποτελεί αδειοδοτηθείσα εταιρία διαχείρισης (ΑΕΔΑΔΠ).
III. Κατά το άρθρο 13 του ν. 2076/1992, όπως η § 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 10 του ν. 3148/2003 και ίσχυε πριν καταργηθεί από το άρθρο 92 § 1 του ν. 3601/2007 «1. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα, που ιδρύθηκε και λειτουργεί στην Ελλάδα και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες για πρώτη φορά σε άλλο κράτος-μέλος χωρίς να εγκατασταθεί σε αυτό, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος εκείνες από τις δραστηριότητες, που περιλαμβάνονται στο άρθρο 24, στις οποίες αφορούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες ή τη δραστηριότητα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος. 2. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου μέσα σε προθεσμία ενός μηνάς από την παραλαβή της. 3. Για την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από πιστωτικό ίδρυμα άλλου κράτους-μέλους πρέπει προηγουμένως να έχει κοινοποιηθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους καταγωγής του ιδρύματος η αντίστοιχη γνωστοποίηση όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. 4. Η άσκηση δραστηριοτήτων εντός Ελλάδος πραγματοποιείται με την επιφύλαξη του άρθρου 19 παρ. 3 του παρόντος νόμου». Από την παραπάνω διάταξη, που ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη την ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 21 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 2000 “σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων”, (πρώην Οδηγία 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) και στην οποία ορίζεται ότι: «1. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα το οποίο επιθυμεί να ασκήσει, για πρώτη φορά, τις δραστηριότητες του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους στα πλαίσια της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκείνες από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος I, τις οποίες σκοπεύει να ασκήσει. 2. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την παραλαβή της”, συνάγεται ότι, προκειμένου ένα πιστωτικό ίδρυμα που έχει ιδρυθεί σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας) να παρέχει υπηρεσίες στο έδαφος ενός άλλου κράτους-μέλους, απαιτείται η τήρηση ορισμένης διαδικασίας και ειδικότερα η εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος υποβολή γνωστοποίησης στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής των δραστηριοτήτων που σκοπεύει να ασκήσει στο άλλο κράτος μέλος, οι οποίες (αρχές) στη συνέχεια κοινοποιούν τη γνωστοποίηση αυτή μαζί με πιστοποιητικό που αποδεικνύει τη συνδρομή των προϋποθέσεων ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, όπως αυτές καθορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 18 και 19 της ανωτέρω Οδηγίας. Ωστόσο, από τη διατύπωση τόσο της διάταξης του άρθρου 13 §§ 1-3 ν. 2076/1992. όσο και εκείνης του άρθρου 21 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ προκύπτει ότι η κοινοποίηση εκ μέρους του ενδιαφερομένου πιστωτικού ιδρύματος, που εδρεύει σε ένα κράτος-μέλος, προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αυτού του ενδιαφέροντος του να παρέχει τις υπηρεσίες του σε άλλο κράτος μέλος, ώστε οι αρχές αυτές να διαβιβάσουν στη συνέχεια την εν λόγω κοινοποίηση στις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δεν έχει δηλαδή συστατικό χαρακτήρα, αλλά δηλωτικό, Τούτο προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες επιτρέπεται στο έδαφος ενός κράτους-μέλους ή παροχή υπηρεσιών από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα άλλου κράτους- μέλους αναφέρονται στα άρθρα 18 και 19 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ κατά τρόπο περιοριστικό και συγκεκριμένο. Άλλωστε, ούτε στην παραπάνω Οδηγία, αλλά ούτε και στον ν. 2076/1992 προβλέπεται ότι η άσκηση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων στο έδαφος ενός κράτους μέλους από πιστωτικό ίδρυμα άλλου κράτους-μέλους εξαρτάται από οποιασδήποτε μορφής άδεια του κράτους-μέλους υποδοχής, η δε κατά τα ως άνω προβλεπόμενη γνωστοποίηση της πρόθεσης ενός πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος να παρέχει υπηρεσίες σε κράτος μέλος διάφορο από εκείνο της καταγωγής του αποσκοπεί (και χρησιμεύει) απλώς και μόνο στην παροχή δυνατότητας επαλήθευσης των ουσιαστικών προϋποθέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 18 και 19 της Οδηγίας, χωρίς να συνιστά αυτή καθαυτή προϋπόθεση για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος. Τούτο προκύπτει ευθέως και από τη διάρθρωση της διάταξης του άρθρου 19 της Οδηγίας, στην οποία, αφού απαριθμούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής υπηρεσιών από ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα κράτους-μέλους στο έδαφος ενός άλλου κράτους-μέλους, ορίζεται η διαδικασία επαλήθευσης των προϋποθέσεων αυτών μέσω της χορήγησης πιστοποιητικού που εκδίδουν οι αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής, το οποίο επισυνάπτεται στη γνωστοποίηση της βούλησης του χρηματοδοτικού ιδρύματος που απευθύνεται στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής. Εξάλλου, εάν η βούληση του Κοινοτικού νομοθέτη ήταν να συμπεριλάβει την εν λόγω γνωστοποίηση στις ουσιαστικές (και όχι στις διαδικαστικές) προϋποθέσεις για τη έγκυρη προσφορά υπηρεσιών εκ μέρους του ενδιαφερομένου πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ασφαλώς θα όριζε τούτο ρητά, όπως έπραξε και με τις λοιπές προϋποθέσεις, οι οποίες απαριθμούνται στα άρθρα 18 και 19 της Οδηγίας κατά τρόπο περιοριστικό. Επιπρόσθετα, ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ αφενός των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την παροχή υπηρεσιών από ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα σε άλλο Κράτος-μέλος και αφετέρου της αναγγελίας της πρόθεσης για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής στις αρμόδιες αρχές προκύπτει και από το γεγονός ότι στη διάταξη του άρθρου 19 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ προβλέπεται ότι «εάν το χρηματοδοτικό ίδρυμα που υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου παύσει να πληροί μια από τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, το κράτος μέλος καταγωγής ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και η δραστηριότητα που ασκεί το ίδρυμα στο κράτος μέλος υποδοχής υπόκειται πλέον στη νομοθεσία τού κράτους μέλους υποδοχής». Και τούτο διότι είναι προφανές ότι οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 18 και 19 της Οδηγίας είναι δυνατό να παύσει να ισχύει μελλοντικά (π.χ ενδέχεται η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος να ανακληθεί), πλην όμως δεν νοείται το ίδιο και για τη γνωστοποίηση της πρόθεσης του πιστωτικού ιδρύματος να παρέχει υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος, καθώς αυτή, εφόσον συντελεστεί, δεν μπορεί να νοηθεί ότι θα παύσει να ισχύει αναδρομικά σε οποιονδήποτε μελλοντικό χρόνο. Η χρήση της φράσης «πρέπει προηγουμένως», κατά τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 13 § 3 ν. 2076/1992, φαίνεται να προσδίδει στην επίμαχη «γνωστοποίηση» την ιδιότητα της ουσιαστικής προϋπόθεσης για την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών στο κράτος υποδοχής, πλην όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, ενόψει και του ότι η παραπάνω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ, στην οποία, κατά τη διατύπωση του άρθρου 21, δε γίνεται χρήση της λέξης «πρέπει» ή εννοιολογικά αντίστοιχης με αυτήν λέξης ή φράσης, παρά χρησιμοποιείται η έκφραση «γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκείνες από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος I, τις οποίες σκοπεύει να ασκήσει», δηλώνοντας ότι η γνωστοποίηση δεν έχει συστατικό, αλλά δηλωτικό χαρακτήρα του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Επομένως η παράλειψη της γνωστοποίησης από ένα πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει σε ένα κράτος-μέλος της πρόθεσής του να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε άλλο κράτος-μέλος δεν επιδρά επί της ειδικής δικαιοπρακτικής ικανότητάς του να ασκεί δραστηριότητα στο κράτος-μέλος υποδοχής, εν προκειμένω στην Ελλάδα, και ως εκ τούτου δεν συνεπάγεται την ακυρότητα των συμβάσεων που συνάπτει στο πλαίσιο άσκησης της δραστηριότητάς του αυτής. Ούτε η διάταξη του άρθρου 13 ν. 2076/1992, αλλά ούτε και η Οδηγία 2000/12 περιέχουν κανενός είδους αστικής φύσεως κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεών τους, αλλά αντίθετα η Οδηγία 2000/12/ΕΚ προβλέπει μόνο κυρώσεις και μέτρα διοικητικής φύσεως (άρθρο 22 Οδηγίας 2000/12), τα οποία αντιστοιχούν στον δημόσιο χαρακτήρα των κανόνων δικαίου που εφαρμόζονται και μπορεί να συνίστανται στην απαγόρευση διενέργειας νέων πράξεων στο μέλλον. Ειδικότερα, στο άρθρο 22 της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ προβλέπεται ότι σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων του κράτους μέλους υποδοχής που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της Οδηγίας αυτής, το κράτος υποδοχής μπορεί να καλέσει το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει την αντικανονική του συμπεριφορά και αν αυτό δεν το πράξει, να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής, οι οποίες οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα εξαναγκασμού. Μόνο δε εάν τα μέτρα αυτά δεν έχουν αποτέλεσμα ή εάν το κράτος-μέλος καταγωγής δεν λάβει μέτρα εξαναγκασμού, μπορεί η αρμόδια αρχή του κράτους- μέλους υποδοχής, αφού ενημερώσει τις αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής, να λάβει η ίδια τα ενδεικνυόμενα μέτρα, που μπορεί να συνίστανται και σε απαγόρευση της περαιτέρω παροχής υπηρεσιών στο έδαφος του, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο, ενώ ουδεμία πρόβλεψη υπάρχει περί ανατροπής του κύρους των διενεργηθεισών πράξεων. Επομένως, ούτε από το σύστημα της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ, αλλά ούτε και από τον αντίστοιχο εθνικό κανόνα προβλέπεται ως κύρωση της παράλειψης της γνωστοποίησης της πρόθεσης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα η ακυρότητα των συμβάσεων που συνάπτει το πιστωτικό ίδρυμα και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί εάν η συνέπεια αυτή (ακυρότητα) θα μπορούσε να προκύψει από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 174 ΑΚ, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω. Ειδικότερα, με βάση το γεγονός ότι από τις διατάξεις αυτές, που εντάσσονται στο δίκαιο της τραπεζικής εποπτείας, δεν συνάγεται γενικός κανόνας ως προς τις συνέπειες της παραβίασής τους στο πεδίο ισχύος των δικαιοπραξιών, πρέπει να εξεταστεί ο σκοπός του κανόνα που παραβιάστηκε. Πράγματι, κρίνεται ότι ο κανόνας αυτός φέρει προεχόντως χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, καθώς αποσκοπεί στη ρύθμιση της αγοράς υπό την έννοια της διευκόλυνσης της άσκησης εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς παράλληλα να προκύπτει ότι υπάρχει και σκοπός προστασίας ιδιωτικών συμφερόντων, ώστε ενδεχομένως η παραβίασή του να μπορεί να συνδεθεί με ακυρότητα της συναπτόμενης δικαιοπραξίας. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω η υποχρέωση (γνωστοποίησης) που προκύπτει από τον προαναφερόμενο κανόνα δικαίου, αφορά μόνο στις εξωτερικές περιστάσεις της δικαιοπραξίας και όχι στο ρυθμιστικό περιεχόμενο της ίδιας της δικαιοπραξίας, ενώ, επίσης, η επιταγή αφορά μόνο στο ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, περιστάσεις που δεν συνηγορούν υπέρ της ακυρότητας της δικαιοπραξίας από πλευράς αστικού δικαίου. Η ανωτέρω θέση περί της εγκυρότητας των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων ενισχύεται περαιτέρω εάν ληφθεί υπόψη η νομολογία, που έχει διαμορφωθεί επί εντελώς ανάλογου ζητήματος. Ειδικότερα, στα πλαίσια έρευνας της συνδρομής των προϋποθέσεων για την κατάγνωση ακυρότητας με βάση το άρθρο 174 ΑΚ, το Ανώτατο Ακυρωτικό της χώρας μας έκρινε (ΑΠ 1378/2012 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 1761/2009 ΧρΙΔ 2010, 565 - ΑΠ 1490/2005 ΕλλΔνη 2006, 193) ότι η κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 2076/1992 (με τον οποίο κατέστη εσωτερικό δίκαιο η Οδηγία 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σχετικά με την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος) παροχή δανείων προς τους πελάτες για αγορά μετοχών, δεν δημιουργεί ακυρότητα των εν λόγω δανείων, ούτε ή έλλειψη άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος (ήτοι πολύ σοβαρότερη ουσιαστική παράβαση από την ένδικη), επιδρά επί του κύρους των εν λόγω συμβάσεων και συνεπώς ότι δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή επί του κύρους της δικαιοπραξίας η τυχόν ενυπάρχουσα διοικητική παράβαση (περί όλων των ανωτέρω βλ. και ΕφΚερκ 20/2022 αδημ. - ΕφΔωδ 57/2021 ΝΟΜΟΣ),
Με τον 6° λόγο του δικογράφου της έφεσης επαναφέρονται προς κρίση στη δευτεροβάθμια δίκη οι πρωτοδίκως απορριφθέντες 1ος λόγος του δικογράφου της ανακοπής και 2ος λόγος του από 4-2-2022 δικογράφου προσθέτων λόγων ανακοπής, με τους οποίους προβλήθηκε ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων, κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, ελλείψει τήρησης από τη δανείστρια αυστριακή Τράπεζα της διαδικαστικής υποχρέωσης του άρθρου 13 § 3 του ν. 2076/1992, Όμως, με βάση την αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, οι εξεταζόμενοι λόγοι ανακοπής τυγχάνουν μη νόμιμοι, αφού και αληθή υποτιθέμενα όσα εκτίθενται περί του ότι η δανείστρια αυστριακή Τράπεζα παρέλειψε να γνωστοποιήσει στις αρμόδιες αυστριακές αρχές την πρόθεσή της να παρέχει τις υπηρεσίες της στο ελληνικό έδαφος και επομένως περί του ότι δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 13 § 3 ν. 2076/1992 διαδικασία, δεν συνεπάγονται ακυρότητα των ένδικων δανειακών συμβάσεων, από τις οποίες πηγάζουν οι επιδικασθείσες με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής απαιτήσεις, ούτε βεβαίως καθίστανται για το λόγο τούτο ανεκκαθάριστες οι απαιτήσεις αυτές, όπως διατείνονται οι ανακόπτουσες. Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο απέρριψε τους σχετικούς λόγους ανακοπής, απορριπτομένου ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου του εξεταζόμενου λόγου έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 585 § 2 ΚΠολΔ «Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε εξήντα ημέρες (60) από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οχτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την παραδεκτή άσκηση πρόσθετων λόγων ανακοπής απαιτείται τόσο η κατάθεση το σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή, συντασσομένης σχετικής έκθεσης κατ’ άρθρο 117 § 1 ΚΠολΔ, όσο και η επίδοση αυτού, η οποία ανάγεται σε στοιχείο του υποστατού τους και δικαιολογείται από την τήρηση της δημοσίου δικαίου αρχής της προδικασίας, που σκοπεύει στον έγκαιρο και σταθερό προσδιορισμό του αντικειμένου της δίκης ώστε να προετοιμάσει ο καθ’ ου την υπεράσπισή του. Η επίδοση επιτελεί εδώ διπλή λειτουργία, δηλαδή αφενός ολοκληρώνει την άσκηση της πράξης και αφετέρου διασφαλίζει την προπαρασκευή του αντιδίκου. Άρα, εάν κατατεθεί το σχετικό δικόγραφο των προσθετών λόγων εντός της προθεσμίας του άρθρου 585 § 2 ΚΠολΔ, αλλά αυτό επιδοθεί μετά την ως άνω προθεσμία, όπως επίσης και όταν υπάρχει πρόβλημα νόμιμης επίδοσης, τούτο θα απορριφθεί ως απαράδεκτο και, κατά νομική ακριβολογία, αν ελλείπει η επίδοση, ως ανυπόστατο. Επομένως, δεν μπορεί ο καθ’ ου με τη δικονομική του συμπεριφορά, την εμφάνισή του δηλαδή στη δίκη και τη μη προβολή αντιρρήσεων κατά της μη νόμιμης ή της μη εμπρόθεσμης επίδοσης των πρόσθετων λόγων ανακοπής να επηρεάσει την εξέτασή τους από το Δικαστήριο. Η προσκομιδή του αποδεικτικού επίδοσης των πρόσθετων λόγων ανακοπής είναι αναγκαία ανεξάρτητα από τη δικονομική παρουσία ή απουσία του ανακόπτοντος. Επί πλειόνων δε καθ’ ων η ανακοπή, μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση αναγκαίας ομοδικίας, η επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνει, επί ποινή απαράδεκτου αυτού, σε όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, εφόσον πρέπει να επιτευχθεί ενιαία έκδοση της απόφασης ως προς τους πρόσθετους λόγους για όλους τους αναγκαίους ομοδίκους. Τούτο απορρέει εμμέσως πλην σαφώς και από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την κοινή παθητική νομιμοποίησή σε ορισμένες υποθέσεις της ανακοπής (Στ. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, εκδ. Δ’, σελ. 281-286).
Με τον 4° λόγο του δικογράφου της έφεσης και τον συναφή με αυτόν 2° λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων έφεσης οι αιτούσες παραπονούνται για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του από 25-2-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2022 δικογράφου προσθέτων λόγων ανακοπής, ως απαράδεκτου, λόγω έλλειψης επίδοσης αυτού στην παρεμβαίνουσα Τράπεζα, η οποία πριν την κατάθεση του ως άνω δικογράφου είχε ασκήσει παραδεκτά αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης στη δίκη επί της ανακοπής και είχε καταστεί, ως εκ τούτου, αναγκαία ομόδικος της τελευταίας. Επί του συγκεκριμένου λόγου ανακοπής λεκτέα τα ακόλουθα: Από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα προκύπτει ότι μετά την άσκηση της από 24-5-2021 ανακοπής, που απευθυνόταν κατά της Ε.Δ.Α.Δ.Π. με την επωνυμία «... — Δανειακή Βελτίωση Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» (καθ’ ης η ανακοπή), ως διαχειρίστριας των επιδικασθεισών με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής απαιτήσεων της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Ε.», η τελευταία άσκησε την από 25-2-2022 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή, καθιστάμενη κατ’ αυτόν τρόπο αναγκαία ομόδικος της, ενόψει της φύσης της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 83 ΚΠοΔ), αφού το δεδικασμένο της απόφασης της δίκης επί της ανακοπής καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης, δηλαδή εν προκειμένω την παρεμβαίνουσα εταιρία (άρθρο 2 § 4 ν. 4354/2015). Μετά την κατά τα άνω άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης οι ανακόπτουσες κατέθεσαν στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εκκρεμούσε η ανακοπή, τους από 25-2-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2022 δικογράφου προσθέτους λόγους ανακοπής και επέδωσαν το δικόγραφο αυτό νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. την υπ’ αριθ. .../28-2-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ...) μόνο στην καθ’ ης αυτό (και η ανακοπή) στρεφόταν (την Ε.Δ.Α.Δ.Π.), όχι δε και προς την έχουσα ασκήσει την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση δικαιούχο της απαίτησης, χωρίς η παράλειψη αυτή να επιδρά στην παραδεκτή άσκησή των προσθέτων λόγων ανακοπής. Τούτο δε, επειδή με την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης η δικαιούχος της απαίτησης τραπεζική εταιρία δεν κατέστη κύρια διάδικος στη δίκη επί της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων ανακοπής, έστω κι αν έλαβε την ιδιότητα της αναγκαίας ομοδίκου της καθ’ ης η ανακοπή, και επομένως δεν κατέστη αντίδικος των ανακοπτουσών, ώστε να απαιτείται και προς αυτήν η επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων ανακοπής για την ολοκλήρωση της άσκησής του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 585 § 2 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα κρίνεται ότι παραδεκτώς ασκήθηκαν οι από 25-2-2022 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής και επομένως έσφαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 585 § 2 ΚΠολΔ με το να απορρίψει το δικόγραφο αυτό ως απαράδεκτο. Ως εκ τούτου, κατά ουσιαστική παραδοχή των ερευνώμενων λόγων των δικογράφων της έφεσης και του πρόσθετου λόγου έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ), να γίνει δεκτό ότι το από 25-2-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής ασκήθηκε παραδεκτά και να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου που περιέχει. Με τον μοναδικό λόγο ανακοπής του ως άνω δικογράφου πρόσθετων λόγων οι ανακόπτουσες προβάλλουν τον αυτοτελή ισχυρισμό της τριετούς παραγραφής των τόκων των απαιτήσεων που επιδικάστηκαν σε βάρος τους με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, σύμφωνα με το αυστριακό δίκαιο που ήταν εφαρμοστέο στις καταγγελθείσες ένδικες συμβάσεις δανείων, Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι έχουν παραγραφεί απαιτήσεις τόκων (συμβατικών και υπερημερίας), λόγω παρέλευσης τριετίας μέχρι το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός της επίδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, που έλαβε χώρα στις 10-5-2021: α) ποσού € 5.354.463.54 σε σχέση με την από 9-8-2002 σύμβαση δανείου της 1ης ανακόπτουσας, με εναρκτήριο χρόνο παραγραφής την 30-4-2018, που ήταν η τελευταία ημερομηνία χρέωσης τόκων, β) ποσού € 3.624.661,93 σε σχέση με την από 9-8-2002 σύμβαση δανείου της 2ης ανακόπτουσας, με εναρκτήριο χρόνο παραγραφής επίσης την 30-4-2018, που ήταν και εδώ η τελευταία ημερομηνία χρέωσης τόκων και γ) ποσού € 2.619.192,16 σε σχέση με την από 14-6-2004 σύμβαση δανείου της 3ης ανακόπτουσας, με εναρκτήριο χρόνο παραγραφής την 31-3-2018, που ήταν η τελευταία ημερομηνία χρέωσης τόκων. Επιπλέον, για τον προσδιορισμό των επιμέρους ποσών χρεωθέντων τόκων σε κάθε σύμβαση, οι ανακόπτουσες ενσωματώνουν στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ανακοπής λογιστικές καταστάσεις για κάθε σύμβαση χωριστά, των οποίων οι εγγραφές ξεκινούν από τις 15-10-2002 για τις συμβάσεις δανείου των δύο πρώτων ανακυπτουσών και στις 18-6-2004 για τη σύμβαση δανείου της 3ης ανακόπτουσας και καταλήγουν στις 31-12-2019, εμφανίζοντας χρεώσεις και πιστώσεις σε στήλες και πιο συγκεκριμένα στην 1η στήλη εμφανίζουν την ημερομηνία της καταχώρησης, στη 2η στήλη το ποσό που χρεώθηκε ή πιστώθηκε, στην 3η στήλη την αιτία της καταχώρησης του ποσού κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, στην 4η στήλη το ποσό του κεφαλαίου που εκταμιεύτηκε, στην 5η στήλη το σύνολο των συμβατικών τόκων που χρεώθηκαν, στην 6η στήλη το σύνολο των τόκων υπερημερίας που χρεώθηκαν, στην 7η στήλη τα έξοδα που χρεώθηκαν, στην 8η στήλη τα ποσά των εισπράξεων που πιστώθηκαν και στην 9η στήλη το συνολικό ποσό που προκύπτει κάθε φορά από το διαδοχικό συμψηφισμό των καταχωρούμενων χρεώσεων και πιστώσεων. Από την επισκόπηση δε των καταστάσεων αυτών προκύπτει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο καθεμιάς από τις ένδικες τρεις συμβάσεις δανείου ανερχόταν στις 30-4-2018 (για τις συμβάσεις των δύο πρώτων ανακοπτουσών) και στις 31-3-2018 (για τη σύμβαση της 3ης ανακόπτουσας), στα αντίστοιχα ποσά των € 5.354.463,54, € 3.624.661,93 και € 2,619.192,16, τα οποία ισχυρίζονται οι ανακόπτουσες ότι αποτελούν την εις βάρος τους επιδικασθείσα και παραγραφείσα απαίτηση τόκων, αν και από την παράθεση των χρεοπιστώσεων αυτών προκύπτει ότι στα ανωτέρω ποσά περιλαμβάνονται όχι μόνο τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας), αλλά και χρεωστικά κονδύλια για εκταμιευθέν κεφάλαιο και για έξοδα, με αποτέλεσμα να εντοπίζεται αντίφαση, η οποία προκαλεί ασάφεια για το ακριβές ύψος της απαίτησης των τόκων που αφορά η προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής, για το οποίο, ως μέρος της επιδικασθείσας απαίτησης, ζητείται η ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Η ασάφεια αυτή, η οποία συνδέεται με το αίτημα του ως άνω εξεταζόμενου λόγου ανακοπής, τον καθιστά απαράδεκτο λόγω αοριστίας και απορριπτέο, όπως και το από 25-2-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων στο σύνολό του, καθόσον σ’ αυτό δεν περιέχεται άλλος λόγος ανακοπής. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω απόρριψη, η οποία αφορά στο απαράδεκτο (αοριστία) του λόγου ανακοπής, διαφέρει από την απόρριψη του ίδιου δικογράφου λόγω απαράδεκτης άσκησης αυτού (κατά τα κριθέντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο) και συνεπώς, λόγω της επερχόμενης μεταβολής στο δεδικασμένο, ήταν αναγκαία η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μη αρκούσας της αντικατάστασης των αιτιολογιών της, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντας άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα πρέπει, συνοψίζοντας όσα έγιναν δεκτά, ν’ απορριφθούν κατ’ ουσίαν όλοι οι λόγοι των συνεκδικαζόμενων δικογράφων της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης, με εξαίρεση τον 4° λόγο του δικογράφου της έφεσης και τον συναφή με αυτόν 2° λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτήν ως απαράδεκτο το από 25-2-2022 δικόγραφο (τρίτων) πρόσθετων λόγων ανακοπής, να κρατηθεί και εκδικαστεί κατ’ ουσίαν το συγκεκριμένο δικόγραφο Και, αφού κριθεί ότι αυτό ασκήθηκε παραδεκτά, ν’ απορριφθεί ο μοναδικός λόγος ανακοπής που περιέχεται σ’ αυτό, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία του κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. α' και 183 ΚΠολΔ), επιπλέον δε, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις εκκαλούσες του παραβόλου που κατέθεσαν για την άσκηση της έφεσης (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων: 1) την από 5-7-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου .../2022 έφεση και 2) τους από 9-1-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2023 πρόσθετους λόγους έφεσης.
- Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσής.
- Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 1451/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά, το μέρος που έκρινε επί των από 25-2-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2022 προσθετών λόγων ανακοπής.
- Κρατεί και δικάζει κατ’ ουσίαν τους παραπάνω πρόσθετους λόγους ανακοπής.
- Απορρίπτει τους ως άνω πρόσθετους λόγους ανακοπής.
- Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
- Διατάζει την επιστροφή στις εκκαλούσες του παραβόλου που κατέθεσαν για την άσκηση της έφεσης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στις
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 10 Μαρτίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ