Απόφαση

Αριθμός 332/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Κουβίδου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου και Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ο. Σ. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεωργία Λασκαράκη και Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της υπ’αριθ. 6636/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Δ. Τ. του Γ., κάτοικο ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χατζηπαρασκευά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2022 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ..., έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …/2022 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/22.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. …/8-9-2022 αίτηση της Ο. Σ. του Ν., που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6636/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 8252/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ.1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 2 και 4 ΚΠΔ προκύπτει ότι, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάση, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αποβάλλει την ισχύ της, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επανεξετάζει την υπόθεση, τόσο ως προς τη νομική, όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση. Έτσι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε σχετικό ισχυρισμό του εκκαλούντος κατηγορουμένου για ακυρότητα (απόλυτη ή σχετική) της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, συνακόλουθα, δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ σε συνδ. με άρθρ. 171 παρ. 2 του ίδιου κώδικα λόγος αναίρεσης (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 1775/2018, ΑΠ 44/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσβάλλει την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο με την αιτίαση διότι το Δικαστήριο αυτό δεν απάντησε στον, με την έφεση, προβληθέντα ισχυρισμό της ότι είχε εμφιλοχωρήσει ακυρότητα στην πρωτοβάθμια δίκη, για τον λόγο ότι το (πρωτοβάθμιο) Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε το αίτημά της περί αναβολής της δίκης, λόγω αποδεδειγμένου κωλύματος του συνηγόρου της και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, με απούσα την ίδια, παραβιάζοντας έτσι τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, ενώ έπρεπε, αποδεχόμενο τον σχετικό λόγο έφεσής της, να προβεί στην ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, κατ' άρθρο 502 παρ. 4 ΚΠΔ. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ (και όχι το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ για υπέρβαση εξουσίας, όπως η αναιρεσείουσα προβάλλει), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με την παραδοχή από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, ως τυπικά παραδεκτής, της έφεσης του αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, (όσον αφορά στην ένδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης), η τελευταία (απόφαση) ατόνησε και η υπόθεση εξετάσθηκε εκ νέου από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στο σύνολό της ανεκκλήτως με την προσβαλλόμενη απόφαση και, συνεπώς, το τελευταίο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο ως άνω αίτημα της αναιρεσείουσας, καθώς οποιαδήποτε ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης καλύφθηκε με την έκδοση επί της ουσίας της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία και μόνο προσβάλλεται με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης, για τις δικές της μόνο παραλείψεις και πλημμέλειες.
Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ, με τις αναφερόμενες σε αυτό ποινές τιμωρείται "όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του”, κατά δε το ευμενέστερο, ως προς την ποινή, άρθρο 363 του ισχύσαντος μέχρι 1-7-2019 ΠΚ, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, γ) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και δ) άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος. Ως "ισχυρισμός" νοείται η ανακοίνωση που προέρχεται από γνώμη ή πεποίθηση του ίδιου του δράστη ή από μετάδοση άλλου προσώπου, που υιοθέτησε ο δράστης, ενώ ως "διάδοση" νοείται η μετάδοση ανακοίνωσης άλλου προσώπου από τον δράστη, χωρίς αυτός να την υιοθετεί. Ως "γεγονός" νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου (ΑΠ 886/2022).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει τα πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικά το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Αυτό συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, που προβλέπεται από τα άρθρα 363 - 362 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι είναι ψευδή όσα αυτός ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Η ύπαρξη του άμεσου δόλου και η γνώση του ψευδούς γεγονότος πρέπει είτε να αιτιολογείται ρητά και ειδικά στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των συγκεκριμένων περιστατικών, που θεμελιώνουν υπαγωγικά και δικαιολογούν τη σχετική κρίση είτε πρέπει (η γνώση του ψευδούς) να συνάγεται σαφώς ως αυτονόητη ή αναγκαία από τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχτηκαν. Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις αιτιολογία (ΑΠ 886/2022, ΑΠ 1176/2017).
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΑΠ 1471/2022, ΑΠ 914/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Α’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, έκανε δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “...Η κατηγορούμενη (Ο. Σ.) κατοικεί σε διαμέρισμα επί της οδού ... στην … Η παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας (Δ. Τ.) κατοικούσε επί σειρά ετών με τη μητέρα ….. και την αδελφή της Χ. Τ. σε διαμέρισμα επί της οδού ... Δηλαδή, οι διάδικοι ήταν γειτόνισσες και κατοικούσαν σε απέναντι πολυκατοικίες. Δεν είχαν παρά μόνο τυπικές σχέσεις υπό την έννοια ότι η κατηγορούμενη αντάλλασσε χαιρετισμό με τη μητέρα της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας. Η κατηγορούμενη είναι έγγαμη. Σύζυγός της είναι ο Σ. Σ., με τον οποίο τελούν σε διάσταση από το έτος 2018. Το έτος 2016 η κατηγορούμενη άρχισε να κατηγορεί τη Δ. Τ. ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με τον σύζυγο της, ο οποίος τότε ήταν περίπου 68 ετών. Ειδικότερα, άρχισε να την ακολουθεί, να την εξυβρίζει και της λέει ανάρμοστα λόγια είτε κατά μόνας είτε ενώπιον άλλων προσώπων. Από τα πολλά συμβάντα που συνέβησαν μεταξύ τους, τη σημερινή δίκη ενδιαφέρει αυτό που έλαβε χώρα περί ώρα 07.30 της 7.9.2016 σε κεντρική στάση της …. στην οδό ... όπου η Δ. Τ. περίμενε το αστικό λεωφορείο υπ' αρ.72. Λόγω σημαντικής καθυστέρησης του λεωφορείου, η οποία οφειλόταν σε κακοκαιρία, είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος, που το περίμενε. Στην κατάθεσή της η Τ. κατέθεσε μία φορά ότι περίμεναν το λεωφορείο περί τα τριάντα και λίγο αργότερα περί τα πενήντα άτομα. Ο Αριθμός όσων περίμεναν το λεωφορείο δεν είναι εφικτό να εξακριβωθεί αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν αρκετά μεγάλος. Η κατηγορούμενη πλησίασε, όχι να περιμένει το λεωφορείο μαζί με τους υπόλοιπους αλλά για να απευθυνθεί στην Τ. μπροστά σε όλους και της είπε τα εξής: "Έβγαλες τα βυζιά έξω και πας για πήδημα πρωί πρωί με τον γέρο. Δεν βλέπεις τα χάλια σου; Τα βυζιά σου έχουν κρεμάσει, έχουν φτάσει στο πάτωμα, τα σέρνεις και τα πατάς. Πουτάνα. Έφαγες χθες το καδρόνι και πας να το φας και σήμερα. Δεν χόρτασες, δεν ευχαριστήθηκες. Αλλά σε δικαιολογώ γιατί σε έχει φάει η αγαμία. Τόσα χρόνια αγάμητη και έχεις πέσει με τα μούτρα στο γέρο και τον ξεζουμίζεις. Αλλά τον αρμέγεις καλά πουτάνα. Και οι τρεις είστε πουτάνες (μητέρα και αδελφή), Η αδερφή σου είναι τσιλιαδόρος και κάθε μέρα εσύ πηδάς από πίσω το φράχτη για να γαμηθείς με το γέρο. Ο γέρος σε έχει μόνο για ένα πήδημα. Κανένας δε σε παντρεύεται πουτάνα. Νομίζεις ότι θα σε παντρευτεί; Κάνετε πιάτσα και οι τρεις (μητέρα και αδερφή) γι' αυτό σας έδιωξαν από το σπίτι στην παλιά γειτονιά. Γιατί κάνατε αίσχη, Τρώτε λεφτά από τους γέρους οικογενειακώς. Εσείς οι Ελληνίδες είστε οι λυσσάρες και κλείνετε τα σπίτια, όχι οι ξένες. Ήρθατε εδώ και βρωμίσατε τη γειτονιά. Η βρωμιά και η δυσοσμία σας φτάνει παντού. Να βγάλεις τον καρκίνο από κάτω μέχρι τα βυζιά και το στόμα και να σε νεκροφιλήσει η μάνα σου. Να γεμίσεις καρκίνο. Σε δύο χρόνια θα γίνει 70 χρονών ο γέρος. Είναι καρκινοπαθής, Τον έχεις ξεζουμίσει. Του τρως λεφτά με τη μάνα σου και την αδερφή σου, Ούτε το βρακί σου δεν πλένεις άχρηστη, τεμπέλα. Εγώ έζησα 43 χρόνια την οικογένειά μου, έκανα παιδιά. Εσύ γιατί δεν παντρεύεσαι; Γιατί κανένας δε σε παίρνει. Μόνο για πήδημα σε έχουν πουτάνα. Από κάτω να γεμίσεις καρκίνο. Όπως έβγαλα τον καρκίνο στον άντρα μου, έτσι θα τον βγάλω και σε σένα. Μετά ποιος θα θέλει να σε πηδήξει; Ντρέπεσαι ακούνε για τα αίσχη σου; Λέτε ότι έχετε οκτώ διαμερίσματα, αλλά γιατί κανένας δε σας παίρνει; Αφού είστε τόσο πλούσιες (περιφρονητικά). Ένας μόνο βρέθηκε και εκείνος δε σας άντεξε. Έφυγε να σωθεί. Είδε ότι είστε όλες τρελές. Εγώ θα σας κλείσω στο ψυχιατρείο και τις τρεις (μητέρα και αδερφή). Πας για πήδημα πρωί πρωί”. Ως γέρο η κατηγορούμενη εννοούσε προφανώς τον σύζυγό της. Είπε δημοσίως όλα τα ανωτέρω με σκοπό να απαξιώσει ηθικά τη Δ. Τ.. Διέδωσε ότι είναι ανήθικο στοιχείο, ότι συνάπτει σεξουαλικές σχέσεις με ηλικιωμένους με τη συνεργασία της μητέρας και της αδελφής της και με σκοπό να αποκομίσουν οικονομικό όφελος από αυτές τις σχέσεις, ότι είναι ανίκανη και ανάξια να δημιουργήσει οικογένεια και ότι διέλυσε την οικογένεια της ιδίας (της κατηγορουμένης) μετά από σαράντα τρία χρόνια γάμου. Τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή, διότι ούτε η Δ. Τ. αλλά ούτε και η μητέρα ή η αδελφή της διατηρούσαν σεξουαλική σχέση με τον σύζυγο της κατηγορουμένης, τον δε ψευδή χαρακτήρα τους γνώριζε η κατηγορούμενη. Άλλωστε, δεν ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο στην παρούσα δίκη ούτε όταν ρωτήθηκε από τον Εισαγγελέα για τις σχέσεις της με τον σύζυγο της. Λόγω της φύσης τους αυτά τα γεγονότα είναι προφανές ότι προσφερόταν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της Δ. Τ.. Η κατηγορούμενη αρνείται ότι συνέβη το ανωτέρω συμβάν αλλά αντίθετα ισχυρίζεται ότι η Α., Δ. και Χ. Τ. την βρίζουν και την περιγελούν αναίτια, της πετούν πέτρες και δεν την αφήνουν χωρίς να την ενοχλούν, ακόμη και όταν βγαίνει στο μπαλκόνι της οικία της. Από τους μάρτυρες που κατέθεσαν στη δίκη ουδείς ήταν αυτόπτης του ανωτέρω επίδικου συμβάντος. Ωστόσο, η Ε. Ζ., η οποία είναι συνάδελφος της Δ. Τ. (εργάζονται στην εταιρία ΙΚΕΑ) περιέγραψε επαρκώς πόσο αναστατωμένη ήταν η Τ. το πρωί της 7.9.2016, όταν εμφανίσθηκε στην εργασία της. Μάλιστα, κατέθεσε ότι η Τ. της εξέφρασε τον φόβο της ότι η κατηγορούμενη θα εμφανιζόταν στον χώρο εργασίας τους και θα της δημιουργούσε πρόβλημα, για να τη φέρει σε δύσκολη θέση. Επίσης, ο οικογενειακός φίλος της οικογένειας Τ. Μ. Ζ. κατέθεσε ότι αρκετά αργότερα η παθούσα, με αφορμή την αναζήτηση νέας στέγης, προκειμένου να χάσει η κατηγορούμενη τα ίχνη της, του διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Δηλαδή, η παθούσα εξιστόρησε και σε άλλα πρόσωπα τί είχε συμβεί το πρωινό της 7.9.2016. Μάλιστα, η κατάθεση της Ε. Ζ. αποδίδει τη συμπεριφορά και την ψυχολογία της παθούσας τις πρώτες ώρες μετά το επίδικο συμβάν. Οι καταθέσεις αυτών των δύο μαρτύρων είναι πειστικές. Το γεγονός ότι η παθούσα δεν κάλεσε την αστυνομία, για να συλλάβει την κατηγορούμενη, δεν αναιρεί τη βασιμότητα της κατηγορίας, διότι ήταν η πρώτη φορά που αυτό της συνέβαινε, αιφνιδιάσθηκε και επιπλέον, προτεραιότητά της ήταν να φθάσει στον τόπο της εργασίας της. Περαιτέρω, το ότι δεν κατόρθωσε να κινητοποιήσει κανέναν από όσους περίμεναν το αστικό λεωφορείο και έγιναν αποδέκτες της συκοφαντικής δυσφήμησης της κατηγορουμένης κατά της Τ., ώστε να καταθέσει στην παρούσα δίκη ότι όντως συνέβη το επίμαχο συμβάν, οφείλεται στο ότι οι άνθρωποι στη στάση του λεωφορείου δεν ήταν προσωπικοί της γνωστοί, ώστε να γνωρίζει τα στοιχεία τους και να προσφερθούν να καταθέσουν στη δίκη. Ακόμη, το ότι ουδείς εξ αυτών κάλεσε την αστυνομία, δεν πρέπει να εκπλήσσει, αφού δεν ήταν συμβάν με χρήση βίας, κλοπή, τροχαίο ατύχημα και γενικώς μία πράξη τέτοιας έντασης, η οποία δικαιολογεί, κατά τα διδάγματα της κοινής κοινωνικής πείρας, την ανάμιξη άλλων προσώπων σε συνδρομή της παθούσας. Θα ήταν μάλλον υπερβολικό να αναμένεται η λήψη πρωτοβουλίας από τρίτα πρόσωπα για μια συμπεριφορά, η οποία εμφανίσθηκε στους τρίτους όχι ως βίαια αλλά ως παραληρηματική και σε κάθε περίπτωση αφορούσε μόνο την τιμή και υπόληψη της παθούσας. Για τους ανωτέρω λόγους η μη ανάμιξη των παρευρισκομένων στη στάση του λεωφορείου προσώπων δεν σημαίνει ότι δεν συνέβη το επίδικο συμβάν. Η θέση της υπεράσπισης ότι η παθούσα γνώριζε τη μεγάλη οικονομική επιφάνεια της κατηγορουμένης και γι' αυτό σχεδίασε να της αποσπάσει αθέμιτα ένα μεγάλο χρηματικό ποσόν κατασκευάζοντας αυτή την κατηγορία, δεν είναι πειστική. Η Τ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της κατηγορουμένης την υπ' αρ. καταθ. .../14.4.2022 αγωγή καταβολής αποζημίωσης ποσού 28.000 ευρώ, την οποία κατέθεσε τη 14.4.2022 και επέδωσε τη 15.4.2022. Δηλαδή, η αγωγή ασκήθηκε πέντε και μισό έτη μετά από την επίδικη αξιόποινη πράξη της 7.9.2016. Η χρονική απόσταση είναι τόσο μεγάλη, ώστε δεν αντέχει στη λογική ο ισχυρισμός ότι η καταγγελία για εκείνο το συμβάν έγινε με σκοπό να αποσπάσει η παθούσα χρήματα από την κατηγορούμενη. Τέλος, το ενδεχόμενο να προέβησαν η Α., Δ. και Χ. Τ. σε υβριστικές ή άλλες αξιόποινες πράξεις κατά της εδώ κατηγορουμένης είναι πιθανόν αντικείμενο άλλης δίκης και δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη την 7.9.2016 τέλεσε την ανωτέρω περιγραφόμενη πράξη συκοφαντικής δυσφήμησης κατά της Δ. Τ..
Συνεπώς, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτής της αξιόποινης πράξης”. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: "
Κηρύσσει την κατηγορούμενη ένοχη του ότι στην ... την 7.9.2016 ενώπιον τρίτων διέδωσε για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει τη τιμή ή την υπόληψη του, το γεγονός δε αυτό είναι ψευδές και αυτός γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο απευθυνόμενη στη Τ. Δ. της είπε τα παρακάτω: "Έβγαλες τα βυζιά έξω και πας για πήδημα πρωί πρωί με τον γέρο. Δεν βλέπεις τα χάλια σου; Τα βυζιά σου έχουν κρεμάσει, έχουν φτάσει στο πάτωμα, τα σέρνεις και τα πατάς. Πουτάνα. Έφαγες χθες το καδρόνι και πας να το φας και σήμερα. Δεν χόρτασες, δεν ευχαριστήθηκες. Αλλά σε δικαιολογώ γιατί σε έχει φάει η αγαμία. Τόσα χρόνια αγάμητη και έχεις πέσει με τα μούτρα στο γέρο και τον ξεζουμίζεις. Αλλά τον αρμέγεις καλά πουτάνα. Και οι τρεις είστε πουτάνες (μητέρα και αδελφή), Η αδερφή σου είναι τσιλιαδόρος και κάθε μέρα εσύ πηδάς από πίσω το φράχτη για να γαμηθείς με το γέρο. Ο γέρος σε έχει μόνο για ένα πήδημα. Κανένας δε σε παντρεύεται πουτάνα. Νομίζεις ότι θα σε παντρευτεί; Κάνετε πιάτσα και οι τρεις (μητέρα και αδερφή) γι' αυτό σας έδιωξαν από το σπίτι στην παλιά γειτονιά. Γιατί κάνατε αίσχη; Τρώτε λεφτά από τους γέρους οικογενειακώς. Εσείς οι Ελληνίδες είστε οι λυσσάρες και κλείνετε τα σπίτια, όχι οι ξένες. Ήρθατε εδώ και βρωμίσατε τη γειτονιά. Η βρωμιά και η δυσοσμία σας φτάνει παντού. Να βγάλεις τον καρκίνο από κάτω μέχρι τα βυζιά και το στόμα και να σε νεκροφιλήσει η μάνα σου. Να γεμίσεις καρκίνο. Σε δύο χρόνια θα γίνει 70 χρονών ο γέρος. Είναι καρκινοπαθής, Τον έχεις ξεζουμίσει. Του τρως λεφτά με τη μάνα σου και την αδερφή σου. Ούτε το βρακί σου δεν πλένεις άχρηστη, τεμπέλα. Εγώ έζησα 43 χρόνια την οικογένειά μου, έκανα παιδιά. Εσύ γιατί δεν παντρεύεσαι; Γιατί κανένας δε σε παίρνει. Μόνο για πήδημα σε έχουν πουτάνα, Από κάτω να γεμίσεις καρκίνο. Όπως έβγαλα τον καρκίνο στον άντρα μου, έτσι θα τον βγάλω και σε σένα. Μετά ποιος θα θέλει να σε πηδήξει; Ντρέπεσαι ακούνε για τα αίσχη σου; Λέτε ότι έχετε οκτώ διαμερίσματα, αλλά γιατί κανένας δε σας παίρνει; Αφού είστε τόσο πλούσιες (περιφρονητικά). Ένας μόνο βρέθηκε και εκείνος δε σας άντεξε. Έφυγε να σωθεί. Είδε ότι είστε όλες τρελές. Εγώ Θα σας κλείσω στο ψυχιατρείο και τις τρεις (μητέρα και αδερφή). Πας για πήδημα πρωί πρωί”. Όλα τα παραπάνω είναι ψευδή αυτή γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και μπορούν να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψή της και παρ' όλα αυτά τα διέδωσε ενώπιον αόριστου αριθμού τρίτων προσώπων, που έλαβαν γνώση”.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αυτών που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα: α) η απόφαση έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, β) όλα τα αποδεικτικά μέσα που αξιολογήθηκαν, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και ειδικότερα αιτιολόγηση για ποιον λόγο κρίθηκαν πειστικότερες οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, σε σχέση με αυτές των μαρτύρων υπεράσπισης, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα. Οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται αντίθεση των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και διαφορετική αξιολόγηση αυτών, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των σε βάρος της αναιρεσείουσας ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και δεν αποτελούν αναιρετικές πλημμέλειες, με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αντίθετες αιτιάσεις, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμες και ο ως άνω λόγος απορριπτέος.
Η, κατά τα άνω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 141 παρ. 2, 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 755/2022, ΑΠ 425/2020). Αν, όμως, το Δικαστήριο δεν απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, που έχει προβληθεί παραδεκτά, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή του, τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακρόασης, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (ΑΠ 455/2022, ΑΠ 10/2022). Σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα, που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του. Διαφορετικά, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν (ΑΠ 2111/2018). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 141 του ΚΠΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρίζονται σε αυτά, μεταξύ των οποίων και ισχυρισμούς, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και αποφάσεις του δικαστηρίου και διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις, δηλώσεις ή ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που δεν καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν (ΑΠ 833/2022, ΑΠ 271/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω έλλειψης ακρόασης (άρθρ. 171 παρ. 2 ΚΠΔ), για το ότι το Δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί επί των αναφερόμενων υπερασπιστικών της ισχυρισμών, που είχε υποβάλει στο Δικαστήριο με υπόμνημα και ανέπτυξε προφορικά. Οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, όπως αυτά διορθώθηκαν και συμπληρώθηκαν με την υπ' αριθμ. 8252/2022 απόφαση του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η συνήγορος της κατηγορουμένης υπέβαλε στο Δικαστήριο το από 10-6-2022 υπόμνημα, επιγραφόμενο "Υπόμνημα πραγματικών και νομικών ισχυρισμών αρνητικών της κατηγορίας”, πλην όμως δεν προκύπτει από τα πρακτικά τόσο της αναιρεσιβαλλόμενης, όσο και της διορθωτικής της απόφασης, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών αυτών, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση απάντησης του Δικαστηρίου επί τυχόν εμπεριεχόμενου στο ως άνω υπόμνημα αυτοτελούς ισχυρισμού. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 362 παρ.1 και 367 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του αυτού ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, διότι έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της απόφασης, ούτε να μνημονεύεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρ. 358 ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση του εγγράφου, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), με τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο, αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, στην κατ' έφεση δίκη, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν και τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα θεωρείται ότι αναγνώσθηκαν και στην κατ` έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 920/2022, 13/2022, ΑΠ 603/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, αναφέρεται επί λέξει: "Στο σημείο αυτό διαβάστηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση”.
Συνεπώς, εφόσον στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ρητά διαλαμβάνεται ότι αναγνώσθηκαν και τα αναγνωστέα στην πρωτόδικη απόφαση έγγραφα, σαφώς συνάγεται ότι η κατηγορουμένη έλαβε γνώση των εγγράφων αυτών, ανεξαρτήτως του ότι δεν είχε παρασταθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, οπότε μπορούσε να τα σχολιάσει και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με αυτά και, συνεπώς, δεν στερήθηκε οποιουδήποτε υπερασπιστικού της δικαιώματος. Ως εκ τούτου, ουδόλως προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. …/8-9-2022 αίτηση της Ο. Σ. του Ν., που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6636/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 8252/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ