ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 5196/2020
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
15°Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Αικατερίνη Ρέτσα, Πρόεδρο Εφετών, Παγώνα Παναγιώτου και Αναστασία Λόλα, Εισηγήτρια - Εφέτες και από το Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ... του …, κατοίκου … Αττικής, οδ. … αρ. …, με ΑΦΜ …, τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ευάγγελος Λιάσκος.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία “... N.V.”, που εδρεύει στο Βέλγιο, …, και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ (Βελγίου) …,2) Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία “... N.V”, που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ (Βελγίου) ..., τις οποίες εκπροσώπησε στο ακροατήριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η πληρεξούσια δικηγόρος τους Βασιλική Κρικέτου.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 21 Ιανουάριου 2018 αγωγή του, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που είχε κατατεθεί με αριθμό .../2018, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Οι εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες άσκησαν ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου τις από 16 Απριλίου 2018 ανταγωγές και ειδικότερα η εταιρεία με την επωνυμία “... N.V.” κατέθεσε τη με αριθμό .../2018 ανταγωγή και η εταιρεία με την επωνυμία “... N.V ” κατέθεσε τη με αριθμό .../2018 ανταγωγή και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτές.
Το Δικαστήριο εκείνο συνεκδίκασε την αγωγή και τις ανταγωγές και εξέδωσε την με αριθμό 5012/2018 οριστική απόφασή του, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απέρριψε την αγωγή και έκανε δεκτές τις ανταγωγές.
Την παραπάνω οριστική απόφαση προσέβαλε ο εκκαλών- ενάγων, με την από 31 Ιανουάριου 2019 (αρ. κατ. .../2019) έφεσή του, προς το Δικαστήριο αυτό και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν με δηλώσεις τους, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ... άσκησε κατά των εδρευουσών στην αλλοδαπή εταιριών νομίμως εκπροσωπούμενων α) με την επωνυμία “... NV” και β) με την επωνυμία “... NV” την από 21-1-2018 (αρ. κατ. .../2018) αγωγή. Οι ως άνω εναγόμενες εταιρίες άσκησαν η μεν πρώτη την από 16-4-2018 (αρ. κατ. .../2018) ανταγωγή η δε δεύτερη την από 16-4-2018 (αρ. κατ. .../2018) ανταγωγή σε βάρος του ενάγοντος. Επί της αγωγής και των ανταγωγών, που συνεκδικάστηκαν κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων εκδόθηκε η με αριθμό 5012/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που απέρριψε ως μέρει ως νόμω αβάσιμη και εν μέρει ως ουσία αβάσιμη την αγωγή ενώ έκανε δεκτές ως ουσία βάσιμες τις ανταγωγές. Κατά της ως άνω απόφασης ο ηττηθείς ενάγων- αντεναγόμενος άσκησε την από 31-1-2019 (αρ. κατ. .../2019) έφεση. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η εκκαλουμένη επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγομένων- αντεναγουσών στον ενάγοντα- αντεναγόμενο στις 15-1-2019 (βλ. τη με αριθμό .../15-1-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθήνας ...) και ο τελευταίος άσκησε την έφεσή του εντός της τασσόμενης προθεσμίας των 30 ημερών στις 1-2-2019 (άρθρα 495, 511, 513, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού. Εξάλλου ο εκκαλών, κατέβαλε το νόμιμο παράβολο σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. Α του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. Επομένως, η έφεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (αρ 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία.
Με την από 21-1-2018 αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι διατηρεί ατομική επιχείρηση και ασχολείται με την αντιπροσώπευση και διανομή σε καταστήματα λιανικής πώλησης παπουτσιών ξένων οίκων από το έτος 1985. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2006 και στα τέλη του έτους 2009 συνήψε προφορικώς με την πρώτη και τη δεύτερη εναγόμενες εταιρίες αντίστοιχα, οι οποίες εδρεύουν στο Βέλγιο και έχουν ως αντικείμενο την κατασκευή και πώληση υποδημάτων, ανήκουν δε στον ίδιο όμιλο, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας- διανομής αορίστου χρόνου και ανέλαβε την αποκλειστική διανομή των προϊόντων τους στην Ελλάδα, τα οποία αγόραζε και μεταπωλούσε σε καταστήματα λιανικής πώλησης με δικό του κίνδυνο, πλήρως ενταγμένος στο δίκτυο πώλησης των εναγομένων και εμπορευόμενος αποκλειστικά τα προϊόντα τους. Με την προσωπική του δε προσπάθεια και προβαίνοντας ο ίδιος σε επενδύσεις και έξοδα, εργαζόμενος αποκλειστικά για τα συμφέροντα των εναγομένων, συνέβαλλε αποφασιστικά στην προώθηση των προϊόντων τους στην Ελλάδα. Ωστόσο, οι εναγόμενες στις 5-1-2017 κατήγγειλαν την μεταξύ αυτών και του ενάγοντας σύμβαση, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και χωρίς να τηρήσουν την εξάμηνη προθεσμία καταγγελίας του άρθρου 8 παρ. 4 ΠΔ 219/1991. Εκθέτει ακόμη ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τις εναγόμενες ανέπτυξε το πελατολόγιο των εναγομένων στην Ελλάδα, αυξάνοντας κατακόρυφα τις πωλήσεις τους, μεταπωλώντας τα εμπορεύματά τους στους λεπτομερώς κατονομαζόμενους τρίτους- πελάτες, πελατολόγιο που έχουν διατηρήσει οι εναγόμενες και μετά την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, στο οποίο (πελατολόγιο) εξακολουθούν να διαθέτουν τα προϊόντα τους μέσω άλλου διανομέα. Ότι κατά την τελευταία πενταετία πριν από την καταγγελία της σύμβασης (2012- 2016) οι προμήθειες - αμοιβές που εισέπραξε από την αντιπροσώπευση της πρώτης εναγομένης ανέρχονταν στο συνολικό ποσό του 1.855.714,34 € και από την αντιπροσώπευση της δεύτερης εναγομένης ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 922.872,97 €, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο και συνεπώς δικαιούται ως αποζημίωση πελατείας λόγω της ανωτέρω καταγγελίας κατ' άρθρο 9 ΠΔ 219/1991 το ποσό των 371.142,87 € από την πρώτη εναγομένη και το ποσό των 184.574,59 € από τη δεύτερη εναγομένη, που αντιστοιχεί στη μέση ετήσια προμήθειά του για τα τελευταία πέντε έτη της συνεργασίας τους. Ότι η εκ μέρους των εναγόμενων καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη Άλλως ότι η επιχείρησή του τελούσε σε οικονομική εξάρτηση από τις εναγόμενες εταιρίες, καθώς αποκλειστικό αντικείμενο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ήταν η εξεύρεση πελατών και η αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων των εναγομένων. Και η εκ μέρους των εναγομένων αιφνίδια και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου (αδικαιολόγητη) διακοπή των μεταξύ τους μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης αυτής της οικονομικής εξάρτησης, αντικείμενη στις περί ανταγωνισμού διατάξεις, ήτοι στη διάταξη του άρθρου 18 α Ν. 146/1914, όφειλαν δε οι εναγόμενες να του παράσχουν προθεσμία για τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης, η οποία εύλογα και σε ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 ΠΔ 219/1991 έπρεπε να οριστεί σε διάστημα έξι μηνών. Αυτός δε στο ως άνω χρονικό διάστημα επρόκειτο να προβεί στις αναφερόμενες ως προς κάθε πελάτη πωλήσεις εμπορευμάτων για την ανοιξιάτικη/καλοκαιρινή συλλογή 2017 έναντι της αναφερόμενης αξίας, για τις οποίες μάλιστα είχε ήδη προβεί σε προπαραγγελίες εμπορευμάτων από τις εναγόμενες, για την αγορά των οποίων θα κατέβαλε το αναφερόμενο ποσό, οπότε και θα αποκέρδαινε από την μεταπώληση των εμπορευμάτων τους το ποσό των 120.447,64 € από τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης και το ποσό των 29.259,89 € από τα προϊόντα της δεύτερης εναγόμενης, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Ισχυρίζεται ακόμη ότι η ως άνω αιφνίδια και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων τον έπληξε στην αξιοπιστία και στη φερεγγυότητά του έναντι των συνεργατών του αλλά και έναντι εν δυνάμει προμηθευτών και συνεργατών στο μέλλον, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη συνιστάμενη στη βλάβη της εμπορικής του φήμης. Τέλος εκθέτει ότι προέβη στην μετατροπή ιδιόκτητου κτίσματος επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του σε εκθεσιακό κέντρο κατόπιν επιθυμίας των εναγομένων για την έκθεση/προώθηση των προϊόντων τους στην ελληνική αγορά, υποβαλλόμενος προς τούτο σε δαπάνες (άνευ ΦΠΑ) συνολικού ποσού 379.615,88 €. Ότι σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας η επένδυση σε πάγιες εγκαταστάσεις αποσβήνεται μετά πάροδο 20 ετών και με βάση τους υπολογισμούς του η πρώτη εναγομένη του οφείλει ως αποζημίωση για αναπόσβεστες δαπάνες για χρονικό διάστημα 13 ετών το ποσό των 198.559,98 € ενώ η δεύτερη εναγομένη του οφείλει για την ίδια αιτία το ποσό των 48.190,32 €. Άλλως, η πρώτη εναγόμενη κατέστη πλουσιότερη κατά το ποσό των 148.000 €, δοθέντος ότι αυτή θα κατέβαλε ετησίως σε ξενοδοχείο το ποσό των 20.000 € για την έκθεση των δικών της προϊόντων αλλά και των προϊόντων της δεύτερης εναγομένης με σκοπό την προώθησή τους, και για το σκοπό αυτό είχε καταβάλει στον ίδιο το ποσό των 20.000 € για τις εκθέσεις Σεπτεμβρίου 2009 και Μαρτίου 2010, δαπάνη την οποία η ανωτέρω εξοικονόμησε κάνοντας χρήση των εγκαταστάσεων του εκθεσιακού κέντρου του ενάγοντος. Και με βάση το ιστορικό αυτό ζητά, μετά από περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, που παραδεκτώς έλαβε χώρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με το δικόγραφο των προτάσεων να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν α) το ποσό των 371.142,87 € η πρώτη εναγομένη και το ποσό των 184.574,59 € η δεύτερη εναγομένη ως αποζημίωση πελατείας, β) το ποσό των 120.477,64 € η πρώτη εναγομένη και το ποσό των 29.259,89 € η δεύτερη εναγομένη ως διαφυγόντα κέρδη με βάση τις διατάξεις του ΠΔ 219/1991 σε συνδυασμό με το 914 ΑΚ και επικουρικώς με βάση το άρθρο 18 A Ν. 146/1914, γ) το ποσό των 80.000 € η πρώτη εναγομένη και το ποσό των 20.000 € η δεύτερη εναγομένη ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, δ) το ποσό των 198.559,98 € η πρώτη εναγομένη και το ποσό των 48.190,32 € η δεύτερη εναγομένη ως αναπόσβεστες δαπάνες, ε) επικουρικά το ποσό των 148.000 € η πρώτη εναγομένη με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όλα δε τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Τέλος ζητά να κηρυχθεί η εκδηθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική του δαπάνη. Με τις από 16-4-2018 ανταγωγές (αρ. κατ. .../2018 και αρ κατ. .../2018), κάθε μία από τις εναγόμενες-αντενάγουσες εκθέτει ότι είναι εταιρία παρασκευής και εμπορίας υποδημάτων και ότι διατηρούσε με τον ενταναγόμενο-ενάγοντα εμπορική συνεργασία , στο πλαίσιο της οποίας αυτός αγόραζε εμπορεύματα σε τιμές χονδρικής και εισήγαγε τα προϊόντα της στην Ελλάδα, τα οποία στη συνέχεια τα μεταπωλούσε σε συγκεκριμένους πελάτες τους- λιανεμπόρους υποδημάτων. Ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας τους κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο 2016 έως Οκτώβριο 2016 όσον αφορά την πρώτη εναγομένη- αντενάγουσα και κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2014 έως Νοέμβριο 2016 όσον αφορά την δεύτερη εναγομένη- αντενάγουσα, κάθε μία από αυτές πώλησε και παρέδωσε στον αντεναγόμενο- ενάγοντα τα ειδικότερα αναφερόμενα σε κάθε δικόγραφο της ανταγωγής κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος εμπορεύματα (υποδήματα), έναντι του αναγραφόμενου στα αναφερόμενα σε κάθε ανταγωγή τιμολόγια πώλησης και συνολικού ποσού α) 316.572,34 € όσον αφορά την πρώτη εναγομένη- αντενάγουσα, β) 161.582,44 € όσον αφορά την δεύτερη εναγομένη- αντενάγουσα. Καθώς και ότι έχουν εκδώσει σε βάρος του η πρώτη από αυτές το με αριθμό …/4.2.2017 τιμολόγιο για το ποσό των 134.547,30 € και η δεύτερη από αυτές τα με αριθμούς …/25.1.2017 και …/4.2.2017 τιμολόγια για τα ποσά των 23.520,56 € και 22.355,27 € με αιτιολογία «αποζημίωση 30% όπως ορίζεται στους γενικούς όρους πώλησης για τα προϊόντα που έχουν παραγγελθεί και εκκρεμούν». Εκθέτουν ακόμη ότι παρότι ο αντεναγόμενος - ενάγων παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα επίδικα εμπορεύματα ουδέν ποσό έχει καταβάλει προς εξόφλησή τους και η πρώτη αντενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος από τη σύμβαση πώλησης να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 451.119,64 € ενώ η δεύτερη αντενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος ομοίως από τη σύμβαση πώλησης να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 207.458,27 €, τα ανωτέρω δε ποσά με το νόμιμο τόκο από την συμφωνηθείσα δήλη ημέρα καταβολής του, που είναι η 121η ημέρα από την έκδοση κάθε τιμολογίου, άλλως από την 9-3-2017, επομένη της ταχθείσας με την από 28-2-2017 εξώδικη όχληση προθεσμίας άλλως από την επίδοση της ανταγωγής έως την πλήρη εξόφλησή του, να κηρυχθεί η εκδηθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί ο αντεναγόμενος στη δικαστική δαπάνη της κάθε αντενάγουσας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως νόμω αβάσιμα το υπό στοιχεία δ’ και ε’ αιτήματα της αγωγής καθώς και το αίτημα για κήρυξη της εκδηθησόμενης απόφασης ως προσωρινά εκτελεστής καθώς και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς τα λοιπά αιτήματά της, για την οποία την έκρινε νόμιμη, εφαρμόζοντας το ελληνικό δίκαιο, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 2 του της Σύμβασης της Ρώμης της 19.06.1980, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 1792/1988 [μη εφαρμοζόμενου του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I), που την αντικατέστησε, ο οποίος εφαρμόζεται όμως στις συμβάσεις που συνάπτονται από τις 17.12.2009 (άρθρο 28)], δοθέντος ότι χαρακτηριστική παροχή στην προκειμένη περίπτωση είναι η παροχή του ενάγοντας που προσδιορίζει και το είδος της σύμβασης, με συνέπεια εφαρμοστέο δίκαιο να είναι το ελληνικό, και τέλος συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά την αγωγή. Ακόμη έκανε δεκτές τις ανταγωγές ως βάσιμες στην ουσία τους για αμφότερες τις αντενάγουσες, υποχρέωσε τον αντεναγόμενο να καταβάλει στην πρώτη εναγομένη- αντενάγουσα το ποσό των 451.119,64 € και στην δεύτερη εναγομένη- αντενάγουσα το ποσό των 207.458,27 €, τα ανωτέρω δε ποσά με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση 120 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου ως προς τα επί μέρους ποσά, κήρυξε την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για μέρος του επιδικασθέντος ποσού και καταδίκασε τον αντεναγόμενο στα δικαστικά έξοδα της αντενάγουσας κάθε αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται ήδη ο ενάγων- αντεναγόμενος, με την υπό κρίση έφεση του, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητά να εξαφανιστεί εκείνη, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της και να απορριφθούν οι κατ' αυτού ανταγωγές κατά το ποσό των 134.547 € που αφορά στην ανταγωγή της πρώτης εναγομένης και κατά το ποσό των 45.875,83 € που αφορά στην ανταγωγή της δεύτερης εναγομένης, ως προς τα οποία ποσά (και μόνον) αμφισβητεί την οφειλή του, καταδικαζόμενων των εφεσίβλητων στη δικαστική του δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
I. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, θεμελιούμενη στην συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Ωστόσο, με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών. Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή. Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά το άρθρ. 1 §2 του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" χαρακτηρίζεται ως εμπορικός αντιπρόσωπος ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχής είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, δηλαδή σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις, έχει όμως τα στοιχεία εντολής, οπότε το υφιστάμενο ακούσιο (γνήσιο) κενό καλύπτεται με αναλογική κατ' αρχήν εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729). Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007 ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων”, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ' αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιο του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του. Αποκλείεται έτσι και υπό την ισχύ του ν. 3577/2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία ευθεία εφαρμογή αποκλειόταν βέβαια και προηγουμένως (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 814/2019, ΑΠ 751/2019, όλες δημ. ΝΟΜΟΣ). Στο πλαίσιο αυτό εφαρμόζονται αναλόγως στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 (άρθρα 17, 18 και 19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ), όπως αυτό διαμορφώθηκε με το π.δ. 312/1995, που ορίζει τα εξής: "1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και δ) ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωση ζημίας της προηγούμενης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του" (παρ. 2). Επομένως, μετά τη λύση της -συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση πελατείας κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 1265/2019 δημ. ΝΟΜΟΣ). Από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ. α' του άρθρου 9 αποζημίωση πελατείας, διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ' της ίδιας παραγράφου, αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος. Για τη γέννεση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία. Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα (ΑΠ 765/2019 δημ. ΝΟΜΟΣ). Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα έχει τη μορφή διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα που ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991. Επίσης, η κατά τα ανωτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 8 και 9 παρ.1 εδ. α' και 3 του ίδιου π.δ. αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, δεν οφείλεται όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου που δικαιολογεί καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4, στην περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων, από το οποίο συνάγεται, περαιτέρω, ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του διανομέα, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ. προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ' ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία). Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπέρβασης των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους (ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 165/2015, ΕφΘεσ 2520/2019, όλες δημ. ΝΟΜΟΣ).
II. Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 814/2019, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 804/2015, όλες δημ. ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση της σύμβασης απλής διανομής, εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 ΑΚ, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συναλλασσόμενους σ’ αυτήν. Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, ο εντολέας έχει το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελεύθερα και απεριόριστα, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, καθώς επίσης και να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς επίκληση λόγου ή προθεσμίας. Δεν αποκλείεται πάντως, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης, να συμφωνήσουν οι συμβληθέντες (άρθρο 361 ΑΚ), ότι η καταγγελία της σύμβασης θα γίνεται με χρονική προθεσμία. Λόγω της φύσης της σύμβασης εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί, όμως, στον εντολοδόχο διανομέα το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, την οποία υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο εντολοδόχος διανομέας (άρθρο 723 ΑΚ), αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 390/2004). Ο διανομέας δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης που αξιώνει η άνω διάταξη (ΑΠ 163/2011). Έτσι, η καταγγελία λύνει τη σύμβαση και ο διανομέας δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα διαφυγόντων κερδών για το χρόνο μετά τη λύση αυτής. Μόνο εάν με τη σύμβαση ορίστηκε προθεσμία για την καταγγελία και δεν την τήρησε ο εντολέας, μπορεί να αξιώσει ο διανομέας αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση ότι υπήρξε αντισυμβατική συμπεριφορά του εντολέα η οποία του προκάλεσε ζημία και μόνο για το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που ορίστηκε και έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία. Έτσι, στην περίπτωση που η ζημία του διανομέα προήλθε από τον περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του εντολέα, αποκαθίσταται η ζημία του με την παροχή αποζημίωσης που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά και η σύμβαση εξακολουθούσε και κατά το χρονικό διάστημα της προθεσμίας που είχε οριστεί και όχι πέραν αυτού. Τούτο διότι η αποθετική ζημία του διανομέα, επειδή η σύμβαση λύνεται ελεύθερα, κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλώς της προθεσμίας, είτε στηρίζεται στην ενδοσυμβατική του ευθύνη, είτε σε άλλες διατάξεις, δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας, από την εξακολούθηση της σύμβασης και πέραν αυτής της προθεσμίας για όσο διάστημα επιθυμεί αυτός, αφού η καταγγελία ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης εξάρτησης του διανομέα από αυτόν, δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου, επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης. Έτσι, τυχόν αξίωση του διανομέα για διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της σύμβασης και μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δεν είναι νόμιμη. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στην επικαλούμενη από αυτόν απλή προσδοκία για συνέχιση της αορίστου χρόνου σύμβασης και πέραν των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, η οποία, όμως, δεν δικαιολογείται, αφού ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει ούτε νομική ούτε συμβατική υποχρέωση για την περαιτέρω συνέχισή της, αλλά δικαιούται να καταγγείλει και να λύσει την σύμβαση ελεύθερα και οποτεδήποτε, και χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε άλλη, πέραν της ως άνω προθεσμίας (ΑΠ 419/2018 ΕΕμπΔ 2019 790).
III. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, και το οποίο βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση της σύμβασης. Η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη τα οποία, στην περίπτωση που αφορά την υπόθεση, θα αποκέρδαινε ο διανομέας από τις πωλήσεις των προϊόντων, τις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές που θα εισέπραττε, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, μέχρι να συμπληρωθεί, κατά τα προαναφερόμενα, η προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 4/2015). Η διάταξη αυτή είναι δικονομικού χαρακτήρα μόνο κατά το μέρος, προκειμένου περί διαφυγόντος κέρδους, που επιτρέπει στο δικαστήριο να αρκεσθεί μόνο στην πιθανολόγηση του κέρδους αυτού, κατά τα λοιπά όμως η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού περιεχομένου, λόγω του ότι καθορίζει τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η αξίωση για το διαφυγόν κέρδος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ να εκτίθενται στην αγωγή (ΑΠ 615/2015). Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ’ απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, τα οποία καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια, ως και η επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να καταστούν αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 22/1995, ΑΠ 823/2015). Έτσι, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 175/2010). Δεν είναι απαραίτητο όμως να εξειδικεύονται τα στοιχεία που προσδίδουν τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών (ΑΠ 536/2011), όπως, επίσης, δεν είναι ανάγκη να αναγράφεται στην αγωγή ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στον καθορισμό του ύψους της ζημίας, ο οποίος γίνεται βάσει των αποδείξεων, μετά πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το εφετείο, εάν το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας καταστεί αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης (ΑΠ 419/2018 δημ. ΝΟΜΟΣ)
IV. Περαιτέρω, στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, στην διάταξη 18α του Ν. 146/1914 (προϊσχύσασα διάταξη 2α του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού”, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2837/2000 - ΦΕΚ Α’ 178/3-8-2000, προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005 - ΦΕΚ Α’ 188/2-8-2005, καταργήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3784/2009 - ΦΕΚ Α’ 137/7-8-2009 και εισήχθη ήδη με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3784/2009 στο Ν. 146/1914 ως αυτοτελές άρθρο 18α) ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και -παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 3. Όποιος ατομικώς ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής τα παραπάνω όρια χρηματικής ποινής διπλασιάζονται.". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζεται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων. Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθεαυτή και όχι τα κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Αρκεί μόνο η συμπεριφορά αυτή - με τις ως άνω μεθόδους και πρακτικές - να τείνει να περιορίσει τον ανταγωνισμό ή να είναι ικανή ή να ενδέχεται να έχει τέτοιο αποτέλεσμα. Βασικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη διάταξη του ως άνω άρθρου 18 α Ν. 146/1914 με την έννοια της αιφνίδιας και αδικαιολόγητης διακοπής μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων είναι: 1) η σχέση της οικονομικής εξάρτησης, για την οποία δεν απαιτείται απόλυτη δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας, αλλά αρκεί ουσιαστικά η σχετική δεσπόζουσα θέση της μιας επιχείρησης απέναντι στην άλλη στις μεταξύ τους κάθετες σχέσεις συνεργασίας. Οικονομική δε εξάρτηση μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις στοιχειοθετείται στην περίπτωση όπου ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, έχει προσαρμόσει πλήρως την επιχείρησή του στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες. Εξαρτώμενη είναι η επιχείρηση που δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις, ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις, ή, αν μπορεί, όχι με τους ίδιους αλλά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία, να συνεχίσει τη λειτουργία της και, 2) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων, να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα, με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων. Η παράβαση του ως άνω άρθρου συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. και δη 919 του ΑΚ, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 1647/2018, ΕφΘεσ 2520/2019, όλες δημ. ΝΟΜΟΣ), οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών όρων του άρθρου αυτού παρέχεται, σε όποιον ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 419/2018 ΔΕΕ 2019 401, ΑΠ 533/2016, όλες δημ. ΝΟΜΟΣ).
Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το αίτημά του να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενες να του καταβάλουν για αναπόσβεστες δαπάνες το ποσό των 198.559,98 € η πρώτη από αυτές και το ποσό των 48.190,32 € η δεύτερη από αυτές . Πλην όμως το κονδύλιο αυτό, ως προς αμφότερες τις επικαλούμενες προς θεμελίωσή του βάσεις (την ενδοσυμβατική και την αδικοπρακτική) πάσχει αοριστίας για το λόγο ότι δεν εξειδικεύονται τα αιτούμενα κονδύλια ήτοι δεν προσδιορίζεται το έργο κατά μέγεθος, ποιότητα, ποσότητα υλικών ούτε ακόμη και ο χρόνος διενέργειας των σχετικών εργασιών αλλά γίνεται γενικόλογη αναφορά στη φύση/αντικείμενο των εργασιών (πχ. πολιτικός μηχανικός, βιομηχανία σκυροδέματος, εταιρία μαρμάρων κ.λ.π.) και στο αντίστοιχο καταβληθέν ποσό (βλ. και ΑΠ 823/2015). Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, που απέρριψε το εν λόγω κονδύλι ως νόμω αβάσιμο και όχι ως αόριστο. Επομένως, το Δικαστήριο τούτο δύναται και υποχρεούται μετά την άσκηση της έφεσης, με την οποία εκκαλείται το συγκεκριμένο κεφάλαιο, να ελέγξει αυτεπαγγέλτως το ορισμένο του αγωγικού αυτού αιτήματος, ενώ σε καμία περίπτωση δεν καθίσταται δυσμενέστερη η θέση του εκκαλούντος (ΑΠ 248/2016, ΑΠ 1635/2008, ΕφΠειρ 376/2016, ΕφΠειρ 242/2015, όλες δημ. ΝΟΜΟΣ). Και συνεπώς, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση κατά το μέρος κατά το οποίο ο εκκαλών- ενάγων παραπονείται για την απόρριψη του αγωγικού αυτού αιτήματος ως νόμω αβάσιμου και ακολούθως πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κονδύλι αυτό, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η αγωγή ως προς το αίτημα αυτό από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί το εν λόγω αίτημα λόγω αοριστίας. Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο της κρινόμενης έφεσης παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το επικουρικό αίτημά του να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 148.000 € με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για την θεμελίωσή του οποίου επικαλούνταν πρόσθετα στοιχεία. Ο ισχυρισμός αυτός ωστόσο είναι αβάσιμος, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο αιτία του πλουτισμού της ενάγουσας αποτέλεσε η συμβατική του δέσμευση, στο πλαίσιο της συναφθείσας με τις εναγόμενες σύμβασης αποκλειστικής διανομής, να λειτουργεί την επιχείρησή του ως εκθεσιακό κέντρο για την ενάγουσα (είναι δε διάφορο το ζήτημα ότι το σχετικό κονδύλι για τις αναπόσβεστες δαπάνες κρίθηκε απορριπτέο από το παρόν Δικαστήριο λόγω αοριστίας). Ορθώς επομένως εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το αίτημα αυτό ως νόμω αβάσιμο και συνεπώς, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία του με αυτήν της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο έκτος λόγος της έφεσης.
Από τις με αριθμούς …-…./1-6-2018 ένορκες βεβαιώσεις του ... και του ... αντίστοιχα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου και τις με αριθμούς …-…./1-6-2018 ένορκες βεβαιώσεις της ... και του ... αντίστοιχα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., και ακόμη τη με αριθμό …/14-6-2018 (συμπληρωματική) ένορκη βεβαίωση του ... ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, που λήφθηκαν με πρωτοβουλία του ενάγοντας ήδη εκκαλούντος ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων ήδη εφεσίβλητων, τις οποίες ο ανωτέρω επικαλείται και προσκομίζει νομίμως (βλ. την με αριθμό .../29-5-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και την από 25-5-2018 ευρωπαϊκή έκθεση- βεβαίωση της βελγικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών ... σε συνδυασμό με την από 22.5.2018 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων -άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ- όπως αυτά εισήχθησαν με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, καθώς και τη με αριθμό .../11.6.2018 έκθεση επίδοσης της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας σε συνδυασμό με την από 11.6 .2018 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων), από τις με αριθμούς …./1-6-2018 και …./1-6-2018 ένορκες βεβαιώσεις της ... και του ..., αντίστοιχα, ενώπιον του Προξενείου Βρυξελλών, που λήφθηκαν με πρωτοβουλία των εναγομένων- αντεναγουσών και ήδη εφεσίβλητων ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντας ήδη εκκαλούντος, τις οποίες οι ανωτέρω επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως (βλ. την με αριθμό ...-5-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ...) και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα όλοι οι διάδικοι, λαμβανομένων υπόψη είτε ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων- εκκαλών διατηρεί από το έτος 1985 ατομική επιχείρηση με την επωνυμία “C... SHOES” με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία υποδημάτων ξένων οίκων προς πώληση σε καταστήματα λιανικής. Οι εναγόμενες- αντενάγουσες - εφεσίβλητες αλλοδαπές εταιρείες με την επωνυμία «... NV» και «... NV», αντίστοιχα, με έδρα το Βέλγιο, οι οποίες ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών ..., κατασκευάζουν και πωλούν παπούτσια με το σήμα ... η πρώτη και με τρία διαφορετικά σήματα η δεύτερη, ήτοι …, … και ….. Από το έτος 1999 ο ενάγων άρχισε την εμπορική συνεργασία με την πρώτη εξ αυτών, αρχικά με αθλητικά υποδήματα και στην συνέχεια το έτος 2006 με τα λοιπά υποδήματα κατασκευής της και το έτος 2008 με την δεύτερη εξ αυτών. Συγκεκριμένα ο ενάγων αγόραζε τα υποδήματα κατασκευής των εναγομένων εταιρειών και τα μεταπωλούσε σε πελάτες του, ήτοι καταστήματα λιανικής πώλησης στην Ελλάδα. Για τις πωλήσεις αυτές οι εναγόμενες εξέδιδαν τιμολόγια με λήπτη αυτών τον ενάγοντα και παρέδιδαν τα παραγγελθέντα από τον ενάγοντα εμπορεύματα στα καταστήματα των πελατών του που αφορούσαν την εκάστοτε παραγγελία. Η εξόφληση των τιμολογίων είχε συμφωνηθεί να γίνεται εντός 120 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου. Η συμβατική σχέση που συνέδεε τους διαδίκους δεν ήταν αυτή της εμπορικής αντιπροσωπείας, διότι ο ενάγων δεν μεταπωλούσε τα εμπορεύματα των εναγομένων επ' ονόματι και για λογαριασμό των τελευταίων, αλλά μεταπωλούσε τα συγκεκριμένα είδη σε τιμές που ο ίδιος επέλεγε ελεύθερα, χωρίς να καθορίζονται ή να υποδεικνύονται από τις εναγόμενες. Ο ενάγων υποστηρίζει ότι, μεταξύ του ίδιου και των εναγομένων εταιρειών καταρτίστηκε προφορικά τον Ιανουάριο του 2006 με την πρώτη εναγομένη και το έτος 2008 με τη δεύτερη εναγομένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δυνάμει των οποίων (συμβάσεων) οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλούν στην Ελλάδα τα προϊόντα τους αποκλειστικώς προς τον ενάγοντα, τα οποία, στη συνέχεια αυτός μεταπωλούσε σε τρίτους (καταστήματα λιανικής πώλησης) στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο και ότι αυτός διέθετε αποκλειστικά μόνο τα προϊόντα των εναγομένων και όχι άλλα ανταγωνιστικά προϊόντα. Πλην όμως ελέγχεται ως αβάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός ότι αυτός ήταν ο μόνος που διέθετε τα προϊόντα των εναγομένων στην Ελλάδα, καθώς αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενες πωλούσαν σε πολλές άλλες εταιρείες τα υποδήματά τους τόσο πριν την έναρξη της εμπορικής τους συνεργασίας με τον ενάγοντα όσο και κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με αυτόν. Συγκεκριμένα οι εναγόμενες και μετά την έναρξη της συνεργασίας τους με τον ενάγοντα συνέχιζαν να πωλούν τα προϊόντα τους και σε άλλες εταιρείες στην Ελλάδα (… ΑΕ, …, … ΚΑΙ ΣΙΑ EE, …, … ΑΕ, … AE, …, . AE… AE, … AE, … ΥΙΟΙ κ.α), όπως προκύπτει ιδίως από τις συγκεντρωτικές καρτέλες πελατών 2003-2016, όπου σε αυτές μάλιστα φαίνεται ότι οι πωλήσεις προς τον ενάγοντα δεν ήταν περισσότερες απ’ ότι σε άλλες εταιρείες. Ενώ ο ισχυρισμός του ενάγοντος- εκκαλούντος ότι οι παραπάνω εταιρίες πωλούσαν υποδήματα που δεν ήταν ανταγωνιστικά προς τα δικά του διότι έφεραν άλλον λογότυπο προβάλλεται οψίμως προς απόκρουση των ανωτέρω , δοθέντος ότι ουδεμία τέτοια διάκριση ποιείται στο αγωγικό δικόγραφο, ότι δηλαδή η σύμβαση που είχε συνάψει με τις εναγόμενες αφορούσε μόνον σε ορισμένες από τις μάρκες που αυτές κατασκεύαζαν. Ενώ η κατάθεση του μάρτυρα ... που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος (βλ. με αριθμό …./2018 ένορκη βεβαίωση) ότι αυτός άρχισε και την προώθηση της μάρκας “Leomil” από τα τέλη του 2015 επιβεβαιώνει και δεν αντικρούει ότι οι εναγόμενες πωλούσαν τα προϊόντα τους και σε άλλες εταιρίες, καθώς καταδεικνύει ότι ο ενάγων επέλεγε ελεύθερα ποια από τα προϊόντα των εναγομένων επιθυμούσε να εμπορευθεί χωρίς να υπάρχουν συμβατικοί περιορισμοί ως προς το αντικείμενο της εμπορίας του, και δεν προέκυψε (ούτε ο ενάγων έστω και μεταγενέστερα επικαλέστηκε) συγκεκριμένος λόγος που να δικαιολογεί την αποκλειστική διάθεση εκ μέρους των εναγομένων κάποιων από τα προϊόντα τους στον ενάγοντα και τη διάθεση άλλων προϊόντων τους και στον ενάγοντα και σε λοιπούς εμπόρους (χονδρέμπορους και λιανέμπορους). Προσέτι στα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα από 2.3.2006, 13.11.2009 και 17.11.2009 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των εναγομένων (στο περιεχόμενο των οποίων θα γίνει κατωτέρω εκτενής αναφορά) ουδεμία αναφορά γίνεται ότι ο ενάγων εμπορεύεται ορισμένες από τις μάρκες υποδημάτων κατασκευής των εναγομένων. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε αναλάβει τη συμβατική υποχρέωση να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις αλλά να διαθέτει στους πελάτες του αποκλειστικά και μόνο προϊόντα των εναγόμενων, ούτε ότι οι τελευταίες είχαν το δικαίωμα, κατά τους όρους της σύμβασης, να ασκούν έλεγχο και εποπτεία των εργασιών του ενάγοντος και να δίδουν οδηγίες, ως προς τον τρόπο ανάπτυξης της εμπορικής του δραστηριότητας στην Ελλάδα, όπου ο τελευταίος είχε αναπτύξει το δίκτυο διανομής και μεταπώλησης των προϊόντων, ούτε ότι αυτός υποχρεούταν, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, να πραγματοποιεί τζίρο, συγκεκριμένου ύψους, κάθε έτος. Ειδικότερα, ναι μεν ο μάρτυρας ..., υπάλληλος του ενάγοντος κατά τον επίδικο χρόνο, καταθέτει ότι ο ενάγων «ασχολούνταν» μόνο με τις εναγόμενες εταιρίες και με καμία άλλη εταιρία, υπό την έννοια ότι δεν εμπορευόταν προϊόντα άλλων εταιριών, το γεγονός όμως αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει άνευ άλλου τινός ότι ο ενάγων είχε αναλάβει συμβατικώς την υποχρέωση να μην εμπορεύεται και ανταγωνιστικά προϊόντα άλλων εταιριών. Ενώ ο μάρτυρας αυτός, που βεβαίως εκ της ιδιότητάς του ως υπάλληλος του ενάγοντος έχει ιδία αντίληψη για τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης αυτού, δεν καταθέτει ποιοι ήταν οι ειδικότεροι όροι που διήπαν τη συμφωνία των διαδίκων ή ότι οι εναγόμενες εταιρίες ασκούσαν έλεγχο και εποπτεία στις εργασίες του ενάγοντα, αλλά αντιθέτως από την κατάθεσή του προκύπτει ότι ο ενάγων λάμβανε ο ίδιος πρωτοβουλίες για την προώθηση των προϊόντων των εναγομένων στην ελληνική αγορά. Περαιτέρω, ο ενάγων προσκομίζει το από 2.3.2006 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της πρώτης εναγομένης προς αυτόν, ισχυριζόμενος ότι από το μήνυμα αυτό προκύπτει ότι η εναγομένη θεωρούσε ότι θα είναι “ο αντιπρόσωπός της για μια ζωή” άρα τον θεωρούσε αποκλειστικό διανομέα της. Πλην όμως το εν λόγω μήνυμα αποτελεί απάντηση σε προηγούμενη πρόταση του ενάγοντος για απευθείας τιμολόγηση των λιανοπωλητών στην Ελλάδα (το οποίο σημειωτέον δεν προσκομίζεται ώστε να εξακριβωθεί το ακριβές περιεχόμενό του) και ουδόλως έχει την παραπάνω έννοια που του προσδίδει ο ενάγων, αλλά αφορά σε μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για τον τρόπο τιμολόγησης των λιανοπωλητών - πελατών του ενάγοντα και για την προμήθεια που θα δικαιούνταν ο τελευταίος επί των πωληθέντων προϊόντων (σημειωτόν ότι τον αναφέρει ως “agent”, ήτοι αντιπρόσωπο), σχετικά μάλιστα επισημαίνεται ότι το κέρδος του ενάγοντος εν τέλει δεν συνίσταται σε προμήθειες αλλά στη διαφορά μεταξύ της αγοράς και της μεταπώλησης των προϊόντων των εναγομένων. Ακόμη στα προσκομιζόμενα από 13.11.2009 και από 17.11.2009 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails) με τα οποία η δεύτερη εναγομένη προωθεί στον ενάγοντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έχει αποστείλει σε τρεις λιανοπωλητές ότι εφεξής η εταιρία θα συνεργάζεται με τον ενάγοντα όσον αφορά την ελληνική αγορά δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, και ιδίως ότι έχει καταρτιστεί σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αλλά ο ενάγων, όπως έπραττε μέχρι τότε και με την πρώτη εναγομένη, αγόραζε τα προϊόντα της δεύτερης εναγομένης και τα μεταπωλούσε στη συνέχεια σε τρίτους (καταστήματα λιανικής πώλησης), είναι δε αυτονόητο ότι ο ενάγων θα μεταπωλούσε τα προϊόντα της δεύτερης εναγομένης στα καταστήματα αυτά που μεταπωλούσε και τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης (εφόσον βεβαίως οι πελάτες του το επιθυμούσαν), ότι δηλαδή τα καταστήματα της λιανικής πώλησης θα αγόραζαν από την ίδια επιχείρηση χονδρικής και όχι από διαφορετικές επιχειρήσεις. Άλλωστε, ο ίδιος ο ενάγων προσκομίζει το από 26.3.2007 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της δεύτερης εναγομένης (για το οποίο ο ίδιος αναφέρει ότι είχε αποσταλεί πριν να καταστεί, κατά τους ισχυρισμούς του, αποκλειστικό διανομέας τους), σε τρίτο πρόσωπο (λιανοπωλητή ονόματι ...), στο οποίο αναφέρεται ότι ο ενάγων είναι ο επικεφαλής πωλήσεων για την Ελλάδα και έχει αναλάβει να συγκεντρώνει τις παραγγελίες από τους Έλληνες πελάτες, που αγοράζουν απευθείας από την ... και ότι οι παραγγελίες θα αποστέλλονται σε αυτόν προκειμένου να τις προωθήσει. Τέλος, από το από 14.12.2016 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της συζύγου του ενάγοντος- υπαλλήλου στην επιχείρησή του σε στέλεχος της εναγομένης, στο οποίο επίσης θα γίνει εκτενής αναφορά κατωτέρω, αναφέρεται ότι πλέον η επιχείρηση του ενάγοντος δεν έχει άλλους προμηθευτές, όπως είχε στο παρελθόν, τούτο όμως αναφέρεται ως πραγματικό γεγονός που αφορά στην επιχειρηματική/οικονομική κατάσταση του ενάγοντα και δεν αναφέρεται ως δέσμευση που τού επιβλήθηκε από τις εναγόμενες. Επομένως, την μεταξύ των διαδίκων εμπορική σχέση, ουδεμία αποκλειστικότητα διήπε, αφού, αφενός μεν οι εναγόμενες κατασκευάστριες εταιρείες είχαν τη δυνατότητα να προμηθεύσουν τα προϊόντα τους είτε απευθείας σε καταστήματα λιανικής, είτε σε άλλους χονδρέμπορους στην Ελλάδα, αφετέρου δεν είχε απαγορευτεί συμβατικά στον ενάγοντα να διαθέτει και προϊόντα άλλων εταιριών, είτε παρόμοια και ανταγωνιστικά με τα προϊόντα των εναγόμενων, είτε όχι, καθώς το κρίσιμο είναι εάν ο ενάγων είχε τη δυνατότητα ή όχι να διαθέτει και άλλα ανταγωνιστικά προϊόντα και όχι εάν προέβη ή μη σε χρήση της δυνατότητας αυτής. . Ούτε και αποδεικνύεται ότι στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης ο ενάγων ανέλαβε συμβατικές υποχρεώσεις που τον καθιστούσαν αποκλειστικό διανομέα, αποτελούντα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εναγομένων κατασκευαστριών- προμηθευτριών. Ενόψει των ανωτέρω, η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων δεν αποτελεί, όπως αβάσιμα χαρακτηρίζεται από τον ενάγοντα, σύμβαση αποκλειστικής διανομής αλλά σύμβαση απλής διανομής, που δεν υπόκειται στη ρύθμιση των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 «Περί εμπορικών αντιπροσώπων», κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο I. νομική σκέψη, μη αρκούντος από μόνου του του γεγονότος ότι οι εναγόμενες ήταν ενήμερες του πελατολογίου του ενάγοντος να προσδώσει στη μεταξύ τους σύμβαση τον χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Εν τέλει οι εναγόμενες απέστειλαν το από 5-1-2017 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) προς τον ενάγοντα αναφέροντάς ότι λόγω της αδυναμίας του να πληρώσει ληξιπρόθεσμες οφειλές του θα προβούν στη λήψη νομικών μέτρων σε βάρος του και δεν θα συνεχίσουν πλέον τη συνεργασία τους μαζί του, ζήτημα για το οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω αναλυτικότερα, με άλλα λόγια δηλαδή κατήγγειλαν τη μεταξύ τους σύμβαση. Ενόψει όμως του ότι η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων δεν έχει το χαρακτήρα σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ο ενάγων δεν δικαιούται να αξιώσει ούτε την επιδίκαση σε αυτόν αποζημίωσης πελατείας ούτε την επιδίκαση περαιτέρω αποζημίωσης (διαφυγόντα κέρδη) κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 ΠΔ 219/1991, που αποτελεί το νομικό θεμέλιο της κρινόμενης αγωγής. Και συνεπώς είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη η αγωγή καθ' ο μέρος ο ενάγων ζητά να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν η πρώτη από αυτές το ποσό των 371.142,87 € και η δεύτερη από αυτές το ποσό των 184.574,59 € ως αποζημίωση πελατείας και ακόμη η πρώτη από αυτές το ποσό των 120.477,64 € και η δεύτερη από αυτές το ποσό των 29.259,89 € ως περαιτέρω αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη. Ορθώς επομένως εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, που έκρινε ότι η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων δεν είχε το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και για το λόγο αυτό απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα παραπάνω αγωγικά αιτήματα και, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία του με αυτήν της παρούσας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος λόγος της έφεσης , με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η μεταξύ αυτού και των αντιδίκων σύμβαση είχε το χαρακτήρα της σύμβασης απλής και όχι αποκλειστικής διανομής καθώς και ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα δεν έκανε δεκτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι απαιτούνταν η τήρηση προθεσμίας ή η επίκληση λόγου καταγγελίας για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, προϋποθέσεις που όμως δεν τηρήθηκαν από τις εναγόμενες. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι πριν από την επιβολή του ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίου στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 2015, γνωστή ως “capital controls”, το χρέος του ενάγοντα προς αμφότερες τις εναγόμενες ανερχόταν στο ποσό των 800.000 € περίπου, χωρίς οι εναγόμενες να διαμαρτύρονται για το ύψος του χρέους (βλ. ιδίως την κατάθεση του μάρτυρα ...). Λόγω δε της δυστοκίας που αντιμετώπιζαν οι ελληνικές επιχειρήσεις στην αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους σε προμηθευτές από το εξωτερικό, μεταξύ αυτών βεβαίως και ο ενάγων, μετά από την επιβολή των capital controls, αυτός πρότεινε στις εναγόμενες προς εξασφάλισή τους να τους χορηγήσει ανέκκλητο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για εγγραφή πρώτης προσημείωσης υποθήκης σε βάρος οικοπέδου ιδιοκτησίας του, όπου εδρεύει η επιχείρησή του, εμβαδού 3.726,17 τ.μ. με κτίσματα επιφάνειας 134 τ.μ. επί της οδού …. αρ. … στο … Αττικής μέχρι το ποσό των 2.000.000 €, σε περίπτωση που δεν θα είχε εξοφλήσει έως τις 31.3.2016 όλες τις μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες οφειλές του για τα εμπορεύματα που είχε αγοράσει από αυτές μέχρι τότε αλλά και θα αγόραζε στο άμεσο μέλλον. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι με την από Ιούνιο 2017 έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας του πολιτικού μηχανικού/πιστοποιημένου ερευνητή ..., που συνιστά ιδιωτική γνωμοδότηση κατ' άρθρο 190 ΚΠολΔ, η κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσης αγοραία αξία του ακινήτου ανερχόταν σε 2.180.000 €. Την πρόταση αυτή την απέρριψε ρητώς η πρώτη εναγομένη με το από 4-9-2015 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και σιωπηρώς η δεύτερη εναγομένη. Στο εν λόγω μήνυμα γίνεται ρητή αναφορά εκ μέρους της πρώτης εναγομένης ότι έχει αμφιβολίες σχετικά με τις δυνατότητες πληρωμής εκτός Ελλάδος και του γνωστοποιεί ότι θα του παραδώσει εμπορεύματα για ποσά ίσα α) με το ποσό που θα λάβει ως πληρωμή στο λογαριασμό της, β) το ποσό που καλύπτεται από την εκκρεμή ενέγγυα πίστωση. Ακόμη τον ενημερώνει ότι από τον Ιανουάριο 2016 και εφεξής θα δέχεται ανοικτό πιστωτικό όριο εκ μέρους έως του ποσού των 500.000 € και του ζητά, λόγω της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδος, τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του να της παράσχουν εγγράφως εγγύηση για το ποσό αυτό (των 500.000 €). Πράγματι ο ενάγων και η σύζυγός του προέβησαν στην παροχή της σχετικής εγγύησης και ο ενάγων συνέχισε τη συνεργασία του με τις εναγόμενες ενώ προέβαινε και σε τμηματικές καταβολές έναντι των οφειλών του, μειώνοντας έτσι σταδιακά το χρέος του προς αυτές, το οποίο στα τέλη του έτους 2016 ανερχόταν όσον αφορά την πρώτη εναγομένη στο συνολικό ποσό των 316.572,34 € και όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη στο συνολικό ποσό των 160.891,54 €, οι οφειλές δε αυτές αφορούσαν σε εμπορεύματα που είχαν αγοραστεί για τη θερινή σεζόν 2016 και τη χειμερινή σεζόν 2016. Τα διάδικα μέρη πραγματοποίησαν συνάντηση στις αρχές Νοεμβρίου 2016 στα γραφεία των εναγομένων στις Βρυξέλλες, όπου ο εναγόμενος δήλωσε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα με το Ελληνικό Δημόσιο και διενεργούνταν φορολογικός έλεγχος στην επιχείρησή του με συνέπεια «να έχουν μπλοκαριστεί οι κωδικοί του στις Τράπεζες”, αναφερόμενος προφανώς σε διάταξη για απαγόρευση κίνησης των λογαριασμών του, εξέφρασε όμως την πρόθεσή του να συνεχίσει τη συνεργασία του με τις εναγόμενες και πρότεινε σε αυτές να τιμολογούν οι ίδιες απευθείας τους πελάτες του και να εισπράττουν το τίμημα, έχοντας όμως ο ίδιος την ευθύνη για τη διεκπεραίωση των πωλήσεων έναντι προμήθειας, από την οποία (προμήθεια) θα παρακρατούσαν το 50% σε σταδιακή εξόφληση της οφειλής του, θεωρούσε δε ότι με τον τρόπο αυτό το σύνολό της οφειλής του προς αυτές θα εξοφλούνταν εντός δύο ετών, υποσχόμενος ότι αμέσως μόλις αποδεσμευθούν οι λογαριασμοί του θα αποπλήρωνε το χρέος του προς αυτές, όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις με αριθμό …-…./2018 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθησαν με την επιμέλεια των εναγομένων σε συνδυασμό και με την από Νοέμβριο 2016 επιστολή του ενάγοντα προς αυτές. Οι εναγόμενες ωστόσο απέρριψαν την παραπάνω πρόταση του ενάγοντα και προκειμένου να συνεχιστεί η συνεργασία τους αξίωσαν από αυτόν να αποπληρώσει το υφιστάμενο χρέος του το αργότερο έως τις 25.11.2016 και να τους παράσχουν ο ίδιος και η σύζυγός του τραπεζική εγγύηση ύψους 250.000 € (πληρωτέα στις 15.1.2017). Ακολούθησε το από 14.12.2016 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της συζύγου του ενάγοντος-υπαλλήλου στην επιχείρηση προς τον ..., στέλεχος των εναγομένων εταιρών, στο οποίο τον ενημερώνει ότι έχουν προβεί σε δικαστικές ενέργειες σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Επίσης επαναλαμβάνει ότι είναι αδύνατη η παροχή της αιτούμενης εγγύησης «α) λόγω του μπλοκαρισμένου κωδικού, β) των ελέγχων κεφαλαίου, γ) λόγω του ότι δεν μπορούν να γίνουν αλλαγές στην ιδιοκτησία τους» και επαναλαμβάνει την πρόταση να τιμολογούν οι εναγόμενες απευθείας τους λιανοπωλητές και να παρακρατούν ένα μέρος της προμήθειας του ενάγοντος για αποπληρωμή του χρέους. Ο ανωτέρω με το από 16.12.2016 απαντητικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προτάσσει το ζήτημα της εξόφλησης των ήδη υφιστάμενων οφειλών, προτείνοντας ως πιθανή λύση την παροχή ενεχύρου σε κάποιο κτίριο, πριν από την ανεύρεση λύσεων για την μελλοντική συνεργασία ζητώντας να χορηγηθεί μία πιστωτική επιστολή ή τραπεζική εγγύηση για να προβούν σε επιβεβαίωςη των παραγγελιών. Σε απάντηση η σύζυγος του ενάγοντος με το από 20.12.2016 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφέρει ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση “L/C” (ήτοι τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης) ή τραπεζική εγγύησης χωρίς την έγκριση του Υπουργείου. Ακόμη ότι πρέπει να αναζητηθεί τρόπος για την «εγγύηση/δέσμευση» ακινήτου διότι δεν τους επιτρέπεται να προβούν σε νομικές αλλαγές στην ιδιοκτησία τους. Ενώ σε άλλο μήνυμα την ίδια ημερομηνία η ίδια αναφέρει ότι μπορούν να δώσουν ένα πληρεξούσιο για την υποθήκη του ακινήτου. Και ο ανωτέρω απαντάει ως εξής: «Σε αυτό το στάδιο πρέπει να δράσουμε γρήγορα και να διερευνήσουμε τις επιλογές μας. Επομένως παρακαλώ ελέγξτε τις δυνατότητες για δέσμευση περιουσίας σας. Θα προσπαθήσω να το υπερασπιστώ αυτό στον ...». Την επομένη, 21.12.2016, ο ενάγων απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις εναγόμενες, απευθυνόμενο στον ..., με το οποίο τον πληροφορούσε ότι είχε προβεί σε νομικές ενέργειες κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ζητούσε και πάλι από αυτές να προβούν οι ίδιες στην τιμολόγηση των πελατών του και να του αποδίδουν ένα μέρος από τα κέρδη του, παρακρατώντας το υπόλοιπο για τα διαχειριστικά τους έξοδα και την εξόφληση των οφειλών του, ενώ επαναλάμβανε την πρότασή του να λάβουν «εγγύηση/ενέχυρο» το ακίνητό του, όπου βρίσκονται τα γραφεία της επιχείρησής του. Επί του μηνύματος αυτού δεν υπήρξε κάποια απάντηση, πλην όμως ενώ στα τέλη Δεκεμβρίου 2016 ο υπάλληλος του ενάγοντος … δειγμάττιζε προϊόντα των εναγομένων σε πελάτη του- λιανοπωλητή, ο τελευταίος δέχθηκε κλήση από εκπρόσωπο της εταιρίας «... ΑΕ», που τον ενημέρωσε ότι εφεξής ο νέος διανομέας των εναγομένων είναι η παραπάνω εταιρία. Ακολούθως, στις 2.1.2017 η σύζυγος του ενάγοντος απέστειλε και πάλι μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον ..., με τον οποίο τον ενημέρωνε ότι δεν έχουν λάβει απάντηση στο προαναφερόμενο μήνυμα της 21ης-12-2016, ότι η αξία της ιδιοκτησίας τους υπερβαίνει κατά πολύ την υφιστάμενη οφειλή, ότι οι εναγόμενες δεν έχουν ενημερώσει τον ενάγοντα για τη συνέχιση της συνεργασίας τους και ότι η εταιρία «Αφοί ...» έχει επικοινωνήσει με όλους τους πελάτες τους ότι είναι ο νέος εκπρόσωπος των εναγομένων και ότι η δειγματοληψία της νέας κολεξιόν για το έτος 2017 θα γίνει από αυτήν, γεγονός για το οποίο δεν είχαν μέχρις στιγμής κάποια επίσημη ενημέρωση από τις εναγόμενες, παρά τα τόσα χρόνια συνεργασίας τους. Ακολούθως οι εναγόμενες με το από 5.1.2017 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε ο ... εκ μέρους του ... προς τον ενάγοντα ανέφεραν τα ακόλουθα: ότι η ληξιπρόθεσμη οφειλή του είναι 478.075 €, ότι προϊόντα αξίας 350,203 € της σεζόν Χ/Κ 2016 βρίσκονται στην αποθήκη τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι προϊόντα αξίας 252.620 € Κ/2017 είναι εν μέρει έτοιμα στις αποθήκες τους και συνεχίζουν να έρχονται, ότι δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της οφειλής του και θα αναθέσουν την υπόθεση στους δικηγόρους τους, ότι θα προβούν σε ακύρωση των παραγγελιών για Χ/Κ 2016 και Κ 2017 λόγω της αδυναμίας του να εξοφλήσει την οφειλή του και για το λόγο αυτό θα επιβαρυνθεί κατά 30% επί του συνολικού ποσού των εμπορευμάτων που δεν έχουν παραδοθεί, ήτοι 180.847 € και ότι δεν «υπάρχει λόγος» να μεταβεί στην έκθεσή τους την επόμενη εβδομάδα. Η κατά τα ως άνω δε καταγγελία της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων εκ μέρους των εναγομένων υπερβαίνει τα όρια της άσκησης νομίμου δικαιώματος τους και συνιστά παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά, που αντίκειται στα χρηστά ήθη, υπό την έννοια της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης της επιχείρησης του ενάγοντας από αυτές. Ειδικότερα, κατά την εξέλιξη της συνεργασίας τους ο ενάγων προμηθευόταν αποκλειστικά από τις εναγόμενες τα προϊόντα που μεταπωλούσε (καίτοι τούτο δεν αποτελούσε συμβατική του δέσμευση), προσαρμόζοντας τη λειτουργία της επιχείρησής του στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εναγομένων και ικανοποιώντας έτσι κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα επιχειρηματικά συμφέροντα αυτών, αφού δεν προωθούσε παράλληλα και άλλα προϊόντα ανταγωνιστικά προς τα προϊόντα παραγωγής τους, βοηθώντάς τες έτσι να εδραιωθούν στην ελληνική αγορά, όπως τούτο προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με την επιμέλειά του, αλλά και από τους τζίρους που πραγματοποιούσε. Με την επιβολή των capital controls ο ενάγων, όπως και οι άλλες ελληνικές επιχειρήσεις, αντιμετώπισε δυσκολία στην αποστολή εμβασμάτων στο εξωτερικό, πρότεινε δε στις εναγόμενες να εγγράφουν προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο ιδιοκτησίας του, η αξία του οποίου υπερέβαινε κατά πολύ την οφειλή του προς αυτές, πρόταση που όμως οι εναγόμενες απέρριψαν για λόγους που αφορούσαν όχι στο πρόσωπό του αλλά στη γενικότερη οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα, λόγος για τον οποίο αποφάσισαν να του πωλήσουν εμπορεύματα αξίας ίσης με το ποσό που τους κατέβαλε ως πληρωμή και το ποσό που καλυπτόταν από την εκκρεμή ενέγγυα πίστωση ενώ παράλληλα αξίωσαν και έλαβαν για την εξασφάλιση της οφειλής τους και εγγύηση από τη σύζυγο του ενάγοντας μέχρι του ποσού των 500.000 €, χωρίς να συνδέονται μεταξύ τους με κάποια συμβατική σχέση. Ο ενάγων, ο οποίος συνέχισε κανονικά τη λειτουργία της επιχείρησής του, προέβη σε τμηματικές καταβολές έναντι των οφειλών του, μειώνοντας έτσι το ύψος της οφειλής του προς αυτές, καταδεικνύοντας εμπράκτως την πρόθεσή του να είναι συνεπής απέναντι τους και να συνεχίσουν ομαλά την συνεργασία τους. Πλην όμως και ο ίδιος είχε ανείσπρακτες απαιτήσεις από πελάτες του ενώ αντιμετώπισε και πρόσθετες δυσκολίες επειδή απαγορεύτηκε η κίνηση των λογαριασμών του (συνεπεία φορολογικού ελέγχου σε βάρος του), γεγονός το οποίο δεν έκρυψε αλλά άμεσα γνωστοποίησε στις εναγόμενες επιχειρώντας να βρει εναλλακτικές λύσεις για να μπορέσουν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους, προτείνοντας σε αυτές αντί του κέρδους που είχε από τη μεταπώληση των προϊόντων τους να λαμβάνει προμήθεια, την οποία να παρακρατούν κατά το ήμισυ προς εξόφληση των οφειλών του. Και ενώ βρίσκονταν σε συνομιλίες ως προς τη δυνατότητα εξασφάλισης των απαιτήσεων των εναγομένων, επιχειρώντας να ανεύρει τρόπους για εξασφάλισή τους με το πολλαπλάσιας αξίας ακίνητό του, οι τελευταίες ανέθεσαν τη διανομή των προϊόντων τους σε άλλη εταιρία, γεγονός που ο ενάγων πληροφορήθηκε από υπάλληλό του αλλά και από τους πελάτες του. Υπό τις προαναφερόμενες όμως περιστάσεις, οι εναγόμενες δεν εκδήλωσαν καμία πρόθεση να εξεύρουν μία κοινά αποδεκτή λύση, που να εξυπηρετεί βεβαίως τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα, εξυπηρετώντας όμως και τη συνέχιση της επιχείρησης του ενάγοντος, η οποία για τους προαναφερόμενους λόγους τελούσε σε σχέση οικονομικής εξάρτησης προς αυτές, αλλά αδικαιολόγητα, παρότι υπήρχε έδαφος για την ανεύρεση μίας κοινής αποδεκτής λύσης για την εξασφάλιση των απαιτήσεών τους ενόψει και της μέχρι τότε πετυχημένης επαγγελματικής πορείας του ενάγοντος αλλά και της αξιόλογης ακίνητης περιουσίας που αυτός διέθετε, και αιφνίδια χωρίς να του τάξουν καμία προθεσμία, ενώ βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με αυτόν, ανέθεσαν τη διανομή των προϊόντων τους σε άλλη επιχείρηση (στην εταιρία ... ΑΕ η πρώτη εναγομένη και στην εταιρία … ΑΕ η δεύτερη εναγομένη), γεγονός που προφανώς προϋποθέτει την ύπαρξη προηγούμενου σταδίου διαπραγματεύσεων με τις εταιρίες αυτές. Τούτο βεβαίως είχε ως συνέπεια να αδυνατεί ο ενάγων να εξεύρει ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις για τη συνέχιση λειτουργίας της επιχείρησής του με τη διακίνηση προϊόντων άλλων εταιριών, χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες ενόψει της εισέτι συνεχιζόμενης επιβαρυμένης οικονομικής κατάστασης της χώρας και της δυσπιστίας των επιχειρήσεων του εξωτερικού απέναντι στις ελληνικές επιχειρήσεις, στις οποίες, όπως είναι γνωστό σε όλους, οι αλλοδαπές εταιρίες επέβαλαν όρους κατά πολύ επαχθέστερους από αυτούς που συνομολογούσαν πριν από την επιβολή των capital controls, συμφωνίες που ούτως ή άλλως απαιτούν και εύλογο χρονικό διάστημα για να συνομολογηθούν. Έτι περαιτέρω, στην περίπτωση του ενάγοντος, ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η καταγγελία αποστερούσε ούτως ή άλλως από αυτόν τη δυνατότητα να ανεύρει άμεσα άλλον προμηθευτή για τη διάθεση των προϊόντων του στην ελληνική αγορά , καθώς επέκειτο η παρουσίαση των εμπορευμάτων των εταιριών στις διεθνείς εκθέσεις ενώ ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που οι λιανοπωλητές προβαίνουν στις παραγγελίες για τη χειμερινή σεζόν της επόμενης χρονιάς (βλ. τη με αριθμό …/2018 ένορκη βεβαίωςη). Για το λόγο αυτό επομένως ο ενάγων περιήλθε σε δυσμενέστερη θέση έναντι των ανταγωνιστών του μειώνοντας έτσι τη δυνατότητά του να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, εξ ου άλλωστε δεν μπόρεσε να διατηρήσει όλους τους υπαλλήλους της επιχείρησής του αλλά ενδεικτικά ο μάρτυρας …, που ήταν υπάλληλός του, μετά τη λύση της συνεργασίας των διαδίκων ανηύρε άλλη εργασία σε εταιρία εισαγωγής κρεάτων. Αντίθετα για τις εναγόμενες δεν απαιτήθηκε κάποια προεργασία για τη διατήρηση της θέσης τους στην ελληνική αγορά, καθώς τους ήταν ήδη γνωστό το πελατολόγιο του ενάγοντος , το οποίο και γνωστοποίησαν στις επιχειρήσεις στις οποίες ανέθεσαν στη συνέχεια τη διανομή των προϊόντων τους. Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 18 α Ν. 146/1914, 914 και 919 ΑΚ, και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς, κατά παραδοχή του τρίτου, του τέταρτου και του έβδομου των λόγων της έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων δεν αντίκειτο στις παραπάνω διατάξεις, και ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικασθεί εκ νέου η αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα όσον αφορά το επικουρικό αγωγικό αίτημα για διαφυγόντα εισοδήματα και το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αποδείχθηκε δε ότι ο ενάγων είχε προβεί στις κάτωθι ειδικότερα αναφερόμενες προ-παραγγελίες προκειμένου να διαθέσει τα εμπορεύματα των εναγομένων στους κάτωθι ειδικότερα αναφερόμενους πελάτες του ενόψει της ανοιξιάτικης/καλοκαιρινής σεζόν 2017 αντί του κάτωθι ειδικότερα αναφερόμενου τιμήματος αγοράς που θα τα μεταπωλούσε αντί του κάτωθι αναφερόμενου τιμήματος πώλησης, μάλιστα για τις παραγγελίες αυτές οι εναγόμενες του είχαν ήδη στείλει και επιβεβαίωςη (confirmation), όπου στην 1η στήλη παρατίθεται η επωνυμία του πελάτη του ενάγοντος, στην 2η στήλη παρατίθεται η αξία των πωλήσεών του σε αυτούς και στις επόμενες στήλες παρατίθενται ανά σήμα η αξία των παραγγελιών προς τις εναγόμενες:
[παραλείπεται πίνακας…]
(βλ. τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα στοιχεία παραγγελίας και τις αντίστοιχες επιβεβαιώσεις των παραγγελιών εκ μέρους των εναγομένων προς τον ενάγοντα, επίσης στο από 5.1.2017 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των εναγομένων επιβεβαιώνεται η παραγγελία από τον ενάγοντα προϊόντων συνολικής αξίας 252.620 €, το δε τίμημα μεταπώλησης αποδεικνύεται με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και κάθε περίπτωση οι εναγόμενες δεν αποκρούουν τους σχετικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος περί διαφοράς τιμήματος μεταπώλησης σε σχέση προ το τίμημα αγοράς ως εξωπραγματικούς ή αβάσιμους). Συνεπώς, για την αγορά των προϊόντων της πρώτης εναγομένης θα κατέβαλε το ποσό των 240.452,60 € ενώ από την μεταπώλησή τους θα εισέπραττε το ποσό των 360.900,24 € και για την αγορά των προϊόντων της δεύτερης εναγομένης θα κατέβαλε το ποσό των 58.330,30 € ενώ από την μεταπώλησή τους θα εισέπραττε το ποσό των 87.590,19 €. Επομένως, υπό κανονικές συνθήκες και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, σύμφωνα με τις ενέργειες / προ- παραγγελίες στις οποίες είχε ήδη προβεί και οι οποίες είχαν επιβεβαιωθεί και από τις εναγόμενες, θα αποκόμιζε κέρδος (μικτό) από την μεταπώληση των εμπορευμάτων των εναγομένων τα ακόλουθα ποσά: α) το ποσό των (360.900,24 €- 240.452,60 €=) 120.447,64 € για τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης και β) το ποσό των (87.590,19 €- 58.330,30 €=) 29.259,89 € για τα προϊόντα της δεύτερης εναγομένης. Ακόμη, όπως προαναφέρθηκε, οι εναγόμενες αρνήθηκαν να εκτελέσουν τις παραγγελίες στις οποίες είχε ήδη προβεί ο ενάγων με συνακόλουθη βεβαίως συνέπεια την ακύρωση όλων των παραγγελιών των πελατών του ενάγοντος, ταυτόχρονα δε, και πριν ακόμη ενημερώσει ο ίδιος ο ενάγων τους πελάτες του για τη διακοπή της συνεργασίας του με τις εναγόμενες, οι νέοι διανομείς τηλεφωνούσαν στους πελάτες του και τους πληροφορούσαν για την αλλαγή στο πρόσωπο του διανομέα και μάλιστα σε χρόνο που ο ενάγων δειγμάτιζε τα προϊόντα των εναγομένων σε αυτούς, τούτο βεβαίως έπληξε την εμπορική φήμη και αξιοπιστία του ενάγοντος και κατ' επέκταση το εμπορικό του μέλλον σε όλους ανεξαιρέτως τους πελάτες του, καθώς τον εξέθεσε ενώπιον των πελατών του ως αναξιόπιστο και ασυνεπή στις υποχρεώσεις του επιχειρηματία, καθώς δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό πώς ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστούν τα όποια προβλήματα ανέκυψαν στη συνεργασία του με τις εναγόμενες και οι τελευταίες οδηγήθηκαν ουσιαστικά στην αποπομπή του (βλ. ιδίως κατάθεση μάρτυρα Ελληνοδέλη), η κατάσταση μάλιστα που δημιουργήθηκε είχε επιπτώσεις και στην ψυχική του υγεία (βλ. κατάθεση μάρτυρα Χαμπίμη). Και από την προαναφερθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, τις ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες της πράξης στην εμπορική φήμη και αξιοπιστία του ενάγοντος, του εύρους των επαγγελματικών συνεργατών του που έλαβαν γνώση, του βαθμού του πταίσματος των εναγομένων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (οι μεν εναγόμενες δραστηριοποιούνται σε πάρα πολλές χώρες και είναι οικονομικά εύρωστες ο δε ενάγων είναι κύριος αξιόλογης ακίνητης περιουσίας και δραστηριοποιείται επί σειρά ετών στο εμπόριο) , τηρούμενης και της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να αναγνωριστεί ότι δικαιούται για χρηματική ικανοποίηση το κρινόμενο ως εύλογο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ σε βάρος της πρώτης εναγόμενης και των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης.
Και συνακόλουθα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση όσον αφορά την αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η κρινόμενη έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση όσον αγορά την αγωγή κατά το κεφάλαιο που απέρριψε το επικουρικό αίτημα για διαφυγόντα κέρδη και το αίτημα για ηθική βλάβη. Και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές η από 21- 1-2018 (αρ. κατ. .../2018) αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των (120.447,64 € + 25.000 €=) 145.447,64 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και ότι η δεύτερη εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των (29.259,89 € + 12.000 €=) 41.259,89 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Καθώς και πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων επί της αγωγής δοθέντος ότι όταν εξαφανίζεται η εκκαλουμένη δικαστική απόφαση ως προς κάποιο κεφάλαιο εξαφανίζεται και το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων εν όψει της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της απόφασης (ΑΠ 192/1998 ΕλλΔνη 1998 825, ΕφΠειρ 36/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ). Και πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
Τέλος, με τον όγδοο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη έκανε δεκτές ως βάσιμες στην ουσία τους τις ασκηθείσες εναντίον του ανταγωγές ειδικότερα για το ποσό των 134.547,30 € που αφορά στο με αριθμό .../4.2.2017 τιμολόγιο και για τα ποσά των 23.520,56 € και 22.355,27 € που αφορούν στα με αριθμούς .../25.1.2017 και .../4.2.2017 τιμολόγια, για τα οποία αρνείται την οφειλή του για όσους λόγους εκθέτει στην έφεσή του (που είχαν αποτελέσει και αντικείμενο ένστασης εκ μέρους του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Πλην όμως, κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με πλήρη έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων που είναι r αναγκαία για τη στήριξη του αξιουμένου δικαιώματος. Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εναγόμενος να αμυνθεί, αλλά και το δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της διαφοράς. Εν προκειμένω, τα παραπάνω ποσά, για τα οποία ασκήθηκαν οι ανταγωγές δεν αφορούν σε τίμημα πώλησης εμπορευμάτων αλλά κατά τα αναφερόμενα επί του σώματος των ίδιων των τιμολογίων, αντίγραφο των οποίων αποτελεί τμήμα κάθε ανταγωγής, αφορούν σε «αποζημίωση 30% όπως ορίζεται στους γενικούς όρους πώλησης για τα προϊόντα που έχουν παραγγελθεί και εκκρεμούν», δηλαδή με άλλα λόγια πρόκειται για ποινική ρήτρα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο υπό ποιες προϋποθέσεις οφείλεται κατά τα συμφωνηθέντα η ποινική ρήτρα αλλά ούτε και ποια ήταν τα προϊόντα που είχαν παραγγελθεί και εκκρεμούσαν και ποια ήταν η αξία αυτών καθώς και ποιος ήταν ο λόγος για τον οποίο είχε παραμείνει εκκρεμής (και υπό ποία έννοια) η σύμβαση της πώλησης. Δεν προσδιορίζεται δηλαδή στο δικόγραφο των ανταγωγών ποια είναι η γενεσιουργός αιτία για την οφειλή αυτή καθώς δεν εκτίθενται στην αγωγή τα περιστατικά αυτά, που θεμελιώνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση την προς “αποζημίωση” αξίωση των αντεναγουσών κατά του αντεναγόμενου, με συνέπεια οι ανταγωγές να είναι αόριστες και απορριπτέες ως απαράδεκτες και αυταπαγγέλτως για τα αιτούμενα αυτά ποσά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, το οποίο έκρινε ότι οι ανταγωγές είναι ορισμένες ως προς τα παραπάνω ποσά και νόμω βάσιμες, ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 1, 14 παρ. 1,15 παρ. 1, 23, 24, 53, 57 παρ. 1, 58, 59, 61 παρ. 1 α, 78 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τις διεθνείς πωλήσεις κινητών πραγμάτων, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ενώ εάν εφάρμοζε προσηκόντως το νόμο έπρεπε να απορρίψει τις ανταγωγές για τα κονδύλια αυτά ως απαράδεκτες λόγω της παραπάνω αναφερθείσας αοριστίας. Επομένως, το Δικαστήριο τούτο δύναται και υποχρεούται μετά την άσκηση της έφεσης, με την οποία εκκαλείται το συγκεκριμένο κεφάλαιο, να ελέγξει αυτεπαγγέλτως το ορισμένο των ανταγωγών, ενώ σε καμία περίπτωση δεν καθίσταται δυσμενέστερη η θέση του εκκαλούντος (ΑΠ 248/2016, ΑΠ 1635/2008, ΕφΠειρ 376/2016, ΕφΠειρ 242/2015, όλες δημ. ΝΟΜΟΣ). Και συνεπώς, κατά παραδοχή του όγδοου λόγου της έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση κατά το μέρος κατά το οποίο ο εκκαλών- αντεναγόμενος παραπονείται επειδή υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πρώτη αντενάγουσα (ανταγωγή με αρ. κατ. .../2018) το ποσό των 134.547,30 € βάσει του με αριθμό .../4.2.2017 τιμολογίου και στη δεύτερη αντενάγουσα (ανταγωγή με αρ. κατ..../2018) τα ποσά των 23.520,56 € και 22.355,27 € (και συνολικά 45.875,83 €) βάσει των με αριθμούς .../25.1.2017 και .../4.2.2017 τιμολογίων και ακολούθως πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση όχι μόνον ως προς το αντίστοιχο κεφάλαιο των ανταγωγών , για το οποίο έγινε δεκτός ο όγδοος λόγος της έφεσης, αλλά στο σύνολο του επιδικασθέντος με κάθε ανταγωγή ποσού για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου καθώς και ως προς τα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642, ΕφΠειρ 90/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 587/2008 ΕΣυγκΔ 2009 329, βλ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση 2009, σελ. 447). Ακολούθως, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν οι κρινόμενες ανταγωγές. Και πρέπει η από 16-4-2018 ανταγωγή με αριθμό κατάθεσης .../2018 να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας για το ποσό των 134.547,30 € ενώ πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για το ποσό των 316.572,34 € καθώς και πρέπει η από 16-4-2018 ανταγωγή με αριθμό κατάθεσης .../2018 να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας για το ποσό των 45.875,83 € ενώ πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της για το ποσό των 161.585,44 €. Πρέπει ακόμη ο εκκαλών- αντεναγόμενος λόγω της εν μέρει ήττας του σε κάθε ανταγωγή να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων κάθε εφεσίβλητης- αντενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά το σχετικό αίτημα των τελευταίων , κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, αφού η έφεση γίνεται δεκτή πρέπει να επιστραφεί στον εκκαλούντα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την κρινόμενη έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 5012/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), ως προς την αγωγή κατά τα κεφάλαια που αφορούν στο επικουρικό αίτημα για διαφυγόντα κέρδη και στο αίτημα για ηθική βλάβη και κατά τις διατάξεις της που αφορούν στις ασκηθείσες ανταγωγές.
Κρατεί και δικάζει κατ' ουσίαν α) την από 21-1-2018 (αρ. κατ. .../2018) αγωγή ως προς τα κεφάλαια που αφορούν στο επικουρικό αίτημα για διαφυγόντα κέρδη και στο αίτημα για ηθική βλάβη β) την από 16-4-2018 (αρ. κατ. .../2018) ανταγωγή και γ) την από 16-4-2018 (αρ. κατ. .../2018) ανταγωγή.
Δέχεται εν μέρει την από 21-1-2018 με αριθμό κατάθεσης .../2018 αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι η πρώτη εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εκατόν σαράντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα επτά ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (145.447,64 €) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και ότι η δεύτερη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των σαράντα ενός χιλιάδων διακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών (41.259,89 €) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Δέχεται εν μέρει την από 16-4-2018 με αριθμό κατάθεσης .../2018 ανταγωγή.
Υποχρεώνει τον αντεναγόμενο να καταβάλει στην αντενάγουσα το ποσό των τριακοσίων δέκα έξι χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (316.572,34 €) με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση 120 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου ως προς τα επί μέρους ποσά μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τον αντεναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αντενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. το οποίο ορίζει στο ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Δέχεται εν μέρει την από 16-4-2018 με αριθμό κατάθεσης .../2018 ανταγωγή.
Υποχρεώνει τον αντεναγόμενο να καταβάλει στην αντενάγουσα το ποσό των εκατόν εξήντα ενός χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (161.585,44 €) με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση 120 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου ως προς τα επί μέρους ποσά μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τον αντεναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αντενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (2.500 €) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα του με αριθμό .../2019 e-παραβόλου ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2020 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση του χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιες δικηγόροι τους στις 3 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ