Απόφαση

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 64/2023
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ελπινίκη Θεοφίλη Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Φανή Παλαμίδη Εφέτη – Εισηγήτρια, Νίκη Αστερή Εφέτη και τη Γραμματέα Μαρίνα Δεναξά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – ανακόπτουσας – εναγομένης: ... (...), κατοίκου Λονδίνου Μεγάλης Βρετανίας (...) με ΑΦΜ: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αλαβάνο – Τσαπαλίρα (Α.Μ: 6675 Δ.Σ. Αθηνών) ΜΕ ΔΗΛΩΣΗ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή – ενάγουσας: … χας ..., το γένος ..., κατοίκου Γενεύης Ελβετίας, (...), με ΑΦΜ: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζήση (Α.Μ: 3755 Δ.Σ. Πειραιώς) ΜΕ ΔΗΛΩΣΗ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ανακόπτουσα ... ζήτησε να γίνει δεκτή η από 7.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης …/2019 ανακοπή ερημοδικίας της, που άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.
Το παραπάνω Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 75/2021 οριστική απόφασή του με την οποία απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα ... με την από 18.01.2022 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου με αριθμ. ../19.01.2022, ορίστηκε δε δικάσιμος αυτής με την …/27.01.2022 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο oι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Αν η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 503 παρ. 1 και 505 παρ. 1 ΚΠολΔ) και αν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Άλλως, αν δηλαδή η ανακοπή δεν ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του λόγου της, το Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις αυτές και με στόχο την ταχύτητα στην απονομή της Δικαιοσύνης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής ερημοδικίας αμέσως, με την ίδια απόφαση με την οποία θα κρίνει και το τυπικά παραδεκτό και νόμω βάσιμο της ανακοπής, αρκούμενο σε πιθανολόγηση, το δε ελάττωμα της κλητεύσεως ή η ύπαρξη του περιστατικού ανώτερης βίας, που προκάλεσαν την ερημοδικία του ανακόπτοντος, θα διαγνωσθούν με βάση τα στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν προαποδεικτικώς οι διάδικοι (ΕφΑθ 451/2019, ΕφΠατρ 320/2017, ΕφΔωδ 111/2004, ΕφΔωδ 274/2004, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5732/2002, ΕλλΔνη 44.1384, Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ [2η έκδοση-2020], άρθρο 501, αρ. 4, άρθρο 509, αρ. 1, 3, Μ. Μαργαρίτη-Ά. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ [2η έκδοση-2018], άρθρο 501, αρ. 4-8). Η κρινόμενη έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας ανακόπτουσας κατά της υπ’ αριθμ. 75/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να την δικάσει (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει δε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ), ενόψει του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1-1-2016, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 24-11-2021 (βλ. την σφραγίδα του Δικαστικού Επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ... επί του σώματος της απόφασης) και το δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 19-01-2022. Περαιτέρω, για το παραδεκτό της έφεσης, η εκκαλούσα έχει καταθέσει ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό ... ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ (βλ. σχετική σημείωση του Γραμματέα του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στην με αριθ. …/19.1.2022 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου), σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 ν. 4446/2016. Πρέπει συνεπώς να γίνει τυπικά δεκτή (533 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 524 παρ. 1 και 2 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Στην από 7.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης …/2019 ανακοπή ερημοδικίας, η ανακόπτουσα και τώρα εκκαλούσα εξέθετε ότι σε βάρος της ασκήθηκε η από 23.5.2017 με αριθμ. εκθ. κατ. …/24.5.2017 αγωγή, με την οποία η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ζητούσε να διαταχθεί η διανομή του κοινού ακινήτου τους μετά της επ’ αυτού διώροφης οικίας κείμενου στον δήμο Άνδρου Κυκλάδων με πώληση δια δημόσιου πλειστηριασμού, ώστε κάθε συγκυρία να λάβει από το πλειστηρίασμα χρηματικό ποσό ανάλογο προς την ιδανική της μερίδα. Ότι η αγωγή αυτή συζητήθηκε ερήμην της και ως εκ τούτου, έγινε δεκτή λόγω του συναγομένου εκ της ερημοδικίας της τεκμηρίου ομολογίας των αγωγικών ισχυρισμών (άρθρ. 271 παρ.3 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ), πλην όμως η ερημοδικία της ήταν άκυρη, λόγω μη νόμιμης κλήτευσής της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο της ανακοπής. Με βάση τα παραπάνω, ζήτησε να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση 44/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου και να απορριφθεί η εναντίον της αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δίκασε την ανακοπή με δικονομικά παρούσα την καθ’ ης (ενάγουσα της προαναφερόμενης αγωγής) εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση με την οποία απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ανακόπτουσα με την ένδικη έφεση, με την οποία ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την αποδοχή της ανακοπής ερημοδικίας προς το σκοπό περαιτέρω να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα η αγωγή διανομής του κοινού ακινήτου εναντίον της, για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους, που συνίστανται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13.11.2007 «περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη - μέλη, δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» ορίζεται ενιαίος τρόπος επίδοσης στα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος, κατά το άρθρο 1 αυτού, καταλαμβάνει τις αστικές και εμπορικές υποθέσεις, υπό την προϋπόθεση, ότι η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξης στην αλλοδαπή είναι γνωστή. Με την εφαρμογή του Κανονισμού ισχύουν πλέον, για τις διαφορές που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του, οι διατάξεις αυτού και όχι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου των κρατών-μελών, των διμερών ή πολυμερών συμβάσεων, όπως της σύμβασης της Χάγης του 1965, καίτοι προβλέπεται η δυνατότητα σύναψης συμφωνιών ή διακανονισμών μεταξύ των κρατών μελών για επιμέρους ζητήματα που συνάδουν προς τον Κανονισμό, εφόσον επιταχύνουν ή και απλουστεύουν τη διαβίβαση των επιδοτέων πράξεων, μετά από σχετική ενημέρωση της Επιτροπής (άρθρο 20 αυτού). Στον Κανονισμό προβλέπονται οι ακόλουθοι τρόποι επίδοσης: α) η επίδοση μέσω των υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής (κύρια διαδικασία κοινοποίησης, βασική έμμεση επίδοση). Ειδικότερα, στην περίπτωση που η επίδοση πρόκειται να γίνει από την Ελλάδα προς έτερο κράτος μέλος, η διαδικασία ξεκινά με επίδοση του εγγράφου προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, δεδομένου ότι οι Εισαγγελείς των τριών δικαιοδοτικών βαθμίδων έχουν οριστεί στη χώρα μας ως υπηρεσία διαβίβασης των επιδιδόμενων εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού, από όπου και διαβιβάζεται εν τέλει προς την υπηρεσία διαβίβασης της αλλοδαπής, και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και στη συνέχεια, η υπηρεσία παραλαβής αποστέλλει στην υπηρεσία διαβίβασης σχετική βεβαίωση περί τούτου. Κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική Βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης, β) η επίδοση δια της προξενικής ή διπλωματικής οδού ή από διπλωματικούς ή προξενικούς υπαλλήλους (άρθρα 12 και 13 του Κανονισμού, εξαιρετικοί τρόποι έμμεσης επίδοσης), και γ) η επίδοση με το ταχυδρομείο ή με απευθείας αίτηση επίδοσης διαμέσου δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής (άρθρα 14 και 15 του Κανονισμού), πρόκειται, δε, για άμεση επίδοση, με απευθείας διαβίβαση του επιδοτέου εγγράφου από τον αποστολέα στον παραλήπτη, ενώ για την απόδειξη της επίδοσης, δεν αρκεί η απλή βεβαίωση παραλαβής συστημένης επιστολής, που εκδίδουν πρόχειρα τα ταχυδρομεία, αλλά απαιτείται επιπλέον και η χορήγηση απόδειξης παραλαβής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στη διεθνή ταχυδρομική σύμβαση, στην οποία όλα τα κράτη μέλη έχουν προσχωρήσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση, βάσει του Κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο Δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής, ή β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι, σε θέση να αμυνθεί, ενώ κατά τα άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι Δικαστές του, παρά την παράγραφο 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο Δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες, και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επίδοση δικογράφου όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής σε κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και το Ηνωμένο Βασίλειο (ως προς το οποίο, ο ανωτέρω Κανονισμός εφαρμόζεται για επιδόσεις που πραγματοποιούνται μέχρι τις 31.12.2020), ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτού στον προς ον η επίδοση, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 10 του Κανονισμού Βεβαίωση, μη αρκούσης της, κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ, πλασματικής επίδοσης στον Εισαγγελέα (βλ. ΑΠ 358/2019, ΑΠ 1978/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα – ανακόπτουσα – εναγομένη ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η επίδοση προς αυτήν της με αριθμό κατάθεσης .../24.5.2017 αγωγής έγινε νομότυπα με την αποστολή της μέσω του απλού ταχυδρομείου στο γραμματοκιβώτιό της. Ότι ειδικότερα, καίτοι τυγχάνει κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, η επίδοση σ’ αυτήν της ανωτέρω αγωγής έπρεπε να λάβει χώρα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, ήτοι με επίδοση αυτής στην ίδια με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο. Ότι η παραπάνω πλημμέλεια είχε ως αποτέλεσμα να λάβει γνώση της αγωγής όλως τυχαίως, όταν ένας γείτονάς της εντόπισε τον φάκελο μέσα στις λάσπες και της τον παρέδωσε μετά την παρέλευση της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων στο αστικό δικαστήριο. Ότι από την ανωτέρω μη νομότυπη επίδοση υπέστη δικονομική βλάβη, καθώς δικάστηκε ερήμην και η αγωγή της εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή – ενάγουσας έγινε δεκτή στο σύνολό της. Ο λόγος αυτός έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται προς εξέταση ο πρώτος λόγος της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 533 ΚΠολΔ και 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 386/2015, Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1804/2012, ΧρΙΔ 2013.372) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή κατέθεσε στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου την από 23.5.2017 με αριθμό κατάθεσης …/24.5.2017 αγωγή σε βάρος της εκκαλούσας - ανακόπτουσας, κατοίκου Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία συζητήθηκε στις 15.6.2018, κατά την τακτική διαδικασία. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 44/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία, δικάζοντας ερήμην της εκκαλούσας – ανακόπτουσας - εναγομένης, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της λόγω της ερημοδικίας της (άρθρ. 271 παρ.3 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ) και διέταξε την πώληση του επίκοινου ακινήτου των διαδίκων με πλειστηριασμό, κατά τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα σε αυτήν. Ως προς το θέμα της έρευνας του νομότυπου της κλητεύσεως της απολιπόμενης (στη δίκη εκείνη) εναγομένης, η απόφαση δέχθηκε ότι: «Από την υπ’ αριθμόν .../25.5.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αιγαίου, ... και το υπ’ αριθμόν …/18.7.2017 αποδεικτικό επίδοσης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Σύρου, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, με όσα ορίζονται στα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου (άρθρο 134 ΚΠολΔ). Η εναγόμενη, όμως, δεν κατέθεσε προτάσεις εντός της νόμιμης προθεσμίας, ούτε εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, πρέπει αν δικασθεί ερήμην (άρθρο 271 ΚΠολΔ)». Δεδομένου ότι η εκκαλούσα – ανακόπτουσα - εναγομένη ήταν κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, εφαρμογή, όσον αφορά στην επίδοση της ανωτέρω αγωγής, είχε ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007 και όχι οι διατάξεις του ΚΠολΔ. Πράγματι, η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή- ενάγουσα επέδωσε στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου, ως υπηρεσία διαβίβασης των δικαστικών πράξεων στην Ελλάδα, την με αριθμό …/24.5.2017 αγωγή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, (βλ. την .../25.5.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου ...), ενώ η αγωγή επιδόθηκε πραγματικά στην εκκαλούσα – ανακόπτουσα - εναγόμενη στις 16.6.2017 (βλ. την σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα με αριθμό πρωτοκόλλου της υπηρεσίας διαβίβασης …/25.5.2017 και με αριθμό πρωτοκόλλου της υπηρεσίας παραλαβής ... Βεβαίωση επίδοσης, κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007), στην διεύθυνση κατοικίας της στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου (3 Heath Side, NW3 1BL). Στην ανωτέρω Βεβαίωση, η οποία συνετάχθη στις 7.7.2017 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου …/18.7.2017, αναγράφεται ότι η επίδοση της …/24.5.2017 αγωγής έλαβε χώρα «με την αποστολή τους μέσω του γραμματοκιβωτίου του παραλήπτη. Η εν λόγω μέθοδος είναι συνιστώμενη μέθοδος επίδοσης δυνάμει του κανόνα 6.3.(1)(γ) των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας και της Ουαλίας » καθώς και ότι «Ο παραλήπτης της πράξης ενημερώθηκε γραπτώς ότι μπορεί να αρνηθεί να την παραλάβει, εάν δεν έχει συνταχθεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης». Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω αγωγή δεν επιδόθηκε σε αυτήν με τον νόμιμο τρόπο που προβλέπει το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, ήτοι με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής της, πλην όμως, όπως αποδείχθηκε από τα ανωτέρω, η επίδοση της .../24.5.2017 αγωγής προς αυτήν, έλαβε χώρα, όχι με την οριζόμενη δυνητικά ως μορφή επίδοσης στον ανωτέρω Κανονισμό ταχυδρομική επίδοση του άρθρου 14 αυτού, η οποία πραγματοποιείται, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, απευθείας από τον αποστολέα στον παραλήπτη, αλλά δυνάμει της γενικής έμμεσης επίδοσης που ορίζει ο Κανονισμός για τις επιδόσεις μεταξύ προσώπων γνωστής διαμονής στα κράτη μέλη του, ήτοι μέσω των υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής, κατά τα άρθρα 4 έως 11 του Κανονισμού, καθώς η εφεσίβλητη - καθ’ ης η ανακοπή - ενάγουσα επέδωσε στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου την ανωτέρω αγωγή, η οποία, ως υπηρεσία διαβίβασης, διαβίβασε αυτήν, στην αρμόδια υπηρεσία παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου, ήτοι το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας και της Ουαλίας, η δε πραγματική επίδοση στην εκκαλούσα - ανακόπτουσα- εναγομένη έλαβε χώρα στις 16.6.2017, όπως προκύπτει από τη Βεβαίωση του άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, με αποστολή αυτής μέσω του γραμματοκιβωτίου του παραλήπτη, τρόπος που προβλέπεται, όπως ρητά αναφέρεται στην ως άνω Βεβαίωση, ως τρόπος επίδοσης δικογράφων στο κράτος παραλαβής. Η διαδικασία επίδοσης του άρθρου 14 του Κανονισμού δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση και τούτο διότι το άρθρο 14 του Κανονισμού, από κοινού με τα άρθρα 12, 13 και 15 συνιστούν εναλλακτικές - προς τον υποχρεωτικό και κύριο τρόπο επίδοσης μέσω των Αρχών Διαβίβασης και Παραλαβής του Τμήματος 1 του Κεφαλαίου ΙΙ του Κανονισμού -, δυνατότητες επίδοσης δικογράφων που παρέχονται δυνητικά στα κράτη μέλη και γι΄ αυτό το λόγο είναι ενταγμένες στο Τμήμα 2 του Κεφαλαίου ΙΙ υπό τον τίτλο «Άλλοι τρόποι διαβίβασης και επίδοσης ή κοινοποίησης δικαστικών πράξεων». Ειδικότερα, το άρθρο 14 δίνει τη δυνατότητα στα Κράτη Μέλη («Κάθε κράτος μέλος δύναται να επιδίδει ή να κοινοποιεί δικαστικές πράξεις απευθείας διά των ταχυδρομικών υπηρεσιών ...”), να επιδίδουν δικόγραφα απευθείας (ήτοι χωρίς τη μεσολάβηση της Αρχής Διαβίβασης του Κράτους Μέλους) σε κατοίκους άλλων κρατών μελών μέσω ταχυδρομείου, οπότε στην περίπτωση αυτή θα πρέπει η αποστολή να γίνεται με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η Εισαγγελία Πρωτοδικών ουδόλως τήρησε την εν λόγω διαδικασία, αλλά ακολούθησε την υποχρεωτική, κύρια και αυξημένης δικονομικής ασφάλειας διαδικασία επίδοσης του Τμήματος 1 του Κεφαλαίου ΙΙ του Κανονισμού διά της αποστολής κατά το άρθρο 4 του Κανονισμού της υπό κρίση αγωγής προς επίδοση στην αρμόδια Αρχή Διαβίβασης του Ηνωμένου Βασιλείου (Senior Courts of England and Wales), η οποία εν συνεχεία την παρέλαβε κατά το άρθρο 6 του Κανονισμού, την επέδωσε στην εκκαλούσα κατά το άρθρο 7 του Κανονισμού σύμφωνα με το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου και δη των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας και της Ουαλίας, ορίζοντας την ημερομηνία επίδοσης κατά το άρθρο 9 του Κανονισμού και τέλος καταρτίζοντας το κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού πιστοποιητικό επίδοσης ή κοινοποίησης, προς απόδειξη της τήρησης όλων των διατυπώσεων. Να σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, η επίκληση, εκ μέρους της εκκαλούσας, του άρθρου 10 της Σύμβασης της Χάγης 1965, του άρθρου 4 στ. α.3. της Ελληνοβρετανικής Σύμβασης του 1937, του άρθρου 14 της Σύμβασης ΕΕ 1997 (περί επιδόσεων), του προηγούμενου Κανονισμού ΕΚ 1348/2000, των εργασιών αναθεώρησης του Κανονισμού 1393/2007 και της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Σύμβασης προς επίρρωση της εφαρμογής του άρθρου 14 του Κανονισμού είναι μη νόμιμη, καθώς το άρθρο 20 του Κανονισμού ορίζει ρητά ότι: «Για θέματα εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του, ο παρών κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965.» Με βάση τα ανωτέρω, η επίδοση της .../24.5.2017 αγωγής στην εκκαλούσα- ανακόπτουσα-εναγομένη, έγινε καθ’ όλα νόμιμα, εντός της προβλεπόμενης 60ήμερης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 237 §1 ΚΠολΔ από την κατάθεση της αγωγής της εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή – ενάγουσας (24-5-2017) και μάλιστα πριν από τη συμπλήρωση της 60ήμερης προθεσμίας απεστάλη στην αρμόδια Αρχή Διαβίβασης (Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου) από το Ηνωμένο Βασίλειο η έκθεση επίδοσης με απλό ταχυδρομείο που έλαβε σχετικό αριθμό πρωτοκόλλου .../18-7-2017. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται για το τυποποιημένο περιεχόμενο του πιστοποιητικού επίδοσης ή κοινοποίησης της αρμόδιας Αρχής επιδόσεων του Ηνωμένου Βασιλείου που συντάχθηκε για την επίδικη επίδοση, ισχυριζόμενη πως «δεν προκύπτει ο φορέας έκδοσης της έκθεσης επίδοσης» και ότι δεν γίνεται «κάποιος ιδιαίτερος προσδιορισμός ή αναφορά της Υπηρεσίας που εξέδωσε το έγγραφο, διεύθυνση αυτής, τηλέφωνο, e- mail ή άλλο στοιχείο, ώστε να είναι δυνατή η αναζήτηση περαιτέρω στοιχείων που αφορούν την επίδοση, τον τρόπο διενέργειας αυτής, την τυχόν άρνηση παραλαβής κλπ. ...».
Για τον ανωτέρω ισχυρισμό λεκτέα είναι τα εξής: Το εν λόγω πιστοποιητικό προβλέπεται στο άρθρο 10 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 1393/2007, το κείμενό του (“φόρμα”) είναι τυποποιημένο για όλα τα κράτη της Ε.Ε, αποτελεί το Παράρτημα Ι του εν λόγω Κανονισμού και ως εκ τούτου είναι δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τεύχος Lαρ. 324 σελ. 94, όπως αναγράφεται και στο άνω μέρος αυτού). Το πιστοποιητικό χρησιμοποιείται με ενιαίο τρόπο, όχι μόνο από τα Ανώτερα Δικαστήρια της Αγγλίας και της Ουαλίας αλλά για κάθε Αρχή Διαβίβασης και εν γένει Δημόσια ή Δικαστική Αρχή Κράτους Μέλους, περιλαμβανομένων και των κατά τόπους Εισαγγελιών Πρωτοδικών που αποτελούν την αρμόδια Αρχή Διαβίβασης της Ελλάδας για τις επιδόσεις αλλοδαπών δικογράφων στο πλαίσιο του Κανονισμού. Συνεπώς οι αιτιάσεις της εκκαλούσας που αφορούν «τις ελλείψεις» του πιστοποιητικού επίδοσης είναι μη νόμιμοι, καθώς η Βεβαίωση περιέχει όλα τα κατά το νόμο στοιχεία.Το ίδιο μη νόμιμοι είναι οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας σχετικά με τις πλημμέλειες στη Βεβαίωση Επίδοσης, επικαλούμενη πως δήθεν ελλείπουν τα στοιχεία του παραλήπτη στα πεδία 12.2.1.1.1, 12.2.1.1.2, 12.2.1.1.2.1 και 12.2.1.1.2.2. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται τόσο από την επίσημη μετάφραση του σχετικού πιστοποιητικού επίδοσης όσο και από το ίδιο υπόδειγμα του πιστοποιητικού στα ελληνικά που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα 1 του Κανονισμού, τα εν λόγω πεδία συμπληρώνονται μόνο στην περίπτωση εγχείρισης του δικογράφου – είτε στα χέρια του διαδίκου είτε τρίτου προσώπου – και όχι στην περίπτωση ταχυδρομικής αποστολής αυτού σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του Κράτους Μέλους, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση (πεδίο 12.2.2). Τέλος, οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας πως ουδέποτε έλαβε γνώση της κλήσης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, πως ουδέποτε την βρήκε στο γραμματοκιβώτιό της και πως ενημερώθηκε από κάποιο γείτονα που της παρέδωσε έναν φάκελο λασπωμένο τον μήνα Νοέμβριο του 2017, ορθώς απορρίφθηκαν σιγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθώς ανταπόδειξη κατά της αλλοδαπής έκθεσης επίδοσης (περί ταχυδρομικής αποστολής) επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού ( άρθρα 438,439 επ. ΚΠολΔ). Με βάση τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής ως αβάσιμο στην ουσία του, δεχόμενο ότι η επίδοση της …/24.5.2017 αγωγής έλαβε χώρα νομότυπα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα – ανακόπτουσα – εναγομένη ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η επίδοση της από 23.5.2017 με αριθμό κατάθεσης …/24.5.2017 αγωγής της εφεσίβλητης - καθ’ ης η ανακοπή - ενάγουσας σε βάρος της είναι νόμιμη, παρά το γεγονός ότι είχε συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση στην αγγλική που είναι η μητρική της γλώσσα, την οποία κατανοεί, σε αντίθεση με την ελληνική που ναι μεν ομιλεί, πλην όμως αδυνατεί να αντιληφθεί τη νομική ορολογία που περιέχει ένα αγωγικό δικόγραφο, ενώ σε κάθε περίπτωση, η αγγλική είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής. Ότι από την ανωτέρω μη νομότυπη επίδοση υπέστη δικονομική βλάβη, καθώς δικάστηκε ερήμην και η αγωγή της εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή – ενάγουσας έγινε δεκτή. Ο λόγος αυτός έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται προς εξέταση ο δεύτερος λόγος της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 533 ΚΠολΔ και 8 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 386/2015, Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1804/2012, ΧρΙΔ 2013.372) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η με αριθμό …/24.5.2017 αγωγή της εφεσίβλητης - καθ’ ης η ανακοπή-ενάγουσας σε βάρος της ανακόπτουσας- εναγομένης, επιδόθηκε σε αυτήν συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση στην αγγλική γλώσσα. Πρόκειται για γλώσσα, την οποία η εκκαλούσα γνωρίζει άριστα, δοθέντος ότι είναι η μητρική γλώσσα αμφοτέρων των γονέων της, ... και … χας ... το γένος ..., όπως επιβεβαίωσε και η μάρτυράς της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το γεγονός ότι η εκκαλούσα κατανόησε πλήρως το περιεχόμενο της αγωγής αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της από 5-12-2017 εξώδικης προσφοράς, διαμαρτυρίας, πρόσκλησης και δήλωσης που έστειλε στην εφεσίβλητη μόλις (κατά τους ισχυρισμούς της) έλαβε γνώση της αγωγής και υπογράφεται (η εξώδικη δήλωση) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, όπου σε κανένα σημείο αυτής δεν κάνει αναφορά πως τάχα αδυνατεί να κατανοήσει την ελληνική και το περιεχόμενο της εν λόγω αγωγής. Αντιθέτως, εν’ όψει της διανομής, προβαίνει σε προσφορά τιμήματος 163.359,18 € για την εξαγορά του μεριδίου της, το οποίο ισούται με το ½ της αντικειμενικής του αξίας. Η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας από την εκκαλούσα αποδεικνύεται επίσης: α) από το .../8.10.1991 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., κατά την υπογραφή του οποίου παραστάθηκε αυτοπροσώπως και χωρίς την παρουσία διερμηνέα. Πρόκειται για ένα πολυσέλιδο γενικό πληρεξούσιο με πλείονες εντολές προς τρεις δικηγόρους που εμπεριέχει δυσχερείς νομικούς όρους. Η συντάξασα συμβολαιογράφος βεβαίωσε στο τέλος ότι το πληρεξούσιο «διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα στην εντολέα και βεβαιώθηκε, υπογράφεται από αυτήν και από μένα νόμιμα ως ακολούθως.», β) από την από το έτος 1993 υπεύθυνη δήλωσή της, συντεταγμένη στην ελληνική γλώσσα και υπογεγραμμένη από την εκκαλούσα, χωρίς να αναφέρεται η παρουσία διερμηνέα, γ) από το .../31.5.1993 πληρεξούσιο της Προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο, κατά την υπογραφή του οποίου παραστάθηκε αυτοπροσώπως και χωρίς την παρουσία διερμηνέα. Πρόκειται για πολυσέλιδο γενικό πληρεξούσιο που περιέχει πλείονες εντολές που αφορά την πώληση και μεταβίβαση ακινήτων, δ) από τα …/6.12.2012 και …/6.12.2012 ειδικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Πειραιά ..., κατά την υπογραφή των οποίων παραστάθηκε αυτοπροσώπως και χωρίς την παρουσία διερμηνέα. Πρόκειται για πολυσέλιδα ιδιαίτερα σύνθετα γενικά δικαστικά πληρεξούσια προς πέντε αντιπροσώπους της εκκαλούσας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τρεις δικηγόροι. Σε αμφότερα τα διαλαμβανόμενα πληρεξούσια η συντάξασα συμβολαιογράφος βεβαίωσε στο τέλος ότι : «Το παρόν αφού διαβάστηκε, ακούστηκε, βεβαιώθηκε και υπογράφηκε από την εντολέα και από εμένα την συμβολαιογράφο νόμιμα.», ε) από την …/16.5.2016 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., κατά την υπογραφή της οποίας παραστάθηκε αυτοπροσώπως και χωρίς την παρουσία διερμηνέα. Η αποδοχή αφορά επαχθείσα στην εκκαλούσα κληρονομίας της μητέρας της … χας ... το γένος ..., η οποία αριθμεί 15 σελίδες, πρόκειται για «νομικό» κείμενο με σαφώς εξειδικευμένους νομικούς όρους και η συντάξασα συμβολαιογράφος βεβαιώνει στο τέλος της πράξης (σελ. 15): «Η παρούσα πράξη διαβάστηκε στην εμφανισθείσα, η οποία την άκουσε, την βεβαίωσε, συμφώνησε με το περιεχόμενό της και την υπέγραψε αυτή και εγώ η συμβολαιογράφος, όπως νόμος ορίζει.» Από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, καθώς τα ανωτέρω έγγραφα είναι συντεταγμένα στην ελληνική γλώσσα, περιέχουν νομικούς όρους και τα υπέγραψε χωρίς την παρουσία διερμηνέα. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η ομολογία της εκκαλούσας στο δικόγραφο της εφέσεώς της (σελ.34) ότι “…μιλά καλά την ελληνική γλώσσα…», αρκεί ως γεγονός για την πλήρωση της προϋπόθεσης ότι η πράξη που επιδίδεται πρέπει να έχει συνταχθεί “..σε γλώσσα την οποία ο παραλήπτης κατανοεί» (άρθρο 8 §1α του Κανονισμού 1393/2007). Το γεγονός ότι η παραλήπτρια δεν είναι σε θέση να κατανοήσει εξειδικευμένα νομικά κείμενα, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχει σπουδάσει την νομική επιστήμη και όχι στο ότι δεν κατανοεί την ελληνική γλώσσα. Εξάλλου, όσον αφορά στον ισχυρισμό της ότι η με αριθμό …/24.5.2017 αγωγή έπρεπε να επιδοθεί μεταφρασμένη στην αγγλική γλώσσα, καθώς αυτή είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής, αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς το άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 αναφέρει ότι ο παραλήπτης μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή, εφόσον η επιδιδόμενη πράξη δεν έχει συνταχθεί ή δεν συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση στην γλώσσα που κατανοεί ο παραλήπτης ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής, ήτοι προβλέπεται διαζευκτικά η πράξη να είναι συντεταγμένη ή μεταφρασμένη είτε σε γλώσσα που κατανοεί ο παραλήπτης είτε στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής, στην προκειμένη δε περίπτωση, εφόσον η εκκαλούσα κατανοεί, κατά τα ανωτέρω, την ελληνική γλώσσα, δεν απαιτείτο μετάφραση της 35/24.5.2017 αγωγής στην αγγλική γλώσσα, ως επίσημη γλώσσα του Ηνωμένου Βασιλείου. Άλλωστε, η έλλειψη μετάφρασης δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης, όπως συνάγεται από το άρθρο 5 του Κανονισμού. Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα ενημερώθηκε για το δικαίωμα άρνησης παραλαβής και πως γνώριζε την αρχή στην οποία θα έπρεπε να επιστρέψει την αγωγή της εφεσίβλητης, εάν δεν την κατανοούσε. Τούτο αποδεικνύεται από την ίδια τη βεβαίωση Επίδοσης που προσκομίζεται, όπου στο πεδίο 12.3 ρητώς βεβαιώνεται από την αρμόδια Αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου ότι : « Ο παραλήπτης της πράξης ενημερώθηκε γραπτώς ότι μπορεί να αρνηθεί να την παραλάβει, εάν δεν έχει συνταχθεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης». Η ενημέρωση αυτή έγινε βάσει τυποποιημένου εντύπου που αποτελεί παράρτημα του Κανονισμού και είναι δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τεύχος Lαρ. 324 σελ. 99). Εντούτοις, η εκκαλούσα ουδέποτε άσκησε το σχετικό δικαίωμα και η μεταγενέστερη επίκληση της μη κατανόησης της επιδοθείσας πράξης δεν είναι δυνατή. Με βάση τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον δεύτερο λόγο της ανακοπής ως αβάσιμο στην ουσία του, δεχόμενο ότι η επίδοση της .../24.5.2017 αγωγής δεν έπασχε επειδή το κείμενό της είχε συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα, την οποία κατανοούσε πλήρως η εκκαλούσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει, η έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος της εφεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα της τελευταίας για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, και άρθρα 63 παρ.1, 68 παρ.1 και 69 παρ.1 του ήδη ισχύοντος ν.4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων”), όπως επίσης να διαταχθεί η εισαγωγή του ηλεκτρονικού παράβολου με κωδικό ... ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, που η εκκαλούσα κατέθεσε, στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 18.01.2022 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 75/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 18.01.2022 έφεση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) Ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του ηλεκτρονικού παράβολου με κωδικό ... ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στις 5-4-2023 και δημοσιεύθηκε στην Ερμούπολη Σύρου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους, στις 25 Μαΐου 2023.-
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΛΠΙΝΙΚΗ ΘΕΟΦΙΛΗ ΜΑΡΙΝΑ ΔΕΝΑΞΑ