Απόφαση

Αριθμός 1325/2023
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2022, με την εξής σύνθεση: Γεώργιος Τσιμέκας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Σταυρούλα Κτιστάκη, Αικατερίνη Ρωξάνα, Σύμβουλοι, Σοφία Παπακωνσταντίνου, Ευάγγελος Αργυρός, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Νικόλαος Βασιλόπουλος.
Για να δικάσει την από 24 Νοεμβρίου 2021 αίτηση:
της ... του …, κατοίκου Κορίνθου (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (Α.Μ. 25904), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά των: 1. Επιμελητηρίου Κορινθίας, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Σταύρο Βαρδαλά (Α.Μ. 3897), που τον διόρισε με απόφαση της Διοικητικής του Επιτροπής και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του, 2. Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της και 3. Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων, ο οποίος παρέστη με τον Νικόλαο Αμιραλή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
και κατά της παρεμβαίνουσας ... του …, κατοίκου Κορίνθου (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Απόστολο Σίνη (Α.Μ. 20198), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν: 1. το υπ’ αριθμ. …/10.8.2021 πρακτικό της πενταμελούς Επιτροπής Επιλογής, 2. το υπ’ αριθμ. …/16.7.2021 πρακτικό της ανωτέρω Επιτροπής, 3. η υπ’ αριθμ. …/30.9.2021 πράξη του Προέδρου του Επιμελητηρίου Κορινθίας (Γ΄ .../21.10.2021) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ευάγγελου Αργυρού.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της παρεμβαίνουσας και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού που εμφανίσθηκε, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής …/2021).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 14.4.2022 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση α) της .../30.9.2021 πράξης του Προέδρου του Επιμελητηρίου Κορινθίας (Γ΄ .../21.10.2021) με την οποία προσλήφθηκε, με σχέση έμμισθης εντολής, σε οργανική θέση δικηγόρου στην Υπηρεσία Γενικού Εμπορικού Μητρώου του Επιμελητηρίου Κορινθίας η ..., κατά παράλειψη της αιτούσας β) του …/10.8.2021 πρακτικού της πενταμελούς Επιτροπής Επιλογής με το οποίο επελέγη στην επίμαχη θέση η ... και γ) του …/16.7.2021 πρακτικού της πενταμελούς Επιτροπής Επιλογής στο οποίο ενσωματώθηκε η προσωπική συνέντευξη των υποψηφίων.
3. Επειδή, μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη είναι η απόφαση του Προέδρου του Επιμελητηρίου Κορινθίας με την οποία προσλήφθηκε με σχέση έμμισθης εντολής σε οργανική θέση δικηγόρου στο Επιμελητήριο Κορινθίας η .... Με την απόφαση αυτή ολοκληρώθηκε η σύνθετη διοικητική ενέργεια της διαδικασίας επιλογής δικηγόρου, στην οποία ενσωματώθηκαν τα ανωτέρω προσβαλλόμενα πρακτικά της Επιτροπής του άρθρου 43 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208), που έχασαν τον εκτελεστό χαρακτήρα τους και προσβάλλονται απαραδέκτως αυτοτελώς (ΣτΕ 2778, 988/2022, 2096, 1168/2021, 1256/2020 επτ. κ.α).
4. Επειδή, νομίμως παρέστη στη δίκη ως παθητικώς νομιμοποιούμενος διάδικος ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, δεδομένου ότι με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλονται -έστω και απαραδέκτως κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη- τα πρακτικά της ως άνω Επιτροπής, η οποία αποτελεί συλλογικό όργανο της Διοίκησης υπαγόμενο στον εποπτεύοντα το Επιμελητήριο Κορινθίας Υπουργό (πρβλ. ΣτΕ 988/2022). Αντιθέτως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η παράσταση του Υπουργού Οικονομικών, καθόσον δεν προσβάλλεται πράξη οργάνου που ανήκει ή εποπτεύεται απ’ αυτόν (ΣτΕ 858/2023).
5. Επειδή, στο άρθρο 18 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζονται τα εξής: «1. Αντίκλητος εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο είναι αυτοδικαίως ο δικηγόρος που το υπογράφει, εφόσον είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. 2. Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο μπορεί με το δικόγραφο ή με δήλωση που κατατίθεται στη Γραμματεία να διορίζει έναν αντίκλητο, ο οποίος πρέπει να κατοικεί στην Αθήνα και του οποίου πρέπει να αναφέρεται η διεύθυνση. 3 ... 4 ... 5. Όλες οι κοινοποιήσεις προς τον διάδικο που προβλέπονται από το παρόν γίνονται είτε προς τον ίδιο, είτε προς τον αντίκλητό του. 6. Κάθε μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας στην Αθήνα εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο ή του αντικλήτου του πρέπει να γνωστοποιείται με έγγραφη δήλωση, η οποία κατατίθεται στην γραμματεία, εκτός αν ο αντίκλητος είναι δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών. 7... 8. Αν υπάρχουν περισσότεροι αντίκλητοι, οι κοινοποιήσεις γίνονται εγκύρως σε οποιονδήποτε από αυτούς». Περαιτέρω, στο άρθρο 49 ορίζεται ότι «1. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να παρέμβει στη δίκη επί αιτήσεως ακυρώσεως, μόνο για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης. 2. Η παρέμβαση ασκείται επί ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο που κατατίθεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19 παρ. 1 του παρόντος και κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος, έξι τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου προς τους διαδίκους. 3 ... 4. Οι διατάξεις του άρθρου 18 για τον αντίκλητο έχουν εφαρμογή και στην παρέμβαση. 5...».
6. Επειδή, με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ του κύρους των προσβαλλομένων πράξεων η επιλεγείσα και εν τέλει προσληφθείσα στην επίδικη θέση ...· είναι δε απορριπτέος ο προβαλλόμενος, με το από 25.11.2022 υπόμνημα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμός της αιτούσας ότι η παρέμβαση είναι απαράδεκτη διότι η παρεμβαίνουσα όφειλε να κοινοποιήσει την παρέμβασή της είτε στην αιτούσα είτε στον υπογράφοντα το δικόγραφο των προσθέτων λόγων πληρεξούσιο δικηγόρο της. Τούτο διότι, σύμφωνα με την προσκομισθείσα ...΄/ 28.9.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ..., αντίγραφο του δικογράφου της παρέμβασης κοινοποιήθηκε στις 28.9.2022 στη δικηγόρο Αθηνών, ..., η οποία είχε υπογράψει το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ακύρωσης και είχε ορισθεί με το δικόγραφο αυτό ως αντίκλητος της αιτούσας (πρβλ ΣτΕ 997/2020, 882/2018, 789/2014), δεδομένου, άλλωστε, ότι με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων η αιτούσα δεν είχε ορίσει άλλο πρόσωπο ως αντίκλητο σε αντικατάσταση της αρχικώς ορισθείσας.
7. Επειδή, η συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας, η οποία απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, υπαγορεύει όπως η πρόσβαση κάθε Έλληνα πολίτη σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική του αξία και ικανότητα (ΣτΕ 711/2017 Ολομ., 2625/2016 επτ., 2462/2010 επτ., 2396/2004 Ολομ. κ.ά.). Και μπορεί μεν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει ρυθμίσεις, οι οποίες αποκλίνουν από την αρχή αυτή, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι ρυθμίσεις αυτές δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού και δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ 2620, 1363/2021 Ολομ., 2825/2018 επτ., 1120 - 1124/2016 Ολομ., 959, 1997/2015 Ολομ. κ.ά.).
8. Επειδή, με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α΄ 84/17.4.2001) προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 103 και παράγραφος 6 στο άρθρο 118 του Συντάγματος, με τις οποίες ορίστηκαν τα εξής: «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά ... γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής» (άρθρο 103 παρ. 7). «Προβλεπόμενες ή διατηρούμενες στο νόμο 2190/1994, όπως αυτός ισχύει, εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν» (άρθρο 118 παρ. 6).
9. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ Ολομ. 195/2013, 2743/2017 επτ.), με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατοχυρώθηκαν πλέον ρητά κατά την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και άλλων νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα. Σύμφωνα με τους νέους κανόνες της παρ. 7 του άρθρου αυτού, η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα γίνεται με διαγωνισμό ή επιλογή βάσει προκαθορισμένων και αντικειμενικών κριτηρίων και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (Α.Σ.Ε.Π.). Η εφαρμογή, ωστόσο, των κανόνων αυτών τελεί υπό την επιφύλαξη των συνταγματικής, επίσης, περιωπής ειδικών ρυθμίσεων, τις οποίες ο αναθεωρητικός νομοθέτης περιέλαβε στις διατάξεις, αφενός, του δεύτερου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 103 και, αφετέρου, της παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος. Ειδικότερα, με την πρώτη, πάγια και ειδική ρύθμιση του δεύτερου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 103, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προέβλεψε τη δυνατότητα καθιέρωσης με νόμο γενικής εξαίρεσης από τον κανόνα της υπαγωγής στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής των περιπτώσεων πρόσληψης προσωπικού στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με ειδικές διαδικασίες επιλογής, οι οποίες, είτε παρέχουν αυξημένες εγγυήσεις για τη διασφάλιση της διαφάνειας και αξιοκρατίας, είτε αφορούν, ιδίως, προσωπικό για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. Τις εξαιρέσεις αυτές δικαιολογεί όχι μόνο ο ειδικός χαρακτήρας αλλά και η μεγαλύτερη αυστηρότητα των σχετικών διαδικασιών επιλογής καθώς και οι μείζονες εγγυήσεις που παρέχουν για την μέγιστη δυνατή διασφάλιση των προαναφερόμενων συνταγματικών αρχών της διαφάνειας και της αξιοκρατίας, στις οποίες απέβλεψε η θέσπιση των νέων κανόνων του πρώτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Η ερμηνεία αυτή της διάταξης του δεύτερου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος βρίσκει έρεισμα και στις σχετικές με την ψήφισή της συζητήσεις στη Βουλή, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτή δεν είχε περιληφθεί στο Σχέδιο αναθεώρησης του Συντάγματος το οποίο υπέβαλε η Επιτροπή Αναθεώρησης στην Ολομέλεια της Βουλής, αλλά ψηφίσθηκε κατόπιν αποδοχής τροπολογίας που κατέθεσε στην Ολομέλεια ο εισηγητής της πλειοψηφίας Ε. Βενιζέλος, ο οποίος, στη σχετική εισήγησή του, ανέφερε χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, ότι: “… Βέβαια, πρέπει να προβλέψουμε εδώ ότι υπάρχουν ορισμένες διαδικασίες, οι οποίες είναι ακόμη αυστηρότερες, αλλά πάντως ειδικές, που δεν υπάγονται στην εποπτεία της αρχής αυτής…» (βλ. Πρακτικά Ολομέλειας Βουλής, Συνεδρίαση ΡΜΔ΄ της 21.3.2001, σελ. 731). Περαιτέρω, με τη δεύτερη, μεταβατικού χαρακτήρα, εξαιρετική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος, ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να εξαιρέσει από τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (του Α.Σ.Ε.Π. ή άλλης αρχής με όμοιο αντικείμενο που ενδέχεται να συσταθεί) τις περιπτώσεις εκείνες πρόσληψης προσωπικού του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο ο ν. 2190/1994, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της επίμαχης συνταγματικής διάταξης, ήδη ρητώς εξαιρούσε από την ελεγκτική αρμοδιότητα του Α.Σ.Ε.Π. Τούτο προκύπτει τόσο από το γράμμα της διάταξης αυτής όσο και από τις σχετικές με την ψήφισή της συζητήσεις στη Βουλή (βλ. Πρακτικά Ολομέλειας Βουλής, Συνεδρίαση ΡΜΔ΄ της 21.3.2001, σελ. 731 και 744, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 118 παρ. 6 του Συντάγματος, «το σύστημα εξαιρέσεων που προβλέπει ή διατηρεί σε ισχύ ο ν. 2190/94, διατηρείται σε ισχύ και μετά την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, γιατί είναι λελογισμένο και πάρα πολύ προσεκτικά καταρτισμένο”). Εξ άλλου, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 458/2021, 3361, 2931/2015 επτ., 3593/2008 Ολομ., ΠΕ 126/2006 Ολομ.), εξαιρέσεις από το θεσπισθέν με το ν. 2190/1994 σύστημα προσλήψεων υπό τον έλεγχο του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), όπως το σύστημα αυτό είχε διαμορφωθεί έως την ψήφιση, στις 6.4.2001, της ως άνω αναθεώρησης του Συντάγματος, εξακολουθούν να ισχύουν, εφ’ όσον διετηρούντο σε ισχύ στις 6.4.2001. Το ίδιο ισχύει και όταν οι εξαιρέσεις αυτές επαναλαμβάνονται σε μεταγενέστερες της ανωτέρω αναθεωρήσεως ρυθμίσεις, εφ’ όσον αποτελούν επέκταση του προϋφισταμένου αυτής καθεστώτος και δεν επιχειρούνται όλως ασυνδέτως προς το καθεστώς αυτό.
10. Επειδή, με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 (Α΄ 28) ορίσθηκαν κατηγορίες δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων που εξαιρούνται από το εισαγόμενο με τον νόμο αυτό σύστημα προσλήψεων, είτε γιατί διέπονται από ειδικό συνταγματικό ή νομοθετικό καθεστώς με ειδικές διαδικασίες πρόσληψης, είτε γιατί η φύση των καθηκόντων τους δεν συμβιβάζεται με το σύστημα του νόμου. Στις απαριθμούμενες εξαιρέσεις της παραγράφου αυτής περιλήφθηκε εξαρχής και η πρόσληψη όσων παρέχουν υπηρεσίες με έμμισθη εντολή (περ. ιγ΄). Ειδικά για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, κατά τον χρόνο ψήφισης του ως άνω ν. 2190/1994, ίσχυε η διάταξη του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 (Α΄ 149), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 1868/1989 (Α΄ 230), με την οποία καθιερώθηκε ειδική διοικητική διαδικασία πρόσληψής τους σε νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα. Με τις ρυθμίσεις της διάταξης αυτής ορίσθηκε ενιαίος τρόπος επιλογής και προσλήψης δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή για αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων στο δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα από ανεξάρτητη επιτροπή με προκήρυξη των θέσεων και με τη θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής προς διασφάλιση, αφενός των συμφερόντων των ως άνω νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα, αφετέρου του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος. Με τις διατάξεις αυτές, όπως προκύπτει και από τα πρακτικά των συζητήσεων στην Βουλή κατά την ψήφιση του εν λόγω άρθρου, σκοπήθηκε η καθιέρωση ειδικής διοικητικής διαδικασίας, ώστε να επιτυγχάνεται κατά την επιλογή και πρόσληψη των δικηγόρων στα εν λόγω νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα η τήρηση της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της αξιοκρατίας, δοθέντος ότι υπό το προϊσχύσαν των ανωτέρω διατάξεων καθεστώς δεν υφίστατο οποιαδήποτε πρόβλεψη για την τήρηση ορισμένων κανόνων κατά τη διαδικασία επιλογής των δικηγόρων της συγκεκριμένης κατηγορίας, οι δε σχετικές προσλήψεις διενεργούντο χωρίς προκήρυξη των θέσεων και κατά την κρίση αποκλειστικά της διοίκησης του εκάστοτε δημοσίου φορέα (βλ. ΣτΕ 1849/2015 επτ.).
11. Επειδή, ακολούθως, ψηφίσθηκε ο ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων», ο οποίος περιέλαβε στο άρθρο 43 ειδικές ρυθμίσεις για την πρόσληψη δικηγόρων με έμμισθη εντολή στους φορείς του δημόσιου τομέα, αντικαθιστώντας τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, αλλά διατηρώντας, ως προς τις βασικές ρυθμίσεις, την ίδια ειδική διοικητική διαδικασία. Ενόψει των ανωτέρω, οι διατάξεις αυτές, κατά το μέρος που προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση από την κείμενη περί ΑΣΕΠ νομοθεσία διαδικασία πρόσληψης δικηγόρων με έμμισθη εντολή στους φορείς του δημοσίου τομέα, είναι σύμφωνες με τις προεκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις, αφενός της παρ. 6 του άρθρου 118, διότι αποτελούν επέκταση του προηγούμενου της αναθεωρήσεως καθεστώτος, αφετέρου του δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 103, διότι θεσπίζουν ειδική διαδικασία επιλογής προσωπικού με σχέση εντολής που παρέχει εγγυήσεις, σύμφωνα με τις συνταγματικές αρχές της διαφάνειας και αξιοκρατίας, για την, κατόπιν συγκριτικής ουσιαστικής αξιολόγησης, επιλογή του καταλληλότερου για την κατάληψη της προκηρυχθείσας θέσης δικηγόρου.
12. Επειδή, περαιτέρω, στον ανωτέρω Κώδικα Δικηγόρων ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 36, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 56 του ν. 4745/2020 (Α´ 214) ότι: «1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Επίσης η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και Αρχή. Στο έργο αυτού περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή δια δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο. 2. …», στο άρθρο 42, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 188 του ν. 4820/2021 (Α΄ 130), ότι: «Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο», στο άρθρο 43 παρ. 2 ότι: «Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσα παρακάτω ορίζονται, εκτός αν πρόκειται για πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου στους φορείς αυτούς, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα» και, τέλος, στο άρθρο 46 παρ. 2 ότι: «Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με τον θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί τον δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή».
13. Επειδή, στο άρθρο 87 του ν. 4635/2019 (Α΄ 167), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 229 του ν. 4782/2021 (Α΄ 36) ορίζονται τα εξής: «1. Συστήνεται στην Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδας, Υπηρεσία Υποστήριξης και Ανάπτυξης των Πληροφοριακών Συστημάτων Γ.Ε.ΜΗ. και ΥΜΣ, η οποία αποτελεί οργανική μονάδα της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος (ΚΕΕΕ) ... 2. Οι Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. (εφεξής Υ.Γ.Ε.ΜΗ.) διακρίνονται ως εξής: αα. Ειδικές Υ.Γ.Ε.ΜΗ. του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων ... αβ. Ειδικές Υ.Γ.Ε.Μ.Η. του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ... β. Τμήματα Υ.Γ.Ε.ΜΗ. των Επιμελητηρίων. Σε κάθε Επιμελητήριο του ν. 4497/2017 (Α΄ 171) συνιστάται Υ.Γ.Ε.ΜΗ. που αποτελεί οργανική μονάδα του Επιμελητηρίου και οι αρμοδιότητές της ασκούνται αποκλειστικά από τον Προϊστάμενο και τους υπαλλήλους της, οι οποίοι αποτελούν προσωπικό του Επιμελητηρίου και τοποθετούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4497/2017 ... γ ... 3. Τα Τμήματα Υ.Γ.Ε.ΜΗ. των Επιμελητηρίων είναι αρμόδια για: α. την εγγραφή των υπόχρεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 86 του παρόντος, εξαιρουμένων των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 4441/2016 (Α` 227), β. κάθε καταχώριση που αφορά στους υπόχρεους, γ. (i) την παραλαβή, την πρωτοκόλληση, εφόσον δεν πραγματοποιείται με ηλεκτρονικό τρόπο (ηλεκτρονική αίτηση καταχώρισης) και τον έλεγχο πληρότητας των σχετικών αιτήσεων, των συνοδευτικών πράξεων, στοιχείων ή δηλώσεων, καθώς και τον έλεγχο νομιμότητας, όπως ορίζεται από τυχόν ειδικότερες διατάξεις, (ii) την παραλαβή, την πρωτοκόλληση, εφόσον δεν πραγματοποιείται με ηλεκτρονικό τρόπο και τον έλεγχο αιτήσεων έγκρισης επωνυμίας ή/και διακριτικού τίτλου, καθώς και τη δέσμευση αυτών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 104 του παρόντος, μόνο όταν η ως άνω διαδικασία δεν γίνεται μέσω ΥΜΣ, δ. την απάντηση σε ερωτήματα που διαβιβάζονται μέσω της ευρωπαϊκής κεντρικής πλατφόρμας και αφορούν στις πράξεις και τα στοιχεία των άρθρων 95, 97 και 98 του παρόντος νόμου, ε. την έκδοση πιστοποιητικών και τη χορήγηση αντιγράφων και αποσπασμάτων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 111 του παρόντος νόμου, στ. τη διεξαγωγή δειγματοληπτικού ελέγχου των αυτοματοποιημένων καταχωρίσεων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 102 του παρόντος. 4. Η καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα της Υ.Γ.Ε.ΜΗ. των Επιμελητηρίων καθορίζεται με βάση την έδρα ή την εγκατάσταση του υπόχρεου σε επίπεδο περιφερειακής ενότητας ... 5. Τα Τμήματα Υ.Γ.Ε.ΜΗ. των Επιμελητηρίων στελεχώνονται με υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης, ανάλογα με τις ανάγκες τους, οι οποίες προκύπτουν από τον αριθμό των υπόχρεων που είναι εγγεγραμμένοι σε αυτά. Προϊστάμενος ορίζεται μόνιμος υπάλληλος ή ΙΔΑΧ, κατά προτεραιότητα κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ ... 6. Σε κάθε Τμήμα Υ.Γ.Ε.ΜΗ. Επιμελητηρίου, σύμφωνα με τον αριθμό των εγγεγραμμένων σε αυτήν, συστήνεται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Επενδύσεων τουλάχιστον μία (1) οργανική θέση επιστημονικού συνεργάτη πλήρους απασχόλησης. Η ανωτέρω θέση πληρούται από δικηγόρο, κατά προτίμηση με ειδίκευση στο εμπορικό δίκαιο, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο π.δ. 50/2001 (Α΄ 39) που προσλαμβάνεται με απόφαση του εκάστοτε Επιμελητηρίου. Ο ανωτέρω επιστημονικός συνεργάτης επικουρεί την Υ.Γ.Ε.ΜΗ. κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου νομιμότητας των αιτήσεων εγγραφής, μεταβολής, διαγραφής, καθώς και κάθε άλλης καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. Αν ο Αριθμός των πράξεων που υποβάλλονται προς καταχώριση στις Υ.Γ.Ε.ΜΗ. των Επιμελητηρίων, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 103 απαιτούν έλεγχο νομιμότητας, δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα (250) ετησίως, τη νομική υποστήριξη του Τμήματος δύναται να αναλάβει επιστημονικός συνεργάτης μερικής απασχόλησης με τον οποίο το Επιμελητήριο συνεργάζεται για τον σκοπό αυτόν. Για την εν λόγω συνεργασία η αμοιβή διαμορφώνεται από τα μέρη και είναι ανάλογη του αντικειμένου και του χρόνου της απασχόλησης. Η πρόσληψη γίνεται με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής του οικείου Επιμελητηρίου, μη εφαρμοζομένου του π.δ. 50/2001. 7 ... 8. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που εκδίδεται λαμβάνοντας υπόψη την απλή γνώμη της ΚΕΕΕ και του κατά περίπτωση οικείου Επιμελητηρίου, ρυθμίζονται τα θέματα του κανονισμού λειτουργίας και στελέχωσης της Υπηρεσίας Υποστήριξης και Ανάπτυξης των Πληροφοριακών Συστημάτων Γ.Ε.ΜΗ. και ΥΜΣ της ΚΕΕΕ και των Υ.Γ.Ε.ΜΗ. των Επιμελητηρίων …». Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 6 του άρθρου 87 του ν. 4635/2019, εκδόθηκε η 38848/14.04.2020 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Επενδύσεων (Α΄ 1608). Στην απόφαση αυτή, όπως τροποποιήθηκε με την 99947/14.9.2021 κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων (Α΄ 4343/20.9.2021) αποφασίζεται η σύσταση οργανικών θέσεων επιστημονικού συνεργάτη (δικηγόρου) πλήρους απασχόλησης στις Υ.Γ.Ε.ΜΗ. των Επιμελητηρίων της Χώρας (άρθρο 1) και συστήνεται μία οργανική θέση στο Επιμελητήριο Κορινθίας (άρθρο 2)· στο άρθρο 3 δε ορίζεται ότι «Οι ανωτέρω θέσεις πληρούνται από δικηγόρο, κατά προτίμηση με ειδίκευση στο εμπορικό δίκαιο, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο π.δ. 50/2001 (Α` 39). Ο τρόπος και η διαδικασία πρόσληψης πραγματοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων …» και στο άρθρο 4 ότι «Αντικείμενο του επιστημονικού συνεργάτη – δικηγόρου, είναι: α) να επικουρεί τις Υ.Γ.Ε.ΜΗ. κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου νομιμότητας των αιτήσεων εγγραφής, μεταβολής, διαγραφής, καθώς και κάθε άλλης καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. β) να επεξεργάζεται και να απαντά ερωτήματα που υποβάλλονται από τα υπόχρεα πρόσωπα της Υ.Γ.Ε.ΜΗ. και γ) να συντάσσει τεκμηριωμένα ερωτήματα για ζητήματα που άπτονται ερμηνείας και εφαρμογής της νομοθεσίας, τα οποία διαβιβάζονται στο Τμήμα Εταιρικού Δικαίου και Γ.Ε.ΜΗ. της Διεύθυνσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων με επιμέλεια του Προϊσταμένου της Υ.Γ.Ε.ΜΗ». Ακολούθως, με την από 9.11.2020 απόφαση του Προέδρου του Επιμελητηρίου Κορινθίας προκηρύχθηκε μία θέση επιστημονικού συνεργάτη – δικηγόρου, πλήρους απασχόλησης στην Υπηρεσία Γενικού Εμπορικού Μητρώου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 4194/2013. Στην προκήρυξη αυτή αναφέρεται ότι ο επιστημονικός συνεργάτης – δικηγόρος υποχρεούται να παρέχει τις υπηρεσίες του στο οικείο κατάστημα του Επιμελητηρίου και στην Υπηρεσία Γενικού Εμπορικού Μητρώου του Επιμελητηρίου κατά τον χρόνο της λειτουργίας αυτού προκειμένου να ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές ανάγκες. Το αντικείμενο της απασχόλησης του δικηγόρου που πρόκειται να προσληφθεί θα είναι η συνεργασία και η στήριξη της Υπηρεσίας του Γενικού Εμπορικού Μητρώου του Επιμελητηρίου κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου νομιμότητας των αιτήσεων εγγραφής, μεταβολής, διαγραφής καθώς και κάθε άλλης καταχώρισης στο ΓΕΜΗ.
14. Επειδή, όπως συνάγεται από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 87 του ν. 4635/2019 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτής 38848/14.04.2020 κοινής απόφασης των Υφυπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Επενδύσεων, η σύσταση οργανικής θέσης επιστημονικού συνεργάτη – δικηγόρου στις ΥΓΕΜΗ των Επιμελητηρίων δεν αποσκοπεί στη δικαστική εκπροσώπηση και στον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων των εν λόγω νπδδ, αλλά αποκλειστικά και μόνο στη κάλυψη των αναγκών της Υπηρεσίας του Γενικού Εμπορικού Μητρώου του Επιμελητηρίου. Υπό τα δεδομένα αυτά, η θέση αυτή αποτελεί, ενόψει και του αντικειμένου της εν λόγω μονάδας, θέση νομικού συμβούλου, η πρόσληψη δε σε αυτή δεν διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 8 του ν. 4635/2019, παρά το ότι στην προαναφερόμενη κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Επενδύσεων, καθώς και στην επίμαχη ως άνω προκήρυξη, ορίζεται ότι ο τρόπος και η διαδικασία πρόσληψης πραγματοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων.
15. Επειδή, το Δικαστήριο, καθ’ ερμηνεία των διατάξεων τόσο του προγενέστερου άρθρου 11 του ν. 1649/1986 όσο και του ισχύοντος άρθρου 43 του Κώδικα Δικηγόρων (βλ. ΣτΕ 962/2002, 4238/2005, 379/2016, 106/2020), έχει κρίνει ότι, εφόσον στην ειδική νομοθεσία που διέπει το νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα, το οποίο προσλαμβάνει προϊσταμένους νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικούς συμβούλους δεν προβλέπεται ότι προηγείται της πρόσληψης αυτής ανάλογη διοικητική διαδικασία επιλογής, η σύμβαση έμμισθης εντολής μεταξύ του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα και του δικηγόρου που προσλαμβάνεται ως προϊστάμενος νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος, καταρτίζεται αποκλειστικώς βάσει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου, χωρίς δηλαδή να προηγείται της συμβάσεως διοικητική πράξη παραδεκτώς προσβαλλομένη με αίτηση ακυρώσεως. Τούτο δε συμβαίνει ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία η Διοίκηση του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα επιλέγει τον προϊστάμενο της νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή τον νομικό σύμβουλο κατ’ εφαρμογήν διατάξεων νόμου στις οποίες η ίδια εκουσίως υπάγεται δια σχετικής προκηρύξεώς της, διότι στην περίπτωση αυτή τόσον η προκήρυξη, όσο και η επιλογή και πρόσληψη ερείδονται στην δικαιοπρακτική βούληση του νομικού προσώπου και όχι σε διοικητικό νόμο. Για τον λόγο δε αυτόν, οι πράξεις που εκδίδονται για την πλήρωση των θέσεων αυτών δεν ελέγχονται ακυρωτικώς από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
16. Επειδή, με την 858/2023 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά τις νομικές του υπηρεσίες ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος σε ορισμένο εντολέα σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος με πάγια περιοδική αμοιβή. Ως νομικός ή δικαστικός σύμβουλος δε θεωρείται εκείνος ο οποίος, άσχετα με τον τίτλο της θέσης που κατέχει και την ονομασία που έλαβε κατά την πρόσληψή του ή μεταγενέστερα, δεν ασχολείται με τη δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων του εντολέα του προς τρίτους, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων σ’ αυτόν και στα όργανα του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους (ΑΠ 1103/2021, 1372, 1101/2017, 1619/2011 κ.ά.). Η διάκριση αυτή μεταξύ εμμίσθων δικηγόρων που ασχολούνται με τη δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων του εντολέα τους και εκείνων που έχουν αποκλειστικά την ιδιότητα του νομικού ή δικαστικού συμβούλου έχει σημασία για την ακολουθητέα διαδικασία πρόσληψής τους στους φορείς του δημοσίου τομέα, διότι ο Κώδικας Δικηγόρων (όπως και το προϊσχύον άρθρο 11 του ν. 1649/1986) ρητώς εξαιρεί από τη διαδικασία που διαγράφεται στην παρ. 2 του άρθρου 43 την πρόσληψη των τελευταίων. Εντούτοις, όταν συντρέχει η παραπάνω εξαίρεση, η οποία, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2115/2022), είναι στενώς ερμηνευτέα, ο κοινός νομοθέτης (τυπικός ή κανονιστικός) υποχρεούται, ενόψει των ορισμών του δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος, να προβλέπει διαδικασία και κριτήρια πρόσληψης που προσιδιάζουν στη φύση και το αντικείμενο των θέσεων αυτών και παρέχουν εχέγγυα διαφάνειας και αξιοκρατίας παρόμοια με εκείνα της διαδικασίας που διαγράφεται στο άρθρο 43 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων˙ και τούτο, προκειμένου να μην παραβιάζεται η ανωτέρω συνταγματική διάταξη, η οποία, αναφερόμενη αδιακρίτως σε θέσεις το αντικείμενο των οποίων προσιδιάζει σε σχέση εντολής, καταλαμβάνει κάθε μορφή δικηγορίας που παρέχεται, κατά τις διακρίσεις της κείμενης νομοθεσίας, υπό καθεστώς έμμισθης εντολής στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Και ναι μεν οι θέσεις στις οποίες προσλαμβάνονται οι νομικοί σύμβουλοι ή οι προϊστάμενοι δικαστικής ή νομικής υπηρεσίας είναι, σε οργανωτικό επίπεδο, θέσεις αυξημένης ευθύνης σε σχέση με τις θέσεις των δικηγόρων που έχουν ως αποκλειστικό καθήκον τη δικαστική εκπροσώπηση του φορέα, τούτο όμως δεν αρκεί, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούμενες από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, για την πρόσληψή τους άνευ οποιασδήποτε αξιοκρατικής διαδικασίας, κατ’ απόλυτη διακριτική ευχέρεια του οργάνου που διοικεί τον φορέα. Εξ άλλου, η βάσει αξιοκρατικών κριτηρίων και διαδικασίας πλήρωση άλλων θέσεων ευθύνης στη δημόσια διοίκηση [βλ. λ.χ. άρθρα 84-86 Υ.Κ. - Ν. 3528/2007 (Α΄ 26) για τους προϊσταμένους οργανικών μονάδων] αποτελεί τον κανόνα για τον κοινό νομοθέτη κατ’ εφαρμογήν της συνταγματικής αρχής της αξιοκρατίας κατά την πρόσβαση σε δημόσια αξιώματα. Δεν συντρέχει δε αποχρών λόγος διαφοροποίησης ως προς τον κανόνα αυτόν σε σχέση με τους νομικούς συμβούλους ή τους προϊσταμένους δικαστικής ή νομικής υπηρεσίας των φορέων του δημοσίου τομέα, οι οποίοι δεν είναι μετακλητοί υπάλληλοι, αλλά συνδέονται με το νομικό πρόσωπο με σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία, για τους εμμίσθους δικηγόρους που απασχολούνται σε υπηρεσίες του δημοσίου ή των ν.π.δ.δ., στις οποίες υπηρετούν υπάλληλοι που απολαύουν μονιμότητας, λύεται με καταγγελία μόνο για σπουδαίο λόγο (βλ. άρθρο 46 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων). Συνεπώς, η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 43 του Κώδικα Δικηγόρων που ορίζει ότι η πρόσληψη προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου στους φορείς του δημοσίου τομέα γίνεται με απόφαση οργάνου του φορέα, ερμηνευόμενη σε συμφωνία με τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις (άρθρα 5 παρ. 1 και 103 παρ. 7 εδαφ. δεύτερο), δεν έχει την έννοια ότι καταλείπεται στην ειδική νομοθεσία που διέπει το νομικό πρόσωπο, στο οποίο θα προσληφθεί προϊστάμενος δικαστικής ή νομικής υπηρεσίας ή νομικός σύμβουλος, ευχέρεια επιλογής αν θα υποβάλλεται ή όχι η πρόσληψη αυτή σε παρόμοια προς τις διατάξεις του Κώδικα διαδικασία επιλογής, αλλά προϋποθέτει ότι μια τέτοια διαδικασία προηγείται, σε κάθε περίπτωση, της απόφασης πρόσληψης, εφόσον δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούμενες από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος.
17. Επειδή, ενόψει της σπουδαιότητας του προεκτεθέντος ζητήματος, της ισχύουσας επ’ αυτού νομολογίας και της ως άνω 858/2023 απόφασης της πενταμελούς σύνθεσης, με την οποία παραπέμφθηκε παρόμοιο ζήτημα στην επταμελή σύνθεση, το Τμήμα κρίνει ότι πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος και να ορισθεί εισηγητής ο Πάρεδρος Ε. Αργυρός και δικάσιμος η 5η Οκτωβρίου 2023.
Διά ταύτα
Κηρύσσει απαράδεκτη την παράσταση του Υπουργού Οικονομικών, κατά το σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Τμήμα με επταμελή σύνθεση.
Ορίζει εισηγητή τον Πάρεδρο Ε. Αργυρό και δικάσιμο την 5η Οκτωβρίου 2023.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2023
Ο Πρόεδρος του Γ´ Τμήματος Ο Γραμματέας
Γεώργιος Τσιμέκας Νικόλαος Βασιλόπουλος
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Ιουλίου 2023.
Η Πρόεδρος Ο Γραμματέας
του Α΄ Θερινού Τμήματος
Μαργαρίτα Γκορτζολίδου Αντώνιος Γεωργακόπουλος