ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣτΕ 1206/2023 Πολεοδομικός σχεδιασμός - Ακίνητα εκτός σχεδίου - Προϋποθέσεις οικοδομησιμότητας - Απαραίτητη η ύπαρξη προσώπου σε κοινόχρηστη οδό - Προϋποθέσεις αναγνώρισης οδού - Αγροτικές οδοί - Δικαίωμα ιδιοκτησίας

Αριθμός:
1206
Έτος:
2023
Τμήμα Δικαστηρίου:
Σύνθεση:
Ημ. Δημοσίευσης:
07/07/2023
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
ΠερΔικ, 4/2023, σελ. 544 - 551
ECLI:
ECLI:EL:COS:2023:0707A1206.18E2021
Αρ. Λέξεων:
6095
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Εκτός σχεδίου δόμηση. Προϋποθέσεις. Ορίζεται ότι γήπεδο είναι η συνεχόμενη έκταση γης που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο, ενώ οικόπεδο είναι κάθε γήπεδο που βρίσκεται εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου ή οικισμού. Ένα οικόπεδο πρέπει να έχει πρόσωπο, δηλαδή όριο, προς κοινόχρηστο χώρο για να θεωρηθεί οικοδομήσιμο. Η δόμηση εκτός συγκεκριμένων ζωνών υπόκειται σε περιορισμούς, όπως η απαγόρευση δημιουργίας συνοικισμών χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο. Καθορίζονται ειδικότεροι περιορισμοί, όπως ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου και πρόσωπο σε κοινόχρηστους δρόμους για τη δόμηση εκτός ρυμοτομικών σχεδίων. Καθορισμός της Έννοιας του «Κοινοχρήστου Δρόμου». Η ύπαρξη προσώπου σε κοινόχρηστο δρόμο αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη δόμηση των εκτός σχεδίου ακινήτων, κάτι που υπογραμμίζεται τόσο στις προ του ν. 3212/2003 διατάξεις όσο και στην πολεοδομική νομολογία. Ο κανόνας αυτός εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, προλαμβάνοντας την ανεξέλεγκτη δημιουργία συνοικισμών και εξασφαλίζοντας την πολεοδομική τάξη. Η απαίτηση για πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο αποτρέπει την κατακερματισμένη ανάπτυξη και τη δημιουργία ιδιωτικών οδών, εξασφαλίζοντας μία συνεκτική και λειτουργική πολεοδομική δομή. Αγροτικές οδοί δεν καθιστούν οικοδομήσιμες τις εκτός σχεδίου πόλεως ευρισκόμενες ιδιοκτησίες. Η απαίτηση για ύπαρξη προσώπου σε κοινόχρηστο δρόμο βρίσκεται σε αρμονία με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς είναι αναγκαίος για την εξυπηρέτηση λόγων δημοσίου συμφέροντος. Απόρριψη Αντίθετων Ισχυρισμών: Ισχυρισμοί που αντιτίθενται στην ανάγκη για πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο, καθώς και εκείνοι που θεωρούν αυτή την απαίτηση υπερβολική ή αντίθετη σε άλλες πολεοδομικές αρχές, κρίνονται αβάσιμοι. Η απόφαση επιβεβαιώνει τη νομιμότητα της ακύρωσης των οικοδομικών αδειών με βάση τον κανόνα της απαίτησης για πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο, ο οποίος θεωρείται πρόσφορος, αναγκαίος και συμβατός με το σύνταγμα και τις ευρωπαϊκές νομικές αρχές.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 1206/2023
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2023, με την εξής σύνθεση: Χρήστος Ντουχάνης, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, της αναπληρώτριάς της Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Ελένη Παπαδημητρίου, Δημήτριος Βασιλειάδης, Σύμβουλοι, Μαρία-Ελένη Παπαδημήτρη, Δημήτριος Πυργάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Γεωργία Σιμάτη.
Για να δικάσει την από 12 Ιουλίου 2018 έφεση:
του Δήμου Νικολάου Σκουφά Άρτας, που εδρεύει στο Πέτα Άρτας, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Χατζηγιαννάκη (Α.Μ. 28288), που τον διόρισε με απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του,
κατά των: 1. ... του … και 2. ... του …, κατοίκων Άρτας (…), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Φίλιππο Πανταζή (Α.Μ. 101 Δ.Σ. Ιωαννίνων), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του,
και κατά της υπ’ αριθμ. 61/2018 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δημητρίου Πυργάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος Δήμου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου, ζητείται η εξαφάνιση της 61/2018 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή η από 28.11.2016 αίτηση ακυρώσεως των εφεσίβλητων, και ακυρώθηκαν η …/24.8.2016 έγκριση δόμησης, καθώς και η …/2.9.2016 Άδεια δόμησης του Τμήματος Έκδοσης Αδειών Δόμησης της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης (Υ.ΔΟΜ.) του Δήμου Νικολάου Σκουφά Ν. Άρτας. Με τις άδειες αυτές επετράπη στον ... η περίφραξη γεωτεμαχίου, εμβαδού 5.060,02 στην περιοχή «Μισαύλακας» της κτηματικής περιφέρειας Πέτα του ως άνω Δήμου, καθώς και η ανέγερση επ’ αυτού γραφείου μεταφορών.
2. Επειδή, με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) δεύτερο εδάφιο, το οποίο, εν συνεχεία, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016) ως εξής: «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση». Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της εφέσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης αποφάσεως επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υποθέσεως, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (ΣτΕ, Α.Π., Ελ Σ) ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 2594/2019, 1462/2018, 2706/2016 κ.ά.). Ως τέτοια νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (βλ. ΣτΕ 98/2021, 145/2019, 2481, 2566, 3242, 3517/2017, 4163/2012 κ.ά.).
3. Επειδή, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου, δυνάμει της ../24.8.2016 έγκρισης δόμησης, καθώς και της …/2.9.2016 Άδειας δόμησης του Τμήματος Έκδοσης Αδειών Δόμησης της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης (Υ.ΔΟΜ.) του Δήμου Νικολάου Σκουφά Νομού Άρτας επετράπη στον ... η περίφραξη γεωτεμαχίου, εμβαδού 5.060,02 τ.μ., στην περιοχή «Μισαύλακας» της κτηματικής περιφέρειας Πέτα του ως άνω Δήμου, καθώς και η ανέγερση επ’ αυτού γραφείου μεταφορών, με πραγματοποιούμενο εμβαδό δόμησης κτιρίου 25,60 τ.μ. Με την από 30.9.2016 αίτηση και αναφορά-καταγγελία τους, όμως, προς την Υπηρεσία Δόμησης του εκκαλούντος Δήμου, οι ήδη εφεσίβλητοι, συνιδιοκτήτες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας όμορου, με το προηγούμενο γεωτεμάχιο, ακινήτου, εμβαδού 5.762,57 τ.μ., κατήγγειλαν ότι οι προαναφερθείσες πράξεις εκδόθηκαν χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για τον λόγο ότι το ακίνητο που αφορούν δεν είχε πρόσοψη σε κοινόχρηστη οδό. Η Υπηρεσία Δόμησης, με το Υ.Δ. …/14.10.2016 έγγραφό της, απάντησε ότι: “…το ακίνητο του κ. ... ευρίσκεται σε εκτός σχεδίου περιοχή και συνεπώς για τη δόμησή του, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Π.Δ. της 24/31.5.1985 (Δ΄ 270) «περί εκτός σχεδίου δόμησης”, βάσει των οποίων τα γήπεδα που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3212/2003 (ΦΕΚ Α΄ 308/31.12.2003), είναι άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον έχουν ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. (άρ. 1 παρ. δδ, Π.Δ. της 24/31.5.1985), χωρίς να ισχύει για αυτά η υποχρέωση ύπαρξης προσώπου σε κοινόχρηστο χώρο. Συνεπώς η 7/2016 Άδεια δόμησης καλώς εξεδόθη…».
4. Επειδή, με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκαν μεταξύ άλλων, τα εξής: “… στο πλαίσιο καθορισμού των όρων και περιορισμών δόμησης που ισχύουν σε εκτός σχεδίου περιοχές, η περίπτωση Ι.α της παρ. 2 του άρθρου 162 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.) (δηλ. περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του από 24/31.5.1985 π.δ/τος, όπως αρχικώς ίσχυε), στην εφαρμογή της οποίας παραπέμπει η παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 3212/2003, θέτει ως προϋπόθεση ότι το εκτός σχεδίου γήπεδο πρέπει να έχει ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ., χωρίς να προβλέπει, επιπλέον, ότι αυτό πρέπει να έχει πρόσωπο, κοινό όριο δηλαδή, σε κοινόχρηστο χώρο. Σύμφωνα λοιπόν με όσα έγιναν δεκτά ..., η εν λόγω επιτρεπόμενη δόμηση θεσπίσθηκε κατά παράβαση του βασικού κανόνα δόμησης της εν γένει Πολεοδομικής νομοθεσίας, κατά τον οποίο δομήσιμα είναι τα οικόπεδα που έχουν πρόσωπο, κοινό όριο δηλαδή, σε κοινόχρηστο χώρο νομίμως υφιστάμενο, μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση. Επομένως, εφόσον με τις προσβαλλόμενες πράξεις έγκρισης και Άδειας δόμησης επετράπη η δόμηση του ως άνω γηπέδου με βάση την ανωτέρω διάταξη και χωρίς να απαιτηθεί αυτό (γήπεδο) να έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, όπως, άλλωστε, δέχεται και η Υ.ΔΟΜ. του Δήμου Νικολάου Σκουφά με τις απόψεις της, οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι ακυρωτέες, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο λόγο».
5. Επειδή, προβάλλεται ως πρώτος λόγος εφέσεως ότι από την αδιάστικτη διατύπωση της περ. δδ) της παρ. 2 του άρθρου 1 του π.δ. της 24/31.5.1985 επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η χορήγηση Άδειας δομήσεως άνευ υπάρξεως προσώπου επί κοινόχρηστου χώρου, αλλά με την προϋπόθεση υπάρξεως εμβαδού κατ’ ελάχιστον 4.000 τ.μ. Προκειμένου να θεμελιωθεί η παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, προβάλλεται ότι επί του τιθέμενου με τον πρώτο λόγο εφέσεως νομικού ζητήματος δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, δεδομένου ότι η 176/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ερμήνευσε συνδυαστικώς τις διατάξεις της νομοθεσίας που ίσχυσε κατά καιρούς επί του κρισίμου νομικού ζητήματος της οικοδομησιμότητας γηπέδων εκτός σχεδίου στερουμένων προσώπου σε κοινόχρηστο χώρο, και συνόψισε τους σχετικούς νομολογιακούς κανόνες, δεν είχε εκδοθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της κρινόμενης εφέσεως. Επομένως, η κρινόμενη έφεση, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, είναι περαιτέρω εξεταστέα ως προς τη βασιμότητα του προβαλλομένου με αυτήν πρώτου λόγου εφέσεως.
6. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 242 του Κ.Β.Π.Ν. [= άρθρο 2 του Γ.Ο.Κ. 1985 (ν. 1577/1985, Α΄ 210)], “… 12. Γήπεδο είναι η συνεχόμενη έκταση γης που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο και ανήκει σε έναν ή σε περισσότερους κυρίους εξ αδιαιρέτου. 13. Οικόπεδο είναι κάθε γήπεδο, που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή μέσα στα όρια οικισμού χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο, … 15. Πρόσωπο οικοπέδου ή γηπέδου είναι το όριό του προς τον κοινόχρηστο χώρο, …”, ενώ, κατά τα άρθρα 243 και 245 του Κ.Β.Π.Ν. [= άρθρα 6 του Γ.Ο.Κ. 1985 και 25 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33), αντιστοίχως], για να είναι οικοδομήσιμο ένα οικόπεδο πρέπει να έχει πρόσωπο, δηλαδή όριο, προς κοινόχρηστο χώρο. Περαιτέρω, στο άρθρο 162 του Κ.Β.Π.Ν. [= άρθρο 17 του ν.δ. της 17.7.1923 (Α΄ 228) και άρθρο μόνο του ν.δ. της 3.12.1925, Α΄ 406], με το οποίο ρυθμίζονται οι γενικοί όροι και περιορισμοί δομήσεως εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, ορίζεται ότι «1. Η δόμηση εκτός των αναφερόμενων στο άρθρο 181 ζωνών υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 160 (δηλαδή σε «έγκριση όρων και περιορισμών δόμησης»), οι οποίοι καθορίζονται με π.δ/τα που εκδίδονται μετά γνώμη του Κ.Σ.Χ.Ο.Π. Οι περιορισμοί αυτοί αποσκοπούν στην παρεμπόδιση δημιουργίας συνοικισμών χωρίς να έχει προηγουμένως εγκριθεί το σχέδιό τους …». Εξειδικεύοντας την ως άνω επιταγή παρεμποδίσεως της δημιουργίας οικισμών χωρίς σχέδιο, ο Κ.Β.Π.Ν. θεσπίζει, στις επόμενες παραγράφους του άρθρου 162, αποδίδοντας το περιεχόμενο των αντίστοιχων διατάξεων του π.δ/τος της 24-31.5.1985 περί εκτός σχεδίου δόμησης (Δ΄ 270), τους σχετικούς περιορισμούς. Ειδικότερα, το άρθρο 162 με τίτλο «Γενικές διατάξεις» όριζε στην παρ. 2 (= άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. της 24-31.5.1985, όπως ίσχυε πριν τον ν. 3212/2003) τα εξής: «Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων που βρίσκονται εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή εκτός των ορίων των νόμιμα υφιστάμενων πριν από το έτος 1923 οικισμών που στερούνται ρυμοτομικού σχεδίου ή εκτός των ορίων των οικισμών μέχρι 2.000 κατοίκων καθορίζονται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά για κάθε περιοχή από ειδικές διατάξεις, ως εξής: I. α) ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 μ2. β) για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς καθώς και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο: σαράντα πέντε (45) μέτρα, ελάχιστο βάθος: πενήντα (50) μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: τέσσερις χιλιάδες (4.000) τ.μ. II. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα: α) ... β) τα γήπεδα που την 31.5.1985, ημέρα δημοσίευσης του από 24.5.1985 π.δ/τος (Δ΄ 270), είχαν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα) … δδ) τα γήπεδα που δημιουργήθηκαν από τη 17.10.1978 μέχρι την 31.5.1985: ελάχιστο εμβαδόν: τέσσερις χιλιάδες (4.000) τ.μ. …». Εν συνεχεία δημοσιεύθηκε ο ν. 3212/2003 «Άδεια δόμησης, πολεοδομικές και άλλες διατάξεις …» (Α΄ 308/31.12.2003), το άρθρο 10 του οποίου, με τίτλο «Ρυθμίσεις για τη δόμηση σε γήπεδα εκτός σχεδίου», ορίζει ότι: «1. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του από 24-31.5.1985 π. δ/τος … αντικαθίσταται ως εξής: “α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα. Η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου που αφορά στο ελάχιστο πρόσωπο δεν ισχύει για την ανέγερση κτιρίων των άρθρων 2 και 3, εφόσον εξυπηρετούνται από αγροτικούς ή δασικούς δρόμους, καθώς και ορειβατικών καταφυγίων, η ανέγερση των οποίων επιτρέπεται και σε γήπεδα που εξυπηρετούνται αποκλειστικά από μονοπάτια». 2. …». Ως προς την ανωτέρω ρύθμιση, η εισηγητική έκθεση του νόμου διαλαμβάνει τα εξής: «Με την παράγραφο 1 θεσπίζεται η απαγόρευση δόμησης γηπέδων που δεν διαθέτουν πρόσωπο ικανού μήκους σε δημόσιο οδικό δίκτυο, πλην εξαιρέσεων (κτίσματα για την εξυπηρέτηση ορισμένων χρήσεων του πρωτογενή τομέα που μπορούν να εξυπηρετούνται και από αγροτικούς ή δασικούς δρόμους καθώς και ορειβατικών καταφυγίων, η ανέγερση των οποίων επιτρέπεται και σε γήπεδα που εξυπηρετούνται αποκλειστικά από μονοπάτια, καθώς και σε γήπεδα που προϋφίστανται της έναρξης ισχύος του νόμου και προορίζονται για την ανέγερση κατοικιών), με στόχο τον περιορισμό της δόμησης και τη συγκέντρωσή της σε γήπεδα που διαθέτουν σχετικές με τη λειτουργία κάθε χρήσης προϋποθέσεις πρόσβασης, παράλληλα με τη δημιουργία προϋποθέσεων για την εξασφάλιση της λειτουργικότητας των αξόνων, την αποτροπή δημιουργίας νέων αυθαίρετων ιδιωτικών σχεδίων (ιδιωτικοί δρόμοι/κατατμήσεις)». Περαιτέρω, στο άρθρο 23 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του από 24/31.5.1985 προεδρικού διατάγματος, όπως αντικαθίσταται με την παρ. 1 του άρθρου 10 του νόμου αυτού, δεν ισχύει για γήπεδα που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού». Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 15 του ν. 3937/2011 (Α΄ 60/31.3.2011) ορίσθηκε ότι «15. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, καθορίζεται η έννοια του «κοινοχρήστου δρόμου» της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του προεδρικού διατάγματος της 24 - 31.5.1985», ενώ μεταγενεστέρως, με το άρθρο 28 παρ. 19 του ν. 4280/2014 (A΄ 159), η εν λόγω διάταξη αντικαταστάθηκε ως εξής: «15. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, καθορίζεται η έννοια του «κοινόχρηστου δρόμου» του προεδρικού διατάγματος της 24-31.5.1985», πλην έκτοτε δεν έχει εκδοθεί σχετικό διάταγμα κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως.
7. Επειδή, σε σχέση με την ερμηνεία των άρθρων 162 παρ. 2 περ. Ια. του Κ.Β.Π.Ν., 10 παρ. 1 και 23 παρ. 3 του ν. 3212/2003, εκδόθηκε, στη συνέχεια, η 176/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: α) Με τις παρ. 1 και 6 του άρθρου 24 του Συντάγματος το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον έχουν αναχθεί σε αυτοτελώς προστατευόμενα αγαθά. Τα αρμόδια όργανα του Κράτους οφείλουν να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες και, ειδικότερα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα νομοθετικά και διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά, μέτρα για την αποτελεσματική διαφύλαξή τους, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Περαιτέρω, με την παρ. 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος επιβάλλεται η ορθολογική χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας, με βάση τους κανόνες της επιστήμης, ώστε να διασφαλίζεται η ορθή ανάπτυξη των οικισμών, η προστασία του περιβάλλοντος, οι βέλτιστοι δυνατοί όροι διαβίωσης και η οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας (βιώσιμης ανάπτυξης), ουσιώδη όρο της οποίας αποτελούν τα χωροταξικά σχέδια (σκ. 14). β) Εξάλλου, όπως έχει κριθεί, από τον συνδυασμό των άρθρων 24 παρ. 1 και 2 και 17 του Συντάγματος συνάγεται θεμελιώδης, από πλευράς δυνατότητας δομήσεως, διαφοροποίηση μεταξύ των περιοχών των αναπτυσσομένων με βάση οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο, οι οποίες προορίζονται για δόμηση, και των εκτός σχεδίου περιοχών, οι οποίες δεν έχουν ως προορισμό, κατ’ αρχήν, την δόμηση ή την τουριστική εκμετάλλευση, αλλά την γεωργική, κτηνοτροφική και δασοπονική εκμετάλλευση και την αναψυχή του κοινού και, συνεπώς, η οικιστική εκμετάλλευση, όταν κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, τελεί υπό αυστηρούς όρους (ΣτΕ 3135/2002, 3396-97/2010, 2035/2011 Ολομ., 665/2018 7μ. κ.ά.). Στην πρώτη κατηγορία περιοχών, που προορίζονται προς δόμηση, αυτή επιτρέπεται με μόνη προϋπόθεση την τήρηση των ορισμών του σχεδίου πόλεως και των όρων και περιορισμών δομήσεως που το συνοδεύουν. Στην δεύτερη κατηγορία περιοχών, εν όψει του ότι δεν είναι δυνατόν, από τη φύση τους και την έλλειψη Πολεοδομικής οργάνωσης, να εξασφαλισθεί η τήρηση των κατά τα ανωτέρω συνταγματικών σκοπών, η δόμηση μόνο κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, δυνάμενη και να απαγορεύεται εν όλω ή εν μέρει ή να επιτρέπεται υπό ιδιαιτέρως αυστηρούς όρους και περιορισμούς, προσαρμοσμένους στην ιδιαίτερη φύση κάθε περιοχής. Οι όροι αυτοί δεν επιτρέπεται να είναι ευνοϊκότεροι, δηλαδή να καθιστούν ευχερέστερη τη δόμηση, σε σχέση προς τους ισχύοντες για τις εντός σχεδίου περιοχές (ΣτΕ 2657/2007, 3504/2010, 1671/2014, 2136-37/2016, 665/2018 7μ. κ.ά.), ούτε να οδηγούν σε εξομοίωση των εκτός σχεδίου περιοχών με εντός σχεδίου πόλεως ή ορίων οικισμών περιοχές ή στην εν τοις πράγμασι δημιουργία νέων οικισμών χωρίς εγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο (ΣτΕ 2063, 962, 665/2018 7μ., 3526/2017, 2136-37/2016 7μ., 1856/2016 κ.ά.), όπως δια της κατατμήσεως ενιαίου γηπέδου σε μικρότερα όταν με αυτήν καθίσταται δυνατή, κατά τις παρομαρτούσες συνθήκες, η άμεση ή έμμεση δημιουργία οικιστικού συνόλου χωρίς προηγούμενη έγκριση σχεδίου οργανωμένης δόμησής του (ΣτΕ 2657/2007 7μ.) [σκ. 15]. γ) Όπως κρίνεται παγίως, κατά την έννοια των περιοριστικών της δόμησης διατάξεων του άρθρου 162 παρ. 1 και 2 περ. Ια. Κ.Β.Π.Ν. (σε συνδυασμό με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 242, 243 και 245 Κ.Β.Π.Ν.), οι οποίες αποβλέπουν, πρωτίστως, στην διαφύλαξη του ιδιαίτερου χαρακτήρα των εκτός σχεδίου περιοχών και στην αποφυγή καταστρατήγησης πάγιων πολεοδομικών κανόνων ορθολογικής δομήσεως, η κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενη στις ως άνω περιοχές δόμηση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται ο βασικός κανόνας δομήσεως της εν γένει Πολεοδομικής νομοθεσίας, κατά τον οποίο δομήσιμα είναι τα οικόπεδα που έχουν πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο, σε κοινόχρηστο χώρο νομίμως υφιστάμενο, μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση. Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατή η δόμηση γηπέδων σε εκτός σχεδίου περιοχές υπό όρους ευνοϊκότερους από την ανωτέρω άποψη ακόμη και εκείνων που ισχύουν για τα εντός σχεδίου πόλεως οικόπεδα, τα οποία δομούνται μόνο εφόσον διαθέτουν πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο με κοινόχρηστο χώρο (ΣτΕ 2606, 3848, 3849/2005, 3504/2010, 1671/2014, 4046/2015 7μ., 2329/2012 κ.ά., πρβλ. 2521/2000 7μ., 4525/2009). Ειδικότερα, στην περίπτωση Ια΄ της παρ. 2 του άρθρου 162 του Κ.Β.Π.Ν. (= άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ. της 24-31.5.1985) εξαγγέλλεται απλώς ο κανόνας κατά τον οποίο το ελάχιστο εμβαδόν για την δόμηση των εκτός σχεδίου ακινήτων κατά τον κανόνα είναι τα 4 στρέμματα. Η εν λόγω διάταξη αναφέρεται μεν, αυτονοήτως, σε γήπεδα έχοντα πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο (αυτή η έννοια αποδόθηκε, άλλωστε, στην εν λόγω διάταξη όπως είχε αρχικά, πριν δηλαδή την αντικατάστασή της με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003, με την απόφαση ΣτΕ 3504/2010 7μ.), πλην δεν έχει αυτοτέλεια, αφού δεν ορίζει λοιπές προϋποθέσεις δόμησης, εξειδικεύεται δε στην αμέσως επόμενη διάταξη της περιπτώσεως β΄, στην οποία καθορίζονται λεπτομερώς οι προϋποθέσεις της κατά τον κανόνα δόμησης εκτός σχεδίου και με την οποία εφαρμόζεται συνδυασμένα. Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία η περίπτωση α΄ θέτει ως μόνη προϋπόθεση για την δόμηση εκτός σχεδίου το ελάχιστο εμβαδόν των 4.000 τ.μ., στερείται βάσεως, προεχόντως διότι παρόμοια αόριστη διάταξη θα ήταν εκτός εξουσιοδοτήσεως και θα προσέκρουε στο Σύνταγμα ως αντίθετη με τους μνημονευθέντες θεμελιώδεις κανόνες της εκτός σχεδίου δομήσεως και της δομήσεως εν γένει (πρβλ. ΣτΕ 4525/2009). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 περ. β΄ του π.δ. της 24-31.5.1985 (= άρθρο 162 παρ. 2 περ. β΄ του Κ.Β.Π.Ν.), ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο σε δρόμο, που το καθιστά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οικοδομήσιμο, όταν ο δρόμος αυτός, ανεξαρτήτως αν είναι εθνικός, επαρχιακός, δημοτικός ή κοινοτικός (πλην των αγροτικών, που αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία και δεν καθιστούν οικοδομήσιμα τα γήπεδα, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, βλ. ΣτΕ 4046/2015, 665, 848, 962/2018 7μ. κ.ά.), υφίσταται νομίμως και είναι ήδη διανοιγμένος, κατά τρόπον ώστε να είναι προσπελάσιμος και να παρέχει εν τοις πράγμασι επικοινωνία με το γήπεδο (ΣτΕ 2329/2012, 1671/2014, 4046/2015, 2709/2018 κ.ά.) [σκ. 17]. δ) Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 1 και 23 παρ. 3 του ν. 3212/2003 προκύπτουν τα εξής: Δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. της 24-31.5.1985, όπως είχε αρχικά, όριζε στην περίπτωση α΄ απλώς το ελάχιστο εμβαδόν για την κατά τον κανόνα δόμηση των εκτός σχεδίου ακινήτων, ενώ ρύθμιζε συνολικά το ζήτημα των προϋποθέσεων αυτής στην επόμενη περίπτωση β΄, ο νομοθέτης, προς αποφυγή παρερμηνείας και καταστρατηγήσεων, με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003 όρισε, κατά τροποποίηση της ανωτέρω περίπτωσης α΄, ελάχιστο μήκος προσώπου των γηπέδων επί του κοινόχρηστου χώρου τα 25 μ. Η διάταξη αυτή, ανεξαρτήτως αα) του ζητήματος αν δικαιολογείται ο καθορισμός μικρότερου προσώπου από αυτό που ορίζεται στην περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ. της 24-31.5.1985, ββ) αν δύναται να τύχει εφαρμογής πριν την έκδοση του π.δ/τος που προβλέπεται στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 20 παρ. 15 του ν. 3937/2011 και γγ) του ότι, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 του ν. 3212/2003, δεν ισχύει προκειμένου περί γηπέδων που δημιουργήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του άρθρου 10 του ίδιου νόμου (31.12.2003), πάντως δεν θεσπίζει το πρώτον ως προϋπόθεση για την οικοδομησιμότητα των εκτός σχεδίου γηπέδων την ύπαρξη προσώπου αυτών σε κοινόχρηστο χώρο διότι, κατά τα προεκτεθέντα, την έννοια αυτή είχε εξ αρχής και η τροποποιούμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ. της 24-31.5.1985. Επομένως, και τα εκτός σχεδίου γήπεδα που δημιουργήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003, διεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. της 24-31.5.1985, όπως αυτό είχε αρχικά, είναι δομήσιμα εφόσον διαθέτουν, μεταξύ άλλων, πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο (δρόμο) νομίμως υφιστάμενο και μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση, κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στην περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 αυτού (= άρθρο 162 παρ. 2 περ. β΄ του Κ.Β.Π.Ν.) [σκ. 18].
8. Επειδή, όσα έγιναν δεκτά με την 176/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ισχύουν και στη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορά, κατά την οικεία Υ.ΔΟΜ. αλλά και τον εκκαλούντα Δήμο, την εφαρμογή και ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 162 παρ. 2 περ. ΙΙβ υποπερ. δδ΄ του Κ.Β.Π.Ν. η οποία επιτρέπει, κατά τους ισχυρισμούς τους, την κατά παρέκκλιση οικοδομησιμότητα του εκτός σχεδίου ακινήτου εφόσον έχει εμβαδόν τέσσερα στρέμματα, χωρίς να απαιτείται πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, το επίδικο αγροτεμάχιο υφίστατο πριν τον ν. 3212/2003 (βλ. συμβολαιογραφική πράξη .../5.7.2009), περιήλθε δε στον ... δι’ αγοράς το έτος 2007 (βλ. …/11.7.2007 συμβόλαιο και Υ.Δ…./30.11.2016 απάντηση της Υ.ΔΟΜ. του Δήμου Νικολάου Σκουφά σε αναφορά των εφεσίβλητων). Στο …/2007 συμβόλαιο αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο συνορεύει σε μια πλευρά «με αγροτική οδό πλάτους τεσσάρων μέτρων (4μ.)» και σε άλλες πλευρές με ιδιοκτησίες τρίτων και «αυλάκια». Στο διάγραμμα κάλυψης της .../2016 Άδειας δόμησης αναφέρεται δρόμος 5 μ., σύμφωνα όμως με την 566/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου πρόκειται για οιονεί δουλεία διόδου, την «οποία ο ... δεν θα περιφράξει, αλλά θα κάνει εργασίες εξυγίανσης και αποκατάστασης της προσπέλασης, που είχε διαταραχθεί, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση της αδείας» (βλ. Υ.Δ…/29.1.2020 έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Νικολάου Σκουφά προς το Δικαστήριο). Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το επίδικο, εκτός σχεδίου και προϋφιστάμενο του ν. 3212/2003, ακίνητο δεν διέθετε πρόσωπο σε κοινόχρηστη δημόσια οδό (υπό την προμνησθείσα στη σκέψη 7 έννοια, βλ. και παρακάτω), δεν ήταν οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. της 24-31.5.1985 περί εκτός σχεδίου δόμησης και η αρμόδια Υ.ΔΟΜ. ήταν υποχρεωμένη να απορρίψει, για τον λόγο αυτόν, τα αιτήματα έκδοσης των προσβαλλόμενων με την αίτηση ακυρώσεως πράξεων. Συνεπώς νομίμως οι προσβληθείσες έγκριση και Άδεια δόμησης ακυρώθηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτομένου του ισχυρισμού του εκκαλούντος ότι η αρμόδια Υ.ΔΟΜ. ήταν υποχρεωμένη, αντιθέτως, να εκδώσει την οικοδομική Άδεια, εφαρμόζοντας τον κανόνα αρτιότητας των 4 στρεμμάτων. Επομένως, ο πρώτος λόγος εφέσεως και οι επιμέρους ισχυρισμοί του εκκαλούντος με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι.
9. Επειδή, ειδικότερα, ο συναγόμενος από το δικόγραφο ισχυρισμός κατά τον οποίο οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. της 24-31.5.1985 απαιτούν ως «μόνη προϋπόθεση» δόμησης των εκτός σχεδίου ακινήτων την αρτιότητα των 4.000 τ.μ. και ότι η προϋπόθεση της ύπαρξης προσώπου σε κοινόχρηστο δρόμο θεσπίσθηκε το πρώτον με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ. της 24-31.5.1985 προέβλεπε και πριν την τροποποίησή της με τον ν. 3212/2003 ως βασική και αυτονόητη προϋπόθεση για τη δόμηση των εκτός σχεδίου ακινήτων την ύπαρξη προσώπου σε κοινόχρηστο χώρο (δρόμο). Εξάλλου, ο εμπεριεχόμενος στις κρίσιμες διατάξεις του π.δ/τος της 24-31.5.1985 όρος δομήσεως, κατά τον οποίο δομήσιμα είναι τα εκτός σχεδίου ακίνητα που έχουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο (δρόμο) νομίμως υφιστάμενο, δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένους στην διαφύλαξη του χαρακτήρα των εκτός σχεδίου περιοχών και στην αποτροπή δημιουργίας με ιδιωτική πρωτοβουλία διάσπαρτων οικισμών χωρίς πολεοδομικό σχεδιασμό, όπως ορίζει, σε αρμονία με το άρθρο 24 του Συντάγματος, το άρθρο 17 του ν.δ. της 17.7.1923, όπως ισχύει (άρθρο 162 παρ. 1 του Κ.Β.Π.Ν.). Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στην κατάτμηση μεγαλύτερων εκτάσεων σε πολλές μικρότερες, κάθε μια από τις οποίες θα είχε το απαιτούμενο για δόμηση εμβαδόν, στην ανέγερση οικοδομών στα περισσότερα γήπεδα και στη δημιουργία, χωρίς ειδικό σχεδιασμό, σχετική μελέτη και τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών κατασκευής οδών, ιδιωτικού οδικού δικτύου βάσει αποκλειστικά της βούλησης των ιδιοκτητών των συγκεκριμένων γηπέδων, είτε με την παραχώρηση τμημάτων των γηπέδων προς δημιουργία ιδιωτικών οδών, είτε με την σύσταση δουλειών διόδου, προκειμένου να εξασφαλισθεί η πρόσβαση σε υφιστάμενες κοινόχρηστες οδούς των γηπέδων που στερούνται προσώπου σε αυτές, και τελικά στην αποκρουόμενη από το Σύνταγμα και τον νόμο δημιουργία σε εκτός σχεδίου περιοχές οικισμών χωρίς πολεοδομικό σχεδιασμό. Η αποτροπή του ενδεχομένου αυτού, που συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος, συνταγματικής περιωπής, για την επιβολή περιορισμών στην εκτός σχεδίου δόμηση, δεν αφορά μόνο τις περιοχές με ιδιαιτερότητες (NATURA, φυσικού κάλλους κ.λπ.) αλλά το σύνολο των εκτός σχεδίου περιοχών της Χώρας, ακόμα και αυτές που έχουν ήδη επιβαρυνθεί (λόγω της μεταβολής του κατ’ αρχήν προορισμού τους) με νόμιμη (βάσει οικοδομικών αδειών) ή και αυθαίρετη δόμηση. Επομένως, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός ότι η απόλυτη απαγόρευση της εκτός σχεδίου δόμησης, που απορρέει από την υποχρέωση ύπαρξης προσώπου σε κοινόχρηστο δρόμο, θα μπορούσε επιτρεπτώς να επιβληθεί σε περιοχές με ιδιαιτερότητες (φυσικού κάλλους κ.λπ.), όχι όμως σε άλλες περιπτώσεις, καθώς αυτό θα έθιγε το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα στην ιδιοκτησία, και ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος δημοσίου συμφέροντος για την απαγόρευση αυτή. Ουδόλως δε ασκούν επιρροή, από την άποψη της ανάγκης να αποτραπεί η δημιουργία, σε εκτός σχεδίου περιοχές, οικισμών χωρίς πολεοδομικό σχεδιασμό, α) το γεγονός ότι η δόμηση του επίμαχου ακινήτου προβλέπεται να είναι πολύ χαμηλή, διότι το εμβαδόν κάλυψης είναι 25,60 τ.μ. ενώ επιτρέπεται η κάλυψη 506 τ.μ., το εμβαδόν δόμησης είναι 25,60 τ.μ. ενώ το επιτρεπόμενο είναι 1.012 τ.μ., το ύψος του κτιρίου είναι 4 μ. ενώ το επιτρεπόμενο είναι 7,50 μ., και τέλος, πρόκειται για ισόγειο κτίσμα, ενώ επιτρέπονται δύο όροφοι, β) η ήδη επιβαρυμένη από τη δόμηση φυσιογνωμία της περιοχής, καθώς το γήπεδο εδράζεται σε περιοχή γειτνιάζουσα με περιαστικό οικισμό υφιστάμενο ήδη από το 1973, στα δε όμορα του επίμαχου γηπέδου ακίνητα, αλλά και σε ακτίνα 700 μέτρων, όπου είναι το όριο των ζωνών του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Άρτας και του οικισμού Αναργύρων παρατηρείται ευρεία πολεοδομική δόμηση σε κατοικίες και καταστήματα, γ) το γεγονός ότι, λόγω της εκκαλουμένης απόφασης, καθίσταται πλέον αδύνατη στην περιοχή η δόμηση κτιρίων προοριζόμενων για αγροτική και κτηνοτροφική ή πτηνοτροφική χρήση, για χρήση γραφείων ή καταστημάτων, εμπορικών αποθηκών, εκπαιδευτηρίων, κλινικών, αθλητικών εγκαταστάσεων, σταθμών στάθμευσης, για κατοικίες και για εξυπηρέτηση άλλων κοινωφελών σκοπών, και δ) ότι το σύνολο των γηπέδων της περιοχής δεν έχουν ρυμοτομικό σχέδιο που να καθορίζει τους κοινόχρηστους δρόμους, πλατείες κ.λπ. Περαιτέρω, ο ανωτέρω όρος δομήσεως περί ύπαρξης προσώπου σε κοινόχρηστη οδό παρίσταται πρόσφορος και αναγκαίος για τη θεραπεία του επιδιωκόμενου με αυτόν κατά τα ανωτέρω σκοπού, δεδομένου μάλιστα ότι αφορά σε περιοχές που δεν προορίζονται κατ’ αρχήν για οικοδομική εκμετάλλευση, και δεν είναι προδήλως δυσανάλογος προς τον σκοπό αυτό, στοιχεί δε προς βασικό κανόνα της Πολεοδομικής νομοθεσίας ο οποίος ισχύει και για τα οικόπεδα εντός πολεοδομικού σχεδίου, ως προς τα οποία τα εκτός σχεδίου ακίνητα δεν νοείται να τελούν υπό ευνοϊκότερους όρους δομήσεως. Επομένως η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με τα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι (βλ. ΟλΣτΕ 176/2023). Επίσης, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός ότι και στην εντός σχεδίου δόμηση, με το άρθρο 20 παρ. 10 του ν. 4258/2014 (Α΄ 94) επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις η ανοικοδόμηση σε οικόπεδα που δεν έχουν πρόσωπο σε εγκεκριμένη οδό, όταν δεν μπορούν διά τακτοποιήσεως να αποκτήσουν πρόσωπο, και ότι, ως εκ τούτου, ο κανόνας ότι αρκούν τα τέσσερα στρέμματα για την οικοδομησιμότητα ακινήτου δεν είναι ευνοϊκότερος σε σχέση με τους κανόνες που ισχύουν για την εντός σχεδίου δόμηση. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως της συνταγματικότητάς της και του γεγονότος ότι έχει στο μεταξύ τροποποιηθεί με το άρθρο 122 παρ. 11 του ν. 4819/2021 (Α΄ 129), η διάταξη αυτή είναι όλως εξαιρετική σε σχέση με τον βασικό κανόνα του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 4067/2012 (Ν.Ο.Κ., Α΄ 79), σύμφωνα με τον οποίο άρτιο και οικοδομήσιμο είναι το οικόπεδο που έχει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, τα ελάχιστα όρια «προσώπου» που καθορίζονται από τους όρους δόμησης της περιοχής. Ως εκ τούτου, η ως άνω διάταξη, την οποία επικαλείται ο εκκαλών Δήμος, δεν δύναται να ανατρέψει τον θεμελιώδη κανόνα της Πολεοδομικής νομοθεσίας ότι τα εκτός σχεδίου ακίνητα δεν νοείται να τελούν υπό ευνοϊκότερους όρους δομήσεως σε σχέση με αυτούς που ισχύουν για τα οικόπεδα εντός πολεοδομικού σχεδίου. Τέλος, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός ότι τυχόν απόρριψη του αιτήματος δόμησης θα προσέκρουε στο άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 17 Συντ. αλλά και στις αρχές της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, αφού τα εκτός σχεδίου ακίνητα ανέκαθεν δομούνται και η δόμησή τους ανέκαθεν ρυθμίζεται από γενικούς και ειδικούς πολεοδομικούς κανόνες και ότι το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει δεχθεί την κατ’ εξαίρεση δόμηση των εκτός σχεδίου ακινήτων. Και τούτο διότι, ο νομοθέτης, τυπικός και κανονιστικός, ήδη από το 1923, αμέσως ή εμμέσως, έθετε περιορισμούς στην εκτός σχεδίου δόμηση, η οποία, ειδικώς μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975 επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, όπως άλλωστε παγίως νομολογείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ειδικότερα, και για τις διατάξεις του π.δ/τος της 24-31.5.1985, όπως ίσχυαν πριν από τον ν. 3212/2003, ο κανόνας, κατά τον οποίο τα εκτός σχεδίου ακίνητα είναι δομήσιμα μόνο αν διαθέτουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο (δρόμο), εξαγγέλλεται ρητώς ήδη στις αποφάσεις ΣτΕ 2606, 3848, 3849/2005 7μ. (πρβλ. και ΣτΕ 2521/2000 7μ.), οι οποίες είναι προγενέστερες, εν προκειμένω, τόσο της επίμαχης αγοραπωλησίας (2007) όσο και της επίδικης έγκρισης και Άδειας δόμησης (2016, έτος πριν από το οποίο είχε εκδοθεί και η έτι σαφέστερη 3504/2010 7μ. απόφαση του ΣτΕ). Εν όψει τούτου ο επίμαχος κανόνας, πέραν του ότι έπρεπε να είναι γνωστός στις πολεοδομικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να ακολουθούν τη νομολογία των αρμοδίων δικαστηρίων κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και ειδικώς κατά την έκδοση των οικοδομικών αδειών, ήταν προβλέψιμος και για τους αγοραστές και τους συναλλασσομένους εν γένει. Εν όψει τούτων, τόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση σε σχέση με τον ιδιοκτήτη του επίμαχου ακινήτου όσο και αφηρημένα εξ απόψεως ενδεχόμενης ανατροπής παγιωμένων ερμηνευτικών αντιλήψεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει δημιουργηθεί νομική και πραγματική κατάσταση δεκτική προστασίας, βάσει των ανωτέρω αρχών και διατάξεων, η οποία θα επέβαλλε την διατήρηση της ισχύος των προσβληθεισών πράξεων έγκρισης και Άδειας δόμησης κατά παράβαση του κανόνα της υποχρέωσης ύπαρξης προσώπου σε κοινόχρηστη οδό, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί (ΟλΣτΕ 176/2023, πρβλ. ΣτΕ 3685/2010 7μ. σκ. 12, 3937/2006 σκ. 10).
10. Επειδή, προβάλλεται ως δεύτερος λόγος εφέσεως ότι με την απόφαση 566/2015 του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι ο δρόμος που ευρίσκεται ανάμεσα στα δύο γήπεδα αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα και οιονεί δουλεία διόδου. Ειδικότερα, στην επίμαχη θέση ο ... αγόρασε, το 2007, για επαγγελματική χρήση λειτουργίας γραφείου μεταφορών τρία ακίνητα 1272 τ.μ., 1280 τ.μ. και 5.060 τ.μ. αντίστοιχα, δυνάμει συμβολαίων. Το τελευταίο συνορεύει μεταξύ άλλων με ακίνητο του δεύτερου εκ των εφεσίβλητων. Ο δρόμος έχει πλευρά πέντε μέτρων με το ακίνητο του .... Υφίσταται προ αμνημονεύτων ετών (1950 και πλέον) πλήρως διαμορφωμένος και διανοιγμένος σε όλο το μήκος και πλάτος, αποτελεί έκτοτε τον μοναδικό δρόμο προσπέλασης και πραγματικής επικοινωνίας με τα γήπεδα του ... αλλά και των εφεσίβλητων και είναι νομίμως υφιστάμενος ως κοινόχρηστος χώρος που δεν προέκυψε από ιδιωτική βούληση. Ο δε χαρακτηρισμός οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής και η αναγνώριση ως κοινόχρηστης αποτελεί, κατά τον εκκαλούντα Δήμο, πραγματικό ζήτημα, η οριστική επίλυση του οποίου σε περίπτωση εγέρσεως σχετικής αμφισβήτησης ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια για την αναγνώριση και προστασία τυχόν δικαιωμάτων. Ο Άρειος Πάγος έκρινε, κατά τον εκκαλούντα, αμετάκλητα ότι η οδός είναι αγροτική, οπότε υφίσταται νόμιμη πρόσβαση σε κοινόχρηστη οδό. Προκειμένου να θεμελιωθεί η παραδεκτή άσκηση της κρινόμενης έφεσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, προβάλλεται ότι επί του τιθέμενου με τον δεύτερο λόγο εφέσεως νομικού ζητήματος έχει εκδοθεί η ως άνω 566/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία είναι αντίθετη προς την εκκαλουμένη. Ο εκκαλών Δήμος επικαλείται σχετικά και τις 155 και 302/2017 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στην εκκαλουμένη απόφαση δεν περιλαμβάνεται κρίση περί της ύπαρξης και του χαρακτήρα της εν λόγω διόδου, οπότε δεν νοείται αντίθεση προς την 566/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά την έννοια του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010. Σε κάθε περίπτωση, η κρίση του Αρείου Πάγου περί ύπαρξης οιονεί δουλείας διόδου υπέρ του ... (ακόμη και υπό την εκδοχή ότι αποτελεί αγροτική οδό) δεν αναπτύσσει δεδικασμένο ούτε επάγεται άλλες έννομες συνέπειες στο πλαίσιο της κρινομένης διαφοράς, διότι, κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο επί οδού που το καθιστά, κατά τα ανωτέρω, οικοδομήσιμο, όταν η οδός αυτή, ανεξαρτήτως αν είναι εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική, υφίσταται νομίμως και, περαιτέρω, είναι ήδη διανοιγμένη, κατά τέτοιο, μάλιστα, τρόπο ώστε να είναι προσπελάσιμη και να εξασφαλίζει πράγματι επικοινωνία με το γήπεδο [ΣτΕ 176/2023 Ολ., 2529/2020, 968/2018 (7μ.), 4046/2015 (7μ.) κ.ά]. Τούτο δεν ισχύει για τις «αγροτικές» οδούς -οι οποίες σχηματίζονται αποκλειστικώς για την μεταφορά των προϊόντων των καλλιεργουμένων στις εκτός σχεδίου περιοχές γηπέδων (άρθρο 20 παρ. 3 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923)- δεδομένου ότι, όπως έχει κριθεί [ΣτΕ 2529/2020, 665, 968/2018 (7μ), 4046/2015 (7μ.)], οι οδοί αυτές, κοινόχρηστες ή ιδιωτικές, δεν καθιστούν οικοδομήσιμες τις εκτός σχεδίου πόλεως ευρισκόμενες ιδιοκτησίες. Εξ άλλου, κατά παγία επίσης νομολογία [ΣτΕ 1828/2008 (7μ.), 2521/2000 (7μ.) κ.ά.], κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923, οι οποίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση του αναγκαίου κρατικού ελέγχου επί του πολεοδομικού σχεδιασμού και της δομήσεως εν γένει, και, ειδικότερα, στην παρεμπόδιση της δημιουργίας ιδιωτικών σχεδίων ρυμοτομίας, απαγορεύθηκε, κατ’ αρχήν, από την θέση τους σε ισχύ και εφεξής η καθ’ οιονδήποτε τρόπο δημιουργία οδών ή άλλων κοινοχρήστων χώρων με ιδιωτική βούληση (ΣτΕ 2529/2020), επομένως και βάσει δικαιωμάτων οιονεί δουλείας διόδου. Και ναι μεν παλαιότερα είχε γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη δημοτικής ή κοινοτικής (και αγροτικής) οδού είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται παρεμπιπτόντως από την αρμόδια για την έκδοση οικοδομικής Άδειας πολεοδομική υπηρεσία, επιφυλασσομένου του δικαιώματος των ιδιοκτητών των ακινήτων, οι οποίοι θίγονται από την σχετική κρίση, να προσφύγουν στα πολιτικά δικαστήρια προς προστασία των δικαιωμάτων τους (ΣτΕ 3174/2009, 1603, 2604/2008, 1652/2004, 4252/1996, 2101-2/1987 7μ.). Όμως, δεδομένου ότι α) εκ του Συντάγματος προκύπτει υποχρέωση συνολικού σχεδιασμού του οδικού δικτύου, ο οποίος πρέπει να εξειδικεύεται μέχρι το επίπεδο δήμου ή κοινότητας και β) η αναγνώριση, κατάργηση κ.λπ. δημοτικής ή κοινοτικής οδού έχει σοβαρές συνέπειες, μεταξύ άλλων, ως προς τη δόμηση των παρόδιων ακινήτων και την πολεοδομική και χωροταξική διαρρύθμιση της περιοχής, η επίλυση του ζητήματος της υπάρξεως ή μη δημοτικής ή κοινοτικής οδού δεν μπορεί να επιλύεται κατά περίπτωση, επ’ ευκαιρία συγκεκριμένης υποθέσεως, με κίνδυνο εκδόσεως αποσπασματικών και αντιφατικών αποφάσεων, αλλά πρέπει να τέμνεται εγκύρως με την έκδοση πολιτειακής πράξεως ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της οδού (ΣτΕ 665/2018 7μ.). Από την 566/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου ή από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει η έκδοση τέτοιας πράξεως. Αλλά και οι αποφάσεις 155 και 302/2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες αναφέρονται στο διαφορετικό ζήτημα της αναγνώρισης οδών προϋφιστάμενων του έτους 1923 δεν δύνανται να θεμελιώσουν στην προκειμένη περίπτωση παραδεκτό και βάσιμο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 3900/ 2010. Με τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος ως άνω δεύτερος λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος.
11. Επειδή, επομένως, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την έφεση.
Επιβάλλει στον εκκαλούντα τη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2023
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας
Χρήστος Ντουχάνης Γεωργία Σιμάτη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 2023.
Η Πρόεδρος Η Γραμματέας
του Α΄ Θερινού Τμήματος
Μαργαρίτα Γκορτζολίδου Ειρήνη Κανάκη
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα