Απόφαση

Αριθμός 525/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Κουβίδου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Βάρκα και Ελευθέριο Σισμανίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Π. του Ν., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανασίου Δημητρούκα, για αναίρεση της υπ’αριθ. 4059/2022 αποφάσεως του Β’Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Β’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2022 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση και που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 03.01.2023, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …/2023 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/23.
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την πράξη της απάτης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 29-12-2022, δήλωση (αίτηση) της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, Α. Π. του Ν. και της Δ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αρ. 4059/10-10-2022 απόφασης του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτήν (αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη) σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης και β) της υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, που ασκήθηκε νομότυπα [από τον ..., δικηγόρο Αθηνών (Α.Μ. ...) για λογαριασμό της (αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης), ως παραστάντα συνήγορο υπεράσπισής της στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση], με επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 3-1-2023 (αρ. γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ../3-1-2023), και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω δικαστηρίου, την 15-12-2022, με αύξ. αρ. ..., όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση του Γραμματέα του παραπάνω Δικαστηρίου επί του σώματος της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 89 παρ. 2, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 2Α και 4 του Κ.Ποιν.Δ.), είναι παραδεκτή, καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο που την εξέδωσε (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ αντιστοίχως του Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί για τη βασιμότητα των λόγων της.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της Πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της Πράξης”. Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, μεταγλωττίστηκε δε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Π.Δ. 76/2022 (Φ.Ε.Κ. 205/1-11-2022, τεύχος πρώτο), "Κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία τη στιγμή της διάπραξής της δεν αποτελούσε αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία θα επιβαλλόταν κατά τη στιγμή της διάπραξης αδικήματος”, ενώ, κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήσαν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν”.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ., "Αν από την τέλεση της Πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις”. Με την αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ., που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο) και ισχύει από 1-7-2019 (βλ. άρθρο δεύτερο αυτού) ορίζεται ότι: "Αν από την τέλεση της Πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου”. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. Α.Π. 1/2014, Α.Π. 1025/2020). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της Πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον”. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος Π.Κ. είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο σε σχέση μ' εκείνην του προϊσχύσαντος Π.Κ.. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της Πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, σε περίπτωση δε χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (Α.Π. 86/2020, Α.Π. 1820/2019), περαιτέρω δε επιεικέστερος είναι ο νόμος που απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της Πράξης, καθώς και ο νόμος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίσταση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη (Α.Π. 130/2020).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., όπως ίσχυε μέχρι την 30-6-2019, "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών”, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο), "Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από την βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή.”.
Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η νέα διάταξη του ισχύοντος Π.Κ. οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και είναι εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση, ως προς την απειλή της στερητικής της προσωπικής ελευθερίας ποινή για την πλημμεληματικής μορφής αξιόποινη πράξη της απάτης, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, καθόσον, με την ως άνω νέα διάταξη του άρθρου 386 του ισχύοντος Π.Κ., αφενός δεν προβλέπεται η επιβαρυντική περίσταση της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας (στην πλημμεληματική της μορφή), αφετέρου δε το πλαίσιο της απειλούμενης ποινής φυλάκισης είναι χωρίς ελάχιστο όριο, δηλαδή διαμορφώνεται από δέκα (10) ημέρες έως πέντε (5) έτη, ενώ η προηγούμενη διάταξη [που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη της απάτης (4-8-2015)] προέβλεπε ποινή φυλάκισης με ελάχιστο κατώτερο όριο τους τρεις (3) μήνες έως και πέντε (5) έτη, είναι όμως δυσμενέστερη ως προς την απειλή της χρηματικής ποινής και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέα γι' αυτήν, η οποία δεν προβλεπόταν στην προϊσχύσασα διάταξη. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι ήδη με το άρθρο 92 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο) τροποποιήθηκε εκ νέου η διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ. και περιλαμβάνει ως διακεκριμένη πλημμεληματική μορφή της απάτης, αυτή από την οποία η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, για την οποία απειλείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή, η νεότερη όμως αυτή διάταξη δεν είναι ευμενέστερη της προϊσχύσασας του νέου Π.Κ. και κατά συνέπεια δεν είναι εφαρμοστέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του Π.Κ., για πράξεις που τελέστηκαν πριν τον χρόνο που άρχισε η εφαρμογή της, ήτοι την 12-11-2021 (Α.Π. 224/2022). Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, το οποίο ως προς τη νομοτυπική του μορφή δεν μεταβλήθηκε με το νέο Ποινικό Κώδικα, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, συνιστάμενη σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, υπάρχει δε τέτοια βλάβη (ζημία) σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, ενώ εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις, ενώ περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς (Α.Π. 1246/2020). Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη (ζημία), που υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, δηλαδή της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος (Ολ. Α.Π. 1/2020).
Τέλος, ρητά διατυπώνεται στη διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ. ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται η υλική αντιστοιχία μεταξύ του σκοπούμενου περιουσιακού οφέλους και της βλάβης που in concreto πραγματώθηκε, όπως γινόταν δεκτό νομολογιακά και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο. Συγκεκριμένα, ο δράστης πρέπει να επιδιώκει το όφελος άμεσα από την περιουσία του βλαπτόμενου κατά τρόπο που αυτό να είναι η αντίστροφη όψη της βλάβης, χωρίς να είναι αναγκαία η ταύτιση ως προς το ποσό και το ποιόν τους (Α.Π. 648/2020). Επομένως, αν το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος προέρχεται από την περιουσία προσώπου διαφορετικού από εκείνο που υφίσταται τη βλάβη, δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση της απάτης αλλά ενδεχομένως άλλου εγκλήματος, π.χ. της αξιόποινης πράξης της απατηλής πρόκλησης βλάβης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 389 του Π.Κ. (Α.Π. 1065/2021).
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του Ν. 1599/1986, κατά την οποία "Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημοσίου τομέα, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί αξίας 100 δραχμών" [ήδη σε απλό χαρτί (βλ. άρθρο 2 παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 21-12-2001 (Φ.Ε.Κ. 288/21-12-2001, τεύχος πρώτο), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2990/2002 (Φ.Ε.Κ. 30/21-2-2002, τεύχος πρώτο)], και 22 παρ. 6 του ίδιου νόμου (1599/1986), όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 26 παρ. 2 του Ν. 4912/2022 (Φ.Ε.Κ. 59/17-3-2022), κατά την οποία "Όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. (...)”, συνάγεται ότι για την αντικειμενική υπόσταση του προβλεπόμενου από την τελευταία διάταξη εγκλήματος απαιτείται: α) δήλωση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο (όχι μόνο γεγονότων που αφορούν προσωπικά στοιχεία του δηλούντος), β) η δήλωση αυτή να έχει συνταχθεί επί του προβλεπόμενου ειδικού χαρτιού και γ) η ψευδής έγγραφη υπεύθυνη δήλωση να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται σε αρχή ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα, περαιτέρω δε, η απευθυνόμενη στη δημόσια υπηρεσία ή αρχή υπεύθυνη δήλωση πρέπει να περιλαμβάνει γεγονότα που αφορούν στον ίδιο τον δηλούντα και να έχουν άμεσες έννομες συνέπειες για τον ίδιο, καθόσον σκοπός του ανωτέρω Ν. 1599/1986 δεν είναι η διευθέτηση ιδιωτικών διαφορών ή η καταγγελία αξιόποινης πράξης, αλλά η ρύθμιση της σχέσης κράτους - πολίτη και η διευκόλυνση του διοικουμένου στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, για την ταχύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεών του, με την ανάληψη όμως της ποινικής ευθύνης για τυχόν ανακρίβεια του περιεχομένου της δήλωσης (Α.Π. 48/2020). Για την υποκειμενική θεμελίωση του προβλεπόμενου στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986 αδικήματος απαιτείται γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρης γνώση - επίγνωση) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος και τη θέληση τέλεσης της πράξης, η οποία οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του. Τέλος, ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατ' ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς τούτου νόμους (Α.Π. 616/2021). Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 463 του Π.Κ., που κυρώθηκε με τον Ν. 4619/2019, ο οποίος άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 460 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2019, ορίζεται ότι: "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα.”.
Συνεπώς, μετά την ισχύ του νέου Π.Κ. από 1-7-2019 η απειλούμενη ποινή για την διωκόμενη σε βαθμό πλημμελήματος αξιόποινη πράξη που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986, δηλαδή η υποβολή ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ανωτέρω νόμου (1599/1986), είναι φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή χρηματική ποινή, ρύθμιση που είναι ευμενέστερη για την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ως εκ τούτου δε εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη (Α.Π. 2044/2019).
V. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει τα πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Επίσης, ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχάς, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικά το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Στα εγκλήματα της απάτης (άρθρο 386 του Π.Κ.) και της υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασής τους απαιτείται άμεσος δόλος, ειδικότερα δε για μεν την απάτη η βλάβη ξένης περιουσίας με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, με σκοπό από τη βλάβη της ξένης περιουσίας ο δράστης να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, για δε την υποβολή ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης η εν γνώσει του δήλωση ψευδών γεγονότων ή η άρνηση ή απόκρυψη των αληθινών. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου, για τα ανωτέρω αδικήματα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας (Α.Π. 787/2022). Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 999/2020).
Τέλος, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π. 741/2022, Α.Π. 1308/2020).
VI. Στην προκείμενη περίπτωση το Β’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 4059/10-10-2022 οριστική απόφασή του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων (ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, ανάγνωση πρακτικών και απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και εγγράφων που αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου της ουσίας), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά, διατηρούμενης της ορθογραφίας, σύνταξης και στίξης, τα ακολούθως περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 8.5.2012 σύμβασης μίσθωσης που καταρτίσθηκε στο ... μεταξύ της κατηγορουμένης και του ήδη αποβιώσαντος συζύγου της και της εγκαλούσης Μ. Σ., οι πρώτοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του ευρισκόμενου στο …. επί της συμβολής των οδών ... ισογείου καταστήματος, εμβαδού 727,13 τμ, εκμίσθωσαν αυτό για δώδεκα [12] έτη στη δευτέρα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για χώρο άθλησης και εκγύμνασης, αντί μηνιαίου μισθώματος 3.000 ευρώ. Η εγκαλούσα, παρ' ότι από τον ανωτέρω χρόνο έκανε ακώλυτη χρήση αυτού, καθυστέρησε την καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Ιανουαρίου έως και Μαΐου 2014 και εκ του λόγου αυτού μετά από αίτηση των εκμισθωτών εκδόθηκε η με αριθμό 25408/2014 διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η εγκαλούσα να τους καταβάλει τα ανωτέρω οφειλόμενα μισθώματα, συνολικού ποσού 15.000 ευρώ και διετάχθη η αποβολή της μισθώτριας από το μίσθιο. Σε εκτέλεση της ως άνω διαταγής πληρωμής ή εγκαλούσα αποβλήθηκε από το μίσθιο με τη με αριθμό .../14.10.2014 έκθεση βίαιας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Π.. Ακολούθησε έντονη δικαστική διαμάχη των συμβαλλομένων σχετικά με την ανωτέρω μισθωτική σχέση, με την κατάθεση μηνύσεων, αγωγών, αιτήσεων αναστολής και ανακοπής και ενώ η εγκαλούσα εξακολουθούσε να κάνει χρήση του μισθίου και να οφείλει αποζημίωση χρήσης, εν τέλει αποφασίστηκε όπως προβούν σε συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους. Ειδικότερα η κατηγορουμένη μετά του ήδη αποβιώσαντος συζύγου της και η εγκαλούσα συμφώνησαν, συντάσσοντας προς τούτο το από 13.2.2015 έγγραφο συμφωνητικό, το οποίο υπεγράφη από αμφότερα τα μέρη, όπως με την στον ανωτέρω χρόνο εφάπαξ στους εκμισθωτές από την μισθώτρια - εγκαλούσα καταβολή του ποσού των 6.000 ευρώ, εξοφλείται πλήρως και ολοσχερώς οποιαδήποτε απαίτησή τους απορρέει από την ανωτέρω μισθωτική σχέση κατ' αυτής, παραιτούμενοι ρητά και ανεπιφύλακτα από κάθε άλλη απαίτηση οικονομικής ή άλλης φύσεως κατά της Μ. Σ.. Με την ανωτέρω σαφή και αναμφίβολη κατ' άρθρο 454 του ΑΚ συμφωνία, οι δανειστές - εκμισθωτές αναγνώρισαν ότι με την καταβολή σ' αυτούς από την οφειλέτρια - μισθώτρια του ποσού των 6.000 ευρώ, έχει αποσβεσθεί οποιοδήποτε άλλο χρέος της τελευταίας προς αυτούς. Πλην, όμως, παρά την ανωτέρω άφεση χρέους, η κατηγορουμένη, με σκοπό να αποκομίσει ίδιον παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψει την περιουσία της εγκαλούσας, προσήλθε στις 4.8.2015 στη ΔΟΥ Κορωπίου, αποκρύπτοντας το αληθές γεγονός ότι η εγκαλούσα δεν της οφείλει οποιοδήποτε ποσό από την ανωτέρω μισθωτική σύμβαση, όπως αυτό είχε αποτυπωθεί στο από 13.2.2015 προαναφερθέν συμφωνητικό, και παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της ΔΟΥ Κορωπίου με την με αριθμό πρωτοκόλλου .../4.8.2015 δήλωση εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακίνητης περιουσίας και της από 4.8.2015 δήλωσής της, ότι η εγκαλούσα της οφείλει από την ανωτέρω καταρτισθείσα στις 8.5.2012 σύμβαση μίσθωσης του ευρισκόμενο στο ..., επί της συμβολής των οδών ... ισογείου καταστήματος, συνιδιοκτησίας της, κατά ποσοστό 50% το ποσό των 14.250 ευρώ, ως μισθώματα [μετά των νομίμων προσαυξήσεων] για το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 έως 14.10.2014. Με τα ανωτέρω πείσθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ΔΟΥ Κορωπίου να προβούν στην πράξη έκδοσης κατά της εγκαλούσας της με αριθμό .../4.8.2015 ταμειακής βεβαίωσης, συνολικού ποσού μετά των προσαυξήσεων 15.602,33 ευρώ, που κλήθηκε να πληρώσει η εγκαλούσα στη ΔΟΥ, υφιστάμενη έτσι αντίστοιχη ζημία, ενώ ο σκοπός της εκμισθώτριας - κατηγορουμένης ήταν να αποκομίσει ίδιο παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απαλλαγή της από τον αντίστοιχο φόρο εισοδήματος για τα εν λόγω μισθώματα. Επίσης αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη υπέβαλε ενώπιον της ΔΟΥ Κορωπίου την από 4.8.2015 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, δηλώνοντας εγγράφως στην ανωτέρω αρχή ψευδές γεγονός ότι η εγκαλούσα δεν της κατέβαλε τα μισθώματα [κατά το αναλογούν σ' αυτή ποσοστό του 50%] για την εκμίσθωση του ανωτέρω μισθίου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 έως 14.10.2014 ποσού 14.250 ευρώ, καθώς και ότι δεν διαθέτει στην κατοχή της οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή αποδεικτικό στοιχείο, ενώ το αληθές κατά τα προαναφερόμενα και δη κατά το περιεχόμενο του από 13/2/2015 συμφωνητικού, ήταν η έλλειψη της υποχρέωσης της εγκαλούσας για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού απέρρεε από τη μισθωτική τους σχέση. Σημειώνεται ότι η κατηγορουμένη ως έχουσα υπογράψει την από 13.2.2015 σύμβαση άφεσης χρέους με την εγκαλούσα γνώριζε ότι τα αντιθέτως του περιεχομένου αυτής δηλωθέντα στην ΔΟΥ Κορωπίου είναι ψευδή γεγονότα. Μετά ταύτα πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη 1) της Πράξης της απάτης, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1α του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ [που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019], αντί αυτής της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1β - α του παλαιού και ισχύοντος κατά το χρόνο τέλεσης αυτής ΠΚ, επειδή η πρώτη είναι κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ευμενέστερη της δευτέρας, εφόσον εξαλείφθηκε η απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και ορίστηκε ως κατώτατο όριο ποινής η φυλάκιση [αντί αυτής των τουλάχιστον τριών μηνών που όριζε η παρ. 1 εδ. α του παλαιού ΠΚ] και 2) της Πράξης της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986, η οποία αποτελεί ιδιώνυμο αδίκημα που συρρέει αληθινά με το αδίκημα της απάτης, με την επισήμανση ότι πλέον της ποινής φυλάκισης προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή κατ' άρθρο 463 παρ. 2 του νέου ΠΚ.”.
Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας (Β’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών), που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης και β) της υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, την καταδίκασε δε σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατηρούμενης της ορθογραφίας, σύνταξης και στίξης, διατακτικό: “(...) 1) Στο ..., την 04.08.2015, με σκοπό να αποκομίσει ίδιον παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, παρέστησε ψευδώς ενώπιον της ΔΟΥ Κορωπίου, δια της υπ' αριθμό πρωτ. .../04.08.2015 δήλωσης εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακίνητης περιουσίας και της από ίδιας ημέρας υπεύθυνης δήλωσής της ότι η εγκαλούσα, Μ. Σ. του Ε.. της όφειλε μισθώματα, από την σύμβαση μίσθωσης ισογείου καταστήματος συνιδιοκτησίας της [σε ποσοστό 50%] του κείμενου στο ..., επί των οδών ... που είχε μετά του ήδη αποβιώσαντος συζύγου της συνάψει με την εγκαλούσα την 08.05.2012, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2014 έως την 14.10.2014 ποσού 14.250 ευρώ στην ιδία, και ως εκ τούτου ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή φόρου εισοδήματος για τα εν λόγω μισθώματα, καθώς επίσης και απέκρυψε αθέμιτα την ύπαρξη του από 13.02.2015 μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς, αναφέροντας στην ως άνω υπεύθυνη δήλωσή της προς την ΔΟΥ ότι δεν κατέχει άλλα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία πλην των υπ' αυτής κατατεθειμένων, πείθοντας τους αρμόδιους υπαλλήλους της ως άνω ΔΟΥ να βεβαιώσουν στην εγκαλούσα το συνολικό ποσό των 15.602,33 ευρώ, ήτοι το ποσό των οφειλομένων κατά το αναλογούν σ' αυτή ποσό μισθωμάτων συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων, δια της υπ' αριθμό .../04.08.2015 ταμειακής βεβαίωσης καίτοι γνώριζε ότι είχε συναφθεί μεταξύ αυτής και της εγκαλούσης σύμβαση άφεσης χρέους και δη ότι με το από 13.02.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς είχε συμφωνήσει ότι η εγκαλούσα είχε καταβάλει σε αυτήν και στον σύζυγό της προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της απαίτησής τους από τα μισθώματα το ποσό των 6.000 ευρώ και αντίστοιχα η κατηγορούμενη παραιτείται ρητά και ανεπιφύλακτα από κάθε απαίτηση κατά της εγκαλούσης απορρέουσα από την μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως. Σκοπός δε της κατηγορουμένης ήταν να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απαλλαγή της από τον αντίστοιχο φόρο εισοδήματος για τα εν λόγω μισθώματα και να επέλθει στην εγκαλούσα ζημία ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 15.602,33 ευρώ που κλήθηκε η εγκαλούσα να πληρώσει στην ΔΟΥ. 2) Στο ..., την 04.08.2015, (...) εν γνώσει της δήλωσε ψευδή γεγονότα και απέκρυψε αληθινά με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986.
Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, υπέβαλε ενώπιον της ΔΟΥ Κορωπίου υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, δηλώνοντας εγγράφως στην άνω αρχή ότι η εγκαλούσα Μ. Σ. του Ε. δεν της κατέβαλε μισθώματα για την εκμίσθωση του ισογείου καταστήματος οικοδομής κείμενης στο ..., επί των οδών ... ιδιοκτησίας της κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2014 έως την 14.10.2014 ποσού 14.250 ευρώ, καθώς επίσης και ότι δεν διαθέτει στην κατοχή της οποιοδήποτε άλλο έγγραφο και αποδεικτικό στοιχείο, καίτοι γνώριζε ότι τα ανωτέρω δηλωθέντα ήταν ψευδή και πως τα επ' αυτών αληθή ήταν πως μεταξύ των κατηγορουμένων και της εγκαλούσας είχε υπογραφεί το από 13.02.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο συνομολογούσαν ότι καταβλήθηκε από την εγκαλούσα το ποσό των 6.000 ευρώ προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των μέχρι τούδε οφειλομένων μισθωμάτων και ότι οι κατηγορούμενοι ουδεμία αξίωση διατηρούν εφεξής για την αιτία αυτή, αποκρύπτοντας την ύπαρξη του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού σύμφωνα με το οποίο απαλλασσόταν η εγκαλούσα από την καταβολή οποιουδήποτε έτερου ποσού απορρέοντος από την ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης.”.
VII. Με τις ανωτέρω παραδοχές, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο V νομική σκέψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης Πράξης της απάτης, και για την οποία κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη. Ειδικότερα, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σχετικά με την ύπαρξη υλικής αντιστοιχίας μεταξύ του σκοπούμενου περιουσιακού οφέλους της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και της βλάβης που προκλήθηκε στην εγκαλούσα, που όπως έχει εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη, απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, συγκεκριμένα δε υπάρχουν ασάφειες αναφορικά με το εάν το επιδιωχθέν από την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη παράνομο περιουσιακό όφελος προέρχεται από τη βλάβη της περιουσίας της παθούσας, δηλαδή της εγκαλούσας (Μ. Σ.) ή από την περιουσία τρίτου προσώπου, διαφορετικού από αυτό που υπέστη τη βλάβη (Ελληνικού Δημοσίου). Κατ' αυτόν τον τρόπο όμως κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί του εάν στην προκείμενη περίπτωση ορθώς εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ. και όχι άλλη [π.χ. εκείνη του άρθρου 389 του Π.Κ. (απατηλή πρόκληση βλάβης)], έτσι δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Αντίθετα, με τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, την κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο V νομική σκέψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης Πράξης της υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, όπως η έννοιά της έχει εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, και για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη και καταδικάσθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VI σκέψη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους προέβη στην υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 εδ. α', 27 παρ. 1, 51, 53, 463 παρ. 2 του ισχύοντος Π.Κ., 8 και 22 παρ. 6 του Ν. 1599/1986, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικά, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή της (αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης), τα ψευδή που δήλωσε στην από 4-8-2015 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου Αττικής και ποια ήταν τα αληθή, περαιτέρω δε αιτιολογείται πλήρως και με σαφήνεια η γνώση της περί του ψεύδους όσων διέλαβε στην ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση, συνιστάμενου (του ψεύδους), κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτολεξεί, στο ότι: “(...) η εγκαλούσα δεν της κατέβαλε τα μισθώματα [κατά το αναλογούν σ' αυτή ποσοστό του 50%] για την εκμίσθωση του ανωτέρω μισθίου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 έως 14.10.2014 ποσού 14.250 ευρώ, καθώς και ότι δεν διαθέτει στην κατοχή της οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή αποδεικτικό στοιχείο, ενώ το αληθές κατά τα προαναφερόμενα και δη κατά το περιεχόμενο του από 13/2/2015 συμφωνητικού, ήταν η έλλειψη της υποχρέωσης της εγκαλούσας για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού απέρρεε από τη μισθωτική τους σχέση. Σημειώνεται ότι η κατηγορουμένη ως έχουσα υπογράψει την από 13.2.2015 σύμβαση άφεσης χρέους με την εγκαλούσα γνώριζε ότι τα αντιθέτως του περιεχομένου αυτής δηλωθέντα στην ΔΟΥ Κορωπίου είναι ψευδή γεγονότα. (...)”.
Συνεπώς, δεν δημιουργείται οποιαδήποτε ασάφεια ή αντίφαση ως προς τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το μέρος που αφορά την κήρυξη ενόχου και την καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις της, καθόσον αφορά την τελευταία αυτή αξιόποινη πράξη, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης, αφού στην περίπτωση αυτή με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Επομένως, καθόσον αφορά την κήρυξη ενόχου και την καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της απάτης, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικοί λόγοι της κρινόμενης αίτησης, αντιστοίχως για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος Π.Κ. από το δικαστήριο που την εξέδωσε, είναι βάσιμοι, ενώ οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι, καθόσον αφορά την κήρυξη ενόχου και την καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 είναι αβάσιμοι.
VIII. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, κατά παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τα άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά ένα μέρος, ειδικότερα δε να αναιρεθεί ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την κήρυξη ενόχου και την καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της απάτης, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις της περί συνολικής ποινής, ακολούθως δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 519 και 522 του Κ.Ποιν.Δ., όπως το πρώτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 35 του Ν. 4637/2019 (Φ.Ε.Κ. 180/18-11-2019, τεύχος πρώτο) και το δεύτερο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 159 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, να απορριφθεί δε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την κήρυξη ενόχου και την καταδίκη της αναιρεσείουσας για την αξιόποινη πράξη της υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, την υπ' αρ. 4059/10-10-2022 απόφαση του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, συγκεκριμένα δε ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την κήρυξη ενόχου και την καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, Α. Π. του Ν. και της Δ., κατοίκου ... για την αξιόποινη πράξη της απάτης, αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις της περί συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενος μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 29-12-2022 δήλωση (αίτηση) της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, Α. Π. του Ν. και της Δ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αρ. 4059/10-10-2022 απόφασης του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που ασκήθηκε με επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 3-1-2023 (αρ. γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου .../3-1-2023).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ