Απόφαση

Αριθμός 594/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Βάρκα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Σισμανίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. S. του D., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη, για αναίρεση της υπ’αριθ. 1339/2022, απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 25 Οκτωβρίου 2022 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25.10.2022, έλαβε αριθμό .../2022 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2022.
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 25-10-2022 αίτηση του S. A. του D. και της L., η οποία ασκήθηκε με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25-10-2022, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1339/2022 τελεσίδικης απόφασης του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπ'αρ.πρωτ. ... και με ημερομηνία 5-10-2017 έφεσή του κατά της με αριθμό 3368/5-7-2017 απόφασης του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 4 ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, εφόσον δε ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο, δηλαδή και αυτό της έφεσης, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατά της σχετικής δε απόφασης (που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη) επιτρέπεται μόνο αναίρεση για όλους τους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 510 του αυτού Κώδικα, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης του εφετείου για το απαράδεκτο, στην οποία περιορίζεται ο έλεγχος του Αρείου Πάγου σε τέτοια περίπτωση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, συγχωρείται η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως από το άρθρο 474 παρ. 4 ΚΠΔ συνάγεται, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση άσκησής του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσε ν' ασκήσει εμπρόθεσμα αυτό, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητα τους, διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί ν' αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ ΑΠ 4/1995, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 328/2017, ΑΠ 320/2016). Στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος δεν περιλαμβάνεται η από αμέλεια ή από άγνοια των σχετικών δικονομικών διατάξεων μη άσκηση του ένδικου μέσου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου (ΑΠ 209/2022, ΑΠ 1014/2017).
Περαιτέρω, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο άσκησης της έφεσης καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης (Ολ ΑΠ 4/1995 και 6/1994), εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, από την οποία παρακωλύθηκε ο εκκαλών για την εντός της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ άσκησή της, οπότε η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση όμως ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 2/2014, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1674/2019, ΑΠ 299/2017). Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ, ιδρύεται νέος λόγος αναίρεσης, η παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης ή ως ανυποστήρικτης. Η παράνομη απόρριψη επέρχεται όταν το εφετείο παραβιάζει δικονομική διάταξη ή κάποιο δικονομικό τύπο, που έχει τεθεί για να καθορίσει την παραδεκτή άσκηση της έφεσης και τη δικονομική παρουσία του εκκαλούντος, διαταράσσοντας έτσι τον κανονιστικά προκαθορισμένο τρόπο εξέλιξης της ποινικής διαδικασίας από το ένα στάδιο στο επόμενο και επομένως, και τα δικαιώματα του εκκαλούντος για ακρόαση, παροχή έννομης προστασίας και δίκαιη δίκη.
Συνεπώς, στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ τυποποιείται πλέον ένας δικονομικός λόγος αναίρεσης, ο οποίος λειτουργεί αυτοτελώς ως κύρωση, σε περίπτωση διαπίστωσης πλημμέλειας αποδιδόμενης στην παραβίαση κάποιου δικονομικού κανόνα δικαίου, που οδηγεί σε παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης ή ανυποστήρικτης και είναι ουσιώδης τόσο για τη διασφάλιση της ισορροπίας και της κανονικότητας της ποινικής δίκης όσο και για το σεβασμό των παραπάνω θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μάλιστα, κατά το άρθρο 510 παρ. 2 ΚΠΔ, ο ως άνω λόγος αναίρεσης μπορεί να προβληθεί, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά, που τον θεμελιώνουν δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 703/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη, υπ'αρ. 1339/2022 απόφαση του Β’ Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, η υπ' αρ. πρωτ. .../5-10-2017 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 3368/5-7-2017 απόφασης του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με τη οποία αυτός, που ήταν παρών στη δίκη, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για την αξιόποινη πράξη της εκβίασης από κοινού στην πλημμεληματική της μορφή. Στην εν λόγω έφεση, ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, εκθέτει ότι: "η παρούσα έφεσις υποβάλλεται εκπροθέσμως πλην όμως δικαιολογημένα και ότι θα πρέπει να γίνει δεκτή ως εμπρόθεσμη διότι: Την 5-7-2017, ότε εκδόθηκε η απόφασις, ήμουν κρατούμενος και δη προσωρινά. Μετά την έκδοση της απόφασης ζήτησα να οδηγηθώ από τους συνοδούς Αστυνομικούς να υποβάλω έφεση, πλην όμως μου απάντησαν ότι την έφεση θα υποβάλλω στο κατάστημα κράτησης .... Παρά την επιμονή μου, τελικά οδηγήθηκα στα κρατητήρια του Εφετείου και τελικά στο κατάστημα κράτησης .... Εκεί, την ίδια ημέρα, την 5-7-2017, ζήτησα στη γραμματεία των φυλακών, να υποβάλω έφεση κατά της απόφασης (3368/2017), με διαβεβαίωσαν ότι φυσικά και θα γίνει την ίδια ημέρα, ήτοι την 5-7-2017. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας με κάλεσαν στη Γραμματεία του Καταστήματος Κράτησης ... όπου και μου ζήτησαν να υπογράψω κάποια έγγραφα. Ρώτησα συγκεκριμένα αν πρόκειται και για την έφεση της υπ' αριθμόν 3368/17 απόφασης του Τριμ. Εφετείου Αθηνών, μου απάντησαν καταφατικά και είχα πλέον την βεβαιότητα ότι υπέβαλα έφεση. Το βράδυ της ίδιας ημέρας μεταφέρθηκα στο Τμήμα Αλλοδαπών, όπου και αφέθην ελεύθερος αργά το βράδυ, έχων την πεποίθηση ότι έχω ασκήσει έφεση. Τονίζω το γεγονός ότι δεν γνωρίζω ανάγνωση της Ελληνικής γλώσσης, ουδέποτε δε μου αναγνώσθηκαν καίτοι το ζήτησα η ανάγνωση των εγγράφων που υπέγραψα, θεωρούσα λοιπόν ότι - όπως με διαβεβαίωσαν και οι υπάλληλοι του Κ.Κ. ... ότι είχα υποβάλει έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως. Αμέσως μετά την αποφυλάκισή μου, ήτοι στις 7-7-2017, αντιμετώπισα εντονότατα προβλήματα υγείας, τα οποία διήρκησαν τουλάχιστον έως τις 2-10-2017. Στις 2-10-2017 επικοινώνησα για πρώτη φορά με τον παραστάντα κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς μου Δικηγόρο, τον οποίο ήδη από τις 5-7-2017 είχα ενημερώσει ότι είχα υποβάλει έφεση. Στις 4-10-2017 ο Δικηγόρος μου με ενημέρωσε ότι δεν προκύπτει η υποβολή της εφέσεως από εμέ στο Κατάστημα Κράτησης ... και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών φερόταν να μην έχει υποβληθεί έφεση από εμέ κατά της υπ’αριθμό 3368/17 απόφασης του Τριμ. Εφετείου Αθηνών. Επειδή βέβαια ουδένα λόγο είχα να μην υποβάλω έφεση κατά της ως άνω απόφασης. Επειδή πεπλανημένως, πλην δικαιολογημένως θεώρησα ότι είχα υποβάλει έφεση. Επειδή σε κάθε περίπτωση αντιμετώπισα εντονότατα προβλήματα υγείας από τις 7-7-2017 έως και 2-10-2017. Επειδή τα ως άνω θα αποδείξω με μάρτυρες και έγγραφα ζητώ να θεωρηθεί η παρούσα έφεσις ως εμπροθέσμως ασκηθείσα”. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο εκκαλών κατηγορούμενος ήταν απών, επροσωπούμενος από το συνήγορό του, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά τους λόγους για τους οποίους πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση του εντολέως του ως εμπροθέσμως ασκηθείσα. Το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, οδηγήθηκε στην απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα: Με την εκκαλούμενη με αριθμ. 3368/2017 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο 2ος εκκαλών-κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ως υπαίτιος τέλεσης της αξιόποινης πράξης της εκβίασης από κοινού στην πλημμεληματική της μορφή, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, η οποία ανεστάλη επί 3ετία, υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής και με τον περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα. Η απόφαση αυτή, εκδόθηκε με παρόντα τον 2ο εκκαλούντα- κατηγορούμενο. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης, ο 2ος εκκαλών - κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, τη με αριθμ. .../5-10-2017 υπό κρίση έφεσή του η οποία είναι εκπρόθεσμη, αφού αυτή ασκήθηκε μετά πάροδο της οριζόμενης από το άρθρο 473 παρ.1 του ΚΠοινΔ δεκαήμερης προθεσμίας από την έκδοση (στις 5-7-2017) της εκκαλούμενης απόφασης, που έληγε στις 17-7-2017. Ο 2ος εκκαλών- κατηγορούμενος, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της έφεσής του, επικαλέσθηκε στο εφετήριο με ειδικό λόγο έφεσης, τον οποίο ανέπτυξε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο συνήγορος υπεράσπισής του, τα ακόλουθα: Ότι μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και μετά την μεταγωγή του στο Κ.Κ. ... όπου κρατείτο προσωρινά, προκειμένου ν' αποφυλακισθεί, εμφανίσθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του Κ.Κ. ... και ζήτησε ν' ασκήσει έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ο τελευταίος δε τον διαβεβαίωσε ότι η έφεσή του θα ασκηθεί αυθημερόν. Ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας (5-7-2017) κατά την οποία αποφυλακίσθηκε, κλήθηκε και μετέβη στη γραμματεία του Κ.Κ. ... όπου και του ζητήθηκε να υπογράψει διάφορα έγγραφα, σε σχετική δε ερώτησή του εάν σε αυτά (προς υπογραφή έγγραφα) περιλαμβάνεται και η έκθεση άσκησης έφεσης κατά της εκκαλουμένης απόφασης, έλαβε καταφατική απάντηση. Ότι μετά την αποφυλάκισή του και δη στις 7-7-2017 υποβλήθηκε σε χειρουργική αφαίρεση θρόμβου αιμορροΐδων στο ΓΝΑ "...”, μετά δε την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του, αφού επικοινώνησε για πρώτη φορά στις 2-10-2017 με τον παραστάντα στην πρωτοβάθμια δίκη δικηγόρο του προκειμένου να τον ενημερώσει για την πορεία της έφεσής του, εκείνος στις 4-10-2017 τον ενημέρωσε ότι από τον έλεγχο που πραγματοποίησε, δεν προέκυψε η άσκηση της έφεσης. Ότι ενόψει της κατάστασης αυτής, άσκησε στις 5-10-2017 ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών την υπό κρίση με αριθμ. πρωτ. .../2017 έφεσή του και ότι το εκπρόθεσμο αυτής πρέπει να συγχωρηθεί, καθότι πεπλανημένα, πλην δικαιολογημένα, θεωρούσε ότι είχε ασκήσει έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση της Ελληνικής γλώσσας. Οι ως άνω όμως ισχυρισμοί του 2ου εκκαλούντος-κατηγορουμένου που περιλαμβάνονται στο εφετήριο, με τους οποίους επιχειρείται να δικαιολογηθεί η εκ μέρους του άσκηση της υπό κρίση εκπρόθεσμης εφέσής του, κρίνονται απορριπτέοι, καθότι δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική τους βασιμότητα, ενώ η προς τούτο κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου του μάρτυρος απόδειξης, ελέγχεται ως μη πειστική, καθότι ο εν λόγω μάρτυρας, δεν είχε ιδία αντίληψη των διαδραμόντων γεγονότων, αλλά κατέθεσε ό,τι του ανέφερε ο 2ος εκκαλών-κατηγορούμενος, ο οποίος είναι αδελφός του. Εξάλλου, δεν αντέχει στη λογική, ο ισχυρισμός του 2ου εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ότι (δήθεν) παραπλανήθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα του Κ.Κ. ..., ο οποίος δήθεν τον διαβεβαίωσε ότι ασκήθηκε αυθημερόν εκ μέρους του έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ στην πραγματικότητα αυτή ουδέποτε είχε ασκηθεί, αφού ο ως άνω γραμματέας, δεν είχε λόγο να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, ούτε άλλωστε ο 2ος εκκαλών-κατηγορούμενος, μετά την διαπίστωση ότι δεν είχε ασκηθεί έφεση, στράφηκε ποτέ εναντίον του. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν'απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ)...”.
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και, ως εκ τούτου, απαράδεκτης, αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι η απαιτούμενη και χωρίς ενδοιαστικές διατυπώσεις, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού διαλαμβάνει ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 5-7-2017 με την παρουσία του ιδίου του κατηγορουμένου, ότι το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκήθηκε στις 5-10-2017, ήτοι μετά την πάροδο της οριζόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την έκδοσή της, στις 17-7-2017, καθώς και ότι ο λόγος, τον οποίο επικαλέστηκε ο εκκαλών για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως, ήταν αβάσιμος. Αν και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ιδιαίτερη αιτιολογία για τη μη βασιμότητα του λόγου αυτού, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, ο λόγος που πρότεινε ο εκκαλών δεν ήταν νόμιμος (έστω και αν αυτός απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμος), καθόσον η εξ αιτίας της ως άνω παραπλάνησής του αμέλεια του ιδίου (ή του συνηγόρου του με τον οποίο σημειωτέον παραστάθηκε κατά την έκδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως), να ασκήσει έφεση δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητο κώλυμα, εν τούτοις το Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό περί παραπλανήσεως του εκκαλούντος-κατηγορουμένου- εξαιτίας και της αγνοίας του να γράφει και να διαβάζει την ελληνική γλώσσα- από τον αρμόδιο γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης ..., ως αβάσιμο, για τους λόγους που αναλυτικά εκθέτει. Επίσης δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο, αντίθετο, ούτε να προβεί σε συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, αρκεί να προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών. Στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως ρητά αναγράφεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει δε από το σύνολο των παραδοχών της, το Δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο εκκαλών-κατηγορούμενος και δη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος S. G., αδελφού του, όλα ανεξαιρέτως τα αναγνωσθέντα έγραφα και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων από αυτά, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά όλα τα αποδεικτικά μέσα, να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά και να αιτιολογήσει ποιο βάρυνε περισσότερο στην κρίση του. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στον ίδιο ως άνω πρώτο κατά σειρά λόγο, αιτιάσεις, περί μη αιτιολόγησης των λόγων για τους οποίους δεν έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος που δικαιολογούσαν το εκπρόθεσμο της εφέσεώς του, αναφερόμενες και στο (αορίστως) προβληθέν πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε, συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος και, επομένως, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εφόσον, λοιπόν, ορθά και αιτιολογημένα το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων απέρριψε την έφεση, που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της υπ` αριθ. 3368/5-7-2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, δεν υπέπεσε σε παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, όπως αβάσιμα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Η’ ΚΠοινΔ, δύο λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παράνομης απόρριψης της έφεσης ως απαράδεκτης, αντίστοιχα, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚποινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2022 και με αριθμ. πρωτ. .../25-10-2022 αίτηση του S. A. του D. και της L., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αρ. 1339/2022 απόφασης του Β’ Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ