Απόφαση

Αριθμός Απόφασης: 75/2023
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ
ΤΟΥ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(ΑΥΤΟΦΩΡΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ)
Το Δικαστήριο συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:
1.Παπακυριακού Διονύσιο, Στρατιωτικό Δικαστή Α΄,
2. Koυδελή Μαριάνα, Στρατιωτικό Δικαστή Α΄,
3.Χαραλαμπίδου Μαρία-Ρομίνα, Στρατιωτικό Δικαστή Β΄, οι οποίες ορίστηκαν από τον Πρόεδρο του Στρατοδικείου και τους Στρατοδίκες:
4.Γενίτσαρη Παρασκευά, Αντισυνταγματάρχη (ΥΦ) της δυνάμεως της ΣΣΑΣ,
5.Σπυράκη Ανδρέα, Αντισυνταγματάρχη (ΝΟΜ) της δυνάμεως του ΣΥΚΜ, οι οποίοι κληρώθηκαν με την υπ’ αριθ 5/2023 απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, ως μέλη.
Η συνεδρίαση έγινε δημόσια στη Θεσσαλονίκη, στην ειδική αίθουσα του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, την 22α του μηνός Φεβρουαρίου του έτους δύο χιλιάδες είκοσι τρία (2023) και ώρα 09:00΄. Στη συνεδρίαση παρέστησαν η Εισαγγελέας Λερίου Πολυξένη, Στρατιωτικός Δικαστής Β΄, Αντεισαγγελέας και η Γραμματέας Έδρας Ματζιρίδη Χρυσάνθη, Ανθυπολοχαγός (ΣΔΓ), η οποία ορίστηκε νομίμως.
Κατά την έναρξη της συνεδρίασης οι προαναφερόμενοι Στρατοδίκες έδωσαν, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου, τον προβλεπόμενο στο άρθρο 183 ΣΠΚ όρκο.
Ακολούθως προσκλήθηκε για να δικασθεί ο ... ... του ... και της ..., ο οποίος συνελήφθη την 18-02-2023 και περί ώρα 18:30΄ στο πλαίσιο του αυτοφώρου από τον Αρχιφύλακα ... ..., υπηρετούντα στο Α.Τ Πυλαίας-Χορτιάτη και παραπέμφθηκε από την Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης στο ακροατήριο του Αυτοφώρου Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τα άρθρα 417 επ. ΚΠΔ (διαδικασία επ’ αυτοφώρω πλημμελημάτων), με προφορική γνωστοποίηση των στοιχείων της κατηγορίας, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό .../2023 Έκθεση Γνωστοποίησης, κατηγορούμενος για τα αδικήματα: α) της ενδοοικογενειακής απειλής (άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006) και β) της εξύβρισης (άρθρο 361 παρ. 1 εδ. α΄ του ΠΚ).
Ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο χωρίς δεσμά. Ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο για το ονοματεπώνυμο και τα υπόλοιπα στοιχεία της ταυτότητάς του και αποκρίθηκε ότι ονομάζεται ... ... του ... και της ..., γεννήθηκε την 21-08-1974 στην Καρδίτσα και κατοικεί στον ... Θεσσαλονίκης (οδός: ..., αρ.: ...), είναι Ανθυπασπιστής (ΤΘ-ΕΥ) της δυνάμεως του ΛΣ/Γ΄ΣΣ, με ΑΜ: ..., με Α.Φ.Μ.: ..., υπαγόμενος στη Δ.Ο.Υ.: Καρδίτσας, με αριθμό κινητού τηλεφώνου: ..., με διεύθυνση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας: ...@gmail.com και είναι Έλληνας πολίτης. Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι διορίζει συνήγορο υπεράσπισής του τη δικηγόρο Λαζαράκη Άννα (ΑΜ: 3650) του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, η οποία είναι παρούσα και κατέθεσε το υπ’ αριθ. .../21-02-2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ως άνω Δικηγορικού Συλλόγου.
Ο Πρόεδρος εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του και του συνέστησε να προσέχει την κατηγορία και τη σχετική συζήτηση. Έπειτα τον κάλεσε να διατυπώσει συνοπτικά τη θέση του επί της κατηγορίας, ενώ παράλληλα τον πληροφόρησε ότι έχει το δικαίωμα να αντιτάξει στην κατηγορία πλήρη έκθεση των ισχυρισμών του, καθώς και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του, ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την έρευνα οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου.
Ακολούθως, η Εισαγγελέας πήρε το λόγο και πρότεινε να κηρυχθεί το παρόν Δικαστήριο αναρμόδιο και να παραπεμφθεί η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση στο αρμόδιο Τριμελές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, βάσει του άρθρου 120 ΚΠΔ, αφού πρώτα χωρήσει ορθός νομικός χαρακτηρισμός της πρώτης πράξης του κατηγορητηρίου από την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής (αρ. 7 παρ. 2 Ν. 3500/2006) στην πράξη της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. β΄ ΠΚ, για την εκδίκαση της οποίας (όπως εξάλλου και για τη δεύτερη πράξη του κατηγορητηρίου, ήτοι αυτής της εξύβρισης), αρμόδιο είναι το Τριμελές Στρατοδικείο και όχι το Πενταμελές.
Στο σημείο αυτό, η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, Λαζαράκη Άννα, αφού πήρε το λόγο, είπε ότι συντάσσεται με την εισαγγελική πρόταση περί κήρυξης της αναρμοδιότητας του παρόντος δικαστηρίου και προσκόμισε τους κάτωθι αυτοτελείς ισχυρισμούς (μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η κήρυξη της αναρμοδιότητας) για καταχώρηση στα πρακτικά, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά και έχουν ως εξής:
«ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Για καταχώρηση στα πρακτικά κατ’ άρθρο 141 ΚΠοινΔ.
... ... του ... και της ..., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, οδός ... αριθμός ..., ΑΦΜ ..., τηλ. ... EMAIL ...@gmail.com
Δικάζομαι σήμερα ενώπιόν Σας για τις πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14,16,17,18 εδ. γ, 26 παρ. 1 εδ. α, 27 παρ.1, 53, 57,94 παρ.1, 361 παρ.1 εδ.α και 368 παρ.1 Π.Κ. και άρθρα 1 παρ.1 , 2 στ.α, 3 εδ.α, και 7 παρ.2 Ν. 3500/2006 «για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις» , σχετικά με τις οποίες προβάλλω τους παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς μου:
Α) Μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής (αρ. 7 παρ. 2 Ν. 3500/2006) στην πράξη της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 εδ.β ΝΠΚ .
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου και ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του νέου Π.Κ. (Ν . 4 619/2019) , "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυαν δύο ή περισσότεροι νόμοι εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Ανάλογου περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του νέου Π.Κ., που ισχύει από 1-7-2019 και εφεξής (βλ. αρθρ. 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ.ΑΠ 1/2014).
Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006 Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας , "Το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση". Ήδη το έγκλημα της ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ενσωματώθηκε στο άρθρο 333 παρ. 2 εδ. β` του νέου Ποινικού Κώδικα, που ισχύει από 1-7-2019 (άρθρο 460 του νέου Ποινικού κώδικα). Σύμφωνα με το άρθρο 333 ΝΠΚ : « 1. Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Με την ποινή του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται και όποιος, χωρίς απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης, προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθησή του, όπως ιδίως με την επιδίωξη διαρκούς επαφής με τη χρήση τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου ή με επανειλημμένες επισκέψεις στο οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον αυτού, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του. 2. Επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν η πράξη τελείται σε βάρος ανηλίκου ή προσώπου που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με αυτόν ή έχουν με αυτόν σχέση εργασίας ή υπηρεσίας. Η ίδια ποινή επιβάλλεται όταν η πράξη τελείται σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης. 3. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση.»
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της ενδοοικογενειακής απειλής είναι όχι η άσκηση βίας ή παράνομης πράξης εναντίον των προαναφερόμενων προσώπων, αλλά η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, εναντίον αυτών, η οποία να περιήγαγε τους τελευταίους σε τρόμο ή ανησυχία. Η απειλή δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, με νεύματα ή άλλες απειλητικές κινήσεις και με οποιαδήποτε γενικώς ενέργεια, με την οποία ο δράστης εξωτερικεύει τη θέλησή του να απειλήσει όχι εν προκειμένω οποιονδήποτε τρίτο αλλά τα αναφερόμενα ως άνω πρόσωπα, μεταξύ των οποίων η σύζυγος κατά τη διάρκεια του γάμου. Για την υποκειμενική υπόσταση απαιτείται γνώση του υπαιτίου ότι η απειλούμενη ενέργειά του είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και θέληση του δράστη να προκαλέσει στον παθόντα φόβο ή ανησυχία.
Κατόπιν αυτών θα πρέπει κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας να δικαστεί για την πράξη του άρθρου 333 παρ. 2 β του ΝΠΚ που προβλέπει χαμηλότερα όρια ποινής. (βλ. σχετικά ΑΠ 288/2020 ΝΟΜΟΣ, Πλημ.Λευκαδ.56/2021 ΝΟΜΟΣ).
Β) Αρμοδιότητα Δικαστηρίου (άρθρο 120 ΚΠΔ.)
Ι.-Εφόσον ήθελε γίνει δεκτός ο παραπάνω ισχυρισμός, ο κατηγορούμενος εισάγεται για να δικαστεί για παράβαση των άρθρων 361 παρ.1. εδ α και 333 παρ. 2β ΝΠΚ. Η πρώτη εκ των ανωτέρω διατάξεων προβλέπει ότι όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή και η δεύτερη με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.
ΙΙ.-Εξάλλου κατ΄άρθρο 115 ΚΠΔ : «Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δικάζει τα πλημμελήματα για τα οποία απειλείται στον νόμο φυλάκιση έως τριών (3) ετών ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή συνδυασμός των ανωτέρω ποινών, εκτός από: α) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και εφετείων, καθώς και τα συναφή με αυτά (άρθρα 109, 111 και 128), β) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου ανηλίκων, γ) εκείνα που τελούνται διά του τύπου, δ) εκείνα των άρθρων 167 παρ. 1, 172 παρ. 1, 173 παρ. 2 εδ. α΄, 224, 259 και 397 ΠΚ. 2. Τα δασικά, τα αγροτικά σε βαθμό πλημμελήματος, τα αγορανομικά αδικήματα, τα πλημμελήματα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, καθώς και τα εγκλήματα: α) του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 (Α΄ 401) «περί επιταγής», β) του άρθρου 1 και 2 του α.ν. 86/1967 «περί επιβολής κυρώσεων κατά των καθυστερούντων την καταβολήν και την απόδοσιν εισφορών εις Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως», γ) του άρθρου 94 παρ. 8 του ν. 4495/2017 (Α΄ 167) για τον έλεγχο και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις, δ) των άρθρων 82 παρ. 4 και 83 παρ. 1 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212) και του άρθρου 29 παρ. 7 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80), ε) του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43), στ) του άρθρου 28 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170), ζ) τα πλημμελήματα του άρθρου 66 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), η) του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 157 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265), θ) του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 7, του πρώτου εδαφίου της παρ. 13 του άρθρου 10, της παρ. 2 του άρθρου 12 και του άρθρου 14 του ν. 2168/1993 (Α΄ 147) και ι) του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ.»
Τέλος κατ΄άρθρο 198 ΣΠΚ : "1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς στρατοδικείου υπάγονται τα πταίσματα, καθώς και τα πλημμελήματα, τα οποία κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους υπάγονται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου. Τα λοιπά εγκλήματα υπάγονται στην αρμοδιότητα του πενταμελούς στρατοδικείου."Συνεπώς οι πράξεις για τις οποίες εισάγομαι να δικαστώ εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Στρατοδικείου.
ΙΙΙ.- Κατ’ άρθρο 120 ΚΠΔ «Αναρμοδιότητα: 1. Το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ’ ύλην αρμοδιότητά του σε κάθε στάδιο της δίκης. 2. Το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αντίστοιχο αρμόδιο. Σε αυτήν την περίπτωση έχει δυνητικά τις εξουσίες του άρθρου 315. 3. Κατ’ εξαίρεση το δικαστήριο που χαρακτηρίζει εαυτό αναρμόδιο, παραπέμπει την υπόθεση στον εισαγγελέα, αν κρίνει ότι η πράξη, όπως χαρακτηρίζεται από αυτό, είναι κακούργημα. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας παραγγέλλει κυρία ανάκριση. 4. Παραπομπή στον εισαγγελέα δεν γίνεται εάν διενεργήθηκε κύρια ανάκριση ή ο χαρακτήρας της πράξης ως κακουργήματος προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο.»
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προδήλως προκύπτει ότι το παρόν σεβαστό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο για την αξιολόγηση των συγκεκριμένων πράξεων και θα πρέπει να παραπέμψει με απόφασή Του την υπόθεση στο αντίστοιχο αρμόδιο.
Για όλους τους παραπάνω λόγους
Ζητώ: Να γίνουν δεκτοί οι αυτοτελείς ισχυρισμοί μου . Να προχωρήσει το σεβαστό Δικαστήριο σε μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής (αρ. 7 παρ. 2 Ν. 3500/2006) στην πράξη της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 εδ.β ΝΠΚ , να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και να παραπέμψει την υπόθεση προς κρίση στο καθ’ ύλη αρμόδιο.
Θεσσαλονίκη 22 Φεβρουαρίου 2023
Η συνήγορος του κατηγορούμενου»
Το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη που έγινε στο γραφείο του Προέδρου με την παρουσία και της Γραμματέως κατάρτισε την ταυτάριθμη απόφασή του, την οποία ο Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως. Η απόφαση αυτή είναι η εξής:
ΣΚΕΠΤΙΚΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 198 παρ. 1 του ΣΠΚ: «Στην αρμοδιότητα του τριμελούς στρατοδικείου υπάγονται τα πταίσματα, καθώς και τα πλημμελήματα, τα οποία κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους υπάγονται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου. Τα λοιπά εγκλήματα υπάγονται στην αρμοδιότητα του πενταμελούς στρατοδικείου». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 112 παρ. 1 του ΚΠΔ: «Το τριμελές πλημμελειοδικείο δικάζει: 1. Τα πλημμελήματα, εκτός από όσα ανήκουν στην αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, του δικαστηρίου των εφετών, του μονομελούς πλημμελειοδικείου και του δικαστηρίου των ανηλίκων». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του ΚΠΔ περί αναρμοδιότητας: «1. Το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ’ ύλην αρμοδιότητά του σε κάθε στάδιο της δίκης». Περαιτέρω, στο άρθρο 118 του ΚΠΔ ορίζεται ότι: «Την αρμοδιότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 109-115 την προσδιορίζει ο χαρακτηρισμός της πράξης από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά που εμπεριέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα (στην περίπτωση της απευθείας εισαγωγής της υπόθεσης).
Τέλος, το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 3500/2006 ορίζει ότι «Το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση» και το άρθρο 53 του ΠΚ ότι: «Η διάρκεια της φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ούτε είναι κατώτερη των δέκα ημερών».
Από το συνδυασμό όλων των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτουν τα παρακάτω:
Το Δικαστήριο δικαιούται αλλά και οφείλει να ελέγξει την καθ’ ύλην αρμοδιότητά του σε κάθε στάδιο της δίκης. Ο έλεγχος όμως της αρμοδιότητάς του γίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο (δηλ. κατά περίπτωση είτε το παραπεμπτικό βούλευμα είτε το κλητήριο θέσπισμα είτε την έκθεση γνωστοποίησης της κατηγορίας-όπως εν προκειμένω-) και όχι με βάση τα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά θα προκύψουν από την ακροαματική διαδικασία που μπορεί να οδηγήσουν σε βελτίωση της κατηγορίας. Στην τελευταία περίπτωση ισχύει το άρθρο 119 του ΚΠΔ (δηλ. της κατ’ εξαίρεση αρμοδιότητας) κατά την οποία διαπιστωθείσης της μεταβολής κατηγορίας από μία πράξη σε κάποια άλλη για την εκδίκαση της οποίας αρμόδιο θα ήταν κατ’ αρχήν ένα κατώτερο δικαστήριο, η υπόθεση δικάζεται στην ουσία της από το ανώτερο που θα προβεί έτσι με την ίδια απόφαση σε ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης, αλλά και σε έκδοση επί της ουσίας απόφασης. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται ταυτοχρόνως η αποφυγή καθυστέρησης της δίκης, χωρίς όμως να απομειώνονται τα εχέγγυα ορθής απονομής της, δεδομένου ότι η δικαστική κρίση έχει εκφερθεί από ανώτερο πάντως δικαστήριο του κατ’ αρχήν αρμοδίου. Εάν πάλι το δικαστήριο που διαπιστώσει την ανάγκη μεταβολής (ορθού χαρακτηρισμού) της κατηγορίας αχθεί στην κρίση ότι πρόκειται για κακούργημα (ενώ η κατηγορία εισήχθη ως πλημμέλημα), τότε εφαρμόζει το άρθρο 120 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με βάση την υπ’ αρ. .../2023 έκθεση γνωστοποίησης της κατηγορίας για τις πράξεις της ενδοοικογενειακής απειλής του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 3500/2006 και της εξύβρισης του άρθρου 361 παρ. 1 εδ. α΄ του ΠΚ. Το αδίκημα που επισύρει αφηρημένα τη μεγαλύτερη ποινή είναι, εκ των δύο προαναφερόμενων, αυτό της ενδοοικογενειακής απειλής για το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απειλείται ποινή φυλάκισης, άρα ανήκει στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και συνακόλουθα του Πενταμελούς Στρατοδικείου.
Το ζήτημα της τυχόν μεταβολής κατηγορίας (ή του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της πράξης), όπως αυτό μπορεί να προκύψει μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης και την ορθή αξιολόγηση των περιστατικών μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας είναι θέμα που θα αντιμετωπιστεί σε άλλη διαδικαστική φάση και επί του παρόντος είναι πρόωρο δικονομικά να εξεταστεί.
Επομένως, η ένσταση αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, που υποβλήθηκε από την Εισαγγελέα και υποστηρίχθηκε και από τη συνήγορο υπεράσπισης δια του σχετικού ισχυρισμού της (ο οποίος πάντως δεν χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής) πρέπει, κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σκέψεις.
Για τους λόγους αυτούς
Το Δικαστήριο, αφού είδε και τα άρθρα 213 παρ. 1 του ΣΠΚ, 120, 198 και 369 του ΚΠΔ
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ
Απορρίπτει, ομόφωνα, ως νόμω αβάσιμη την ένσταση κήρυξης της αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου καθώς και τον πανομοιότυπο σχετικό υποβληθέντα δια της συνηγόρου υπεράσπισης ισχυρισμό, περί παραπομπής της προκείμενης ποινικής υποθέσεως για εκδίκαση στο Τριμελές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, καθόσον από τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, η υπόθεση αρμοδίως εισάγεται (ως ενδοοικογενειακή απειλή του αρ. 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006) προς εκδίκαση στο Πενταμελές Στρατοδικείο, κατ’ άρθρα 112 παρ. 1, 118 και 120 παρ. 1 του ΚΠΔ.
Ύστερα πήρε το λόγο η Εισαγγελέας και, αφού απήγγειλε με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία, όπως αυτή αναφέρεται στην ως άνω έκθεση γνωστοποίησης, είπε ότι για την υποστήριξή της κάλεσε προφορικά, κατ’ άρθρο 421 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠΔ για εξέταση τη μάρτυρα ... ....
Έπειτα, ο Πρόεδρος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να διατυπώσει τη θέση του απέναντι στην κατηγορία, υπενθυμίζοντάς του ταυτόχρονα ότι θα απολογηθεί στο τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας. Ο κατηγορούμενος διατύπωσε τη θέση του απέναντι στην κατηγορία, δηλώνοντας ότι είναι αθώος και δήλωσε ότι προσκάλεσε για να εξεταστεί ως μάρτυρας υπεράσπισης ο ... ..., ενώ η συνήγορός του έδωσε στον Πρόεδρο χειρόγραφο σημείωμα με τα στοιχεία του ως άνω μάρτυρα.
Αφού έγιναν αυτά, ο Πρόεδρος εκφώνησε το όνομα της ουσιώδους μάρτυρος, η οποία κλητεύθηκε, ήτοι, της ... ..., καθώς και το όνομα του μάρτυρα υπεράσπισης, ήτοι, του ... ..., οι οποίοι βρέθηκαν παρόντες.
Κατόπιν ο Πρόεδρος κάλεσε αμέσως για εξέταση την ως άνω μάρτυρα. Αυτή, αφού ρωτήθηκε για το ονοματεπώνυμο και τα υπόλοιπα στοιχεία της ταυτότητάς της, αποκρίθηκε ότι ονομάζεται ... ... του ... και της ..., γεννήθηκε την 13-07-1972 στη Θεσσαλονίκη και κατοικεί στην ... Θεσσαλονίκης (οδός: ..., αρ.: ...), με ΑΔΤ: .../26-11-2014/Τ.Α Λευκού Πύργου, με ΑΦΜ: ..., υπαγόμενη στη Δ.Ο.Υ.: Αμπελοκήπων, με αριθμό κινητού τηλεφώνου: ..., με email: ...@yahoo.com και είναι Ελληνίδα πολίτης. Εν συνεχεία, η μάρτυρας ορκίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 219 παρ. 1 του ΚΠΔ όρκο ως ακολούθως: «Δηλώνω, επικαλούμενη την τιμή και τη συνείδησή μου, ότι θα πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να αποκρύψω τίποτα» και εξεταζόμενη σύμφωνα με το νόμο κατέθεσε τα εξής: «Την 18-02-2023 βρεθήκαμε, εγώ, ο κατηγορούμενος και η κόρη μου στο «...», κατόπιν προτροπής του παιδιού μας, το οποίο εξέφρασε την επιθυμία του να βρεθεί και με τους δύο του γονείς. Με τον κατηγορούμενο είμαστε σε διάσταση. Έχει ήδη βγει απόφαση Ασφαλιστικών Μέτρων για απομάκρυνση του κατηγορουμένου από την οικογενειακή στέγη και ορίστηκε και η επικοινωνία του με το παιδί. Τώρα εκκρεμεί η απόφαση λύσης του γάμου. Το Σάββατο που μας πέρασε ο κατηγορούμενος είχε την ορισμένη επικοινωνία με το παιδί. Όπως ανέφερα ήδη, η κόρη μου μου ζήτησε να βρεθούμε όλοι μαζί και έτσι του ζήτησα να το κάνουμε για χάρη του παιδιού. Στο παρελθόν είχαν υπάρξει και άλλα περιστατικά βίας. Ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής μας, με είχε χτυπήσει. Την 28-02-2023 μάλιστα εκδικάζεται ενώπιον του Πενταμελούς Στρατοδικείου και μία άλλη υπόθεση που εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορουμένου, κατόπιν υποβολής δικής μου έγκλησης εξαιτίας ενός περιστατικού βίας που είχε γίνει μέσα στο σπίτι μας, ενώπιον της ανήλικης κόρης μας και μάλιστα, ενώ την κρατούσε αγκαλιά ο κατηγορούμενος. Παρ’ όλα αυτά δέχτηκα να βρεθώ μαζί του το Σάββατο για χάρη του παιδιού και επειδή θεώρησα πως δεν θα κινδύνευα μέσα στον κόσμο. Βρεθήκαμε πράγματι στο «...» και κάποια στιγμή και ενώ βρισκόμασταν στο χώρο των ταχυφαγείων, μου ζήτησε να παραιτηθώ από την ποινική δίωξη της σε βάρος του πράξης, η οποία εκδικάζεται την 28-02-2023. Εγώ του είπα πως δεν πρόκειται να το κάνω. Τότε, άρχισε να φωνάζει μπροστά στο παιδί. Το παιδί τρόμαξε και ενώ καθόταν δίπλα του, έφυγε από κοντά του και ήρθε και κρύφτηκε δίπλα μου. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος μου είπε: «Θα πάρω το παιδί και θα φύγω». Το παιδί ήταν τρομαγμένο. Του ζήτησα να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του και να ηρεμήσει. Το παιδί βλέποντας όλη αυτή την κατάσταση, αρνούνταν να πάει μαζί του. Αν το παιδί δεχόταν να πάει μαζί με τον πατέρα του, δε θα καλούσα ποτέ την Αστυνομία. Δε θα έδινα περισσότερη έκταση. Μίλησα με κάποιον Αστυνομικό στο τηλέφωνο και του εξήγησα την κατάσταση. Στη συνέχεια, ο Αστυνομικός μου ζήτησε να βγούμε έξω από το χώρο του «...» και να περιμένουμε εκεί. Μετά από δύο κλήσεις μου στο Τμήμα, ήρθε η Αστυνομία. Η μετάβαση μας στο Τμήμα έγινε χωριστά. Εγώ πήγα με το δικό μου όχημα. Όταν έφτασα εγώ με το παιδί στο Τμήμα, ο κατηγορούμενος είχε ήδη υποβάλει σε βάρος μου μήνυση για παραβίαση δικαστικής απόφασης. Κατόπιν, υπέβαλα κι εγώ σε βάρος του μήνυση. Θεωρώ πως ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε έτσι, υποβάλλοντας σε βάρος μου μήνυση, από δόλο. Μετά την υποβολή των μηνύσεων, εγώ αφέθηκα ελεύθερη και μου είπαν πως πρέπει να μεταβώ στα κεντρικά της Αστυνομίας, όπου μου πήραν δαχτυλικά αποτυπώματα και μου άνοιξαν και φάκελο. Επέστρεψα στο σπίτι μου γύρω στις 23:00΄. Ευτυχώς, είχα καλέσει την κυρία ..., η οποία πρόσεχε την κόρη μου όταν ήταν μικρούλα και την κράτησε στο σπίτι της μέχρι να επιστρέψω. Εκτός από αυτό το περιστατικό βίας που εκδικάζεται την 28-02-2023, δεν έχω μηνύσει ξανά τον κατηγορούμενο, αν και φοβάμαι εδώ και χρόνια για τη σωματική μου ακεραιότητα. Όσο βρισκόμασταν στο «...», προσπάθησα να ηρεμήσω την κόρη μου. Είναι τεσσάρων ετών και ήταν τρομαγμένη. Ο κατηγορούμενος, ενώ εγώ προσπαθούσα να ηρεμήσω το παιδί, επιχείρησε να το πάρει βιαίως από τα χέρια μου. Το παιδί θέλει ιδιαίτερο χειρισμό, δεν είναι παιχνίδι. Ο κατηγορούμενος, ενώ έβλεπε σε τι κατάσταση ήταν το παιδί, δεν με παρότρυνε να το πάρω και να γυρίσω σπίτι. Αντιθέτως, με έβρισε και πριν καλέσω την Αστυνομία, αλλά και αφότου την κάλεσα και ενώ περιμέναμε να έρθει. Νομίζω πως δεν ζήτησε βοήθεια άλλη φορά από την Αστυνομία ο κατηγορούμενος προκειμένου να πάρει το παιδί. Δεν ήμουν ποτέ παρούσα όταν έπαιρνε το παιδί. Δεν γνωρίζω τι εννοούσε λέγοντας μου: «Τώρα θα δεις τι θα κάνω», αλλά μου προκάλεσε πάντως τρόμο και ανησυχία. Φοβήθηκα για το τί ήταν ικανός να κάνει, επειδή και στο παρελθόν είχε υπάρξει βίαιος σε βάρος μου».
Κατά την εξέταση της μάρτυρος, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, στις Δικαστές, στους Στρατοδίκες, στη συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου και στον κατηγορούμενο για να κάνουν ερωτήσεις σ’ αυτή. Η μάρτυρας απάντησε, όπως αναφέρεται στην κατάθεσή της.
Μετά την εξέταση της μάρτυρος, ο Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα, τη συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου και τον κατηγορούμενο, αν έχουν να αναφέρουν εναντίον της μάρτυρος ή εναντίον της μαρτυρίας της ο,τιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία της και συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας κι αν επιθυμούν να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σχετικά με τη μαρτυρική της κατάθεση και αυτοί απάντησαν αρνητικά.
Ακολούθως, ο Πρόεδρος διάβασε από τη δικογραφία την υπ’ αριθμόν 73/19-02-2023 αναβλητική απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τα κάτωθι ουσιώδη έγγραφα: α) την από 18-02-2023 Έκθεση σύλληψης και β) το Αντίγραφο Φύλλου Μητρώου (ΑΦΜ) του κατηγορουμένου.
Γίνεται μνεία ότι στο σημείο αυτό η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου προσκόμισε στο Δικαστήριο τα κάτωθι έγγραφα: α1) το με ημερομηνία αποστολής 22-02-2023 Απόσπασμα Βιβλίου Αδικημάτων- Συμβάντων- Συλλήψεων- Συστάσεων και Παραπόνων, σταλθέν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από το Αστυνομικό Τμήμα Πυλαίας-Χορτιάτη προς τον ... ..., α2) την υπ’ αριθ. 14724/2022 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), α3) την με ΕΑΚ: .../2022 Ένορκη Βεβαίωση του ... ...του ... και α4) την με ημερομηνία κατάθεσης 22-08-2022 Έγκληση της ... ...κατά του ... .... Τα ως άνω έγγραφα, αφού αναγνώσθηκαν από τον Πρόεδρο, τέθηκαν κατ’ εντολή του στη δικογραφία.
Στη συνέχεια κλήθηκε για εξέταση ο προταθείς από τη συνήγορο του κατηγορουμένου μάρτυρας υπεράσπισης, ο οποίος, αφού ρωτήθηκε για το ονοματεπώνυμο και τα υπόλοιπα στοιχεία της ταυτότητάς του, αποκρίθηκε ότι ονομάζεται ... ...του ... και της ..., γεννήθηκε την 27-09-1977 στη Θεσσαλονίκη και κατοικεί ομοίως, είναι Υπολοχαγός (ΠΖ), με ΑΜ: ... της δυνάμεως του ΛΣ/Γ΄ΣΣ, με ΑΦΜ ..., υπαγόμενος στη ΔΟΥ: Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, με αριθμό κινητού τηλεφώνου: ..., με διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: ...@gmail.com και είναι Έλληνας πολίτης. Δήλωσε, επίσης, ότι με τον κατηγορούμενο δε συγγενεύει. Ακολούθως, ο μάρτυρας ορκίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 219 παρ. 1 του ΚΠΔ όρκο ως ακολούθως: «Δηλώνω, επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου, ότι θα πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να αποκρύψω τίποτα» και εξεταζόμενος σύμφωνα με το νόμο κατέθεσε τα εξής: «Είμαι συνάδελφος του κατηγορουμένου. Υπηρετούμε και οι δύο στη δύναμη του ΛΣ/Γ΄ΣΣ. Ο κατηγορούμενος είναι βοηθός μου. Συνεργαζόμαστε άμεσα, βρίσκομαι σε καθημερινή επαφή μαζί του και ως εκ τούτου, τον γνωρίζω καλά. Γνωρίζω ότι δεν είναι μαζί με τη γυναίκα του. Την 18-02-2023, μου τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και μου είπε ότι η εν διαστάσει σύζυγός του υπέβαλε μήνυση σε βάρος του. Ενημέρωσα τον Διοικητή. Ο κατηγορούμενος μέσα στο γραφείο έχει τα καθήκοντα του Στρατολόγου. Χειρίζεται υποθέσεις ενενήντα στρατεύσιμων. Έχει φόρτο εργασίας. Η δουλειά του είναι απαιτητική και ανταπεξέρχεται αποτελεσματικά. Δεν έχει δώσει αφορμή για σχόλια για τη συμπεριφορά του στη δουλειά. Είναι εγκρατής και όταν προκύπτουν μάλιστα εντάσεις στο χώρο εργασίας, είναι από τους πρώτους που προσπαθεί να παροτρύνει και τους συναδέλφους του να ηρεμήσουν».
Κατά την εξέταση του μάρτυρα, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, στις Δικαστές, τους Στρατοδίκες και στον κατηγορούμενο για να κάνουν ερωτήσεις σ’ αυτόν. Ο μάρτυρας απάντησε, όπως αναφέρεται στην κατάθεσή του. Μετά την εξέτασή του, ο μάρτυρας παρέμεινε στο ακροατήριο.
Μετά την εξέταση του μάρτυρα, ο Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα, τη συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου και τον κατηγορούμενο, αν έχουν να αναφέρουν εναντίον του μάρτυρα ή εναντίον της μαρτυρίας του ο,τιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας κι αν επιθυμούν να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σχετικά με τη μαρτυρική του κατάθεση και αυτοί απάντησαν αρνητικά.
Κατόπιν, ο Πρόεδρος κάλεσε τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για την κατηγορία η οποία του αποδίδεται και αυτός απολογήθηκε ως εξής: «Την 18-02-2023 ήταν η ημέρα της επικοινωνίας μου με το παιδί. Μου ζήτησαν, το παιδί μου και η μητέρα του, να βρεθούμε και οι τρεις στο «...» Έφτασα στο «...» στις 11:00΄. Φάγαμε στο χώρο που βρίσκονται τα εστιατόρια. Γύρω στη μία, είδα ότι το παιδί είχε αρχίσει να νυστάζει. Εκείνη τη στιγμή η πρώην σύζυγός μου, μου ζήτησε να κατέβει το παιδί στον κάτω όροφο που είχε ένα «χορευτικό» για να παίξει και να χορέψει. Το παιδί όντως κατέβηκε, έπαιξε, χόρεψε και κάποια στιγμή ήρθε και μου είπε ότι νύσταξε. Βλέποντας ότι το παιδί νυστάζει, της ζήτησα να το πάρω και να φύγω, αλλά δεν μου το έδινε. Μου είπε: «Όχι, δεν θα το πάρεις το παιδί». Της είπα ότι θα παραμείνω στο χώρο του «...» και έπειτα της είπα: «Δεν φεύγω, θα καθίσω εδώ να σκεφτώ τι θα κάνω». Όλα αυτά που σας αναφέρω τώρα συνέβησαν γύρω στις 2:00΄ μ.μ. Έπειτα, απευθύνθηκα στο παιδί και το ρώτησα αν θέλει να φύγουμε και τότε η κυρία ..., άρχισε να λέει στο παιδί: «Που θα πας αγάπη μου, θα αφήσεις τη μαμά;» και έπειτα είπε στο παιδί: «Η μαμά θα κλαίει». Είδα πως το παιδί είχε αρχίσει να στενοχωριέται. Μου είπε πως δεν μου δίνει το παιδί κι εγώ της είπα πως θα παραμείνω στο «...». Θεωρώ πως τηλεφώνησε στην Αστυνομία, διότι φοβήθηκε πως θα την καταγγείλω για παραβίαση δικαστικής απόφασης. Υπήρξαν στο παρελθόν και άλλες φορές που αρνούνταν να μου δώσει το παιδί. Κάθε φορά μου λέει τα ίδια πράγματα. Μου λέει ότι δεν γίνεται να κάνουμε το παιδί μπάλα. Δύο φορές δεν μου έδωσε το παιδί Σαββατοκύριακο και επικαλέστηκε λόγους υγείας, προσκομίζοντας όμως μεταγενέστερες ιατρικές βεβαιώσεις. Εκείνη την ημέρα την 18-02-2023 η κυρία ... κάλεσε στην Αστυνομία και είπε ότι η κόρη μου δεν θέλει να έρθει μαζί μου. Ο ΑΞΥΠ ρώτησε την κυρία ... αν θα μου δώσει το παιδί, διότι μη δίνοντας μου το παιδί παραβιάζει δικαστική απόφαση και του απάντησε αρνητικά, ισχυριζόμενη ότι το παιδί δεν θέλει να έρθει μαζί μου. Δύο φορές ρωτήθηκε η κυρία ... από τον ΑΞΥΠ και τις δύο φορές του απάντησε αρνητικά, απειλώντας τον μάλιστα ότι θα κινηθεί και εναντίον του γιατί την πιέζει».
Κατά την εξέταση του κατηγορουμένου ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, στις Δικαστές και στους Στρατοδίκες, για να κάνουν ερωτήσεις σ’ αυτόν.
Στο σημείο αυτό η Στρατιωτικός Δικαστής Α΄ Κουδελή Μαριάνα, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, απηύθυνε στον κατηγορούμενο την εξής ερώτηση: «Επικαλεστήκατε και άλλα περιστατικά κατά τα οποία η κυρία ... δεν σας έδινε το παιδί, αλλά δεν την είχατε καταγγείλει. Τώρα τι άλλαξε και η κυρία ... ένιωσε πως απειλείται από εσάς και πως θα της κάνατε μήνυση;».
Ο κατηγορούμενος απάντησε ως εξής: «Εγώ, όταν μου είπε πως δεν μου δίνει το παιδί, της είπα ότι δεν θα φύγω από το «...» και πως θα σκεφτώ τί θα κάνω. Δεν είχα σκοπό να της κάνω μήνυση, αλλά με παρότρυνε ο ΑΞΥΠ».
Ακολούθως, η Στρατιωτικός Δικαστής Β΄ Χαραλαμπίδου Μαρία-Ρομίνα, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, απηύθυνε στον κατηγορούμενο την εξής ερώτηση: «Πόσες ώρες βρισκόσασταν με το παιδί και την κυρία ... στο πολυκατάστημα;».
Ο κατηγορούμενος απάντησε ως εξής: «Βρισκόμασταν εκεί περίπου δύο ώρες. Μιλούσα με το παιδί, το τάιζα. Δεν τρόμαξα εγώ το παιδί με κάποιον τρόπο. Το παιδί άρχισε να κλαίει, όταν είδε τη μητέρα του να κλαίει. Βλέποντας τη μητέρα του το παιδί γύρισε και μου είπε: «Μπαμπά, η μαμά κλαίει, θα μείνω με τη μαμά». Τότε γύρισα και είπα στην κυρία ...: «Εντάξει, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Εγώ θα μείνω εδώ».
Τέλος, ο Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα, τη συνήγορο του κατηγορουμένου και τον κατηγορούμενο, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση ή δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τις καταθέσεις συνολικά και τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν και, αφού έλαβε απ’ αυτούς αρνητική απάντηση, κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Κατόπιν, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα για να αγορεύσει.
Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο και ανέπτυξε την πραγματική και νομική επιχειρηματολογία της, πρότεινε να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος για την πράξη της εξύβρισης του άρθρου 361 ΠΚ, όπως κατηγορείται και ομοίως, ένοχος για την πράξη της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 ΠΚ, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης της ενδοοικογενειακής απειλής του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006, για την οποία αρχικά παραπέμφθηκε.
Η συνήγορος του κατηγορούμενου, αφού έλαβε το λόγο και ανέπτυξε την υπεράσπισή του, ζήτησε να κηρυχθεί αυτός αθώος ελλείψει πράξεως, αμφοτέρων των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται.
Κατόπιν τούτων ο Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της συζήτησης.
Το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη που έγινε στο γραφείο του Προέδρου με την παρουσία και της Γραμματέως κατάρτισε την ταυτάριθμη απόφασή του, την οποία ο Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως. Η απόφαση αυτή είναι η εξής:
ΣΚΕΠΤΙΚΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας: «Το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση». Ήδη το έγκλημα της ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ενσωματώθηκε στο άρθρο 333 παρ. 2 εδ. β΄ του νέου Ποινικού Κώδικα, που ισχύει από 1-7-2019. Όταν λοιπόν, η πράξη της απειλής τελείται σε βάρος συζύγου μέχρι και την αμετάκλητη λύση του γάμου, διάστημα που περιλαμβάνει και τη νομική κατάσταση της διάστασης των συζύγων, τότε εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. β΄ του ΠΚ και όχι η αντίστοιχη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 3500/2006. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 333 του νέου ΠΚ: «1. Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή…... 2. Επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν η πράξη (απειλή) τελείται σε βάρος ανηλίκου ή προσώπου που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με αυτόν ή έχουν με αυτόν σχέση εργασίας ή υπηρεσίας. Η ίδια ποινή επιβάλλεται όταν η πράξη τελείται σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης. 3. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της απειλής σε βάρος συζύγου είναι όχι η άσκηση βίας ή παράνομης πράξης εναντίον των προαναφερόμενων προσώπων, αλλά η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, εναντίον αυτών, η οποία να περιήγαγε τους τελευταίους σε τρόμο ή ανησυχία. Κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση της αντικειμενική υπόστασης του εν λόγω αδικήματος είναι η ύπαρξη του δεσμού του ενεστώτος (δηλ. μη εισέτι λυμένου βάσει αμετάκλητης δικαστικής απόφασης) γάμου μεταξύ δράστη και θύματος. Η απειλή μπορεί να λάβει χώρα με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, με νεύματα ή άλλες απειλητικές κινήσεις και με οποιαδήποτε γενικώς ενέργεια, με την οποία ο δράστης εξωτερικεύει τη θέλησή του να απειλήσει όχι εν προκειμένω οποιονδήποτε τρίτο, αλλά τα αναφερόμενα ως άνω πρόσωπα, μεταξύ των οποίων η σύζυγος κατά τη διάρκεια του γάμου. Για την υποκειμενική υπόσταση απαιτείται γνώση του υπαιτίου ότι η απειλούμενη ενέργειά του είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και θέληση του δράστη να προκαλέσει στον παθόντα φόβο ή ανησυχία.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του ΠΚ, τιμωρείται για εξύβριση όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της εξυβρίσεως απαιτείται προσβλητική κατ’ αντικειμενική κρίση εκδήλωση ανθρώπινης σκέψης, που δεν συνιστά απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, για την τιμή του άλλου, με λόγο ή με έργο ή άλλο τρόπο, η οποία ενέχει κατά την κοινή αντίληψη είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου είτε καταφρόνηση γι’ αυτόν από τον ίδιο το δράστη, που γνωρίζει ότι με μια τέτοια ηθελημένη ενέργεια προσβάλλεται η τιμή ως ατόμου και μέλους της κοινωνίας εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται (βλ. ΑΠ 1260/2002, ΠοινΛογ 2002, σελ. 1708). Δηλαδή στη εξύβριση ο όρος «τιμή» λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλο αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας που να δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα σχετικά με τη συνολική αξία του, δηλαδή και την ηθική και την κοινωνική (βλ. ΑΠ 2273/2009, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 613/2002, ΠοινΛογ 2002, σελ. 720).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ η ψηφοφορία για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου αφορά «την πράξη που του αποδίδεται, όπως αυτή προέκυψε από την κύρια διαδικασία». Στη διάταξη αυτή βρίσκει νομοθετικό έρεισμα η επιτρεπόμενη τροποποίηση («βελτίωση») της κατηγορίας, η οποία αντιπαραβάλλεται με την απαγορευμένη μεταβολή της κατηγορίας. Ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, η οποία δημιουργεί λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα είτε κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 στ. β΄ του ΚΠΔ, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα είτε κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 στ. δ΄ του ΚΠΔ, γιατί παραβιάζονται δικαιώματα της υπεράσπισης, υπάρχει όταν η πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι «ουσιωδώς διάφορη» σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά από εκείνη, που συνιστούν την υπόσταση του αδικήματος, για το οποίο εισήχθη ο κατηγορούμενος σε δίκη. Αντιθέτως, επιτρέπεται ή ακριβέστερα επιβάλλεται η με την πρόοδο της διαδικασίας «βελτίωση» της κατηγορίας, έτσι ώστε τούτη να ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα που προέκυψαν στο ακροατήριο (βλ. Αδάμ Παπαδαμάκη, «Ποινική Δικονομία», Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 9η Έκδοση, 2019, σελ. 477-480, Λάμπρου Καράμπελα, «Η μεταβολή και αναθεώρηση της ποινικής κατηγορίας», Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, Δίκαιο και Οικονομία, Αθήνα 2000, σελ. 1-6).
Στην προκειμένη περίπτωση από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, ενδεικτικά δε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, το δικαστήριο, αφού συνεκτίμησε ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατ’ άρθρα 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, προκειμένου να διαμορφώσει πλήρη δικανική πεποίθηση, σε συνδυασμό και με την όλη συζήτηση, κατέληξε στο ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος Ανθστης (ΤΘ) ... ... την 18-2-2023 και περί ώρα 11.00΄ συναντήθηκε με την εν διαστάσει σύζυγό του ιδιώτιδα ... ... στο εμπορικό κέντρο «...», μαζί με την 4χρονη κόρη τους. Η νομική κατάσταση της διάστασης του ζεύγους, ήδη από την 15-9-2022, προκύπτει από την υπ’αρ. 14724/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), αλλά επιβεβαιώθηκε και από τους δύο συζύγους (κατηγορούμενο και μάρτυρα ...). Επομένως, οι ενδιαφερόμενοι τελούσαν την ανωτέρω ημέρα ακόμη σε γάμο που δεν είχε λυθεί με αμετάκλητο τρόπο. Η πιο πάνω ημέρα (Σάββατο) αποτελούσε, όπως συνομολόγησαν και τα δύο μέρη, ημέρα επικοινωνίας του κατηγορουμένου με την ανήλικη κόρη τους, η οποία είχε εκφράσει την επιθυμία να βρεθούν όλοι μαζί ως οικογένεια για κάποιες ώρες∙ επιθυμία που σεβάστηκαν αμφότεροι οι γονείς, οπότε και βρέθηκαν στον ως άνω τόπο. Αρχικά τα πράγματα έβαιναν ήρεμα, όπως κατατέθηκε και από τους δύο, μέχρι τις μεσημεριανές ώρες δηλ. περί ώρα 14.00΄-14.30΄. Κατά το χρονικό διάστημα αυτό κι ενώ τα τρία ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα βρισκόταν σε εστιατόριο του εμπορικού κέντρου, ο κατηγορούμενος άνοιξε κουβέντα με την εν διαστάσει σύζυγό του για την επικείμενη δίκη (με ημερομηνία 28-2-2023) που εκκρεμούσε σε βάρος του κατηγορουμένου για αδίκημα βίας που φέρεται ότι είχε τελέσει σε βάρος της εν διαστάσει συζύγου του (για το οποίο δεν εισφέρθηκαν περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία στην παρούσα δίκη, αλλά δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός από τον κατηγορούμενο και την υπεράσπισή του). Ο σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να μάθει από την ... αν θα ανακαλούσε την σε βάρος του έγκληση και προς επίτευξή του τη ρωτούσε επισταμένα αν σκόπευε να προβεί σε τέτοια κίνηση. Όταν η τελευταία του απάντησε αρνητικά, ο κατηγορούμενος εκνευρίστηκε, άρχισε να μιλάει δυνατά και έντονα. Η κατάσταση αυτή, όπως κατέθεσε η ..., οδήγησε αρχικά τη μικρή τους κόρη σε αναστάτωση και της προκάλεσε κλάματα κι όταν η ... ζήτησε από τον κατηγορούμενο επανειλημμένα να σταματήσει, διότι προκαλούσε φόβο στο παιδί, εκείνος, σε κλιμάκωση της συμπεριφοράς του, την εξύβρισε με τη φράση του κατηγορητηρίου, δηλ. αποκαλώντας την «τρελή» και «μαλακισμένη», χαρακτηρισμοί που αδιαμφισβήτητα είναι προσβλητικοί της τιμής της παθούσας. Δεδομένου ότι μετά τη συνάντησή τους ο κατηγορούμενος θα έπαιρνε την ανήλικη κόρη τους μαζί του, προκειμένου να συντελεστεί το υπόλοιπο της επικοινωνίας του (δηλ. διανυκτέρευση σαββατοκύριακου μαζί του) τέθηκε το ζήτημα της παραλαβής του παιδιού. Η ... του είπε να αφήσει το παιδί να ηρεμήσει κι ο κατηγορούμενος εκνευρίστηκε έτι περαιτέρω, κάνοντας σκηνή στο εστιατόριο. Τότε η ... και αφού διαπίστωσε ότι οι προτροπές της προς τον κατηγορούμενο να εκτονώσει τη συμπεριφορά του δεν ήταν αποτελεσματικές, κάλεσε από το κινητό της τηλέφωνο την άμεσο δράση εξηγώντας την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί. Οι αστυνομικοί την προέτρεψαν να βγει εκτός του χώρου του εμπορικού κέντρου και να αναμένει το περιπολικό εκεί. Μετά την πρώτη τηλεφωνική κλήση, που πραγματοποίησε προς την άμεσο δράση η ..., ο κατηγορούμενος εξεμάνη και της είπε τη φράση του κατηγορητηρίου «θα δεις τί θα σου κάνω» και την εξύβρισε εκ νέου, οπότε η ... αναγκάστηκε να καλέσει και δεύτερη φορά, οπότε οι αστυνομικοί της είπαν να μεταβεί στο κατά τόπον αρμόδιο ΑΤ, δηλ. αυτό Πυλαίας-Χορτιάτη. Αναφορικά με τη φράση αυτή, όταν ρωτήθηκε σχετικά η παθούσα, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τί ακριβώς μπορεί να εννοούσε ο κατηγορούμενος με αυτά τα λόγια τη δεδομένη στιγμή, αλλά η ίδια τρόμαξε πολύ, διότι ο κατηγορούμενος είχε επιδείξει και στο παρελθόν βίαιη συμπεριφορά και είχε χειροδικήσει σε βάρος της, οπότε ο συνδυασμός της εκρηκτικής συμπεριφοράς του την επίδικη ημέρα και η αδυναμία του να την πείσει να ανακαλέσει την σε βάρος του έγκληση για προηγούμενη βίαιη εναντίον της πράξη καθώς και οι παρελθούσες χειροδικίες εναντίον της, της εμπέδωσαν την ανησυχία ότι θα επακολουθήσει νέα βίαιη σε βάρος της συμπεριφορά από τον κατηγορούμενο. Όντως η φράση του κατηγορητηρίου, αντικειμενικά ιδωμένη και χωρίς να συνδυαστεί με προηγούμενες συμπεριφορές του κατηγορουμένου, είναι ουδέτερη ως προς την εξαγγελία κάποιου επικείμενου «κακού», αφού θα μπορούσε να υπονοεί και μελλοντική νόμιμη ενέργεια, όπως για παράδειγμα την υποβολή εγκλήσεως σε βάρος της .... Όμως ο κατηγορούμενος ουδόλως αναφέρθηκε σε κάτι τέτοιο. Ο τελευταίος, βεβαίως, ενώ αποδέχτηκε κάποια εκ των ανωτέρω γεγονότων, αρνήθηκε ότι εξύβρισε την εν διαστάσει σύζυγό του, όπως και ότι την απείλησε. Μάλιστα προσπάθησε να ρίξει την ευθύνη της πρόκλησης όλου του περιστατικού σε προειλημμένη απόφαση της ... να δυναμιτίσει για μία ακόμη φορά την επικοινωνία του παιδιού μαζί του, τονίζοντας ότι για το λόγο αυτό της υπέβαλε έγκληση την επίδικη ημέρα για παραβίαση διατακτικού της δικαστικής απόφασης. Ας υποβάλουμε σε λογική βάσανο τις θέσεις του κατηγορουμένου. Αν η εν διαστάσει σύζυγός του ήθελε εξ αρχής να μην επιτρέψει την επικοινωνία του κατηγορουμένου με την κόρη τους, δεν θα είχε λογική να τον συναντήσει στο εμπορικό κέντρο πρώτα, να περάσει ένα 3ωρο μαζί με τον κατηγορούμενο και το παιδί και να του στερήσει την επικοινωνία μετά, μεταβαίνοντας δηλ. σε έναν χώρο που δυνητικά θα υπήρχαν και μάρτυρες για την παράνομη συμπεριφορά της, αλλά θα μπορούσε να το πράξει από την οικία της με ασφαλέστερο τρόπο. Άρα, προειλημμένη η απόφασή της δεν μπορεί να ήταν. Επίσης, η «σιγουριά» του κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για προμελετημένη συμπεριφορά θα πρέπει, για να γίνει αποδεκτή, να εδράζεται σε γεγονότα που να τη δικαιολογούν, όπως για παράδειγμα μια προαναγγελία τέτοιας πρόθεσης ή έστω προηγούμενες παρόμοιες συμπεριφορές δηλωτικές της πρόθεσης αποστέρησης της επικοινωνίας. Επ’ αυτού το μόνον που είχε να εισφέρει ο κατηγορούμενος σε σχετικές ερωτήσεις ήταν ότι στο παρελθόν η εν διαστάσει σύζυγός του δεν του παρέδωσε δυο φορές το παιδί, διότι προφασίστηκε (κατά την δική του τοποθέτηση) ασθένεια-αδιαθεσία της ανήλικης, για την οποία όμως του προσκόμισε έπειτα ιατρικά πιστοποιητικά. Διερωτάται κανείς, πόσο αδικαιολόγητη μπορεί να ήταν μια τέτοια άρνηση, δεδομένου ότι, πάντως, ο ίδιος συνομολογεί ότι του επιδείχθηκαν και σχετικά ιατρικά δικαιολογητικά. Περαιτέρω, ο λόγος συνάντησης την επίδικη ημέρα και στο συγκεκριμένο χώρο (ήτοι, έναν δημόσιο χώρο με πολυκοσμία) ήταν, κατά την κατάθεση της ..., ότι έτσι ένιωθε ασφαλής πως ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να παρεκτραπεί και ενδεχομένως να συμπεριφερθεί ξανά βίαια σε βάρος της. Δηλ. επέλεξε να τον συναντήσει σε ένα μέρος κατά το οποίο έκρινε η ίδια ότι θα ήταν ουδέτερο και ασφαλές. Ο κατηγορούμενος, αντιθέτως, ενώ θα μπορούσε να αρνηθεί τέτοια συνάντηση, το έπραξε, διότι έχοντας μπροστά του σε μόλις δέκα ημέρες μια δίκη σε βάρος του, θα έβρισκε την ευκαιρία να συνομιλήσει με την εν διαστάσει σύζυγό του και να εκμαιεύσει τις προθέσεις της αναφορικά με την επικείμενη δίκη. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως προέκυψε, οι δύο σύζυγοι δεν είχαν την ευκαιρία ούτε να συναντιούνται συχνά, ούτε να επικοινωνούν με άλλον τρόπο, διότι οι γέφυρες της μεταξύ τους επικοινωνίας ήταν αποκομμένες (ένεκα του κλίματος που είχε δημιουργηθεί μετά τη διάστασή τους) και η ανήλικη παραλαμβάνονταν από τον κατηγορούμενο τις περισσότερες φορές απευθείας από τον παιδικό σταθμό, χωρίς συνάντηση των γονέων. Άρα, ο κατηγορούμενος δεν θα είχε πολλές ευκαιρίες να βρεθεί τετ-α-τετ με την ... προ του δικαστηρίου της 28-2-2023, που, προφανώς, τον ενδιέφερε σφόδρα. Έπειτα, η σειρά των γεγονότων, όπως τα εξιστόρησε στην απολογία του ο κατηγορούμενος, δεν φαίνονται να έχουν λογική συνέπεια και εξηγούμαστε αμέσως. Εάν, όντως ο κατηγορούμενος δεν εξύβρισε και εάν δεν δημιούργησε «σκηνή» στο χώρο των εστιατορίων, αλλά, αντιθέτως, η εν διαστάσει σύζυγός του αρνήθηκε να του παραδώσει την ανήλικη για να συντελεστεί η επικοινωνία του ΣΚ, δεν αντέχει στη λογική να κάλεσε η ίδια η «παραβάτης» την άμεσο δράση και μάλιστα δις να παρέμβει και να της παράσχει προστασία. Θα ανέμενε κανείς να συμβεί το ακριβώς αντίθετο. Αντ’ αυτού δεν αμφισβητήθηκε ουδόλως από τον κατηγορούμενο ότι την πρωτοβουλία της κλήσης της αστυνομίας είχε η .... Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, όταν αντιλήφθηκε ότι ο εν διαστάσει σύζυγός του ενέπλεξε την αστυνομία στο περιστατικό και επειδή την είχε ήδη εξυβρίσει και απειλήσει, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός της μετάβασής του στο κατά τόπον αρμόδιο ΑΤ πριν την παθούσα και υπέβαλε έγκληση σε βάρος της για το αδίκημα του άρθρου 169 Α του ΠΚ (δηλ. για παραβίαση διατακτικού δικαστικής απόφασης), παρότι γνώριζε ότι η ... είχε ήδη εκδηλώσει την πρόθεσή της να του παραδώσει την ανήλικη μεταβαίνοντας μαζί της στο εμπορικό κέντρο και ότι ο λόγος που τελικώς δεν συντελέστηκε η επικοινωνία ήταν το περιστατικό έντασης που δημιουργήθηκε στο χώρο των εστιατορίων και προκάλεσε σύγχυση και κλάματα στην ανήλικη. Εξάλλου, ακόμη και τότε η ... κατέθεσε ότι παρότρυνε τον κατηγορούμενο να αναμένει να ηρεμήσει το παιδί και μετά να φύγει μαζί του, αλλά εκείνος, όντας προφανώς χολωμένος από την απάντηση που του έδωσε για την μη ανάκληση της σε βάρος του έγκλησης, πείσμωσε και δεν επέδειξε την απαιτούμενη υπομονή. Ο κατηγορούμενος προκειμένου να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του έφτασε στο σημείο να πει ότι ο ίδιος δεν είχε σκοπό να εγκαλέσει την εν διαστάσει σύζυγό του και ότι το έπραξε μετά από παρότρυνση του Αξιωματικού Υπηρεσίας του ΑΤ, όπως επίσης και ότι ο τελευταίος απειλήθηκε από την παθούσα εντός του ΑΤ ότι θα καταμηνυθεί από αυτήν επειδή την πίεζε να παραδώσει την ανήλικη στον πατέρα της. Οι τελευταίες τοποθετήσεις εκφεύγουν εντελώς της λογικής και το μόνο που καταδεικνύουν είναι την απέλπιδα προσπάθεια του κατηγορουμένου να δικαιολογήσει την άδικη και παράνομη συμπεριφορά του, στο επίδικο περιστατικό. Εν κατακλείδι, από τις δύο διηγηματικές τοποθετήσεις της παθούσας και του κατηγορουμένου (δεδομένου ότι τρίτη μαρτυρία για τα κρίσιμα γεγονότα δεν υφίσταται) αληθής και χωρίς λογικά κενά παρουσιάζεται η εκδοχή των πραγμάτων, όπως αυτά ετέθησαν από την παθούσα, η οποία εξάλλου έφερε και το όλο περιστατικό στο μικροσκόπιο της αστυνομικής αρχής. Ελάχιστα χρειάζεται να σημειωθεί ότι η μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης τίποτε δεν είχε να προσφέρει αποδεικτικά αναφορικά με τη διαφώτιση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.
Μετά τα ανωτέρω το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία, με ψήφους 3 έναντι 2, έκρινε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τη μεν δεύτερη πράξη της εξύβρισης, όπως κατηγορείται, για τη δε πρώτη πράξη, κατόπιν ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού αυτής από ενδοοικογενειακή απειλή του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 3500/2006 σε απειλή σε βάρος συζύγου του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. β΄ του ΠΚ, αφού προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ότι ο κατηγορούμενος και η παθούσα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης τελούσαν ακόμη σε διάσταση, άρα ήταν σύζυγοι κατά την έννοια του νόμου. Δύο όμως μέλη του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα οι Στρατοδίκες, Γενίτσαρης Παρασκευάς, Αντισυνταγματάρχης (ΥΦ) και Σπυράκης Ανδρέας, Αντισυνταγματάρχης (ΝΟΜ), είχαν την άποψη ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών ως προς την τέλεση αμφοτέρων των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Το Δικαστήριο, αφού είδε και τα άρθρα: 193 παρ. 1, 194 παρ. 1, 198 παρ. 1 εδ. α΄, 199 παρ. 1 και 213 παρ. 1 ΣΠΚ, 333, 339, 340, 342, 343, 344, 350, 351, 357, 358, 362, 364 365, 366, 367, 368 στ. α΄, 369 και 370 του ΚΠΔ.
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ
Δικάζει με παρόντα τον κατηγορούμενο.
Κηρύσσει, κατά πλειοψηφία [με ψήφους τρεις (3) έναντι δύο (2)], ένοχο τον κατηγορούμενο, ... ... του ..., ένοχο για:
1. Την πράξη της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 ΠΚ, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης της ενδοοικογενειακής απειλής του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006, για την οποία αρχικά παραπέμφθηκε, η οποία τελέστηκε από τον ίδιο στην ... Θεσσαλονίκης την 18-02-2023.
2. Την πράξη της εξύβρισης του άρθρου 361 ΠΚ, η οποία τελέστηκε από τον ίδιο στην ... Θεσσαλονίκης την 18-02-2023, ειδικότερα ένοχο του ότι:
Α. Προκάλεσε στην εν διαστάσει σύζυγό του τρόμο και ανησυχία, απειλώντας την με βία. Συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια φραστικού επεισοδίου που έλαβε χώρα με αφορμή την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, στο εμπορικό κατάστημα «...», την 18-02-2023, εντός του χρονικού διαστήματος από 14.30΄ έως και 15.20΄, απηύθυνε εναντίον της εν διαστάσει συζύγου του ... ... του ..., και ενώ είχε στην αγκαλιά της το ανήλικο τέκνο τους ..., τεσσάρων ετών, τη φράση: «….. θα δεις τι θα σου κάνω…..», προκαλώντας σε αυτή τρόμο και ανησυχία για το ενδεχόμενο άσκησης βίας εναντίον της.
Β. Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση προσέβαλε με λόγια την τιμή άλλης και συγκεκριμένα στο εμπορικό κατάστημα «...», την 18-02-2023, εντός του χρονικού διαστήματος από 14.30΄ έως και 15.20΄, εκστόμισε σε βάρος της εν διαστάσει συζύγου του ... ... του ..., και ενώ είχε στην αγκαλιά της το ανήλικο τέκνο τους ..., τεσσάρων ετών, τις καταφρονητικές φράσεις: «τρελή, να πάρεις τα ψυχοφάρμακά σου και μαλακισμένη», με τις πράξεις του δε αυτές προσέβαλε με λόγια την τιμή της εν διαστάσει συζύγου του.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο, σε δημόσια συνεδρίαση.
Θεσσαλονίκη, 22 Φεβρουαρίου 2023
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
Μετά την απαγγελία της προαναφερομένης απόφασης, ο Πρόεδρος αποσφράγισε τον αδιαφανή φάκελο εντός του οποίου υπάρχει το από 10-01-2023 αντίγραφο ποινικού μητρώου (ΑΠΜ) δικαστικής χρήσης του καταδικασθέντος κατηγορουμένου και το διάβασε. Από την ανάγνωση προέκυψε ότι ο καταδικασθείς έχει λευκό ποινικό μητρώο.
Ακολούθως έλαβε το λόγο η Εισαγγελέας και πρότεινε: α) να γίνει δεκτό ότι συντρέχει υπέρ του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α΄ του ΠΚ και β) να επιβληθεί στον κηρυχθέντα ένοχο ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών για την πρώτη πράξη, αυτή της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. β΄ ΠΚ και ποινή φυλάκισης ενός (1) μηνός για την δεύτερη πράξη, αυτή της εξύβρισης του άρθρου 361 ΠΚ και γ) να γίνει σώρευση των ανωτέρω ποινών και να του επιβληθεί συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών και δέκα (10) ημερών.
Η συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο, ζήτησε να γίνει δεκτό ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εντολέως της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α΄ και περ. γ΄ του ΠΚ. Επίσης ζήτησε αναφορικά με το αδίκημα της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. β΄ ΠΚ να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 104Β περ. α΄ του ΠΚ και αναφορικά με το αδίκημα της εξύβρισης του άρθρου 361 ΠΚ να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 308 παρ. 4 ΠΚ και να απαλλαγεί ο εντολέας της και για τις δύο ως άνω πράξεις από κάθε ποινή. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, ζήτησε να του επιβληθεί το ελάχιστο της εφεσίμου ποινής.
Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο, πρότεινε ν’ απορριφθούν οι υποβληθέντες από τη συνήγορο του κατηγορουμένου αυτοτελείς ισχυρισμοί περί δικαστικής άφεσης της ποινής, ως μη παραδεκτώς υποβληθέντες.
Η συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο, δήλωσε ότι εμμένει στους αυτοτελείς ισχυρισμούς της.
Μετά το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη που έγινε στην έδρα, παρουσία και της Γραμματέως, κατάρτισε την ταυτάριθμη απόφασή του, την οποία ο Πρόεδρος αμέσως δημοσίευσε. Η απόφαση αυτή είναι η εξής:
ΣΚΕΠΤΙΚΟ
Η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα: 1, 14, 16, 17, 18 εδ. γ΄, 26 παρ. 1 εδ. α΄, 27 παρ. 1, 53, 57, 94 παρ. 1, 333 παρ. 2, 361 παρ. 1 εδ. α΄ και 368 παρ. 1 του ΠΚ.
Αυτοτελής είναι αυτός ο ισχυρισμός, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή την υπεράσπισή του (καθώς και από τον εισαγγελέα), κατά πάγια νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου μας (βλ. μεταξύ πολλών την ΑΠ 438/2017, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), που επάγεται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης (π.χ. ισχυρισμός περί συνδρομής άμυνας ή κατάστασης ανάγκης), την άρση ή τη μείωση του καταλογισμού της πράξεως στο δράστη (π.χ. ύπαρξης νομικής πλάνης ή λόγου ανικανότητας για καταλογισμό ή για μειωμένο τέτοιο) ή την εξάλειψη του αξιοποίνου (π.χ. παραγραφή της πράξης) ή τη μείωση της ποινής (π.χ. συνδρομή ελαφρυντικής περίστασης στο πρόσωπο του καταδικασθέντος) ή την άφεσή της (π.χ. γενικοί λόγοι κατ’ άρθρο 104Β του ΠΚ ή ειδικοί λόγοι προβλεπόμενοι είτε στον ΠΚ είτε σε ειδικούς ποινικούς νόμους). Ως τέτοιος αφενός θα πρέπει να είναι επαρκώς ορισμένος από την πλευρά αυτού που τον προβάλει, αφετέρου να απαντάται με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από το δικαστήριο είτε προς την κατεύθυνση της αποδοχής είτε της απόρριψής του, διαφορετικά προκαλείται απόλυτη ακυρότητα βάσει του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ (έλλειψη ακροάσεως, εφόσον το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε ειδικώς με αυτόν) είτε εάν ασχολήθηκε μεν, αλλά δεν τον αιτιολόγησε επαρκώς, ειδικά και εμπεριστατωμένα, λόγω έλλειψης αυτής, οπότε και η απόφαση καθίσταται αναιρετέα, κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α΄ και Δ΄ του ΚΠΔ (βλ. Αδάμ Παπαδαμάκη, ό.π., σελ. 490-493 καθώς και μονογραφία Κωνσταντίνου Χατζηϊωάννου, «Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί στην ποινική δίκη», Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2017, σελ. 90-117 και 143-153). Αυτονόητο είναι ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες παρέλκει η ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης από το δικαστήριο τέτοιων ισχυρισμών (π.χ. εάν το δικαστήριο αχθεί σε κρίση απαλλακτική για τον κατηγορούμενο και ο υποβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός αφορούσε σε περίπτωση μείωσης ή άρσης του καταλογισμού), χωρίς καμία δικονομική συνέπεια. Ειδικότερα, ως προς το παραδεκτό της προβολής των αυτοτελών ισχυρισμών, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν απαιτείται μεν η υποβολή τους να περιβάλλεται τον έγγραφο τύπο (αν και αυτό αποτελεί τη συνηθέστερη περίπτωση), αλλά μπορούν να υποβληθούν και προφορικά, οπότε θα πρέπει να ζητείται η καταχώρησή τους στα πρακτικά. Επίσης και κυριότερα, η επίκληση τους θα πρέπει να συνοδεύεται από, έστω περιληπτική, αναφορά στα γεγονότα και τους λόγους που τους υποστηρίζουν μη αρκούσης της αναφοράς των σχετικών διατάξεων των άρθρων στους οποίους αυτοί βασίζονται. Εάν συμβεί το τελευταίο, τότε πρόκειται περί αορίστως και συνακόλουθα μη παραδεκτώς υποβληθέντες ισχυρισμούς που δεν δύνανται να εξεταστούν περαιτέρω ως προς την ουσία τους (βλ. μεταξύ πολλών τις ΑΠ 1124/2017, 28/2021, 104/2021 και 290/2022, όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», η πρώτη εκ των οποίων καταγράφει αυτολεξεί σχετικά με το ζήτημα «…Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους»). Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, δια της συνηγόρου του, υπέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί εφαρμογής του άρθρου 104 Β περ. α΄ για την πρώτη πράξη της απειλής σε βάρος συζύγου και του άρθρου 361 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 308 παρ. 4 του ΠΚ για τη δεύτερη πράξη της εξύβρισης, μετά την κήρυξη της ενοχής του γι’ αυτές. Η προβολή τους όμως έγινε προφορικά, με μόνη επίκληση των αμέσως προαναφερόμενων διατάξεων, χωρίς ευσύνοπτη έστω αναφορά των γεγονότων που θεωρεί ότι τους στηρίζουν. Οπότε, προβλήθηκαν, κατά τα αμέσως προαναφερόμενα, με αόριστο και άρα μη παραδεκτό τρόπο.
Για τους λόγους αυτούς, θα πρέπει, κατά την ομόφωνη κρίση των μελών του Δικαστηρίου, να απορριφθούν οι υποβληθέντες ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας τους.
Κατά το άρθρο 79 του ΠΚ, όπως σήμερα ισχύει, με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι’ αυτή, ενώ σταθμίζονται τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμώνται οι συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου, για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή της. Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου, για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. Ενώ, σύμφωνα με την παρ. 5, στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. Τέλος, στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δε λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της (παρ. 6). Στην απόφαση δε, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 79, πρέπει να αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε.
Από το συνδυασμό των άρθρων 84 παρ. 1 και 83 περ. ε΄ του ΠΚ, συνάγεται ότι, στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, το Δικαστήριο μπορεί να μειώσει την ποινή της φυλάκισης, που απειλείται για ένα έγκλημα έως το ελάχιστο όριό της, τις δέκα δηλαδή ημέρες (άρθρο 53 του ΠΚ). Ειδικότερα ανά προβλεπόμενη περίπτωση: α) Ως τέτοια θεωρείται το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα. Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης της περ. α΄ είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του ΚΠΔ. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη αυτή (84 παρ. 2 περ. α΄) του ισχύοντος από 01.07.2019 ΠΚ (που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 – ΦΕΚ Α΄ 95/11.06.2019) είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχείο α΄ ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο «ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή», αφού με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της «νόμιμης» ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της «έντιμης» ζωής, που απαιτούνταν από την προϊσχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα «απαραβίαστη» προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου (ΑΠ 1466/2019).
β) Επίσης, έτερη ελαφρυντική περίσταση προβλέπεται στην περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, σύμφωνα με την οποία, ο δράστης θα πρέπει να ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή να προκύπτει ότι παρασύρθηκε σε αυτή από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη. Σημειώνεται ότι η διατύπωση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν άλλαξε καθόλου με το νέο ΠΚ και είναι πανομοιότυπη με την προβλεπόμενη στον προϊσχύσαντα ΠΚ, οπότε η νομολογιακή της επεξεργασία είναι πολύτιμο ερμηνευτικό εργαλείο και υπό τον ισχύοντα ΠΚ. Σύμφωνα, λοιπόν, με την πάγια νομολογία του ΑΠ (βλ. ενδεικτικά μεταξύ πολλών την ΑΠ 238/2021, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») για να γίνει δεκτό ότι συντρέχει η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση θα πρέπει το άμεσο ή τουλάχιστον το αποφασιστικό κίνητρο της πράξης του δράστη να υπήρξε ακριβώς η ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, που μπορεί να συνίσταται σε προκλητική, χλευαστική, απρεπή κλπ συμπεριφορά, χωρίς την οποία ο δράστης δεν θα ενεργούσε. Επίσης, το συναίσθημα οργής ή βίαιης θλίψης πρέπει να προκλήθηκε από άδικη πράξη που στρέφεται εναντίον του δράστη, η οποία όμως πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνδέεται με τη συμπεριφορά του παθόντος (βλ. την ΑΠ 1555/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου το οποίο νομίμως αναγνώστηκε, μετά την καταδίκη του για τις επίδικες πράξεις, προκύπτει ότι αυτό είναι λευκό. Επίσης, αναφορικά με την, έως την τέλεση των επίδικων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, ζωή του κατηγορουμένου, αναφέρθηκαν μεν από την εν διαστάσει σύζυγό του περιστατικά μη σύννομα φερόμενα ως τελεσθέντα σε βάρος της, για τα οποία όμως δεν προσκομίστηκαν αδιάσειστες αποδείξεις, ώστε να μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο σε βάρος του, ικανά να ανατρέψουν την εικόνα που διαμορφώνεται από το ποινικό του μητρώο και τα οποία να αναιρέσουν την αναγνώριση της συνδρομής του ελαφρυντικού του σύννομου βίου στο πρόσωπό του. Περαιτέρω, αναφορικά με το έτερο εκ των προτεινόμενων ελαφρυντικών, ουδόλως απεδείχθη η ύπαρξη συμπεριφοράς από την εν διαστάσει σύζυγο του κατηγορουμένου σε βάρος του, η οποία να εμπίπτει στην έννοια της «ανάρμοστης συμπεριφοράς», όπως αυτή αναλύθηκε παραπάνω, η οποία να δικαιολογεί την ώθηση του κατηγορουμένου στην τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, ούτε βέβαια μπορεί να στοιχειοθετεί δικαιολογημένη οργή ή θλίψη του από το γεγονός ότι υπήρξε λογομαχία μεταξύ του ζεύγους αναφορικά με την επίτευξη της επικοινωνίας με την ανήλικη.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο ομόφωνα κρίνει ότι ο μεν προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός περί εφαρμογής στο πρόσωπο του καταδικασθέντος της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. γ΄ του ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενώ αντιθέτως η ελαφρυντική περίσταση της περ. α΄ περί προτέρου σύννομου βίου πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά ως βάσιμη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 4 ΚΠΔ και 82 ΠΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο, που καταδικάζει τον κατηγορούμενο και του επιβάλλει ποινή στερητική της ελευθερίας, αφαιρεί από την επιβληθείσα αυτή ποινή το χρόνο κράτησης του συγκεκριμένου κατηγορουμένου, καθώς και τον τυχόν χρόνο παραμονής σε θεραπευτικές μονάδες για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ενώ σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων που συνεκδικάστηκαν αφαιρείται από την επιβληθείσα αυτή ποινή ο χρόνος κράτησης που διατάχθηκε για οποιοδήποτε από τα εγκλήματα αυτά, ακόμη και όταν η απόφαση κήρυξε τον καταδικασθέντα αθώο για το έγκλημα για το οποίο είχε κρατηθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την με ημερομηνία 18-2-2023 έκθεση συλλήψεως σε συνδυασμό με την υπ’αρ. 73/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο καταδικασθείς κατηγορούμενος, κρατήθηκε κατά την προδικασία για τα αδικήματα, για τα οποία τελικά καταδικάσθηκε και για τα οποία του επιβλήθηκε στερητική της ελευθερίας ποινή, από 18-2-2023 μέχρι την 19-2-2023, δηλαδή για χρονικό διάστημα μίας (1) ημέρας. Κατά συνέπεια, πρέπει από την κατά τα ανωτέρω επιβληθείσα συνολική ποινή να αφαιρεθεί ο χρόνος αυτός.
Στο άρθρο 372 εδ. α΄ του ΚΠΔ ορίζεται ότι: «Με την τελειωτική απόφαση οι διάδικοι που ηττήθηκαν στη δίκη καταδικάζονται στα έξοδα (άρθρα 577 επ.).», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 577 του ΚΠΔ: «1. Κάθε κατηγορούμενος που καταδικάζεται σε ποινή καταδικάζεται ταυτόχρονα με την ίδια απόφαση και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.- 2. Το ποσό των εξόδων ορίζεται με την καταδικαστική απόφαση.». Το ύψος των εξόδων για τα Στρατοδικεία – Ναυτοδικεία – Αεροδικεία προσδιορίζεται στα διακόσια ευρώ (200,00€) (άρθρο 3 παρ. 7 του Ν. 663/77 σε συνδ. με την υπ’ αριθμ. 123827/23-12-2010 κοινή απόφαση Υπουργών Οικονομικών - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων).
Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι:
α. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα της προπεριγραφόμενης πράξης που τέλεσε ο κατηγορούμενος και το βαθμό της ενοχής του, να επιβληθεί σε βάρος του: 1α) ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για την πρώτη συρρέουσα πράξη της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. β΄ ΠΚ και 1β) ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών για τη δεύτερη συρρέουσα πράξη της εξύβρισης του άρθρου 361 ΠΚ, οι οποίες αποτελούν την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του γι’ αυτές, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών των συγκεκριμένων ποινών για τον ίδιο και τους οικείους του και αφού λήφθηκαν ιδίως υπόψη, μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησαν οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του, η φύση, το είδος και το αντικείμενο των εγκλημάτων, η ένταση του δόλου τους, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση των εγκλημάτων, ο βαθμός της δυνατότητας και της ικανότητας να πράξει διαφορετικά, καθώς επίσης και όλες οι προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή τους, σε συνδυασμό με την όλη στάση και διαγωγή του κατά τη διάρκεια των πράξεων και μετά απ’ αυτές.
β. Τα εγκλήματα, για τα οποία επιβλήθηκαν στερητικές της ελευθερίας ποινές, τελέστηκαν από τον κατηγορούμενο με δύο πράξεις και, συνεπώς, πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ, να του επιβληθεί για τις πράξεις της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. β΄ ΠΚ και της εξύβρισης του άρθρου 361 ΠΚ, συνολικά ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ποινή η οποία σχηματίζεται από την ποινή φυλάκισης των τεσσάρων (4) μηνών που επιβλήθηκε για την πράξη της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. β΄ ΠΚ επαυξημένης κατά ένα (1) μήνα, από την ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών που επιβλήθηκε για την πράξη της εξύβρισης του άρθρου 361 ΠΚ.
γ. Πρέπει να αφαιρεθεί από την ως άνω καταγνωσθείσα στερητική της ελευθερίας ποινής ο εκ μίας (1) ημέρας χρόνος προσωρινής κράτησής του καταδικασθέντος στο πλαίσιο του αυτοφώρου και να οριστεί υπόλοιπο εκτιτέας ποινής φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών και εικοσιεννέα (29) ημερών.
β. Πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του καταδικασθέντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, το ποσό των οποίων ορίζεται στα διακόσια ευρώ (200,00€).
Για τους λόγους αυτούς
Το Δικαστήριο, αφού είδε και τα άρθρα 213 παρ. 1 ΣΠΚ και 369 του ΚΠΔ.
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ
Απορρίπτει, παμψηφεί, τους υποβληθέντες από τη συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου αυτοτελείς ισχυρισμούς περί δικαστικής άφεσης της ποινής κατ’ άρθρο 104Β παρ. 1 περ. α΄ ΠΚ και 308 παρ. 4 ΠΚ, ως απαραδέκτως υποβληθέντες.
Απορρίπτει, παμψηφεί, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. γ΄ του ΠΚ, ως ουσία αβάσιμο.
Δέχεται, παμψηφεί, ότι συντρέχει υπέρ του κατηγορουμένου, που κηρύχθηκε ένοχος, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α΄ του ΠΚ.
Καταδικάζει, παμψηφεί, τον κατηγορούμενο ... ... του ..., σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για την πρώτη συρρέουσα πράξη της απειλής του άρθρου 333 παρ. 2 εδ. β΄ ΠΚ και σε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών για τη δεύτερη συρρέουσα πράξη, αυτή της εξύβρισης του άρθρου 361 ΠΚ. Σωρεύει τις συντρέχουσες πιο πάνω στερητικές της ελευθερίας ποινές φυλακίσεως και επιβάλλει συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών.
Αφαιρεί, ομόφωνα, από την παραπάνω καταγνωσθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή, τον εκ μίας (1) ημέρας χρόνο προσωρινής κράτησής του στο πλαίσιο του αυτοφώρου και ορίζει υπόλοιπο εκτιτέας ποινής φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών και εικοσιεννέα (29) ημερών.
Επιβάλλει, παμψηφεί, στον κατηγορούμενο τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας το ποσό των οποίων ορίζεται στα διακόσια (200,00€) ευρώ.
Μετά την απαγγελία της εν λόγω απόφασης, η Εισαγγελέας έλαβε το λόγο και πρότεινε να ανασταλεί για δύο (2) έτη η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης, η οποία καταγνώσθηκε στον κατηγορούμενο.
Η συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου.
Μετά, το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη που έγινε στην έδρα, παρουσία και της Γραμματέως, κατάρτισε την ταυτάριθμη απόφασή του, την οποία η Πρόεδρος αμέσως δημοσίευσε. Η απόφαση αυτή είναι η εξής:
ΣΚΕΠΤΙΚΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 99 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 9 του ν. 4855/2021: «Αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη. Αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104Α ΠΚ, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους ή ολόκληρης της ποινής. Το δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πέντε (5) έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεση της απόλυτης αναγκαιότητας εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή».
Στην προκειμένη περίπτωση ο κηρυχθείς ένοχος κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών και εικοσιεννέα (29) ημερών. Πρέπει ως εκ τούτου, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να διαταχθεί η αναστολή εκτελέσεως της παραπάνω επιβληθείσης ποινής για δύο (2) έτη.
Για τους λόγους αυτούς
Το Δικαστήριο, αφού είδε και τα άρθρα 213 παρ. 1 του ΣΠΚ και 369 του ΚΠΔ
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ
Διατάσσει, παμψηφεί, την αναστολή εκτέλεσης της προαναφερόμενης συνολικής ποινής φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών και εικοσιεννέα (29) ημερών για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών.
Τέλος, ο Πρόεδρος ανακοίνωσε στον καταδικασθέντα ότι έχει δικαίωμα από το νόμο ν’ ασκήσει κατά της απόφασης αυτής το ένδικο μέσο της έφεσης, σύμφωνα με τους ειδικούς ορισμούς του νόμου γι’ αυτό.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως, στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.
Θεσσαλονίκη, 22 Φεβρουαρίου 2023
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βεβαιώνεται ότι η απόφαση αυτή
καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την………..……
Η Γραμματέας